Παρασκευή, 11 Φεβρουαρίου 2011

AΡΧΑΙΟΤΗΤΑ - Νεφέλες

Οι Νεφέλες διδάχτηκαν το 423 π.Χ. στα Μεγάλα Διονύσια. Οι κριτές του έδωσαν την τρίτη και τελευταία θέση. Το έργο που μας σώζεται δεν είναι το αρχικό έργο, αλλά διασκευή του από τον ίδιο τον Αριστοφάνη. Ο Αριστοφάνης γεννήθηκε στην Αθήνα, στο δήμο Κυδαθηναίων, περίπου το 450 π.Χ.
Τέσσερις διονυσιακές εκδηλώσεις:
  • Τον Ποσειδεώνα μήνα (Δεκέμβριος) γιορτάζονταν στους εξοχικούς δήμους τα Αγροτικά ή κατ΄ αγρούς Διονύσια.
  • Τα Λήναια γιορτάζονταν το μήνα Γαμηλιώνα, δηλαδή Ιανουάριο.
  • Τ΄ Ανθεστήρια ανάμεσα στο Φεβρουάριο και Μάρτιο.
  • Τ΄ Αστικά Διονύσια ή κατ΄ άστει ή εν άστει Διονύσια από την όγδοη ίσαμε τη δέκατη τέταρτη μέρα του Ελαφηβολιώνα.
ΥΠΟΘΕΣΗ
Η κωμωδία αρχίζει με δύο άντρες, έναν νέο κι ένα γέρο, που κοιμούνται. Ο πρώτος δηλαδή ροχαλίζει, ενώ ο δεύτερος δεν μπορεί να βρει ησυχία. Βρισκόμαστε στο σπίτι του Στρεψιάδη, ενός αριστοφανικού πρεσβύτη, που γεννήθηκε στον κάμπο, παντρεύτηκε όμως στην πολιτεία. Καρπός του αταίριαστου συνοικέσιου υπήρξε ένας μοναχογιός με το όνομα Φειδιππίδης, γιατί η μητέρα ήθελε να υπάρχει στο όνομα του παιδιού η αριστοκρατική λέξη ίππος. Ο γιος πήρε το δρόμο της τεμπελιάς, του ιπποδρόμου και το αποτέλεσμα ήταν να μη μάθει καμιά δουλειά και να είναι χρεωμένος. Ο Στρεψιάδης παίρνει την απόφασή του. Ξυπνάει το νεαρό και να τον αναγκάζει να τον ακολουθήσει. Η πορεία θα είναι σύντομη. Μολονότι ο γέρος είναι τσοπάνης, ο πόλεμος τον έχει κλείσει και αυτόν μέσα στην Αθήνα, κι έτσι η απόσταση από το σπίτι του μέχρι το φροντιστήριο των σοφιστών είναι μικρή.

Ο Στρεψιάδης περιγράφει στο γιο του το φροντιστήριο.

κείμενο
ΣΤΡ. Ψυχῶν σοφῶν τοῦτ᾿ ἐστὶ φροντιστήριον.
Ἐνταῦθ᾿ ἐνοικοῦσ᾿ ἄνδρες οἳ τὸν οὐρανὸν
λέγοντες ἀναπείθουσιν ὡς ἔστιν πνιγεύς,
κἄστιν περὶ ἡμᾶς οὗτος, ἡμεῖς δ᾿ ἅνθρακες.
Οὗτοι διδάσκουσ᾿, ἀργύριον ἤν τις διδῷ,
λέγοντα νικᾶν καὶ δίκαια κἄδικα.
ΦΕΙ.  Εἰσὶν δὲ τίνες ; 
ΣΤΡ. Οὐκ οἶδ᾿ ἀκριβῶς τοὔνομα.
Μεριμνοφροντισταὶ καλοί τε κἀγαθοί.
ΦΕΙ. Αἰβοῖ, πονηροί γ᾿, οἶδα. Τοὺς ἀλαζόνας,
τοὺς ὠχριῶντας, τοὺς ἀνυποδήτους λέγεις,
ὧν ὁ κακοδαίμων Σωκράτης καὶ Χαιρεφῶν.

μετάφραση
ΣΤΡ. Είναι σκολειό σοφών ανθρώπων. Μέσα
υπάρχουνε δάσκαλοι που σε πείθουν
πως ο ουράνιος θόλος είναι φούρνος
κι εμείς εντός του κάρβουνα αναμμένα
και σου μαθαίνουν, αν καλοπληρώσεις,
την τέχνη να κερδίζεις με τα λόγια
πάντα, κι αν έχεις δίκιο κι αν δεν έχεις
ΦΕΙ. Και ποιοι ΄ναι αυτοί;
ΣΤΡ. Δεν ξέρω τα΄ όνομά τους,
είν΄ όμως άξιοι και σπουδαίοι δάσκαλοι.
ΦΕΙ. Πω!πω! τους ξέρω! φαύλοι και αλαζόνες
ξυπόλυτοι, κατάχλωμοι: ο γρουσούζης
ο Σωκράτης κι αντάμα ο Χαιρεφώντας …
στίχοι 93 - 101

Εκείνο που γυρεύει δηλαδή ο Στρεψιάδης είναι να μάθει ο γιος του σοφιστείες, για ν΄ αποδείξει στους δανειστές του πως το δίκιο τους είναι άδικο και δεν τους χρωστάει μήτε πεντάρα. Ο γιος όμως δε δέχεται και ο γέρος αποφασίζει να γραφτεί ο ίδιος στη σχολή. Χτυπάει λοιπόν την πόρτα, ενώ ο γιος γυρίζει πίσω στο σπίτι του. Ο μαθητής που ανοίγει είναι ζοχαδιασμένος, γιατί τα χτυπήματα του Στρεψιάδη τον έκανα και απέβαλε μια σοφή ιδέα, μπορεί να είναι και ο ίδιος ο Χαιρεφών (ο παλιότερος και γνωστότερος ακόλουθος του Σωκράτη εκείνα τα χρόνια κι ο κομιστής της δελφικής αξιολόγησης). Αφηγείται τώρα λοιπόν πως την ώρα που μελέταγε με το Σωκράτη το πήδημα των ψύλλων, ένας από τους ψύλλους τον δάγκωσε στο φρύδι κι ύστερα έκατσε στου Σωκράτη τη φαλάκρα. Και τότε ξαφνικά ο Στρεψιάδης βλέπει ψηλά στον αέρα ένα αλλόκοτο θέαμα. Πάνω από τη μεσαία πόρτα του προσκηνίου κρέμεται ένα καλάθι και μέσα βρίσκεται κουρνιασμένος ένας άνθρωπος. Στην ερώτηση του Στρεψιάδη ποιος είναι αυτός που κρέμεται στον αέρα ο Χαιρεφών αποκρίνεται με μονολεκτικό δέος «Αυτός!». Με τη βοήθεια του γερανού, ο δάσκαλος κατεβαίνει σιγά σιγά στο χώμα. Στόμφο έχουν άλλωστε και τα λόγια του μόλις ο Στρεψιάδης τον βγάλει από τους ανάερους στοχασμούς του.
Ο Σωκράτης βλέπει κάτω τον Στρεψιάδη, όπως ένας θεός θα έβλεπε από τον Όλυμπο τους θνητούς.

κείμενο
ΣΤΡ.  Ὦ Σώκρατες,
  ὦ Σωκρατίδιον.
ΣΩ. Τί με καλεῖς, ὦφήμερε ;
ΣΤΡ.Πρῶτον μὲν ὅ τι δρᾷς, ἀντιβολῶ, κάτειπέ μοι.
ΣΩ.  Ἀεροβατῶ καὶ περιφρονῶ τὸν ἥλιον.
ΣΤΡ.  Ἐπειτ᾿ ἀπὸ ταρροῦ τοὺς θεοὺς ὑπερφρονεῖς,
ἀλλ᾿ οὐκ ἀπὸ τῆς γῆς, εἴπερ ;
ΣΩ.  Οὐ γὰρ ἄν ποτε
ἐξηῦρον ὀρθῶς τὰ μετέωρα πράγματα
εἰ μὴ κρεμάσας τὸ νόημα καὶ τὴν φροντίδα,
λεπτὴν καταμείξας εἰς τὸν ὅμοιον ἀέρα.
Εἰ δ᾿ ὢν χαμαὶ τἄνω κάτωθεν ἐσκόπουν,
οὐκ ἄν ποθ᾿ ηὗρον· οὐ γὰρ ἀλλ᾿ ἡ γῆ βίᾳ
ἕλκει πρὸς αὑτὴν τὴν ἰκμάδα τῆς φροντίδος.
Πάσχει δὲ ταὐτὸ τοῦτο καὶ τὰ κάρδαμα. 

μετάφραση
ΣΤΡ. Κύριε Σωκράτη! Κύριε Σωκρατάκη!
ΣΩ. Τι με φωνάζεις, εσύ θνητέ;
ΣΤΡ. Πρώτα, τι κάνεις πες μου, να χαρείς.
ΣΩ. Αεροβατώ και εξετάζω τον ήλιο.
ΣΤΡ. Μέσα στο δίχτυ μετέωρος τους θεούς εξετάζεις, κι όχι κάτω από τη γη, γιατί;
ΣΩ. Γιατί δε θα μπορούσα τα ουράνια σώματα να δω,
εξόν αν θα κρεμούσα το πνεύμα μου
και έσμιγα τη σκέψη, που ΄ναι λεπτή, με τον όμοιό της αέρα.
Αν ήμουν κάτω και τα ψηλά από κάτω θα κοιτούσα,
τίποτε δε θα ΄βρισκα. Κι αυτό γιατί η γη με βία
τραβάει προς το μέρος της του στοχασμού την ικμάδα,
όπως το ίδιο γίνεται και με τα κάρδαμα.
Στίχοι 221 – 234


Το πρώτο πράγμα που μαθαίνει ο φιλόσοφος στο θαμπωμένο Στρεψιάδη είναι η αλλαγή των θεών. Κι αφού δεηθεί στον Αέρα και στον Αιθέρα και στις Νεφέλες, παρακαλά τις τελευταίες να φανερωθούν στο γηραλέο νεοφώτιστο.

Ο δάσκαλος εξηγεί στο Στρεψιάδη γιατί οι Νεφέλες είναι οι πιο πολυτίμητες απ΄ όλους τους καινούργιους θεούς και γιατί ειδικά αυτές προστατεύουν τους φιλοσόφους.
κείμενο
οὐράνιαι Νεφέλαι, μεγάλαι θεαὶ ἀνδράσιν ἀργοῖς,
αἵπερ γνώμην καὶ διάλεξιν καὶ νοῦν ἡμῖν παρέχουσιν
καὶ τερατείαν καὶ περίλεξιν καὶ κροῦσιν καὶ κατάληψιν.

μετάφραση
Οι Νεφέλες είναι αυτές, ουράνιες και μεγάλες
θεές των ακαμάτηδων. Δίνουν νου και γνώση,
συζήτηση και φλυαρία και ψευτολόι, την τέχνη
πώς να χτυπάς και να ξεφεύγεις στις λογομαχίες …
Στίχοι  316 - 318


Όλη η διαλεκτική δεινότητα κι η σοφία των σοφιστών δεν είναι μ΄ άλλα λόγια παρά ένας σωρός νεφελώματα. Οι δάσκαλοι της νεολαίας πετούν στα σύννεφα. Με τις νεφέλες  ολόγυρα καθισμένες, σαν ιέρειες της νέας σκέψης, αρχίζει η συστηματική μύηση του πρεσβύτη από τον ξυπόλυτο σοφό.
Πρώτη γνώση: πώς τα σύννεφα φέρνουν τις βροντές και τη βροχή. Ο Στρεψιάδης όμως βιάζεται να  ΄ρθει στο ψητό: θέλει  να μάθει μονάχα όσα χρειάζονται για να ξεγλιστρά από τους δανειστές του. Μ΄ ένα ολόθερμο τραγούδι δίνει όρκο πίστης στις Νεφέλες κι ακολουθεί το Σωκράτη, αφού πρώτα γδυθεί τσίτσιδος, όπως το απαιτεί ο κανονισμός της σχολής. Είναι αλήθεια ότι το γυμνιστικό αυτό έθιμο της σχολής αναχαιτίζει για μια στιγμή τον ενθουσιασμό του γερο – φοιτητή, μα ο σκοπός του είναι ιερός και γι΄ αυτό θα προχωρήσει μέχρι το τέλος.
Στο σημείο αυτό μεσολαβεί η παράβαση.

ΠΑΡΑΒΑΣΗ
Το κύριο χορικό (λυρικό) μέρος της παλιάς αττικής κωμωδίας. Κατά την απαγγελία του ο χορός στρεφόταν προς τους θεατές και εκπροσωπώντας τον ποιητή έδινε διάφορες συμβουλές, σχολίαζε την επιοκαιρότητα ή έλεγε σκώμματα. Η πλήρης παράβαση έπρεπε να χωρίζεται σε επτά μέρη: κομμάτιο (μικρό τμήμα εισαγωγικό), κυρίως παράβαση (εδώ προπάντων μιλάει ο ποιητής και συχνά εκθέτει τα προσωπικά του προβλήματα, όπως και στις Νεφέλες που χρησιμοποιεί ο Αριστοφάνης το α΄ενικό πρόσωπο, μιλώντας για την αποτυχία που γνώρισε η κωμωδία όταν πρωτοπαρουσιάστηκε), πνίγος (το τέλος της παράβασης. Λεγόταν έτσι γιατί απαγγέλλονταν πολύ γρήγορα και με σύντομους στίχους που προκαλούσαν λαχάνιασμα), ωδή και αντωδή (μέρη που άδονταν από το χορό και είχαν μετρική αντιστοιχία), επίρρημα και αντεπίρρημα (πρόσθετα απαγγελλόμενα μέρη). Αρχικά η παράβαση ήταν ένα εισαγωγικό μέρος στην αρχή της κωμωδίας, μετά την προσθήκη του προλόγου την τοποθετούσαν στο μέσο περίπου του έργου, αργότερα άρχισε να εκφυλίζεται, την περιέκοπταν και τελικά την κατάργησαν.

Ο Σωκράτης βγαίνει από το φροντιστήριό του βλαστημώντας. Τέτοιον ανεπίδεκτο μαθητή δεν είχε ξαναδεί.

κείμενο
ΣΩ. Μὰ τὴν Ἀναπνοήν, μὰ τὸ Χάος, μὰ τὸν Ἀέρα,
οὐκ εἶδον οὕτως ἄνδρ᾿ ἄγροικον οὐδαμοῦ
οὐδ᾿ ἄπορον οὐδὲ σκαιὸν οὐδ᾿ ἐπιλήσμονα,
ὅστις σκαλαθυρμάτι᾿ ἄττα μικρὰ μανθάνων
ταῦτ᾿ ἐπιλέλησται πρὶν μαθεῖν. Ὅμως γε μὴν
αὐτὸν καλῶ θύραζε δεῦρο πρὸς τὸ φῶς.
Ποῦ Στρεψιάδης ; Ἔξει τὸν ἀσκάντην λαβών ;
ΣΤΡ. Ἀλλ᾿ οὐκ ἐῶσί μ᾿ ἐξενεγκεῖν οἱ κόρεις. 
ΣΩ.  Ἁνύσας τι κατάθου καὶ πρόσεχε τὸν νοῦν.
ΣΤΡ.  Ἰδού.
ΣΩ.  Ἄγε δή, τί βούλει πρῶτα νυνὶ μανθάνειν
ὧν οὐκ ἐδιδάχθης πώποτ᾿ οὐδέν ; Εἰπέ μοι.
Πότερον περὶ μέτρων ἢ περὶ ἐπῶν ἢ ῥυθμῶν ;
ΣΤΡ.  Περὶ τῶν μέτρων ἔγωγ᾿· ἔναγχος γάρ ποτε
ὑπ᾿ ἀλφιταμοιβοῦ παρεκόπην διχοινίκῳ.
ΣΩ.  Οὐ τοῦτ᾿ ἐρωτῶ σ᾿, ἀλλ᾿ ὅτι κάλλιστον μέτρον
ἡγεῖ, πότερον τὸ τρίμετρον ἢ τὸ τετράμετρον ;
ΣΤΡ.  Ἐγὼ μὲν οὐδὲν πρότερον ἡμιέκτεω.
ΣΩ.  Οὐδὲν λέγεις, ὤνθρωπε.

μετάφραση
ΣΩ. Μα την αναπνοή, το Χάος και τον Αγέρα,
τέτοιο χωριάτη άνθρωπο δεν είδα άλλο κανένα,
άξεστο, ανεπίδεκτο και ξεχασιάρη,
που προβλήματα μικρά πάει να μάθει
και πριν να μάθει κάτι τι, αμέσως το ξεχνάει. Τώρα, λοιπόν,
στην πόρτα εδώ να βγει στο φως θα τον φωνάξω.
Που είσαι Στρεψιάδη; Πάρε τον κράββατό σου και περιπάτει.
(Βγαίνει έξω ο Στρεψιάδης σηκώνοντας με δυσκολία ένα κρεβάτι)
ΣΤΡ. Μα δε μ΄ αφήνουν οι κοριοί να το βγάλω έξω.
ΣΩ Άστο κάτω και πρόσεξέ με.
ΣΤΡ. Να σ΄ ακούω.
ΣΩ. Εμπρός, λοιπόν, τι πρώτα θες να μάθεις
απ΄ όσα δε διδάχτηκες ποτέ; Πες μου.
Για μέτρα, για στίχους ή ρυθμούς;
ΣΤΡ Για μέτρα ναι. Γιατί κάποτε
ο αλευράς μου έφαγε δυο κιλά αλεύρι στο ζύγι.
ΣΩ. Δεν σ΄ ερωτώ αυτό. Μα ποιο μέτρο είναι καλύτερο.
Τι νομίζεις; Το τρίμετρο ή  το τετράμετρο;
ΣΤΡ. Εγώ δε βάνω τίποτε πιο πάνω από το τετράκιλο.
ΣΩ. Λες βλακείες …
Στίχοι 627 - 644

Τελικά όμως αγανακτισμένος με την πρόοδο του μαθητή του τον διώχνει από το φροντιστήριο. Οι Νεφέλες όμως που λυπούνται τον ταλαίπωρο γέρο του προτείνουν μια συμβιβαστική λύση: να φέρει στη θέση του το γιο του.
Μέχρι εδώ είχαμε μια παρωδία της σοφιστικής διδασκαλίας. Το παρακάτω επεισόδιο είναι η παρωδία της παρωδίας.Ο Στρεψιάδης με ύφος μεγάλου φροντιστή δασκαλεύει το Φειδιππίδη.Η επανάληψη του ίδιου σοφιστικού τροπαρίου, μα τώρα από άσοφα χείλη, δημιουργεί μια εξαιρετικά κωμική σκηνή (ανάλογη του Αρχοντοχωριάτη).

Στη σκηνή αυτή η αγαπημένη σύγκρουση του Αριστοφάνη παρουσιάζεται από την ανάποδη: ο νέος είναι ο γνωστικός και ο πρεσβύτης είναι ο μωρός.

κείμενο
ΣΤΡ. ὅμως γε μὴν πρόσελθ᾿, ἵν᾿ εἰδῇς πλείονα,
καί σοι φράσω τι πρᾶγμ᾿ ὃ μαθὼν ἀνὴρ ἔσει.
Ὅπως δὲ τοῦτο μὴ διδάξεις μηδένα.
ΦΕΙ.  Ἰδού. Τί ἐστιν ;
ΣΤΡ.  Ὤμοσας νυνὶ Δία.
ΦΕΙ.  Ἔγωγ᾿.
ΣΤΡ.  Ὁρᾷς οὖν ὡς ἀγαθὸν τὸ μανθάνειν ;
Οὐκ ἔστιν, ὦ Φειδιππίδη, Ζεύς.
ΦΕΙ.  Ἀλλὰ τίς ; 
ΣΤΡ.  Δῖνος βασιλεύει τὸν Δί᾿ ἐξεληλακώς.
ΦΕΙ.  Αἰβοῖ· τί ληρεῖς ;
ΣΤΡ.  Ἴσθι τοῦθ᾿ οὕτως ἔχον.
ΦΕΙ.  Τίς φησι ταῦτα ;
ΣΤΡ.  Σωκράτης ὁ Μήλιος
καὶ Χαιρεφῶν, ὃς οἶδε τὰ ψυλλῶν ἴχνη.
ΦΕΙ.  Σὺ δ᾿ εἰς τοσοῦτον τῶν μανιῶν ἐλήλυθας
ὥστ᾿ ἀνδράσιν πείθει χολῶσιν ;
ΣΤΡ.  Εὐστόμει
καὶ μηδὲν εἴπῃς φλαῦρον ἄνδρας δεξιοὺς
καὶ νοῦν ἔχοντας, ὧν ὑπὸ τῆς φειδωλίας
ἀπεκείρατ᾿ οὐδεὶς πώποτ᾿ οὐδ᾿ ἠλείψατο
οὐδ᾿ εἰς βαλανεῖον ἦλθε λουσόμενος· σὺ δὲ
ὥσπερ τεθνεῶτος καταλόει μου τὸν βίον.
Ἀλλ᾿ ὡς τάχιστ᾿ ἐλθὼν ὑπὲρ ἐμοῦ μάνθανε.

μετάφραση
ΣΤΡ. Όμως κόπιασε, περισσότερα να μάθεις,
και τι να μάθεις θα σου πω, για να γίνεις άντρας.
αλλά το νου σου, άλλος να μην το μάθει.
ΦΕΙ. Λοιπόν, τι είν΄ αυτό;
ΣΤΡ. Μόλις τώρα ορκίστηκες στο Δία.
ΦΕΙ. Ναι, ναι.
ΣΤΡ. Βλέπεις, λοιπόν, τι αξίζει η μάθηση;
Δεν υπάρχει, Φειδιππίδη, Δίας.
ΦΕΙ: Αλλά τι;
ΣΤΡ. Η Δίνη βασιλεύει, ο Δίας έχει σβήσει.
ΦΕΙ. Πω! Πω! Τι βλακείες.
ΣΤΡ. Μάθε πως έτσι έχει το πράγμα.
ΦΕΙ. Ποιος τα λέει αυτά;
ΣΤΡ. Ο Σωκράτης ο Μήλιος
κι ο Χαιρεφώντας που ξέρει τι νούμερα φορούν οι ψύλλοι.
ΦΕΙ. Τόσο πολύ στην έδωσε
που στους κιτρινιάρηδες δίνεις πίστη;
ΣΤΡ. Πρόσεχε τα λόγια σου.
Μην πεις κακό γι΄ ανθρώπους έξυπνους
και μυαλωμένους. Αυτοί για οικονομία
ούτε κουρεύονται ούτε αρώματα βάζουν
μα κι ούτε πάνε στα λουτρά μπάνιο να κάνουν. Όμως εσύ,
σα να ΄μαι πεθαμένος, όλο το βιο μου το σκορπάς.
Μόν΄ άντε κάνε γρήγορα, και για μένα μαθητής να γίνεις.
 Στίχοι 822 - 839



Ο γέρος έχει ήδη φωνάξει το Σωκράτη.
Από εδώ αρχίζει ο αγώνας της κωμωδίας. Έχουμε λοιπόν μια μονομαχία ανάμεσα σε δύο αντίθετες νοοτροπίες. Ο Δίκαιος Λόγος, ο εκπρόσωπος του παλιού τρόπου ζωής, είναι γέρος και ασχημομούρης. Έχει χαρίσει στις παλιότερες γενιές χρηστά ήθη κι έχει αναθρέψει τους νικητές του Μαραθώνα. Ο Άδικος λόγος πάλι είναι νέος κι όμορφος, φλύαρος, αναιδής και πλούσιος πολύ, γιατί κερδίζει από τα σοφιστικά του δασκαλέματα. Ο διάλογός τους δεν είναι μονάχα μια μονομαχία για το ποιος θα νικήσει τον άλλο, αλλά και μια διελκυνστίδα, για το ποιος θα πάρει μαζί του το νεαρό Φειδιππίδη.Ο Αριστοφάνης πήρε την έμπευσή του μάλλον από την παραβολή του Πρόδικου για το δίλημμα του Ηρακλή ανάμεσα στην Αρετή και την Κακία.    
Ο Αριστοφάνης δεν κηρύττει επιστροφή στο παρελθόν. «Δεν ήταν ένας αυστηρά δογματικός αντιδραστικός. Ζούσε όμως σε μεταβατικά χρόνια, που οι συνετοί άνθρωποι φοβόντουσαν μην παρασυρθούν από το αδιάκοπο ρεύμα των νεωτερισμών, βλέποντας τα παλιά αγαθά να καταστρέφονται, προτού έρθει κάτι όμοια καλό να το αντικαταστήσει» Γαίγκερ.
To αποτέλεσμα του αγώνα είναι αναπάντεχα κωμικό. Δεν πάει μονάχα ο Φειδιππίδης  με το μέρος του Άδικου λόγου, αλλά και ο ίδιος ο Δίκαιος λόγος. Γίνεται αμέσως οπαδός του Σωκράτη. Είναι τέτοια η μαγική γοητεία της φιλοσοφικής απάτης που ό,τι σοφό και τίμιο απόμεινε, η απάτη το σαρώνει κι αυτό. Έτσι ο Φειδιππίδης γράφεται κι αυτός γι΄ ανώτερες σοφιστικές σπουδές στο φροντιστήριο.

Μια σύντομη προσφώνηση του χορού στο κοινό – που τονίζει περισσσότερο τις υπηρεσίες που προσφέρουν οι Νεφέλες στη βλάστηση παρά στους σοφιστές – υποδηλώνει παρέλευση χρόνου.
Τελικά αποκαλύπτεται και ο ρόλος που έπαιζαν οι Νεφέλες: είναι πράγματι θεϊκά όντα υποταγμένα όμως στην εξουσία του Δία και των Ολύμπιων θεών. Υπάκουσαν στην επίκληση του Σωκράτη και παρότρυναν το Στρεψιάδη να μαθητεύσει κοντά του, για να τιμωρήσουν τις ανέντιμες προθέσεις του. Το μυστικό τους το φύλαξαν καλά. Όσο και αν στην παράβαση συμπεριφέρεται όπως κάθε κωμικός χορός, και προσκαλούν τους παραδοσιακούς θεούς να λάβουν μέρος στη γιορτή, στην ίδια την υπόθεση του έργου δεν κάνουν κανένα υπαινιγμό για το τι θ΄ ακολουθήσει ως τον 1114, οπότε ακούμε την αόριστα απειλητική πρόβλεψη ότι ο Στρεψιάδης θα μετανιώσει που έστειλε στο φροντιστήριο τον Φειδιππίδη. Μόνο στους στ. 1303 – 1320, αμέσως πριν να μαλώσουν πατέρας και γιος, οι Νεφέλες ξεκαθαρίζουν τη θέση τους παίρνοντας το μέρος της παραδοσιακής ηθικής.

 Έχουν περάσει λοιπόν κάμποσες μέρες ή  εβδομάδες ή μήνες όταν ο Στρεψιάδης και ο Σωκράτης ανταμώνουν στο δρόμο. Ο δάσκαλος του λέει ότι ο Φειδιππίδης τέλειωσε τις σπουδές του κι έγινε ξεφτέρι στην απάτη.

κείμενο
ΣΩ.  Στρεψιάδην ἀσπάζομαι.
ΣΤΡ.  Κἄγωγέ σ᾿. Ἀλλὰ τουτονὶ πρῶτον λαβέ.
Χρὴ γὰρ ἐπιθαυμάζειν τι τὸν διδάσκαλον.
Καί μοι τὸν υἱόν, εἰ μεμάθηκε τὸν λόγον
ἐκεῖνον, εἴφ᾿, ὃν ἀρτίως εἰσήγαγες.
ΣΩ.  Μεμάθηκεν.
ΣΤΡ.  Εὖ γ᾿, ὦ παμβασίλει᾿ Ἀπαιόλη.
ΣΩ.  Ὥστ᾿ ἀποφύγοις ἂν ἥντιν᾿ ἂν βούλῃ δίκην.
ΣΤΡ.  Κεἰ μάρτυρες παρῆσαν ὅτ᾿ ἐδανειζόμην ;
ΣΩ.  Πολλῷ γε μᾶλλον, κἂν παρῶσι χίλιοι.
ΣΤΡ.  Βοάσομαι τἄρα τὰν ὑπέρτονον
βοάν. Ἰώ, κλάετ᾿ ὦ βολοστάται, 
αὐτοί τε καὶ τἀρχαῖα καὶ τόκοι τόκων.
Οὐδὲν γὰρ ἄν με φλαῦρον ἐργάσαισθ᾿ ἔτι,
οἷος ἐμοὶ τρέφεται
τοῖσδ᾿ ἐνὶ δώμασι παῖς
ἀμφήκει γλώττῃ λάμπων,
πρόβολος ἐμός, σωτὴρ δόμοις, ἐχθροῖς βλάβη,
λυσανίας πατρῴων μεγάλων κακῶν·

μετάφραση
ΣΩ. Το Στρεψιάδη χαιρετώ.
ΣΤΡ. Κι εγώ εσένα.(Δίνει στο Σωκράτη το σακί με το αλεύρι).
Πρώτα πάρε τούτο.
Πρέπει κάποιο δωράκι να δίνουμε στο δάσκαλο.
Ο γιος μου, πες μου, που έμπασες μέσα λίγο πριν,
μήπως έμαθε εκείνο το λόγο;
ΣΩ. Τον έμαθε.
ΣΤΡ. Μπράβο. Ω, παντοδύναμη βασίλισσα Απάτη!
ΣΩ. Έτσι θα ξεγλιστράς απ΄ όποια δίκη θέλεις.
ΣΤΡ. Και μάρτυρες αν ήταν, όταν πήρα δανεικά;
ΣΩ. Ακόμα πιο καλά. Και χίλιοι παρόντες να ΄ταν.
ΣΤΡ. Δυνατή κραυγή θα βγάλω.
Ουχού! Κλάψτε τώρα τοκογλύφοι,
πάει το κεφάλαιο, πάνε και τα πανωτόκια.
Τώρα από σας κακό κανένα δε φοβάμαι,
γιατί έχω γιο τρανό
σ΄ αυτά τα δώματα μέσα,
που αστράφτει γλώσσα δίκοπη,
φρουρός και σωτήρας του σπιτιού μου,
σκιάχτρο στους εχθρούς,
και λυτρωτής των πατρικών παθημάτων …
Στίχοι 1146 - 1162


Ο πατέρας παίρνει το νεαρό απόφοιτο στο σπίτι για να γιορτάσουν το γεγονός μ΄ ένα τραπέζι.

Η κωμωδία έχει όμως και μια τραγική περιπέτεια. Ενώ ο πρεσβύτης είναι ευτυχισμένος, γιατί κατάφερε και έδιωξε τους δανειστές του παρουσιάζοντας το δίκιο τους για άδικο, πετάγεται σκούζοντας από το σπίτι, γιατί ο κανακάρης του τον ξυλοφορτώνει. Ο καλοσπουδαγμένος γιος κατεβάζοντας ατράνταχτα σοφιστικά επιχειρήματα καταφέρνει ν΄ αποδείξει στο γέρο του  πως δίκαια τον τιμώρησε.


κείμενο
ΦΕΙ.παῖδά μ᾿ ὄντ᾿ ἔτυπτες ;
ΣΤΡ.  Ἒγωγέ σ᾿, εὐνοῶν τε καὶ κηδόμενος.
ΦΕΙ.  Εἰπὲ δή μοι,
οὐ κἀμὲ σοὶ δίκαιόν ἐστιν εὐνοεῖν ὁμοίως
τύπτειν τ᾿, ἐπειδήπερ γε τοῦτ᾿ ἔστ᾿ εὐνοεῖν, τὸ τύπτειν ;

μετάφραση
ΦΕΙ. Σαν ήμουνα παιδί με ξυλοφόρτωνες;
ΣΤΡ. Ναι. Για καλό σου και γιατί σ΄ αγάπαγα.
ΦΕΙ.                                            Και τώρα
δεν είναι δίκιο, λέγε μου, κι εγώ να σ΄ αγαπάω
και το καλό σου να ζητώ και να σε τιμωράω,
αφού το ξυλοφόρτωμα θα πει μεγάλη αγάπη;
Στίχοι 1408 – 1412

Κι όταν στο τέλος ο γέρος προσπαθεί να φρονιμέψει το γιο του με το φόβο του Δία, παίρνει από το γιο του την απάντηση που του άξιζε: «Δίας δεν υπάρχει…». Αμέσως σ΄ έναν παροξυσμό αντισοφιστικής μανίας ορκίζεται εκδίκηση ενάντια στο δάσκαλο. Ο γέρος φωνάζει τους δούλους του κι η παράσταση τελειώνει μ΄ ένα φλογερό φινάλε. Πυρπολεί το φροντιστήριο του Σωκράτη. Ο Σωκράτης, ο Χαιρεφών κι άλλοι μαθητές ξεπροβάλλουν βήχοντας μέσα από τους καπνούς. «Τι κάνεις κει στη στέγη;» φωνάζει ο φιλόσοφος στον ξέφρενο γέρο. Κι εκείνος με άγρια χαρά του αποκρίνεται: «Αεροβατώ και μελετάω τον ήλιο».

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου