Τετάρτη, 4 Δεκεμβρίου 2013

Βάτραχοι - Αριστοφάνης


Η Κωμωδία του Αριστοφάνη "Βάτραχοι" αποτελεί ένα δείγμα οξείας καλλιτεχνικής κριτικής. Ο κωμωδιογράφος μας άφησε παρακαταθήκη τον κανόνα των τριών μεγάλων τραγικών. Σας να μας λέει ότι τρεις είναι οι μεγάλοι τραγικοί, ο Αισχύλος, ο Σοφοκλής, ο Ευριπίδης, και μάλιστα η σειρά τους αυτή δείχνει και την αξιολογική τους κλίμακα, και μετά τέλος... Το τέλος της τραγωδίας... Ίσως όμως ο Αριστοφάνης δεν διαισθάνθηκε και το τέλος και της κωμωδίας, έτσι τουλάχιστον όπως ο ίδιος το υπηρέτησε, την πολιτική κωμωδία. Βέβαια κρίνοντας τόσους αιώνες μετά εμείς καταλαβαίνουμε το τί μεγάλο κακό μπορεί να προκαλέσει ένας πόλεμος. Η κωμωδία παίζεται το 405 π.Χ. , ένα χρόνο πριν την ολοκληρωτική ήττα της Αθήνας στον πελοποννησιακό πόλεμο. Και μετά το σκηνικό αλλάζει: τέλος τα πολιτικά οράματα και οι ουτοπίες, ο καθένας πλέον κοιτάζει τον εαυτό του... Μετά ακολουθεί η κωμωδία ηθών, Μένανδρος. Ο Αριστοφάνης όμως το 405 βρίσκει ένα τρόπο να σώσει την πόλη του από την καταστροφή: να κατεβεί ο Διόνυσος στον κάτω κόσμο και να φέρει έναν ποιητή για να σώσει την Αθήνα. Για τον Ευριπίδη κατέβηκε, αλλά ανέβηκε με τον Αισχύλο. Ο άνθρωπος στις μεγάλες καταστροφές εξιδανικεύει το παρελθόν!    



ΑΡΙΣΤΟΦΑΝΗΣ
Ο Αριστοφάνης γεννήθηκε το 450 περίπου π.Χ. στον αττικό δήμο των Κυδαθηναίων, στη σημερινή Πλάκα. Πέθανε στα μέσα της δεκαετίας του 380, κι έτσι ο Αριστοφάνης κατά τη νεαρή του ηλικία έζησε την πολιτιστική και πολιτική άνθηση της Αθήνας υπό τον Περικλή. Ως καθιερωμένος κωμωδιογράφος αναγκάστηκε να γνωρίσει τη διάβρωση του εδάφους, το οποίο εξέθρεψε το λογοτεχνικό είδος που διακονούσε, την παρακμή δηλαδή της δημοκρατίας κατά τη διάρκεια του πελοποννησιακού πολέμου μέχρι την κατάρρευση της πόλης το 404 π.Χ. Τα τελευταία χρόνια της ζωής του συμπίπτουν με τις προσπάθειες αποκατάστασης του πολιτεύματος εκ μέρους των δημοκρατικών. Ο Αριστοφάνης είναι ο μόνος από τους μεγάλους δραματουργούς της κλασσικής περιόδου που υπερέβη το χρονικό όριο του 404 π.Χ. Τα σωζόμενα έργα του χρονολογούνται μεταξύ 425 και 388 π.Χ.:
Αχαρνείς, Ιππείς, Νεφέλες, Σφήκες, Ειρήνη, Όρνιθες, Θεσμοφοριάζουσες, Λυσιστράτη, Βάτραχοι, Εκκλησιάζουσες, Πλούτος.

                                       




«Βάτραχοι» - Περίληψη

(η κωμωδία παρουσιάστηκε το 405 π.Χ)

Ο Διόνυσος, ο θεός του θεάτρου, κατεβαίνει στον κάτω κόσμο για να επαναφέρει στην Αθήνα τον αγαπημένο του ποιητή Ευριπίδη που είχε πεθάνει τον περασμένο χρόνο. Μόλις όμως φτάνει εκεί, βρίσκει τον Άδη σε αναστάτωση: ο Ευριπίδης προσπαθεί να διεκδικήσει από τον Αισχύλο το θρόνο της τραγικής ποίησης (ο Σοφοκλής που είχε πεθάνει επίσης το 406 π.Χ., λίγο μετά τον Ευριπίδη, παραχωρεί την πρωτοκαθεδρία στον Αισχύλο). Στον αγώνα που ακολουθεί τη θέση του κριτή αναλαμβάνει ο ίδιος ο Διόνυσος. Παρόλη την προτίμηση του Διόνυσου προς τον Ευριπίδη τελικά κλίνει προς τον Αισχύλο. Ο Αισχύλος οδηγείται στον κόσμο των ζωντανών για να βοηθήσει την Αθήνα, όπως έκανε όσο ζούσε.


