Τρίτη, 31 Μαΐου 2011

ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ - Η γυναίκα της Πάτρας

Γιώργος Τερτσέτης - απομνημονεύματα Κολοκοτρώνη 

Στρατής Δούκας - η ιστορία ενός αιχμαλώτου 

Γιώργος Χρονάς - η γυναίκα της Πάτρας

 

Τι κοινό υπάρχουν ανάμεσα στους τρεις παραπάνω συγγραφείς και στα έργα τους; Άκουσαν τις ιστορίες από τρίτους, ανθρώπους λαϊκούς κι αγράμματους, και τις κατέγραψαν όσο πιο πιστά μπορούσαν. Επομένως τα όρια ανάμεσα στον ήρωα-πρωταγωνιστή και το συγγραφέα είναι (ή πρέπει να είναι) φανερά,  η μυθοπλασία ακυρώνεται και τη θέση της δίνει στο ρεαλισμό, με αποτέλεσμα ο λόγος να είναι καθημερινός, λιτός, αφρόντιστος. Η λογοτεχνικότητα αντικαθίσταται από την προφορικότητα. Σαν να διαβάζουμε ένα λαϊκό παραμύθι. 

 

Γιώργος Χρονάς: Η Γυναίκα της Πάτρας


Διηγείται μια πόρνη που εκδιδόταν στην Πάτρα και ξεδιπλώνει την ιστορία της. Ένα από τα επίθετα που αποδίδονται στην ελληνική Αφροδίτη είναι και το Πανωραία. Αυτό είναι το όνομα της ηρωίδας αυτού του βιβλίου. Ας ακούσουμε το Γιώργο Χρονά.

Πώς έγινε και γνωρίσατε την Πανωραία;
Πρέπει να ήταν γύρω στο 1984, είχα πάει στην Πάτρα για μια λογοτεχνική βραδιά, κι ένας νέος με πλησίασε και μου είπε ότι υπήρχε μια γυναίκα που μ' ενδιέφερε. Πήγαμε να τη βρούμε την επόμενη μέρα. Ζούσε σ' ένα σπίτι ερειπωμένο.

Ποια ήταν η ηλικία της τότε;
Η ίδια έλεγε ότι ήταν 47, αλλά πρέπει να ήταν τουλάχιστον μια δεκαετία περισσότερο. Αρχικά της έκανα μια σειρά ομιλιών για τη ραδιοφωνική μου εκπομπή «Πρόσωπα».

Στο ραδιόφωνο μίλησε με την ίδια αθυροστομία που μιλάει και στο βιβλίο σας;
Στο ραδιόφωνο, όχι. Όχι μ' αυτό τον τρόπο. Εκείνη η πρώτη μας επαφή ήταν συνέντευξη. Δεν είχα πάει για να μου διηγηθεί τη ζωή της. Αργότερα, άρχισα να την επισκέπτομαι συχνά στην Πάτρα και προθυμοποιήθηκε να μου πει τη ζωή της. Της το είχαν ζητήσει και άλλοι, αλλά μαζί μου κόλλησε.

Βοηθήστε με να καταλάβω πώς ήταν, πώς μιλούσε. Περιγράψτε την...
Όπως ακριβώς είναι η Ελένη Κοκκίδου που παίζει το ρόλο. Και ως προς το ψυχικό μέρος και ως παρουσία. Μου 'λεγε, «μην κοιτάς την κατάστασή μου τώρα. Εγώ είχα τρεις πατρόνες κι έλεγα αυτός θα μπει, αυτός δεν θα μπει. Εγώ ήμουν η Κιμ Νόβακ». Οπότε εγώ έγινα αμέσως ο Ντείβιντ Μπάουι που βρήκε τη Νοβακ σε μια πανσιόν και την επανέφερε στο προσκήνιο...

Κάνατε κάποια επέμβαση στον λόγο της;
Καμία. Μόνο στίξη και ορθογραφία. Είχα το προνόμιο να μου μιλήσει όπως μου μίλησε. Περί τις δώδεκα ώρες συνομιλίας μαζί της. Άρχισα να τις δημοσιεύω σε συνέχειες στην Οδό Πανός, και είχε τόση απήχηση που με σταματούσαν στο δρόμο και μου το λέγανε. Έτσι, το 1989 σταμάτησα τις δημοσιεύσεις και το εξέδωσα σε βιβλίο, το οποίο εξαντλήθηκε σχεδόν αμέσως. Τώρα βρισκόμαστε στην τρίτη οριστική έκδοση.

Δεν απαλείψατε, δεν λειάνατε τίποτα;Όχι. Ο λόγος της είναι αυτός και έχει διασωθεί σε κασέτες ακριβώς όπως στο βιβλίο. Δεν φοβάται, δεν ντρέπεται κανέναν, βγαίνει στο προσκήνιο και τα λέει όλα. Έχοντας συνομιλήσει με πολλά πρόσωπα κατέχω αυτό το μεγάλο προνόμιο να λύνονται μπροστά μου πρόσωπα -το ίδιο έγινε με τη Γιώτα Γιάννα που την ενέταξα στο Μονόπρακτο Σεβάς Χανούμ, με την Καίτη Ντάλη, με την Μπέμπα Μπλανς- τα οποία τα θεωρούμε λαϊκά και φτηνά, αλλά εγώ τα θεωρώ μεγαλειώδη, σαν τη Μάρλεν Ντίντριχ όπως ήταν όταν έκανε τον Γαλάζιο Άγγελο.

Τι το μεγαλειώδες είχε η «Γυναίκα της Πάτρας»;
 Εκτός από τον τίτλο, τον οποίο τον δανείστηκα από τη Γυναίκα της Ζάκυθος του Διονύσιου Σολωμού, είναι δαιμονικό πρόσωπο αλλά ταυτόχρονα μιλάει και για τον Θεό. «Δαιμονικό» με την έννοια του μοναδικού. Ο Χατζιδάκις είπε στον βιβλιοπώλη Ρετζή της Στοάς Χιρς στη Θεσσαλονίκη ότι ήταν το καλύτερο βιβλίο που είχε διαβάσει στη ζωή του. Μου το μετέφερε ο ίδιος ο Ρετζής του οποίου ο γιος, γιατρός που έκανε το αγροτικό του στην Πάτρα, κούραρε την Πανωραία μέχρι τον θάνατο της το 1994-1995.

Πότε την είδατε τελευταία φορά;
Πολύ πριν. Είχα γράψει ότι στη γειτονιά της τη λέγανε «τρελή» και θύμωσε πάρα πολύ. Δεν κατάλαβε ότι εγώ χρησιμοποιούσα τον όρο όπως ο Πλάτων, που λέει ότι για να πεις κάτι μεγάλο, πρέπει να είσαι τρελός, ερωτευμένος ή ποιητής. Εγώ ήθελα να παρουσιάσω τον βίο της με τον τρόπο μου για ένα άλλο κοινό, όχι για τους όμοιούς της. Θύμωσε τόσο πολύ, ότι ο τρόπος μου δεν ήταν ο πρέπων, ότι με είχε εμπιστευτεί, ότι μου είχε πει τη ζωή της, που φοβήθηκα για τη σωματική μου ακεραιότητα κι έτσι αποσύρθηκα.

Είχε συγγενείς;
Κανέναν. Επαίνετο όταν τη γνώρισα. Τη ζούσε η γειτονιά της, όταν σταμάτησε το επάγγελμα. Πέρασαν πολλά λεφτά από τα χέρια της, έλεγε ότι μπορούσε να πουληθεί στον Διάβολο και να 'χει τα πάντα, αλλά ότι εκείνη ανήκε στο Θεό. Λέει για τον Θεό ότι είναι πραότητα κι ότι ενώ είδαμε τον Χριστό, το Άγιο Πνεύμα και τον Θεό δεν τους ξέρουμε. Αυτή που μιλάει έτσι όπως μιλάει, στην ουσία θεολογεί. Όταν τέλειωσα μαζί της έκανα πυρετό, που δεν κάνω ποτέ!

Η πρόταση της Λένας Κιτσοπούλου να το ανεβάσει ήταν έκπληξη για σας;
Ήξερα ότι ήταν ένας λόγος μοναδικός. Κι ότι δύο μεγάλα ταλέντα, όπως είναι η σκηνοθέτις Λένα Κιτσοπούλου, πολύ σοβαρό άτομο στη δουλειά της, και η Ελένη Κοκκίδου συναντιούνται για να κάνουν μια σπουδαία παράσταση. Κι έκαναν μια εκπληκτική παράσταση που νομίζω ότι θα παίζεται για τα επόμενα δέκα χρόνια. Για την Κοκκίδου είναι ο ρόλος της ζωής της! Μια Ελληνίδα Λούλου. Γιατί βέβαια, αλλιώς εκδίδεσαι στην Πάτρα κι αλλιώς στη Βιέννη...


Η Γυναίκα της Πάτρας
θεατρικός μονόλογος



Σκηνοθεσία: Λ. Κιτσοπούλου
Ερμηνεύει: Ελ. Κοκκίδου.
Σκην.-κοστ.: Τ. Σουχορούκωφ.
Φωτ.: Σ. Μπιρμπίλης.


Δευτέρα, 30 Μαΐου 2011

ΒΙΒΛΙΟ - Αστυνομική Λογοτεχνία

Είσοδος Κινδύνου


Ο φόνος έγινε. Δεκαέξι συγγραφείς της νεοσύστατης Ελληνικής Λέσχης Συγγραφέων Αστυνομικής Λογοτεχνίας (ΕΛΣΑΛ) αναλαμβάνουν να τον εξιχνιάσουν. Θα είναι το πρώτο κοινό βιβλίο τους.Το βιβλίο, 600 και πλέον σελίδων, περιλαμβάνει ιστορίες μυστηρίου από 16 Ελληνες συγγραφείς αστυνομικής λογοτεχνίας.

Αν ο Ντάσιελ Χάμετ έβγαλε την αστυνομική λογοτεχνία από τα σαλόνια όπου γηραιές κυρίες έπιναν τσάι και την έδωσε σε αυτούς που είχαν λόγους να την κάνουν, η Ελληνική Λέσχη Συγγραφέων Αστυνομικής Λογοτεχνίας  έβγαλε όσους έχουν λόγους να γράφουν αστυνομικές ιστορίες από τα σπίτια τους και τους μάζεψε σε μια παρέα που ετοιμάζει με κέφι ενδιαφέροντα πράγματα για όσους αγαπούν το αστυνομικό αφήγημα. 
Οι συλλογές αστυνομικών διηγημάτων, που ξεκίνησαν από πρωτοβουλίες εκδοτών, τους έφεραν κοντά και καλλιέργησαν μια ατμόσφαιρα συλλογικότητας. Η Χρύσα Σπυροπούλου έριξε πέρυσι την ιδέα και ο Γιάννης Ράγκος ενθάρρυνε την υλοποίησή της. Ο ένας έφερε τον άλλον και σήμερα τα μέλη είναι 25, από όλη την Ελλάδα.

«Δεν είμαστε συνδικαλιστική ομάδα. Ο σκοπός μας ήταν να βρισκόμαστε και να περνάμε καλά» λέει ο Τεύκρος Μιχαηλίδης. Γρήγορα, κάπου στο τρίτο ραντεβού, αποφάσισαν να επισημοποιήσουν τη σχέση τους. Εννέα μήνες αργότερα, γεννήθηκε η Ελληνική Λέσχη Συγγραφέων Αστυνομικής Λογοτεχνίας, με καταστατικό, ιστοσελίδα και σχέδια. Περισσότερο από μισός αιώνας χωρίζει την 82χρονη Αθηνά Κακούρη από τα νεότερα μέλη, τους 28χρονους Βασίλη Δανέλλη και Ανδρέα Μιχαηλίδη, αλλά δηλώνουν όλοι ομόφωνα ότι συνεννοούνται άριστα μεταξύ τους. Συναντιούνται μία φορά τον μήνα, αλλά στο ενδιάμεσο οι λογαριασμοί email τους παίρνουν φωτιά. Συζητήσαμε μαζί τους για το ελληνικό αφήγημα στην Ελλάδα και την πορεία του από το περιθώριο στην αναγνώριση, για τις εκδόσεις βίπερ και τους εκδότες που υποστηρίζουν σήμερα το αστυνομικό με σειρές και προσεγμένες εκδόσεις, για το νουάρ, για τις γυναίκες και την αστυνομική λογοτεχνία, για το παιδικό αστυνομικό αφήγημα. Εχει ο καθένας τη δική του άποψη, αλλά τα βρίσκουν. Ανάμεσά τους υπάρχει σεβασμός και αναγνώριση άτυπων ιδιοτήτων: Ο Φίλιππος Φιλίππου είναι ο ιστορικός και ο βιβλιογράφος της ομάδας, ο Νεοκλής Γαλανόπουλος ο νομικός σύμβουλος, ο Ανδρέας Μιχαηλίδης ο σχεδιαστής της ιστοσελίδας της λέσχης (www. crimefictionclubgr.wordpress. com).
Πηγή: Το Βήμα

Κυριακή, 29 Μαΐου 2011

ΒΙΒΛΙΟ - Οδός Πανός


Αφιέρωμα στον συνεργάτης μας Δημήτρη Λαλέτα
Γιώργος Χρονάς: Ο Δημήτρης Λαλέτας στον Σείριο
Ιωάννα Ασμάνη: Ο Λαλέτας πέθανε
Αντζελίνα – Μαρία Ρόδη: Για το ταξίδι την νύχτα της 31ης Μαρτίου 2011
Γιάννης Σουλιώτης: Δος μοι τούτον τον ξένον
Αθανάσιος Δ. Οικονόμου: Δημήτρης Λαλέτας (1964-2011)
Τασούλα Κιοσέ: Το όνειρο
Αθανάσιος Βαβλίδας: Στον αλησμόνητο ζωγράφο της καρδιάς μας Δημήτρη Λαλέτα
Ιωάννα Κλεφτόγιαννη: Έφυγε ο Δημήτρης Λαλέτας
Ο Νίκος Βατόπουλος για τον Δημήτρη Λαλέτα

Αφιέρωμα στον Παύλο Σιδηρόπουλο – 21 χρόνια από τον θάνατό του
Επιμέλεια αφιερώματος Σπύρος Αραβανής – Αντώνης Μποσκοΐτης
Χειρόγραφα Παύλου Σιδηρόπουλου
Μελίνα Σιδηροπούλου: Συνέντευξη στον Αντώνη Μποσκοΐτη
Δημήτρης Πουλικάκος – Θέκλα Τσελεπή: Συνέντευξη στον Αντώνη Μποσκοΐτη
Θανάσης Γκαϊφύλλιας: Μια μεταφυσική συνάντηση
Δημήτρης Θεοδωρόπουλος: Το «Ψάθινο Καρότο», 1975-78
Ανδρέας Ταρνανάς: Συνομιλία: Σιδηρόπουλος – Γώγου – Άσιμος
Ανδρέας Θωμόπουλος: Ο κινηματογραφικός Παύλος Σιδηρόπουλος
Πάνος Ηλιόπουλος: Η γνωριμία μου με τον Παύλο
Οδυσσέας Ιωάννου: Αθώος πια…
Γιώργος Κορδέλλας: Άντε και καλή τύχη μάγκες
Δημήτρης Δημητράκας: Η τελευταία ραδιοφωνική συνέντευξη του Παύλου Σιδηρόπουλου
Σωτήρης Παστάκας: «Σημασία δεν έχει τι κάνεις, αρκεί να το κάνεις με στυλ»
Σπύρος Αραβανής: «Ο Παύλος που ροκάριζε με κουλτουρέ διαθέσεις» - Μια
                                 αναδρομή στη στιχουργική του
Αλμπέρτος Λεβής: Για τον Παύλο…
Αλέξανδρος Εμμανουηλίδης: Ένας από τους σημαντικότερους τραγουδοποιούς στο  ελληνικό τραγούδι
Άθως Δημουλάς: Το όνομά του στις τσάντες των μαθητών
Γιάννης Μπαχ Σπυρόπουλος: Ανέκδοτο τραγούδι για τον Παύλο Σιδηρόπουλο
Μαρία Χρονιάρη: Αντεργκράουντ χωρίς στρας
Νίκος Γιαννάτος: Φιλιά Παύλο!
Είπαν για τον Παύλο
Πάνος Μουζουράκης: Σε πρώτο ενικό
Σταύρος Σταυρόπουλος: Μόνο έλα λίγο πιο κοντά
Νίκος Λέκκας: Η ώρα του Stuff
Γιώργος Χρονάς: Ξεφυλλίζοντας το τεύχος, 152-153
***
Στις άλλες σελίδες συνεργασίες:
Βασίλης Κοντόπουλος: Εδώ Βερολίνο
Πέτρος Γκολίτσης:   Και τα κρεβάτια των ετοιμοθανάτων, κ.ά.
Θεόδωρος Γρηγοριάδης: Ο Ζαν Ζενέ και οι Παλαιστίνιοι
Άγγελος Κανδύλης: Κωνσταντινούπολη 1995 μ.Χ.
Κωνσταντίνος Ιωαννίδης: Ο Απολλώνιος ο Τυανεύς στην Αντιόχεια, κ.ά.
Πάνος Καπώνης: Δημήτρης Ποταμίτης (1954-2003)
Κώστας Ασημακόπουλος: Το χαλάκι
Βασίλης Κοντόπουλος: 61η Berlinale
Ντίνος Χριστιανόπουλος: Δημήτρη Γέρου – Σκιές της αγάπης
Από τις εφημερίδες.                
Οδός Ιωάννας Ασμάνη
Σερενές: Ημέρες 2010
Έφη Ζουμπούλη: Εκατόν Είκοσι Ένα Χαϊκού
Βιβλία             
Θέατρο             
Αθανάσιος Βαβλίδας: Μουσικές ανταπο-κρίσεις
Τι είναι Τέχνη; 2
Δευτέρα
Φώτης Θαλασσινός: Μικρές ιστορίες με γλυκούς ανθρώπους


Κρατάω μια αναφορά του Βαγγέλη Γερμανού για το Σιδηρόπουλο, γιατί το κακό είναι ότι σε επετειακές εκδηλώσεις-δραστηριότητες το αληθινό με το ιδανικό δεν απέχουν και πολύ: 
Ο Παύλος ήταν ένας βιωματικός τύπος όπως πρέπει να είναι ένας καλλιτέχνης, μόνο που η χημεία που διάλεξε να παλέψει μαζί της, δεν σηκώνει αστεία και έτσι έφυγε νωρίς ...αφήνοντας τα τραγούδια του πίσω για παρηγοριά.


 Αναδημοσιεύω και  ένα αναφορικό κείμενο του Γιώργου Χρονά (ιδιοκτήτη, εκδότη και διευθυντή του περιοδικού) σχετικά με το παρελθόν του περιοδικού: 


Όταν κυκλοφόρησε το πρώτο τεύχος της Οδού Πανός, 13 Φεβρουαρίου 1981, είχα γράψει αυτό το κείμενο. Μολονότι έχουν περάσει 28 χρόνια παραμένει καθαρό και ατόφιο. Το υπογράφω και από εδώ. Σήμερα.

Οδός Πανός


Η οδός Πανός 17 στην αρχή ήταν μια κάμαρα 5x3 κάπου στην Πλάκα του 1973. Το ενοίκιό της ήταν 800 δρχ. στην αρχή και 1.100 δρχ. όταν έφευγα για αλλού –το νοίκιασαν ακριβότερα σε πωλητές τουριστικών ενθυμίων.
Η οδός Πανός είχεν υγρασία τον χειμώνα και δροσιά το καλοκαίρι. Το περιβάλλον της δεν άρεσε σε γιατρούς και νοσοκόμες, σε συμβολαιογράφους και δικηγόρους, σε νεαρούς που παραθέριζαν στην Μύκονο και στην Ύδρα. Άρεσε όμως σε γκαρσόνια και στρατιώτες, σε ναύτες και παιδιά του δρόμου και εταίριαζε στην πτώχεια μας.
Τον Μάρτιο του 1979 η Οδός Πανός έγινε εκπομπή για το Τρίτο Πρόγραμμα του Μάνου Χατζιδάκι –16 εκπομπές με αυτό τον τίτλο και 50 παιγμένες και μη, με τίτλο το εκάστοτε θέμα της εκπομπής.
Αυτό το περιοδικό-βιβλίο, που τώρα και στο έξης Οδός Πανός θα λέγεται, θα περιέχει ό,τι ακριβό και πολύτιμο μέσα σε λάσπες και υγρασία, σκόνη και ψευδοοροφές, η οδός Πανός περιείχε και περισυνέλεξε. Θα είναι όπως το δάκρυ πάνω σε τζάμια καφενείων το χειμώνα, όπου τα χνώτα περαστικών ανδρών φτιάχνουν λέξεις ή υγρασία.

Για το περιοδικό Οδός Πανός, Γιώργος Χρονάς.

ΒΙΒΛΙΟ - Χαμάμ μυστικών και ονείρων

Αφορμή για να αναδημοσιεύσω αυτό το άρθρο είναι η συμπάθεια που τρέφω αρχικά στον Ηλία Μαγκλίνη ως συγγραφέα και κριτικό λογοτεχνίας, αλλά και μία τάση που επικροτώ για γνωριμία με τους βαλκάνιους, γείτονες συγγραφείς, ανάμεσα στους οποίους συγκαταλέγεται και ο Βλάντισλαβ Μπάγιατς.
 
 
 
 
Χαμάμ μυστικών και ονείρων
Το χρονικό μιας αταίριαστης, μα δυνατής φιλίας σε μια ταραγμένη για τα Βαλκάνια εποχή
Του Ηλια Μαγκλινη
«Η απαλή κίνηση των αισθήσεων, όμοια με αέρα ευνοϊκό για τις βάρκες, είναι πηγή ευχαρίστησης. Η απότομη κίνηση των αισθήσεων, όμοια με τρικυμία, είναι πηγή δυσαρέσκειας. Η απουσία κίνησης των αισθήσεων, όμοια με νηνεμία, είναι πηγή αδιαφορίας, εξίσου ξένη και στην ευχαρίστηση και στη δυσαρέσκεια». Στο ξεκίνημα του μυθιστορήματος «Χαμάμ Βαλκάνια» (Βραβείο Balkanika 2008, εκδ. Κέδρος, μτφρ. Μαρία Κεσίνη), ο Σέρβος συγγραφέας Βλάντισλαβ Μπάγιατς (γενν. το 1954) μνημονεύει τον Αρίστιππο και τον Επίκουρο. Είναι μια δοκιμιακού τύπου εισαγωγή σε ένα μυθιστόρημα που θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ιστορικό και την ίδια στιγμή βιωματικό, εξομολογητικό, μια σπουδή πάνω στο θέμα της ταυτότητας και της ρευστής φύσης της Ιστορίας.
Η χαρά της δημιουργίας
Αυτό που αρχικά μοιάζει με ερεθιστικό δοκίμιο, με κεντρικό θέμα πραγμάτευσης την τέρψη της ζωή, την εξάλειψη του σωματικού πόνου και της ψυχικής αναστάτωσης, ως ύψιστο αγαθό, συνεχίζει ως μια ρέουσα πρωτοπρόσωπη αφήγηση, με αυτοβιογραφικό και εξομολογητικό χαρακτήρα, επικεντρωμένη σε ένα παραδείσιο χαμάμ, έναν τόπο ιαματικών λουτρών που θεραπεύει και γαληνεύει, που ξαναζωντανεύει την έμπνευση και τη χαρά της δημιουργίας. Εκεί καταφεύγει ο «μπλοκαρισμένος» συγγραφέας μας, καθώς και ένας ακόμη γνώριμός μας λογοτέχνης, ο οποίος επίσης υποφέρει από τον λεγόμενο «τρόμο της λευκής σελίδας»: ο Ορχάν Παμούκ. Ωστόσο, «οι αναφορές σε πραγματικούς, ζώντες συγγραφείς», όπως μας διευκρίνισε ο ίδιος ο Μπάγιατς σε ένα πρόσφατο ταξίδι του στην Αθήνα, «δεν έχουν καμία σχέση με την πραγματικότητα. Είναι ένα μυθοπλαστικό παιχνίδι που αφορά και τη δική μου ταυτότητα ως ήρωα μέσα στο βιβλίο».
Εκεί, λοιπόν, μέσα από τις ιστορίες που ξετυλίγονται στο θολό, αχνιστό, υγρό τοπίο του χαμάμ, το παρελθόν μπλέκεται με το παρόν, καθώς γινόμαστε μάρτυρες μιας δυνατής φιλίας που άνθησε τον 16ο αιώνα, σε μια εποχή ακμής για την Οθωμανική Αυτοκρατορία: του Μεχμέτ πασά Σοκόλοβιτς, ο οποίος πατάει με το ένα πόδι στη Σερβία και με το άλλο στην Τουρκία και του Μιμάρ Σινάν, Τούρκος και Ελληνας μαζί ή τίποτε από τα δύο. Οι ζωές τους ενώνονται σε μια ταραγμένη εποχή γεμάτη πολέμους, καταστροφή αλλά και δημιουργία. Οι αντιφάσεις και οι αντιθέσεις τους είναι που δημιουργούν μια σύνθεση.
«Ηθελα να συμφιλιωθούν τα άκρα», τονίζει ο συγγραφέας, «να πάψουν οι ιστορικές προκαταλήψεις, να δείξω ότι η επίσημη Ιστορία έχει πολλές διαστρεβλώσεις. Εξάλλου αισθάνομαι πάντοτε συγγραφέας ερευνητής. Είχα επίσης την ανάγκη να δείξω το πέρασμα ενός ανθρώπου από έναν πολιτισμό στον άλλο ως μια διαρκή, εσωτερική διεργασία».
Οι δύο άνδρες ζουν μεγάλες στιγμές και μαζί τους οι λουόμενοι του ονειρικού χαμάμ, μέσα από μια δεξιοτεχνική διασύνδεση παρελθόντος και παρόντος. Το αποτέλεσμα είναι μια συναρπαστική μυθιστορηματική διαδρομή με φιλοσοφικές προεκτάσεις, ένα βιβλίο ιδανικό για υποψιασμένους, μα και προσιτό για τους λιγότερο απαιτητικούς.

Σάββατο, 28 Μαΐου 2011

ΒΙΒΛΙΟ - Gay(?) Λογοτεχνία

Ας προβληματιστούμε λοιπόν: υπάρχει άραγε gay λογοτεχνία;

Όσο πολυπλοκότερη γίνεται η σκέψη του ανθρώπου κι όσο αυξάνονται αριθμητικά τα δημιουργήματά του, τόσο πιο επιτακτική γίνεται η ανάγκη για χρήση νέων λέξεων, χαρακτηρισμών, νεολογισμών: ρεαλιστική λογοτεχνία, ροζ λογοτεχνία, μεταμοντέρνα λογοτεχνία, μετααποικιακή λογοτεχνία . . . Εξάλλου και η γλώσσα είναι ένας ζωντανός οργανισμός που αναπνέει και αναπτύσσεται μαζί με την κοινωνία. 
Τι σημαίνει όμως gay λογοτεχνία;
Είναι τα έργα που περιγράφουν ομοφυλόφυλα κορμιά και έρωτες ανάμεσα σε λεσβίες; (Μήπως βέβαια αυτό καταντά ένας κραυγαλέος ηδονισμός; Μήπως γινόμαστε έτσι ηδονοβλεψίες; Ίσως όμως και ο  οποιοσδήποτε λογοτέχνης δεν μας μεταφέρει εν γένει στη θέση του ηδονοβλεψία;)
Μήπως ο συγγραφέας-δημιουργός είναι gay; Και εξωτερικεύει τα αισθήματά του με τρόπο καλλιτεχνικό;
Μήπως και ο αναγνώστης-δέκτης είναι και αυτός gay και συλλογίζεται τις εμπειρίες του διαβάζοντας ένα βιβλίο;

Τελικά gay λογοτεχνία είναι αυτή που ο συγγραφέας είναι gay, το έργο αναφέρεται σε gay, ο αναγνώστης είναι gay. (ίσως)
Αυτό που έχω να πω τελειώνοντας την προσωπική μου προσέγγιση είναι ότι το επίθετο είναι ο εχθρός του ουσιαστικού, γιατί το επίθετο περιορίζει το εύρος και τη δράση του ουσιαστικού. Η λογοτεχνία είναι ενιαία και δεν έχει ανάγκη από επιθετικούς προσδιορισμούς. Οι διαιρέσεις, ταξινομήσεις και κάθε είδους ονοματοθεσίες έχουν καθαρά μεθοδολογικό χαρακτήρα και φυσικά και εμπορικούς σκοπούς. Δεν ανταποκρίνονται εξ ολοκλήρου στην αλήθεια.

Για τη συνέχεια δύο μαρτυρίες του Grae Cleugh και της Σάρα Ουότερς.

 «Fucking Games» Grae Cleugh
Το σεξ χωρίς δεσμεύσεις, η κατάχρηση αλκοόλ και ναρκωτικών, τα κακώς κείμενα της σύγχρονης γκέι σκηνής, αλλά πάνω απ’ όλα η απεγνωσμένη ανάγκη του ανθρώπου να αγαπήσει και να αγαπηθεί είναι τα κεντρικά θέματα της προκλητικής παράστασης «Fucking Games». Τέσσερις ομοφυλόφιλοι άντρες μπλεγμένοι σε ένα παιχνίδι έρωτα, απιστίας, ανταγωνισμού και λεκτικών αντιπαραθέσεων είναι οι πρωταγωνιστές του καυστικού έργου, που έγραψε ο Grae Cleugh πριν από μία δεκαετία, σε ηλικία 32 ετών.
«Ημουν θυμωμένος όταν το έγραψα. Ημουν πολύ νέος. Το πρώτο έργο ενός δημιουργού είναι συχνά οργισμένο, γιατί υπάρχει πολύ καιρό μέσα του και ξαφνικά συντελείται κάτι σαν έκρηξη», εξηγεί ο Σκωτσέζος θεατρικός συγγραφέας και ηθοποιός. «Ο θυμός δίνει μια ιδιαίτερη ενέργεια στην παράσταση. Ενιωσα σαν να έβλεπα τον νεότερο εαυτό μου ή τον μικρό μου αδελφό. Ελπίζω όμως ότι, καθώς ωριμάζω, η οργή στα έργα μου είναι πιο συγκρατημένη, λιγότερο στην επιφάνεια», συνεχίζει.Σε αντίθεση, πάντως, με τους Βρετανούς κριτικούς, οι οποίοι περιγράφουν το «Fucking Games» ως ένα «γκέι έργο», οι περισσότεροι Ελληνες το αντιμετωπίζουν ως μια παράσταση για τις ανθρώπινες σχέσεις. Η αλήθεια, σύμφωνα με τον συγγραφέα, βρίσκεται κάπου στη μέση. «Οι γκέι ερωτεύονται και βιώνουν τις όμορφες και τις δύσκολες στιγμές μιας σχέσης όπως όλοι οι άνθρωποι. Οι προσδοκίες, όμως, είναι αρκετά διαφορετικές σε μια ομοφυλοφιλική σχέση, ειδικά όσον αφορά την απιστία», διευκρινίζει, θέτοντας δύσκολα ερωτήματα σχετικά με την έννοια της σεξουαλικής απελευθέρωσης. Οσοι επί χρόνια έπεφταν θύματα διακρίσεων ή αναγκάζονταν να κρύβουν τις προτιμήσεις τους, είναι επόμενο να θέλουν να απολαύσουν στο έπακρο τα οφέλη της σημερινής ελευθερίας τους, υποστηρίζει. Ομως «η ελευθερία χωρίς ευθύνες και περιορισμούς έχει συνέπειες. Μπορεί να σε καταστρέψει συναισθηματικά. Δεν είναι τυχαίο ότι τα ποσοστά κατάχρησης ουσιών είναι αυξημένα στην γκέι κοινότητα».
Μολονότι ορισμένοι έσπευσαν να κατηγορήσουν τον Cleugh ότι καλεί τους γκέι να ζήσουν στρέιτ ζωές ή πως θεωρεί δεδομένες τις ελευθερίες που με πολύ κόπο κέρδισαν οι ομοφυλόφιλοι –του δυτικού, κυρίως, κόσμου–, ο συγγραφέας δεν εκφράζει συντηρητικές απόψεις. Αντίθετα, υποστηρίζει ότι χάρηκε τα ανέμελα νεανικά του χρόνια – απλώς, από ένα σημείο και μετά, άρχισε να αναζητεί κάτι πιο ουσιαστικό. «Δεν είναι εύκολο να βρεις την αγάπη στην γκέι σκηνή. Εδώ και λίγα χρόνια είμαι σε μια μόνιμη σχέση, όμως μου πήρε πολύ καιρό να βρω αυτόν τον άνθρωπο. Πρέπει να είσαι συναισθηματικά και ψυχικά δυνατός για να αντέξεις».
Η απάντησή του στους ομοφυλόφιλους άντρες παλαιότερων γενιών, που τον αντιμετωπίζουν ως μιας μορφής «προδότη», είναι ότι το «Fucking Games» γράφτηκε τον 21ο αιώνα και εκφράζει μια νέα πραγματικότητα. «Είμαι της άποψης ότι πλέον προστατευόμαστε αρκετά από τον νόμο και έχουμε μεγαλώσει αρκετά, ώστε να αρχίσουμε να θέτουμε ερωτήματα στους εαυτούς μας. Είναι όλα ρόδινα; Αν όχι, ας τα αναθεωρήσουμε», τονίζει ο συγγραφέας, που αυτή τη στιγμή ετοιμάζει το πρώτο του έργο με γκέι θεματολογία μετά το «Fucking Games», έχοντας στο μεταξύ ασχοληθεί με διαφορετικά ζητήματα.



 Σάρα Ουότερς

Η Σάρα Ουότερς παντρεύτηκε την επί 9 χρόνια σύντροφό της. Στα 45 της χρόνια με μόνο πέντε βιβλία στο ενεργητικό της και έχοντας φτάσει δύο φορές σε απόσταση αναπνοής από το Booker -«Η Κλέφτρα» (2002) και «Ξαγρυπνώντας» (2006)- ξεκαθάρισε από την πρώτη στιγμή ότι είναι λεσβία. Το εντυπωσιακό ντεμπούτο της, «Χείλη σαν βελούδο» (1998), ήταν ένα ιστορικό μυθιστόρημα τοποθετημένο στο 1890 με ηρωίδες δύο λεσβίες, που κάνουν καριέρα στο θέατρο παρουσιάζοντας ανδρικά νούμερα. Τολμηρό, πλούσιο -σαν να είχε βγει από την πένα ενός Ντίκενς- ζωγράφιζε ένα άγνωστο βικτοριανό Λονδίνο γεμάτο έκφυλες αριστοκράτισσες και σοβαρές εργάτριες, που ερωτεύονται η μία την άλλη. Το BBC το έκανε μίνι σειρά, όπως και την «Κλέφτρα» - θα προβληθούν και οι δύο στο Outview.
Κι ενώ η στρατευμένη Ουότερς ωρίμαζε συγγραφικά και αποχαιρετούσε με το αριστουργηματικό «Ξαγρυπνώντας» την αγαπημένη της βικτοριανή περίοδο, αλλά όχι και τις ερωτευμένες γυναίκες της, έδωσε, ξαφνικά, μια και τα ανέτρεψε όλα. Το τελευταίο της μυθιστόρημα, ο «Ανήλικος επισκέπτης» (2009), είναι μια συναρπαστική ιστορία με φαντάσματα στην αγγλική επαρχία! Και ούτε μια λεσβία.

Τι είναι σημαντικότερο για σας; Το ότι είστε συγγραφέας ή λεσβία;
«Χα! Δεν είμαι σίγουρη ότι μπορώ να διαλέξω, είναι τα δύο θεμελιώδη στοιχεία της προσωπικότητάς μου. Επίσης συνδέονται μεταξύ τους: συνήθως γράφω για λεσβιακά θέματα. Και πάντα ένιωθα πολύ κοντά στις λεσβίες και στους γκέι αναγνώστες μου. Γι' αυτό είμαι τόσο ενθουσιασμένη που έρχομαι στο Outview. Πάντα με υποδέχονται θερμά στα γκέι φεστιβάλ. Για έναν συγγραφέα, που περνά τον περισσότερο καιρό μόνος του, μέσα σε αμφιβολίες, είναι υπέροχο».
Ο τρόπος ζωής των λεσβιών στο βικτοριανό Λονδίνο ήταν έτσι όπως τον περιγράφετε στο «Χείλη σαν βελούδο»;
«Μακάρι να μπορούσα να πω ότι το βικτοριανό Λονδίνο ήταν γεμάτο από τις λεσβιακές λέσχες, τα παμπ και τα δίκτυα που γράφω. Αλίμονο, δεν ήταν. Δεν έχουμε πολλές πληροφορίες για την ιστορία των λεσβιών -μόνο νύξεις μέσα από ημερολόγια, γράμματα και ιατρικές αναφορές. Για έναν ιστορικό είναι ενοχλητικό. Για μένα, που είμαι μυθιστοριογράφος, είναι απελευθερωτικό. Μου έδωσε την άδεια να χρησιμοποιήσω τη φαντασία μου και έτσι το "Χείλη σαν βελούδο" κατέληξε μια φανταστική λεσβιακή ιστορία -αυτήν που εύχομαι να είχαμε. Τη βάσισα, όμως, όσο πιο γερά μπορούσα σε ιστορικά στοιχεία. Το να μεταμφιέζονται σε άνδρες οι γυναίκες ήταν πολύ της μόδας στο εμπορικό θέατρο της εποχής. Υπήρχαν γυναικεία κλαμπ και δίκτυα γυναικείας φιλίας. Γυναίκες της εργατικής τάξης ζούσαν σαν άνδρες. Γνωρίζουμε ότι οι γκέι στη βικτοριανή Αγγλία είχαν μια πλούσια υπόγεια κουλτούρα. Χρησιμοποίησα ό,τι πληροφορία είχα, για να φανταστώ κάτι παρόμοιο και για τις λεσβίες».
Το «Χείλη σαν βελούδο», συγκρινόμενο με το βαθύ και πολύπλοκο «Ξαγρυπνώντας», έχει μια λεσβιακή πολιτική ορθότητα. Πρόθεσή σας ήταν να γράψετε ένα καλό μυθιστόρημα ή ένα λεσβιακό ιστορικό μυθιστόρημα;
«Ηθελα να γράψω ένα λεσβιακό ιστορικό μυθιστόρημα, που ήλπιζα ότι θα ήταν και καλό. Αλλά ήμουνα πολύ άπειρη συγγραφέας. Εμαθα πολλά από τότε, προσπάθησα να σπρώξω τη μυθοπλασία μου σε πιο περίπλοκες κατευθύνσεις. Ετσι, θα πρέπει να φαίνεται ένα μάλλον ανώριμο βιβλίο συγκρινόμενο με το πιο φιλόδοξο και σύνθετο "Ξαγρυπνώντας". Αλλά, με έναν περίεργο τρόπο, είναι πιο σοφιστικέ από μεταγενέστερα, πιο "καθαρά" ιστορικά μου μυθιστορήματα. Διαβάζεται σαν ένα έργο λεσβιακού ιστορικού ρεαλισμού -σαν να διασώζει "χαμένες" λεσβιακές ιστορίες- αλλά εγώ ήθελα να είναι παιχνιδιάρικο: να κάνει πλάκα με την "ιστορία", να θυμίζει ότι είναι πάντα μια κατασκευή, ένα έργο της φαντασίας. Ισως αυτή η πρόθεσή μου να το έκανε "πολιτικά ορθό". Είναι επιπλέον συνειδητά βικτοριανό, αφού ανταμείβει και τιμωρεί τους καλούς και τους κακούς. Σε πιο πρόσφατα βιβλία μου επέτρεψα στους χαρακτήρες και στις ιστορίες τους να είναι μπερδεμένα και δύσκολα, χωρίς καμία βεβαιότητα για το σωστό και το λάθος. Μου αρέσει αυτή η ανακατωσούρα -μοιάζει με τη ζωή. Αλλά μερικές φορές νοσταλγώ το κέφι και τις νεανικές βεβαιότητες του "Χείλη σαν βελούδο"!».
Είπατε εύκολα «ναι» στο BBC όταν σας πρότεινε να κάνει λεσβιακά βιβλία σας μίνι σειρές;
«Πανεύκολα! Πούλησα, όμως, τα δικαιώματα μόνο όταν βεβαιώθηκα ότι σεναριογράφος και παραγωγοί θα έμεναν πιστοί στις ιστορίες μου. Τρία βιβλία μου έχουν μεταφερθεί στην τηλεόραση και υπάρχουν σχέδια να γίνει ταινία ο "Ανήλικος επισκέπτης". Εμεινα πολύ ικανοποιημένη με τις διασκευές. Ειδικά το "Χείλη σαν βελούδο" γνώρισε τεράστια δημοσιότητα. Χαιρόμουν τόσο πολύ που μια εντελώς λεσβιακή, πολύ σέξι αλλά και ρομαντική ιστορία προβαλλόταν στη μέινστριμ τηλεόραση σε prime time».
Με το «Ξαγρυπνώντας» απομακρυνθήκατε από τη βικτοριανή περίοδο, φτάσατε στο Λονδίνο του μπλιτζ. Θα γράψετε ποτέ μια σύγχρονη λεσβιακή ιστορία;
«Μου άρεσε που στα πρώτα τρία μυθιστορήματά μου εξερευνούσα το 19ο αιώνα, αλλά ένιωσα ότι κινδύνευα να κολλήσω εκεί. Ετσι αποφάσισα συνειδητά με το "Ξαγρυπνώντας" να μετακομίσω στο 1940. Ηθελα να δω τι επιπτώσεις θα είχε στη γραφή μου η αλλαγή ιστορικής περιόδου. Το παρελθόν, βέβαια, ακόμα με συναρπάζει, ειδικά το πώς βίωναν οι γυναίκες τη σεξουαλικότητα και την επιθυμία. Δεν σχεδιάζω, λοιπόν, να μετακομίσω στο παρόν, αν και δεν αποκλείεται. Θα ήθελα να γράψω μια σύγχρονη ιστορία φαντασμάτων. Μια σύγχρονη λεσβιακή ιστορία φαντασμάτων; Πλάκα θα είχε».
Δεν ένιωσαν εγκαταλελειμμένες οι λεσβίες αναγνώστριές σας όταν στον «Ανήλικο επισκέπτη» το ρίξατε στα φαντάσματα και με άνδρα αφηγητή; Γιατί το γράψατε;
«Μεγάλωσα με ιστορίες φαντασμάτων και ταινίες τρόμου. Πολλά από τα παλιά μου μυθιστορήματα είχαν γκόθικ στοιχεία, αλλά με τον "Ανήλικο επισκέπτη" είδα την ευκαιρία να γράψω μια ολοκληρωμένη ιστορία για ένα στοιχειωμένο σπίτι. Αδύνατον να αντισταθώ στον πειρασμό. Και, ναι, μερικές από τις λεσβίες θαυμάστριές μου απογοητεύτηκαν, τις καταλαβαίνω. Δεν έχουμε τόσο πολλούς συγγραφείς που να εκπροσωπούν τη λεσβιακή ζωή για να νιώθουμε ευτυχείς με τη σκέψη ότι τους "χάνουμε". Αλλά, φυσικά, δεν τους γύρισα την πλάτη».
Η Κάρμεν Καλίλ, που εξέδωσε και το πρώτο σας βιβλίο, παραιτήθηκε από την κριτική επιτροπή τού Man Booker International, αντιδρώντας στη βράβευση του Φίλιπ Ροθ. Σας ενόχλησε κι εσάς η «Ταπείνωση», στην οποία ένας άνδρας «σώζει» μια λεσβία; Τι γνώμη έχετε για τα βιβλία του;
«Δεν έχω διαβάσει την "Ταπείνωση". Αλλά όταν άνδρες συγγραφείς δημιουργούν ήρωες που "προσηλυτίζουν" λεσβίες, δεν είναι παρά μια τραγική φαντασίωση. Είμαι βέβαιη ότι ο λεσβιακός θεσμός δεν κινδυνεύει από τον Φίλιπ Ροθ. Την ίδια, όμως, στιγμή πιστεύω ότι είναι μια λογοτεχνική μεγαλοφυΐα. Ποτέ δεν διάβασα βιβλίο του και να μη με συνεπάρει η δύναμη και η μοναδικότητα της γραφής του».
Είναι αλήθεια ότι έρχεστε στην Ελλάδα για μήνα του μέλιτος;
«Ναι, ερχόμαστε για το δεύτερο μισό του μήνα του μέλιτος. Ποτέ δεν φανταζόμουνα ότι θα παντρευτώ, αλλά είμαι με τη φίλη μου εννέα χρόνια και για μια σειρά από βαρετούς οικονομικούς λόγους ο γάμος άρχισε να φαίνεται καλή ιδέα. Μόνο εμείς και δύο μάρτυρες, αλλά με μεγάλη μας έκπληξη νιώσαμε πολύ ρομαντικά. Είμαστε πολύ τυχερές που ζούμε σε μια χώρα που επιτρέπει στους ομοφυλόφιλους να νομιμοποιούν τις σχέσεις τους -βλέπουμε το γάμο μας και σαν ένα είδος εορτασμού αυτού του δικαιώματος».
* Στα ελληνικά: «Χείλη σαν βελούδο», «Ξαγρυπνώντας» και «Ο ανήλικος επισκέπτης» (Καστανιώτης), «Η κλέφτρα» (Αλεξάνδρεια).*

Πηγές: Ελευθεροτυπία, Καθημερινή



Παρασκευή, 27 Μαΐου 2011

ΒΙΒΛΙΟ - Ο χάρτης και η επικράτεια

Ένα βιβλίο στο οποίο δικαιολογείται ο τίτλος του: ενώ η δορυφορική φωτογραφία το μόνο που παρουσίαζε ήταν μια σούπα από λίγο πολύ ομοιόμορφες αποχρώσεις του πράσινου, διάστικτη με θολές μπλε κηλίδες, στον χάρτη αναπτυσσόταν ένα σαγηνευτικό, λεπτομερές σχέδιο με τους επαρχιακούς δρόμους, τις γραφικές διαδρομές, τα σημεία της θέας, δάση, λίμνες και φαράγγια. Πάνω από αυτές τις δύο μεγεθύνσεις, με μαύρα κεφαλαία γράμματα υπήρχε ο τίτλος της έκθεσης: "Ο ΧΑΡΤΗΣ ΕΙΝΑΙ ΠΙΟ ΕΝΔΙΑΦΕΡΩΝ ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑ".


Μισέλ Ουελμπέκ, Ο χάρτης και η επικράτεια, μτφρ.: Λίνα Σιπητάνου, μυθιστόρημα, εκδόσεις Εστία
Ο Μισέλ Ουελμπέκ, ποιητής, μυθιστοριογράφος, δοκιμιογράφος και κινηματογραφιστής, έγινε γνωστός με το «Επέκταση του πεδίου της πάλης» και τα ιδίως τα «Στοιχειώδη Σωματίδια» τη δεκαετία του 1990. Εκτοτε, αναγνωστικό κοινό και κριτικοί διαιρούνται σε δύο στρατόπεδα: εκείνους που τον κατηγορούν ως επηρμένο προβοκάτορα, ρατσιστή, μισογύνη και πορνογράφο· και όσους σαγηνεύονται από την οξυδερκή ματιά του πάνω στις δυτικές κοινωνίες, τον μηδενισμό και την απόλυτη μοναχικότητα των χαρακτήρων, τα μελλοντολογικά στοιχεία της πρόζας του, την αγάπη του για τα σκυλιά. «Ο χάρτης και η επικράτεια» είναι το πέμπτο του μυθιστόρημα και απέσπασε το βραβείο Γκονκούρ, το 2010. Και εδώ ο Ουελμπέκ διατηρεί την οπτική του σχολιαστή της σύγχρονης πραγματικότητας, προχωρεί ένα βήμα παρακάτω την επεξεργασία της θεματικής που γνωρίσαμε στα προηγούμενα μυθιστορήματά του και κρατά πολύ χαμηλότερους τόνους.
Κεντρικό πρόσωπο είναι ο μονήρης καλλιτέχνης Ζεντ Μαρτέν. Παρακολουθούμε τις σημαντικές στιγμές της βιογραφίας, την επαγγελματική του πορεία, τη σχέση του με τις γυναίκες, με τον πατέρα του και το κύκλωμα της τέχνης. Μια από αυτές τις στιγμές είναι η στροφή του από τη φωτογραφία στη ζωγραφική, οπότε και ολοκληρώνει μια σειρά έργων, στην οποία καταγράφει διάφορα σύγχρονα επαγγέλματα. Για τον κατάλογο της έκθεσης ζητά από τον συγγραφέα Μισέλ Ουελμπέκ να γράψει ένα κείμενο και έτσι ξεκινά μια σχέση, η οποία θα μπορούσε να εξελιχθεί σε φιλία, εάν δεν τη διέκοπτε η άγρια δολοφονία του συγγραφέα. Στο τρίτο μέρος, η αφήγηση αποκτά χαρακτήρα αστυνομικού μυθιστορήματος και εστιάζει στον αστυνόμο Ζασελέν - ένα έντιμο και μεθοδικό στέλεχος της Δίωξης Εγκλήματος, που πολύ θυμίζει τον Μπέκα του Μαρή με τη στοργική αντιμετώπιση των υφιστάμενων του, αλλά και την όαση που του προσφέρει η μακρόχρονη, μονογαμική σχέση του με την οικονομολόγο και καλή μαγείρισσα Ελέν.
Ο επίλογος του βιβλίου εκτυλίσσεται στο μέλλον: η Ευρώπη δεν έχει πια καθόλου βιομηχανική παραγωγή: η Γαλλία επιβιώνει, έχοντας μετατραπεί σε ιδανικό προορισμό του αγροτουρισμού, στο γερμανικό Ruhrgebiet η βλάστηση έχει πνίξει όσες βιομηχανικές εγκαταστάσεις δεν μετατράπηκαν σε εκθεσιακούς ή συναυλιακούς χώρους. Ο Ζεντ περνάει τις τελευταίες δεκαετίες της ζωής του σε πλήρη απομόνωση, δημιουργώντας βίντεο που «συμβολίζουν την εξάλειψη του ανθρώπινου είδους» και τον «θρίαμβο της βλάστησης».
Μέσα από τη ζωή και την καλλιτεχνική δουλειά του Ζεντ, τη σχέση του με τον αρχιτέκτονα πατέρα του και τις συζητήσεις του με τον Ουελμπέκ, ο σύγχρονος δυτικός κόσμος παρουσιάζεται υπό το πρίσμα του τεχνητού, του κατασκευασμένου, του μαζικού και προτυποποιημένου, το άτομο ορίζεται ως τηλεθεατής, καταναλωτής, πελάτης, τουρίστας, χρήστης του Ιντερνετ. Μόνο στο έργο τέχνης αποδίδεται η ιδιότητα του φορέα αλήθειας και μένει ανεπηρέαστο από το γεγονός ότι αποτελεί διαπραγματεύσιμη αξία στην αγορά.
Ο αναγνώστης του Ουελμπέκ δεν θα βρει σε αυτό το μυθιστόρημα ούτε μία σκηνή σεξ. Οι γυναικείοι χαρακτήρες, βέβαια, προβάλλονται και εδώ μέσα από το φαντασιακό του δυτικού αρσενικού: ο Ζεντ θα αγαπήσει δύο γυναίκες στη ζωή του, τη Ζενεβιέβ από τη Μαδαγασκάρη, που εκδίδεται για να διατηρεί ένα καλό επίπεδο ζωής και θα του «μάθει τα πάντα», και τη Ρωσίδα Ολγα, που ανταποκρίνεται πλήρως στο πρότυπο της σλαβικής ομορφιάς, όπως το προέβαλλαν «τα πρακτορεία μόντελινγκ και τα περιοδικά μετά την πτώση της ΕΣΣΔ».
Αντίθετα, ο θάνατος, ως γήρας και φθορά, αλλά και ως πραγματικότητα του πτώματος, παρουσιάζεται από όλες τις δυνατές πλευρές: αυτοκτονία, καρκίνος, στυγερή δολοφονία, ευθανασία, ταφή, καύση, νεκρικά έθιμα της Μαδαγασκάρης, τεχνικές διαλογισμού πάνω στο άψυχο σώμα. Ο συγγραφέας Ουελμπέκ παίρνει θέση, με δηκτικότητα και σαρκασμό. Ο Ουελμπέκ -δευτερεύων χαρακτήρας της ιστορίας- και ο σκύλος του διαμελίζονται και οι ανάκατες σάρκες τους σχηματίζουν μοτίβα που θυμίζουν Τζάκσον Πόλοκ. Ο Ζεντ επιλέγει τις ανακουφιστικές θεραπείες και δημιουργεί έργα τέχνης μέχρι και την τελευταία μέρα της ζωής του.
Για την ελληνική απόδοση του «Ο χάρτης και η επικράτεια», η σημαντικότερη δυσκολία άπτεται περισσότερο της επιμέλειας παρά της μετάφρασης, Το κείμενο «ξεχειλίζει» τοπωνύμια, εμπορικά σήματα, αγγλικούς όρους, και δεν είναι πάντοτε αυτονόητη η επιλογή της μεταγραφής. Για παράδειγμα, η εμμονή στη χρήση των αναρίθμητων γαλλικών προϊόντων με «ονομασία προέλευσης» δημιουργεί στο πρωτότυπο μια αίσθηση υπερβολής και ειρωνείας, που χάνεται με την πιο άκομψη απόδοσή τους στα ελληνικά.
Λίνα Σιπητάνου


ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΗΣ ΚΑΙ ΓΥΝΑΙΚΕΣ
Ενδιαφέρον παρουσιάζει να παρακολουθήσουμε τις σχέσεις που αναπτύσσει ο καλλιτέχνης Ζεντ, ο πρωταγωνιστικός χαρακτήρας, με τις γυναίκες. Σχέσεις χωρίς συναισθηματισμούς και λυρικές κορώνες, σχέσεις που επικρατεί το σωματικό, ερωτικό στοιχείο.
Η πρώτη του ερωτική σχέση είναι με τη Ζενεβιέβ, μια κοπέλα που εμπορευόταν τα θέλγητρά της. Η οικονομική συναλλαγή, όπως αναφέρει, καθιστά ακίνδυνη και μάλιστα αγιοποιεί  οποιαδήποτε σεξουαλική δραστηριότητα.  Ενόχληση δεν ένιωθε καμία γι΄ αυτή την επιλογή της Ζενεβιέβ, αντίθετα ενόχληση ένιωσε όταν η Ζενεβιέβ του ανακοίνωσε ότι επρόκειτο να παντρευτεί και μάλιστα ένα καθωσπρέπει σύζυγο. Αυτή η μετάπτωση από την ελεύθερη, αγία πόρνη στην ευτυχισμένη, βολεμένη σύζυγο είναι που ενοχλεί τελικά τον καλλιτέχνη. Το ωραίο, ακόμη και στην πιο ζωώδη εκδοχή, ανήκει σε όλους, διαφορετικά η υποδούλωσή του, είναι σαν ένα άγριο ζώο μέσα σ΄  ένα κλουβί που τελικά χάνει την αρχική, αληθινή του φύση.
Eπόμενη σχέση του είναι η Όλγα, εργαζόμενη στα γραφεία της Μισελέν. Ρωσικές ρίζες με κάποια χρόνια διαμονής στη Γαλλία, ποθητή, εντυπωσιακή. Μια γυναίκα έξυπνη, οργανωτική, έτοιμη για νέες προκλήσεις. Ο Ζεντ βρήκε σ΄ αυτή τον έρωτα που ζητούσε, αλλά και μια ασφάλεια, ίσως μια μητρική στοργή, που περιέβαλε τα ερωτικά του ένστικτα. Αλλά κι αυτή η σχέση δεν μακροημέρευσε, γιατί η Όλγα ενδιαφέρθηκε να υλοποιήσει τα επαγγελματικά της όνειρα, αλλά και ο Ζεντ δεν ένιωσε την ανάγκη και συγχρόνως δε βρήκε το θάρρος να την κρατήσει κοντά του.
Η έννοια της αγάπης, της συμμετοχής και της μέθεξης, βλέπουμε ότι λείπει από την πλευρά του καλλιτέχνη. Ένας ερωτικός αυτισμός κυριαρχεί, μια μοναχική ερωτική διαδρομή. Ομορφιά, έρωτας, μοναξιά. Κάπως έτσι θα μπορούσαμε να συνοψίσουμε την ερωτική ζωή του Ζεντ. Βέβαια αυτό ίσως εξηγείται και από το γεγονός ότι η μητέρα του αυτοκτόνησε ενώ ο ίδιος ήταν σε νηπιακή ηλικία. Άρα η γυναίκα συγκεντρώνει για τον Ζεντ κάποια αρχετυπικά, συμβολικά χαρακτηριστικά κι όχι εκείνα τα κοινωνικά γνωρίσματα που μπορεί να την κάνουν φίλη κι αγαπημένη, πέρα από ερωμένη.

Aς προσέξουμε την οπτική του απέναντι στη γυναίκα και από ένα άλλο απόσπασμα:
Η εκκλησία αρχικά του φάνηκε έρημη, όμως προχωρώντας προς το ιερό είδε μια νεαρή μαύρη, δεκαοχτώ χρονών το πολύ-πολύ, γονατισμένη σ΄ ένα στασίδι, με τις παλάμες ενωμένες, μπροστά σ΄ ένα άγαλμα της Παρθένου. Σχημάτιζε λέξεις με χαμηλή φωνή. Συγκεντρωμένη στην προσευχή της, δεν του έδωσε καμία σημασία. Ο πισινός της, τουρλωμένος από το γονάτισμα, σχηματιζόταν με μεγάλη ακρίβεια μέσα από το λεπτό, λευκό παντελόνι της, παρατήρησε ο Ζεντ κάπως άθελά του. Είχε αμαρτίες που ήθελε να συγχωρεθούν; .......

Και για το τέλος. Γιατί αρέσει ο Ζεντ στις γυναίκες; Είναι η ομορφιά; Ας παρακολουθήσουμε την απάντηση της Όλγας: είναι γιατί έχεις έντονο βλέμμα. Παθιασμένο βλέμμα. Κι αυτό πάνω απ΄ όλα αναζητούν οι γυναίκες. Εάν μπορούν να διαβάσουν στο βλέμμα ενός άντρα μια ενέργεια, ένα πάθος, τότε τον θεωρούν γοητευτικό.                     

Τα συμπεράσματα δικά σας

ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ - Πανεπιστημιάδα θεάτρου

7η διεθνής πανεπιστημιάδα θεάτρου στις ΣΕΡΡΕΣ




19 ΜΑΪΟΥ ΕΩΣ 5 ΙΟΥΝΙΟΥ 2011 ΣΤΟ ΔΗΜΟΤΙΚΟ ΘΕΑΤΡΟ «ΑΣΤΕΡΙΑ»
Το Δημοτικό Περιφερειακό Θέατρο Σερρών, ανανεώνοντας την θεσμοθετημένη πλέον ετήσια συνάντησή του με τους πανεπιστημιακούς θιάσους και την τοπική κοινωνία, συνδιοργανώνει με τον Δήμο Σερρών, υπό την αιγίδα του Υπουργείου Πολιτισμού και της UNESCO και σε συνεργασία με το Διεθνές Ινστιτούτο Θεάτρου, την 7η Διεθνή Πανεπιστημιάδα Θεάτρου από 19 Μαΐου έως 5 Ιουνίου 2011 στο Δημοτικό Θέατρο «Αστέρια». Στην φετινή διοργάνωση, που έχει ενταχθεί στο Εθνικό Στρατηγικό Πλαίσιο Αναφοράς (Ε.Σ.Π.Α.) και θα χρηματοδοτηθεί εξ΄ολοκλήρου για την περίοδο 2011 – 2015, θα συμμετέχουν 16 φοιτητικοί θίασοι από Πανεπιστήμια 5 κρατών, από την Γαλλία, την Γερμανία, την Σερβία, την Κύπρο και την Ελλάδα και θα δοθούν 18 παραστάσεις με ελεύθερη είσοδο για το κοινό. Το πρόγραμμα των παραστάσεων και των συμμετοχών της 7ης Διεθνούς Πανεπιστημιάδας Θεάτρου, είναι το ακόλουθο:


 1. «WOYZECK»  του GEORG BΫCHNER
ΤΜΗΜΑ ΘΕΑΤΡΟΥ - ΣΧΟΛΗ ΚΑΛΩΝ ΤΕΧΝΩΝ Α.Π.Θ.
ΠΕΜΠΤΗ  19 ΜΑΪΟΥ * ΩΡΑ : 19.30΄ ΣΤΟΝ ΠΕΖΟΔΡΟΜΟ ΤΩΝ ΑΣΤΕΡΙΩΝ

2. «ΠΡΟΣΟΧΗ: ΤΟ ΝΕΡΟ ΔΕΝ ΠΙΝΕΤΑΙ»  του ΓΟΥΝΤΙ AΛΕΝ      

Τ.Ε.Ι  ΣΕΡΡΩΝ - «πειραμαΤ.Ε.Ι.κή σκηνή σερρών»
ΠΕΜΠΤΗ  19 ΜΑΪΟΥ * ΩΡΑ : 21.15΄

3.  «AΓ(Ρ)ΙΟΣ ΠΑΝΤΕΛΕΗΜΟΝΑΣ» (σπουδή στις ΤΡΩΑΔΕΣ του ΕΥΡΙΠΙΔΗ)

KAΠΟΔΙΣΤΡΙΑΚΟ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΑΘΗΝΩΝ
ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ  20 ΜΑΪΟΥ * ΏΡΑ : 21.00΄

4. «ΚΑΙ ΓΙΑΤΙ Η ΖΩΗ ΝΑ ΜΗΝ ΕΙΝΑΙ ΜΙΟΥΖΙΚΑΛ ?»  ΣΕ ΚΕΙΜΕΝΑ ΤΗΣ ΟΜΑΔΑΣ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑΣ – «ΑΜΦΙΘΕΑΤΡΙΚΟΙ»

ΣΑΒΒΑΤΟ 21 ΜΑΪΟΥ * ΏΡΑ : 21.00΄

5. «ΤΑ ΕΑΡΙΝΑ» ΕΘΙΜΑ ΚΑΙ ΔΡΩΜΕΝΑ ΤΗΣ ΑΝΟΙΞΗΣ

ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΕΙΟ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ – «ΜΟΥΣΙΚΟ ΠΟΛΥΤΡΟΠΟ»
ΚΥΡΙΑΚΗ 22 ΜΑΪΟΥ* ΩΡΑ : 21.00΄

6. «Ο ΕΠΙΘΕΩΡΗΤΗΣ ΕΡΧΕΤΑΙ» του JOHN B. PRIESTLEY

ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΑΙΓΑΙΟΥ – ΡΟΔΟΣ
ΤΡΙΤΗ 24 ΜΑΪΟΥ * ΩΡΑ : 21.00΄

7. «Η ΚΛΗΣΗ ΣΑΣ ΠΡΟΩΘΕΙΤΑΙ» του HAL SALWEN

ΤΕΙ ΣΕΡΡΩΝ - ΘΕΑΤΡΙΚΗ ΟΜΑΔΑ  «6…7»
ΤΕΤΑΡΤΗ 25 ΜΑΪΟΥ * ΩΡΑ : 21.00΄

8.  PERFORMANCE  :

1ΟΣ ΑΞΟΝΑΣ: «ΤΟ ΣΩΜΑ ΚΑΙ Η ΟΡΓΑΝΙΚΗ ΥΛΗ» (ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΣΚΗΝΗ)
2ΟΣ ΑΞΟΝΑΣ: «ΨΕΥΔΑΙΣΘΗΣΗ»   (ΠΕΙΡΑΜΑΤΙΚΗ ΣΚΗΝΗ)
ΑΝΩΤΑΤΗ  ΣΧΟΛΗ ΚΑΛΩΝ ΤΕΧΝΩΝ ΑΘΗΝΑΣ
ΠΕΜΠΤΗ 26 ΜΑΪΟΥ * ΩΡΑ : 21.00΄

9. «CLOSER» του PATRICK MARBER

ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΝIS  ΣΕΡΒΙΑΣ
ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ 27 ΜΑΪΟΥ * ΩΡΑ : 21.00

10. «ΨΥΛΛΟΙ ΣΤΑ ΑΥΤΙΑ» του GEORGE FEIDO

ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΙΟ  Τ.Ε.Ι.  ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ
ΣΑΒΒΑΤΟ 28 ΜΑΪΟΥ * ΏΡΑ : 21.00΄

ΕΥΔΟΚΙΜΟΣ ΤΣΟΛΑΚΙΔΗΣ: ΣΕΜΙΝΑΡΙΟ ΥΠΟΚΡΙΤΙΚΗΣ – ΠΑΡΑΣΤΑΣΗ

«WALKING AND FALLING»
ΣΑΒΒΑΤΟ 28 ΜΑΪΟΥ  ΩΡΑ: 17.00΄ - 21.00΄ (ΠΕΙΡΑΜΑΤΙΚΗ ΣΚΗΝΗ)

11. «ΕΚΚΛΗΣΙΑΖΟΥΣΕΣ» του ΑΡΙΣΤΟΦΑΝΗ

Τ.Ε.Ι. ΚΑΒΑΛΑΣ  - ΘΕΑΤΡΙΚΟ ΕΡΓΑΣΤΗΡΙ  «ΘΕΑΤΟΙ... ΕΝ ΔΡΑΣΕΙ»
ΚΥΡΙΑΚΗ 29 ΜΑΪΟΥ * ΩΡΑ : 21.00΄

ΕΥΔΟΚΙΜΟΣ ΤΣΟΛΑΚΙΔΗΣ: ΣΕΜΙΝΑΡΙΟ ΥΠΟΚΡΙΤΙΚΗΣ – ΠΑΡΑΣΤΑΣΗ

«WALKING AND FALLING»: ΣΕΜΙΝΑΡΙΟ 12.00΄ - 18.00΄ & ΠΑΡΑΣΤΑΣΗ : 18.30΄ - 19.10 ΄  
ΚΥΡΙΑΚΗ 29 ΜΑΪΟΥ   ΩΡΑ: 12.00΄ - 17.10΄   (ΠΕΙΡΑΜΑΤΙΚΗ ΣΚΗΝΗ)

12. «LE BOUC» του RAINER WERNER FASSBINDER
ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ DIJON ΓΑΛΛΙΑΣ
ΔΕΥΤΕΡΑ 30 ΜΑΪΟΥ * ΩΡΑ : 21.00΄

13. «ΠΡΟΣΟΧΗ: ΤΟ ΝΕΡΟ ΔΕΝ ΠΙΝΕΤΑΙ»  του ΓΟΥΝΤΙ AΛΕΝ      

Τ.Ε.Ι  ΣΕΡΡΩΝ - «πειραμαΤ.Ε.Ι.κή σκηνή σερρών»
TΡΙΤΗ 31 ΜΑΪΟΥ * ΩΡΑ: 21.00΄

14. «4.48 PSYCHOSIS» της  SARAH KANE

ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ FRANKFURT ΓΕΡΜΑΝΙΑΣ
ΤΕΤΑΡΤΗ 1 ΙΟΥΝΙΟΥ * ΩΡΑ : 21.00΄

15. «ΕΚΚΛΗΣΙΑΖΟΥΣΕΣ» του ΑΡΙΣΤΟΦΑΝΗ

Α ΤΕΙ ΑΘΗΝΑΣ – «ΤΡΙΤΟ (3ο) ΚΟΥΔΟΥΝΙ»
ΠΕΜΠΤΗ 2 ΙΟΥΝΙΟΥ * ΩΡΑ : 21.00

16. «ΙΩΑΝΝΗΣ ΓΑΒΡΙΗΛ ΜΠΟΡΚΜΑΝ»  του ΕΡΡΙΚΟΥ  ΙΨΕΝ   

Α΄ ΤΕΙ ΑΘΗΝΑΣ – «ΤΡΙΤΟ (3Ο) ΚΟΥΔΟΥΝΙ»
ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ 3 ΙΟΥΝΙΟΥ * ΩΡΑ : 21.00΄

ΣΕΡΧΙΟ ΜΠΛΑΝΚΟ: HΜΕΡΙΔΑ – ΣΕΜΙΝΑΡΙΟ ΘΕΩΡΙΑ & ΠΡΑΞΗ  

«ΔΟΜΗΣΗ ΚΑΙ ΑΠΟΔΟΜΗΣΗ ΕΝΟΣ ΜΟΝΟΛΟΓΟΥ»
ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ 3 ΙΟΥΝΙΟΥ * ΩΡΑ : 13.00΄- 20.00΄ (ΠΕΙΡΑΜΑΤΙΚΗ ΣΚΗΝΗ)

17. «ΠΕΕΡ ΓΚΥΝΤ» του ΕΡΡΙΚΟΥ ΙΨΕΝ

ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΑΘΗΝΩΝ - ΤΜΗΜΑ ΙΑΤΡΙΚΗΣ
ΣΑΒΒΑΤΟ 4 ΙΟΥΝΙΟΥ * ΩΡΑ : 21.00΄

ΒΙΩΜΑΤΙΚΟ ΕΡΓΑΣΤΗΡΙ

«9 VIEWPOINTS» ΑΠΟ ΤΟΝ ΜΑΡΙΟ ΘΕΟΧΑΡΟΥΣ
ΣΑΒΒΑΤΟ 4 ΙΟΥΝΙΟΥ  ΩΡΑ : 18.00΄ - 21.00΄ (ΠΕΙΡΑΜΑΤΙΚΗ ΣΚΗΝΗ)

18. «ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΓΙΑ ΓΑΜΟΦΟΒΙΚΟΥΣ» των ΜΑΡΙΑΝΝΑ ΚΑΛΜΠΑΡΗ & ΒΑΣΙΛΗ ΡΑΪΣΗ

ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΚΥΠΡΟΥ - ΠΕΔΕ  - ΘΕΑΤΡΙΚΗ ΟΜΑΔΑ «ΔΡΑΣΤΕΣ»
ΚΥΡΙΑΚΗ 5 ΙΟΥΝΙΟΥ * ΩΡΑ : 21.00΄

Πέμπτη, 26 Μαΐου 2011

ΒΙΒΛΙΟ -- Αλτσχάιμερ Trance


 Το σπίτι είχε τρία αφεντικά. Την κυρία Αλίκη, το γιο της και το σκύλο τους. Θηλυκό ήταν, γιατί ο γιος ευχαριστιόταν να τη λέει αχάριστη και πουτάνα. Άραζε στη ζεστή πολυθρόνα του σαλονιού και κοιμόταν σε κρεβάτι ΙΚΕΑ. Κάθε φορά που έμπαινε στο σπίτι γυναίκα, έκανε χαμό. Από χαρά και ζήλια μαζί.
 
Aφορμή για να διαβάσω το βιβλίο ΑΛΤΣΧΑΪΜΕΡ TRANCE υπήρξε μία παρουσίαση του βιβλίου από τη συγγραφέα του, στην οποία τελικά και δεν πήγα. Το βιβλίο αποτελείται από διηγήματα, 15 στον  αριθμό. Τα διηγήματα πολλές φορές τα αντιμετωπίζω ως σπαράγματα και προπαρασκευές ενός μυθιστορήματος κι αυτό βέβαια τα αδικεί γιατί τα προσεγγίζω με συγκεκριμένη προοπτική, χωρίς να συνειδητοποιώ την αυτοτέλειά τους.
Τα συγκεκριμένα διηγήματα περισσότερο ως σκελετό τα δέχτηκα, ως ένα σύνολο οστών δηλαδή, πάνω στα οποία μπορεί να σταθεί ένα σώμα.  Μαύρα ποιήματα που κρύβουν μέσα τους μια αισιοδοξία, μια αισιοδοξία του στυλ ότι όλα είναι εμπειρίες τις οποίες έχει και ανάγκη ο άνθρωπος. Μαύρα ποιήματα με οργή όχι όμως με πίκρα και καημό.

Αυτή η τηλεόραση όλο και μεγαλώνει. Σε λίγο, το ξέρω, θα ανοίξει το μεγάλο γυάλινι στόμα της και θα με καταπιεί. Το τζάμι θα κόψει το λαιμό και τα φτερά μου και το ρεύμα, αχ, το ρεύμα, θα μπει μέσα μου σαν αίμα. Ένας κομπάρσος θα μου πει: "Καλημέρα, καλά;" κι εγώ θα απαντήσω με φωνή που δεν έσπασε ποτέ από τα θρύψαλα: "Καλά, λέμε".

Διαβάζω στο οποισθόφυλλο: Τα διηγήματα της Στέργιας Κάββαλου είναι σαν μικρά, πικρά εσπρέσο ριστρέτο.Έτσι, χωρίς ζάχαρη. Μια και κάτω, και μετά ή ανάβεις τσιγάρο ή σηκώνεσαι να φύγεις...

Διηγήματα  της καφετέριας δηλαδή; Διηγήματα ίσως στα οποία λείπει η βιωματικότητα. Είναι σαν να παρακολουθεί η συγγραφέας φωτογραφίες, τις οποίες μπορεί να έβγαλε η ίδια, μπορεί όμως και όχι, και άλλες τις κρατά, άλλες τις καίει με φωτιά, γιατί απλά δεν της άρεσαν. 

Το δίλημμα ταφή ή καύση για μένα δε θέλω να υπάρχει. Και τα σκουλήκια φοβάμαι και τη φωτιά.
 

Αν έλειπε αυτή η στερεοτυπική, νεανική γραφή, που βέβαια στο οπισθόφυλλο χαρακτηρίζεται ως στεγνή, κοφτή, στερημένη από το περιττό και στολισμένη απ΄ το αναγκαίο, πιστεύω ότι το έργο θα κέρδιζε σε αμεσότητα και αλήθεια. Η διαφορετικότητα του ύφους δεν πρέπει να επιβάλεται κραυγαλέα, αλλά διακριτικά και με τη δύναμη της γλώσσας.


Νόμιζα πως ετοιμαζόταν για παρτούζα. Σηκώθηκε, μπροστά στην οθόνη. Με γυρισμένη την πλάτη, μη με σοκάρει. Κάρφωσε τη σύριγγα στον πούτσο του. Εκεί βρήκε φλέβα. 

Μεταφέρω  και άλλες κριτικές:
«Δεκαπέντε διηγήματα. Ναι. Δεκαπέντε. Αλλά... χαστούκια πόσα; Γιατί, διαβάζοντας τις ιστορίες της Στέργιος Κάββαλου είναι σα να δέχεσαι απανωτά χαστούκια. Ηχηρά. Από αυτά που πονάνε και βλέπεις αστεράκια... Ροχάλα στο επίσημο και το δήθεν. Το στημένο. Το ψεύτικο. Και συνεπώς ανέμπνευστο. Διαβάστε το. Κι ας κοπείτε...

Γιόλα Αργυροπούλου/ ΑΤΤΙΚΕΣ ΕΚΔΟΣΕΙΣ


«Είναι η φωνή της νέας γενιάς που θέλει να ανανεώσει την βαριά ατμόσφαιρα και έχει την δυνατότητα να το κάνει. Η Κάββαλου ξέρει να διηγείται και κυρίως έχει όλη την δυνατότητα να αναπτύξει αυτήν την σπάνια δεξιότητα»
Ξενοφών Μπρουντζάκης/ ΠΟΝΤΙΚΙ

ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ - Γ. Βαρβέρης


Στα 56 του χρόνια και από ανακοπή καρδιάς έφυγε από τη ζωή ξαφνικά ο ποιητής Γιάννης Βαρβέρης.

Ο Γιάννης Βαρβέρης σπούδασε νομικά, εξέδωσε έντεκα βιβλία ποίησης, καθώς και μεταφράσεις ξένης λογοτεχνίας και αττικής κωμωδίας.

Το 1976 ξεκίνησε να γράφει κριτική θεάτρου και τα κείμενά του έχουν συγκεντρωθεί σε έξι τόμους.

Ποιήματά του έχουν μεταφραστεί σε ανθολογίες στα αγγλικά, στα γαλλικά, στα γερμανικά, στα ιταλικά, στα ισπανικά και στα ρουμάνικα.

Στα αγγλικά έχει μεταφραστεί από τον Φίλιπ Ραμπ το βιβλίο του «Ο κύριος Φογκ» και στα σερβικά μια επιλογή ποιημάτων του με τον τίτλο «Η πόλη και ο Θάνατος».

Το 1996 του απονεμήθηκε το Κρατικό Βραβείο Κριτικής - Δοκιμίου. Το 2001 του απονεμήθηκε το Βραβείο Καβάφη για την ποιητική συλλογή «Ποιήματα 1975-1996»

Το 2002 του απονεμήθηκε το Βραβείο Ποίησης του περιοδικού «Διαβάζω» για την ποιητική συλλογή «Στα ξένα» (Κέδρος, 2001), ενώ το 2010 τιμήθηκε με το Βραβείο Ποίησης του Ιδρύματος Πέτρου Χάρη της Ακαδημίας Αθηνών, για το σύνολο του ποιητικού του έργου.
(Κέδρος, 2000).

Ιωάννης της Κλίμακος, Ι On the Line movie full
Είμαι ανεβασμένος πάνω σε μια σκάλα
και κοιτώ τον κόσμο
πίσω από τον φράχτη.
Σκοπεύω για τους συνανθρώπους μου
τούτης της όχθης
της άλλης να φωτογραφίσω τα μεράκια
ό,τι κινείται δηλαδή με σχετική ζωηράδα:
καΐκια φευγαλέα φώτα γιορτών πλοίων
σεκλέτια αφραγκίες και μεζεκλίκια
ανθρώπους αξεδιάλυτους των μπαρ
τους ίδιους καθώς τρέχουν να κρυφτούν
σε υπόστεγα θυέλλης κηδειών γάμων
πολιτικής αντάρας
κι άλλα
της οπτασίας
της Ιστορίας
τρεχάτα γεγονότα
αλλά πάνω στη σκάλα
σαν να τα βλέπω τώρα επί ματαίω
τρέμουν τα γόνατα
και πρέπει να κατέβω
μ’ ένα μονάχα δίλημμα:
ήταν η σκάλα μου ασταθής
ή οι εικόνες μου άστατες
και δεν φωτογραφίζονται.




Του Βασίλη Παπαβασιλείου
O Γιάννης Bαρβέρης προέτασσε πάντα στα κριτικά του σημειώματα ένα μότο ποιητικής, κατά κανόνα, προελεύσεως. Aκουγες συχνά από ανθρώπους του θεατρικού σιναφιού (κυρίως), αλλά και από «κοινούς» αναγνώστες: «Γιατί το κάνει αυτό;» Διερωτώμενος κι εγώ μαζί τους θα τολμούσα να προτείνω σήμερα μια-δυο εξηγήσεις in memoriam.
Tο βέβαιο είναι πως ο ποιητής Γιάννης Bαρβέρης, προικισμένος διάκονος των λέξεων, «Mουσών θεράπων οτρηρός», εκτός από μέγας αθλητής της ανηφόρας της ζωής, ήταν ένας πεφωτισμένος είρων. Mε τη χειρονομία του, λοιπόν, αυτή εξέπεμπε ένα σύνθετο σήμα προς πάντα ενδιαφερόμενο και τον προκαλούσε να το αποκωδικοποιήσει.
Eκ πρώτης όψεως τα επιγράμματα αυτά, με όρους ρητορικής τεχνικής, στοιχειοθετούσαν πολιτισμικώς καταξιωμένα επιχειρήματα που είτε συνόψιζαν καταλυτικά είτε φώτιζαν σαν αστραπές όψεις του κριτικού σκεπτικού που ανέπτυσσε στο κείμενό του. Yπό την έννοια αυτή τα επιγράμματά του «αποκαλύπτονταν» πάντα εκ των υστέρων – όταν είχες ολοκληρώσει την ανάγνωση του σημειώματος. Oμως, αυτό δεν ισχύει γενικά για τη λειτουργία του επιγράμματος;
Mου φαίνεται, ωστόσο, ότι, στην περίπτωση του Bαρβέρη, πέρα από ρητορικό όπλο αποδεικτικού χαρακτήρα, το μότο έχει μια μετωνυμική διάσταση με αυτοσαρκαστικό περιεχόμενο. O ποιητής που φορά την περσόνα του θεατρικού κριτικού είναι υποχρεωμένος να έρχεται αντιμέτωπος όχι ακριβώς με λέξεις, αλλά με μιμήσεις πράξεως. Πρόκειται γι’ αυτήν τη ζωτικής σημασίας διαμεσολάβηση που συνιστά το έργο της σκηνής. Tην επωμίζονται άψυχα και κυρίως έμψυχα στοιχεία (ηθοποιοί, σκηνοθέτες) που την οργανώνουν και την πραγματώνουν. Για όλους αυτούς η μίμησις πράξεως δεν είναι παρά πράξις μιμήσεως.
Για κάποιον που ζει και αναπνέει με τις λέξεις στην πιο καθαρή τους μορφή, εννοώ την απορητική μορφή της γραφής, το να υφίσταται αναγκαστικά, λόγω πάθους για το θέατρο, τον εκτελωνισμό των λέξεων μέσω κάποιων τρίτων δεν είναι απαραίτητα το πιο ευχάριστο πράγμα του κόσμου. H πράξη του εκτελωνισμού αποδείχνεται συχνά πηγή απογοήτευσης. Γιατί καμία πράξη δεν έχει την καθαρότητα της λέξης. Tο θεατρικό χαρακτηρίζεται, εκτός από φευγαλεότητα, και από μια συστατική «ακαθαρσία».
O ποιητής - κριτικός, λοιπόν, βιώνει αυτήν την αντίφαση και, με το επίγραμμα, πραγματοποιεί ένα είδος σπονδής στην ανέφικτη καθαρότητα, υπενθυμίζοντας στους αναγνώστες και τον εαυτό του ότι «η ζωή είναι αλλού». Kοντολογίς, το μότο, εισάγοντας στην κριτική του θεάτρου, δείχνει ταυτόχρονα την έξοδο από την επίφοβη συνθήκη του θεάτρου.
Aιωνία σου η μνήμη, Γιάννη.



Θ. Τερζοπουλος
Alarme
Σκην.: Θ. Τερζόπουλος
Θέατρο Αττις
 
 
Μεθ’ υπολήψεως και μίσους, διατελώ...
Βιτριολικές «επιστολές», έλξεις και απώσεις οργίλων θηλέων
Του Γιαννη Βαρβερη

 Είναι τέχνη η επιστολή; Για να περιοριστώ στα νεότερα και βέβαια είναι, κοιτίδα δε έχει κατά την παράδοση την Ιταλία (Λομβαρδία) του 11ου αιώνα. Ο Αλβέριχος και ο Ιωάννης Καετάνι ήταν οι θεμελιωτές του είδους. Ποικίλοι κανόνες διαμορφώθηκαν κατά τη χρήση της επιστολής από αυτοκράτορες, Πάπες, διανοουμένους. Φαίνεται πως η μεταγενέστερη γαλλική σχολή επικράτησε, δεδομένου ότι περιβόητες είναι οι επιστολές του Βολταίρου, του Φενελόν, του Ρουσώ και οι διασημότερες της Μαντάμ ντε Σεβινιέ. Στην Ιταλία διακρίθηκαν ο Πετράρχης, ο Φώσκολος, ο Αρετίνος. Ακολούθησαν η περί πολιτικής επιστολή του καρδιναλίου Ρισελιέ, η ερωτική αλληλογραφία του Πασκάλ, ο Λαφονταίν και ο Μπουαλώ, κι αργότερα εκείνες των Μοντεσκιέ, Βολταίρου, Ρουσώ, Φλωμπέρ, Ουγκώ, Γκαίτε, Σίλερ.
Πρόχειρα, απ’ τη δική μας παράδοση έντονα θυμάμαι τον Κοραή, τον Ροΐδη, τον Μαν. Τριανταφυλλίδη, την αλληλογραφία Γιώργου Σεφέρη – Τίμου Μαλάνου όπως και Σεφέρη – Μαρώς μέχρι τις αμιγώς λογοτεχνικές εκείνες επιστολές του Νίκου Καχτίτση ιδίως προς τον ποιητή Γιώργη Παυλόπουλο και του ποιητή Δ. Π. Παπαδίτσα προς τον Ε. Χ. Γονατά («Να μου γράφεις, έστω και βαδίζοντας…»). Για περαιτέρω παραπέμπω εκθύμως στον επιβλητικό τόμο σχετικά με την «επιστολική λογοτεχνία» του Παναγιώτη Μουλλά (εκδόσεις ΜΙΕΤ).
Κάθε επιστολή φύσει περιέχει την αντίθεση: πολιτισμένη, κομψή, απροσχημάτιστη ή άγρια. Μια τέτοια εν προόδω «προφορική» αλλά και σωματική επιστολογραφία σκηνοθέτησε ο Θεόδωρος Τερζόπουλος πάνω σ’ ένα δικό του κείμενο έρωτα – μίσους ανάμεσα στη γνωστή έριδα της βασίλισσας Ελισάβετ και της Μαρίας Στιούαρτ. Υπό το προεξαγγελτικό κρώξιμο ενός μακρινού κορακιού του Πόε, οι δύο γυναίκες σύρονται πάνω σε μια φωτιστική ταινία – επιφάνεια. Απ’ την αρχή βασιλεύει ένας alarme (ή ένα aux armes;) Τα δύο θήλεα εξακοντίζουν οιονεί επιστολιμαίες ύβρεις, αρές, ειρωνείες, ακραίες κραυγές, γρυλλίσματα (αλλά στο τέλος και τριβαδικές δονήσεις), στην προσπάθειά τους να καταπιούν η καθεμιά την ομόφυλή της. Οι «επιστολές» είναι συχνά ανάσες που μεταπίπτουν σε μουγκρητά ή σε υποτονθορυσμούς, οι οποίοι προαναγγέλλουν κι από μια νέα επίθεση των δύο συρόμενων εδαφιαία γυναικών. Ο Τερζόπουλος κατορθώνει σ’ αυτή του την παράσταση να καθαγιάσει το μίσος, να θεώσει τη βία, ίσως για να οδηγηθεί στην εξόδιο αγαλλίαση της ειρήνευσης αλλά και της αινιγματικής νέας πορείας, που θα συνιστά πάντα ένα κραυγαλέο και φοβογόνο αίνιγμα για το άρρεν που παρίσταται και σχολιάζει.
Οι «αυξομειώσεις» του ύφους των δύο γυναικών, ντυμένων ανακτορικώς λαμπρά μα και σεξιστικώς διαθέσιμα (της Λουκίας), διέθεταν την άκρα τελειότητα που χαρακτηρίζει τις εργασίες του Τερζόπουλου. Τον υπάκουσαν με εκπληκτική ακρίβεια στις μετεξελίξεις των συναισθημάτων και των παντοειδών ορέξεών τους, η Αγλαΐα Παππά (με υποδειγματική, σπάνια εκφορά της γαλλικής γλώσσας) και το υποκριτικό θηρίο Σοφία Χιλλ, «υπεύθυνη» και για ορισμένες χιουμοριστικές στιγμές–ανάσες, βασιζόμενες ιδίως στη σοφά «εκτροχιασμένη» αγγλική γλώσσα. Ο Τάσος Δήμας, συμπληρώνοντας το... μη ιψενικό αυτή τη φορά τρίγωνο της παράστασης, εκλήθη να σχολιάζει τις αβυσσαλέες ιστορικές και εντεύθεν σκηνικές συμπεριφορές των δυο γυναικείων τεράτων. Ανταποκρίθηκε με ελεγχόμενη ένταση και δυναμικό μισογυνισμό. Ωστόσο, το κείμενο που του παρεδόθη από τον Θανάση Αλευρά εμπεριείχε εκφραστικές υπερβολές, ακαλαισθησίες ή trivialities, που δεν έδεναν με το υψηλό ύφος του όλου.
Σαν διαβολικές υστερικές ενέσεις οι minimal μουσικές του Παναγιώτη Βελιανίτη. Τέλος, οι φωτισμοί του Τερζόπουλου (εδώ μαζί με τον Κ. Μπεθάνη) συνιστούν πάντα ένα πολύτιμο πανεπιστημιακό μάθημα για τους επίδοξους ηρακλείς του είδους.
Σημείωση: Την Τετάρτη 25 Μαΐου αποχαιρετίσαμε αναπάντεχα τον Γιάννη Βαρβέρη, που για πολλά χρόνια κόσμησε με τα κείμενά του τη σελίδα κριτικής θεάτρου της «Καθημερινής». Συνεπής συνεργάτης, φρόντιζε πάντοτε να στέλνει τα κείμενά του νωρίτερα από τις προβλεπόμενες ημερομηνίες παράδοσης. Κατόπιν αδείας της οικογένειάς του, αυτήν την Κυριακή και τις δύο επόμενες Κυριακές, η «Καθημερινή» θα φιλοξενήσει τα τρία τελευταία κείμενά του, ως φινάλε ενός μοναδικού λογοτεχνικού κύκλου κριτικών θεάτρου, που διακόπτεται απότομα. Η απώλεια του Γιάννη Βαρβέρη, ενός αριστοκράτη των λέξεων, αφήνει δυσαναπλήρωτο κενό.



Τετάρτη, 25 Μαΐου 2011

ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ - Δ. Σαββόπουλος

Μερικές φορές τα λόγια είναι τόσο φτωχά και απομακρυσμένα που δεν μπορούν να περιγράψουν το πρόσωπο ή την ιδέα, την οποία πιστεύεις ότι προσέγγισες. Έτσι συνέβαινε και με το Διονύση Σαββόπουλο. Δεν έβρισκα τις λέξεις. Μέχρι που έπεσα πάνω σ΄ ένα κομμάτι από το τελευταίο βιβλίο του ΜΙΣΕΛ ΟΥΕΛΜΠΕΚ  "Ο Χάρτης και η επικράτεια", που αναφερόταν στον Φουριέ, και μου έδωσε μια ώθηση. Μεταφέρω λοιπόν:

   Είναι ακατανόητος εάν προσπαθήσουμε να τον δούμε ως στοχαστή, γιατί από τη σκέψη του δεν καταλαβαίνουμε απολύτως τίποτα, όμως, κατά βάθος, ο Φουριέ δεν ήταν στοχαστής, ήταν γκουρού, ο πρώτος του είδους του, και όπως με όλους τους γκουρού η επιτυχία ήρθε όχι με τη διανοητική προσχώρηση σε κάποια θεωρία, αλλά αντίθετα με τη γενικά ακατανοησία που συνδεόταν με μια αναλλοίωτη αισιοδοξία, κυρίως στο σεξουαλικό επίπεδο, οι άνθρωποι χρειάζονται σεξουαλική αισιοδοξία σε απίστευτο βαθμό.

Γκουρού, λοιπόν, όχι απλά μουσικός ή τραγουδοποιός, αλλά μπροστάρης που σου δίνει και σου μεταδίδει το ρυθμό, γενικά ακατανόητος, αλλά αισιόδοξος. Διονυσιαζόμενος. (Διονύσης - Διόνυσος).

 

Το τελευταίο διάστημα συζητήθηκαν και επικρίθηκαν κάποιες απόψεις του σχετικά με τους μετανάστες στο κέντρο της Αθήνας. Μεταφέρω από την Καθημερινή:



Προτάσεις εκ του ασφαλούς


«Η βία φέρνει βία, απ’ όπου κι αν προέρχεται. Oλοι μαζί απέναντι στη βία». Με αυτό το σύνθημα οι ραδιοφωνικοί σταθμοί της πόλης συμμετείχαν την περασμένη Τετάρτη στην πρωτοβουλία που ανέλαβε ο Αθήνα 9.84 για μια δίωρη κοινή εκπομπή. Από τα πολλά και ποικίλα που ακούστηκαν και σχολιάστηκαν, τη μεγαλύτερη δημοσιότητα απέσπασε η θέση του Διονύση Σαββόπουλου. Μέσα από τα μπλογκ οι δηλώσεις του πήραν διαστάσεις, ανατροφοδοτήθηκαν, δέχθηκαν φορτία δυσανάλογα με το περιεχόμενό τους σε αυτούς τους ετοιμοπόλεμους καιρούς.
Τι είπε ο κ. Σαββόπουλος; Απαντώντας σε ερώτηση για τον «ανεξέλεγκτο φόβο που υπάρχει διάσπαρτος στις μεγαλουπόλεις», σχολίασε: «... Εχουμε πλέον ολόκληρες συρράξεις, έχουμε εμπρησμούς, έχουμε δολοφονίες και αυτό σχεδόν καθημερινά. Επομένως, θα έλεγα ότι πρέπει να κηρυχθεί το κέντρο σε κατάσταση έκτακτης ανάγκης. Και με τις πρόνοιες που δίνει το Σύνταγμα, πρώτον, να απομακρυνθούν όλοι οι λαθρομετανάστες από το κέντρο της Αθήνας και να πάνε – ας το βρουν οι πολιτικοί, τι τους πληρώνουμε; Θα έλεγα να πήγαιναν σε αραιοκατοικημένα νησιά του Αιγαίου, όπου κατοικείται ένα μικρό μόνο μέρος του νησιού, το υπόλοιπο είναι ελεύθερο. Εκεί, λοιπόν, να καλλιεργήσουν τη γη και να ζήσουν με τη βοήθεια του ΟΗΕ –γιατί μόνοι μας δεν μπορούμε– και με τη βοήθεια της Ελλάδας, έως ότου αποφασίσει και μπορέσει η Ευρωπαϊκή Eνωση να φτιάξει μια πολιτική πάνω στο θέμα των μεταναστών. Δεν μπορεί η Αθήνα να είναι η χωματερή όλων αυτών των ανθρώπων».
Ο Δ. Σαββόπουλος μιλάει όπως κάθε κάτοικος των προαστίων της Αθήνας που η δουλειά του δεν τον υποχρεώνει να έχει καθημερινή επαφή με το κέντρο της πόλης. Είναι «λύσεις» εξ αποστάσεως. Εκφωνούνται θεωρητικά, συγκροτούνται και οργανώνονται με βάση αυτά που ο «εκτός των τειχών» κάτοικος βλέπει στην τηλεόραση ή διαβάζει στον Τύπο. Η κατηγορία των παρατηρητών ανησυχεί, πάσχει, συμπάσχει, ξιφουλκεί, διαδηλώνει υπέρ της μιας ή της άλλης λύσης, υπέρ ή κατά των λαθρομεταναστών με το ίδιο πάθος, προτείνει διεξόδους που συνήθως έχουν φαντασιακή ή οραματική σχέση με την πραγματικότητα.
Το βασικό κίνητρο είναι ένα: ό, τι συνθέτει το πρόβλημα να χαθεί, να εξαφανιστεί το συντομότερο δυνατόν, σαν μαγική εικόνα. Να απομακρυνθούν από το κέντρο της Αθήνας, λοιπόν, οι λαθρομετανάστες και να πάνε σε αραιοκατοικημένα νησιά. Τουλάχιστον, θα βρεθούν εκτός οπτικού πεδίου (έστω και τηλεοπτικού), οι δυσκολίες θα μετατοπιστούν (έστω και μερικά χιλιόμετρα). Ο Δ. Σαββόπουλος αφηγείται ένα σκοτεινό παραμύθι, βιάζεται να βγει στο διάσελο, να δώσει στην ιστορία του χάπι εντ. Να ζήσουν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα.
Ομως, τα γεγονότα αντιστέκονται στις τακτοποιημένες ερμηνείες, διαφεύγουν κάθε προσπάθεια ρομαντικού εξορθολογισμού. Η αλήθεια είναι πολυπλόκαμη, επιθετική και πολύ σκληρή. Επαίτες σε κάθε βήμα (ο αριθμός τους κλιμακώνεται ανεξέλεγκτα), μαφίες, υπόκοσμος όλων των εθνικοτήτων, παρεμπόριο, ναρκωτικά, νονοί, θύματα και θύτες σε έναν αξεδιάλυτο πολτό. Αλλοι βιώνουν τη συνθήκη εκτεθειμένοι και άλλοι την περιγράφουν προστατευμένοι. Κριτική ασκούν όλοι. Και καθώς οι θεσμικά αρμόδιοι να κόψουν τον γόρδιο δεσμό της βίας εμφανίζονται αδύναμοι και ασύντακτοι, ο ρόλος τους διασπάται και πολλαπλασιάζεται, υιοθετείται (επικίνδυνα) από κάθε λογής αυτόκλητους σωτήρες.
Η Αθήνα μέσα στο ασφυκτικό πλαίσιο της οικονομικής κρίσης, σαστισμένη και πανικόβλητη, στέλνει ετερόκλητα μηνύματα. Το παρατηρούμε στις σκηνικές, θεατρικές, αναπαραστάσεις των τελευταίων μηνών, που αναζητούν το στίγμα μιας πόλης οδυνηρά παρούσας και απελπιστικά απούσας. Από τη μυθοποίηση της λαμπερής πρωτεύουσας του 2004, στην άγρια απομυθοποίηση του διαλυμένου αστικού ιστού του 2011.
Κανένα από τα δύο άκρα δεν βοηθάει στη συνύπαρξη. Η ισορροπία επανακτάται με κόπο και πολυμέτωπη προσπάθεια. Η ραδιοφωνική δίωρη συναίνεση ήταν γόνιμη και έδειξε έναν, αδιαμόρφωτο ακόμη, δρόμο: του ανοιχτού δημόσιου διαλόγου. Για να μη ζούμε παγιδευμένοι, ανακυκλώνοντας και ενδυναμώνοντας στερεότυπα. Γιατί από τη γραφικότητα στον αυτισμό, η απόσταση είναι μηδαμινή.
Tης Mαριας Kατσουνακη


Εγώ από την πλευρά μου νομίζω ότι ο  Σαββόπουλος αποδεικνύει γι΄ άλλη μια φορά πως οι καλλιτέχνες οφείλουν να έχουν άποψη, αλλά και το θάρρος της γνώμης να εκφράζονται. Αυτό το αναγνωρίζω και στο Θεοδωράκη. Ακόμη κι αν διαφωνούμε, οι απόψεις ανθρώπων τέτοιου διαμετρήματος μάς είναι απαραίτητες. 

Όσο για τον Φουριέ:
O Σάρλ Φουριέ (πλήρες όνομα François Marie Charles Fourier, 7 Απριλίου 1773 - 10 Οκτωβρίου 1837) ήταν σοσιαλιστής φιλόσοφος και διανοητής. Αποκήρυξε τα υπάρχοντα συστήματα και ανέπτυξε μια μορφή ουτοπικού σοσιαλισμού. Το πιστεύω του ήταν ότι τα ένστικτα του ανθρώπου σωστά διοχετευμένα θα οδηγούσαν στην κοινωνική αρμονία. Για να επιτευχθεί αυτό, έπρεπε να καταστραφούν αρκετοί απο τους πλασματικούς περιορισμούς του πολιτισμού.