 


Χορός τῶν Μυστῶν
Ο χορικός ύμνος στον Ίακχο αποτελεί ένα απ' τα ομορφότερα θρησκευτικά τραγούδια του Αριστοφάνη. Είναι μια προσευχή στο θεό που χαρίζει το ξανάνιωμα και το σφρίγος.


Ἴακχε, πολύτιμε,
Ἴακχε, ἔλα καί χόρεψε
στούς χλοερούς λειμῶνες
παρέα μέ τούς ὅσιους τούς μύστες
καί τούς εὐσεβεῖς προσκυνητές.
Στεφάνωσε τήν κεφαλήν σου
μέ τούς καρπούς
τῆς θάλλουσας μυρτιᾶς.
Χτύπα γερά τό πόδι σου στή γῆ
καί πάρε τό ρυθμό της
καί χόρεψε τόν ἱερό
τόν ἄψογο χορό
τόν ἔμορφο χορό τῶν Χαρίτων
τόν ὅσιο χορό τῶν μυημένων.
Ἴακχε, στόν μυστκό μας ὅμιλο
προχωρεῖ καί φτάνει,
κτατώντας τόν πυρσό,
τό πανάγιο φῶς
πού καταυγάζει λαμπρό
τίς νύχτες τῆς Μεγάλης Ἀγρύπνιας.
Στόν ἱερό λειμώνα
τά πάντα λούζει τό φέγγος ἱλαρό.
Φτερώνουν τῶν γερόντων τά γεγονότα
κι ἡ ἱερά πανήγυρις
τοῦ μόχθου καί τῆς θλίψης
ἀλαφρώνει τό φορτίο.
Σηκώνει τό βάρος τοῦ πένθους
πού σώρευσεν ὁ Χρόνος ὁ πολύς.
Μέ τή λαμπάδα στό χέρι, Μακάριε,
σύρε μπροστάρης τό χορό,
τό χορό τῶν ἐφἠβων
στό χοροστάσι πού τό πνίγουν
τά χαμολούλουδα καί τά μυριστικά.
Σκορπίστε ὅλοι
στίς ὁλάνθιστες χαράδρες
καί στίς δασώδεις τίς πλαγιές,
πηδώντας καί χορεύοντας
μέ γέλια, χωρατά καί μέ πειράγματα.
Μέ πονηρούς ὑπαινιγμούς
καί ἐρωτικά παιχνίδια.
Χορτάσαμε τά δῶρα τῆς γιορτῆς,
χορτάσαμε τή βρώση καί τήν πόση.
Ἀνέβα τῶν ὕμων τήν κλίμακα
καί βάλε μέσα στή φωνή σου
τόν γλυκασμό της μελωδίας.
Τραγούδησε τή σώτειρα θεά, τήν Ἀθηνᾶ,
τήν πολιοῦχο στρατηγό.
Τραγούδησε τήν ἄνασσα, τήν Δήμητρα,
πού φέρνει τῶν καρπῶν τήν εὐφορία.
Ὑμνῆστε τούς κελαϊδισμούς
πού τή γόνιμη γῆ πλημμυρίζουν
καί στό ρυθμό χορέψτε τοῦ σύμπαντος.
Δήμητρα, ἐσύ, πού ἐποπτεύεις
τίς τελετές τῶν ἱερῶν ὀργίων ,
δεῖξε μας τό χορό τῶν μυστηρίων,
στό γέλιο τῶν ἀθώων,
στόν αὐτοσαρκασμό πού ξαλαφρώνει
καί στόν χλευαστικό ἐξορκισμό
τῆς ἀδικίας.
Μετφρ. Κ. Γεωργουσόπουλος


Και ένα απόσπασμα από τον ποιητικό διαγωνισμό, που ο Διόνυσος θέτει πολιτικές ερωτήσεις στους δύο διαγωνιζόμενους...

ΔΙΟΝΥΣΟΣ
  Να δείξει στο λαό μας πώς να ζει
  και να τιμάει τους χορούς της τέχνης. Όποιος απ’ τους δυο σας
  δύναται στο έθνος ήθος να διδάξει, αυτόν θα πάρω.
  Αρχίζω. Θέμα: ο Αλκιβιάδης ο εξόριστος.
  Κανένας δεν τον ξεπερνά
  ούτε σε σφάλματα ούτε σε αρετές. Ζημίωσε
  μα και ωφέλησε την πόλη όσο κανείς.
  Τί κάνουμε; Τον φέρνουμε από την εξορία;
  Είν’ αναποφάσιστο το κράτος.
ΕΥΡΙΠΙΔΗΣ
  Ποια η στάση του λαού;
ΔΙΟΝΥΣΟΣ
  Α, ο λαός μας. Τον μισεί, μα και τον έχει ερωτευτεί.
  Για καταθέστε άποψη και σεις.
ΕΥΡΙΠΙΔΗΣ
  Καταδικάζω τον πολίτη που δισταχτικά υπηρετεί το έθνος
  και αδίσταχτα θα το ζημιώσει.
  Άξιος για τα συμφέροντά του, ανάξιος για την κοινότητά του.
ΔΙΟΝΥΣΟΣ
  Άριστα του βάνω.
  (Στον Αισχύλο) Η δική σου άποψη;
ΑΙΣΧΥΛΟΣ
  Λεοντιδέα, να μην πάρεις, άνθρωπε, για κατοικίδιο.
  Πλην, άπαξ και τον αναστήσεις, άνθρωπε, στο σπίτι σου,
  όπως θα σου βαράει να χορεύεις.
ΔΙΟΝΥΣΟΣ
  Δία, πάλι σ’ αδιέξοδο εγώ.
  Σοφός ο ένας, πλην σαφής ο άλλος.
  Ρίχτε για συμπλήρωμα και από μία γνώμη
  πώς το έθνος να περισωθεί.
ΕΥΡΙΠΙΔΗΣ
  Αν πολίτες που ως τώρα εμπιστευόμαστε
  αρχίσουμε να υποψιαζόμαστε, κι αυτούς που κάναμε στην πάντα
  ξαναβάλουμε στην ενεργό υπηρεσία, ίσως να σωθούμε. Ίσως.
  Αφού ο δρόμος που ακολουθούμε τώρα πάει σε γκρεμό,
  αν πάρουμε αντίστροφη πορεία, μήπως δούμε άσπρη μέρα;
ΔΙΟΝΥΣΟΣ
  Εσύ, τι θα μας πεις;
ΑΙΣΧΥΛΟΣ
  Πρώτα ενημέρωσέ με
  ποιους εδιάλεξε ηγέτες του το έθνος; Τίμιους και άξιους;
ΔΙΟΝΥΣΟΣ
  Πώς! Από πίσω!
  Βρε, το έθνος πλέον γοητεύεται από απατεώνες!
ΑΙΣΧΥΛΟΣ
  Επειδή δεν έχει περιθώρια επιλογής, το ξέρω.
  Όμως, τέτοιο έθνος, πώς να το γλυτώσεις;
  Αφού δε βολεύεται ούτε με γούνα ούτε με καπότα.
ΔΙΟΝΥΣΟΣ
  Βρες μου την απάντηση εσύ, αν θες να ξαναδείς ημέρας φως.
ΑΙΣΧΥΛΟΣ
  Απάντηση έχω. Αλλά θα τη φανερώσω μόνο εκεί. Εδώ αρνούμαι.
ΔΙΟΝΥΣΟΣ
  Όχι. Από τον κάτω εδώ κόσμο πρέπει ν΄ ανέβουν
  απάνω ευαγγέλια χαράς.
ΑΙΣΧΥΛΟΣ
  Όταν τη γη του εχθρού την εκτιμήσουν όσο τη δική τους,
  όταν τη δική τους γη την εκτιμήσουν όσο και του εχθρού τους,
  όταν μάθουν ότι πλούτος τους και δρόμος τους η θάλασσα κι
  αυτό που θεωρούνε τώρα πλούτο τους.
ΔΙΟΝΥΣΟΣ
  Μωρ’ έχεις δίκιο. Μονάχα που ό,τι πλούτο βγάλουν τους
  τον τρώνε οι δικαστικοί.
ΕΥΡΙΠΙΔΗΣ
  Ένα σου λέω: όταν θα διαλέγεις,
  ενθυμού σε τι θεούς τι όρκους έβαλες
  να με γυρίσεις πίσω.
ΔΙΟΝΥΣΟΣ
  Η γλώσσα μου είχ’ ορκιστεί, όχι εγώ – από δικό σου έργο αυτό.
  Εγώ διαλέγω Αισχύλο!
ΑΙΣΧΥΛΟΣ
  Θα μεριμνήσω. Από δω, η έδρα μου.
  Βάλε μου αναπληρωματικό τον Σοφοκλή
  να μου τηνε προσέχει, μήπως και τυχόν
  ξανάρθω εδώ κάποτε.
  Τον κρίνω κορυφαίο συγγραφέα, ύστερ’ από μένα.
  Τον τύπο από δω, τον δήθεν συγγραφέα,
  φτωχοκλέφτη και ιντριγκάδόρο
  να μην τον καθίσετε ποτέ στην έδρα μου,
  μακάρι κι αν δηλώνει ότι δεν τη θέλει! Αυτά.

Μετάφραση Π. Μάτεση
 
 
 





Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου