Δευτέρα, 23 Δεκεμβρίου 2013

Και πάλι για τον ... Χάρι Μούλις

Ο Χάρι Μούλις αποτελεί μια ιδιαίτερη περίπτωση συγγραφέα καταγόμενου από μητέρα εβραία και πατέρα φιλοναζί. Ένας εκρηκτικός συνδυασμός. Και μάλιστα ο ίδιος ο συγγραφέας να δηλώνει πως, αν ο πατέρας του δεν είχε αυτή την θέση, τότε ούτε η μητέρα του θα έφτανε στα βαθιά γεράματα ούτε ο ίδιος θα υπήρχε. Τι άλλο θα περίμενε επομένως κάποιος στο συγγραφικό έργο του από πόλεμο και σκέψεις σχετικά με τον πόλεμο. Το έργο λοιπόν του Χάρι Μούλις έχει ως κεντρικό θεματικό άξονα τη σχέση πόλεμος-άνθρωπος, τις επιπτώσεις του πολέμου στον άνθρωπο, στο άτομο, όχι στην κοινωνία ως σύνολο, αλλά στην ανθρώπινη μονάδα.Και μάλιστα μας αφηγείται το αυτονόητο: ο πόλεμος είναι κακός, είναι κακός όπως και να τον προσεγγίσεις. Δεν υπάρχουν νικητές από τον πόλεμο. Όσο κι αν προσπαθήσει κανείς να ωφελήσει κάποιον στον πόλεμο, θα υπάρξει κάποιος άλλος που από την ίδια πράξη θα βλαφθεί. Όπως στην "Απόπειρα": κάποιοι πυροβολισμοί και ένα πτώμα ενός φιλοναζί. Και το πτώμα κάποιος το μετακινεί μπροστά στο σπίτι του αφηγητή. Γιατί γίνεται αυτή η μετακίνηση; Για να μη βρεθεί το πτώμα μπροστά από το σπίτι αυτού που κρύβει κάποιους εβραίους. Για να γλιτώσει επομένως κάποιους εβραίους, οδηγεί στο ξεκλήρισμα την οικογένεια του αφηγητή. Υπάρχει άραγε το τυχαίο στη ζωή; Όσο κι αν υπάρχει το τυχαίο στη ζωή, στον πόλεμο υπάρχει μόνο δυστυχία.Κι όσο κι αν απομακρύνεται ο αφηγητής από τον πόλεμο, όσο κι αν προσπαθεί να ακολουθήσει μια "κανονική" ζωή, οι μνήμες του πολέμου δεν λένε να ξεθωριάσουν. Και το επάγγελμα του αφηγητή; Γιατρός και μάλιστα ... αναισθησιολόγος. Το επάγγελμα, ή καλύτερα το λειτούργημα, που οδηγεί στη ... λήθη. Μονάχα που η λήθη είναι πρόσκαιρη.   

Σάββατο, 21 Δεκεμβρίου 2013

Ένα παραμύθι του ...Μπόρχες


Γιατί άραγε μας αρέσουν τα παραμύθια; Ίσως γιατί μας παραπέμπουν σε μια πιο..."παιδική" σκέψη, μακριά από περίπλοκες συνδέσεις και περίεργες αναφορές, εκεί δηλαδή που κυριαρχεί το "είναι" και όχι το "φαίνεσθαι", εκεί που σημασία έχει αυτό που λες κι όχι η σύμβαση της λογικής. Και ποιος άλλος να μας πει ένα παραμύθι από τον Μπόρχες με τον δικό του ... εγκεφαλικό τρόπο...

ΟΙ ΔΥΟ ΒΑΣΙΛΙΑΔΕΣ ΚΑΙ ΟΙ ΔΥΟ ΛΑΒΥΡΙΝΘΟΙ

Μια φορά κι έναν καιρό, όπως αφηγούνται αξιόπιστοι άνθρωποι (αν και ο Αλλάχ ξέρει περισσότερα), ζούσε στα νησιά της Βαβυλωνίας ένας βασιλιάς, που μάζεψε μια μέρα τους αρχιτέκτονες και τους μάγους του, και τους παράγγειλε να χτίσουν ένα λαβύρινθο τόσο περίπλοκο και τόσο αρχιτεκτονικό, ώστε κανένας γνωστικός δεν τολμούσε να διασχίσει το κατώφλι του, κι όποιος έμπαινε, χανόταν. Το κτίριο αυτό αποτελούσε σκάνδαλο, γιατί τα θαύματα και η σύγχυση είναι έργα του Θεού, όχι των ανθρώπων. Με τον καιρό, ήρθε στην αυλή του ένας βασιλιάς των Αράβων, κι ο βασιλιάς της Βαβυλωνίας (για να διασκεδάσει με την αφέλεια του μουσαφίρη του), τον άφησε να μπει στον λαβύρινθο, όπου ο άλλος περιπλανήθηκε ταπεινωμένος, ζαλισμένος, ώσπου έπεσε το βράδυ. Τότε παρακάλεσε τον Θεό να βάλει το χέρι Του, κι έτσι βρήκε την πόρτα. Κανένα παράπονο δε βγήκε από τα χείλια του· το μόνο που είπε στον βασιλιά της Βαβυλωνίας, ήταν ότι στην Αραβία είχε έναν άλλο λαβύρινθο κι ότι, αν ήθελε ο Θεός, θα’ ρχόταν κάποτε η μέρα που θα του τον έδειχνε. Ύστερα γύρισε στην Αραβία, μάζεψε τους στρατηγούς και τους φυλάρχους του, κι εξαπέλυσε επίθεση στα βασίλεια της Βαβυλωνίας με τέτοια ευτυχή έκβαση, ώστε γκρέμισε τα κάστρα της, ρήμαξε το στρατό της κι έπιασε αιχμάλωτο τον ίδιο τον βασιλιά. Τον έδεσε πάνω σε μια γοργή καμήλα και τον πήγε στην έρημο. Μετά από τρεις μέρες ταξίδι, του είπε: «Ω βασιλιά του χρόνου, ουσία και σύμβολο του αιώνα! Στη Βαβυλωνία μ’ άφησες να χαθώ σ’ έναν μπρούντζινο λαβύρινθο, με άφθονες σκάλες, πόρτες και τοίχους· τώρα το’ φερε ο Παντοδύναμος να σου δείξω κι εγώ τον δικό μου, που δεν είχε σκάλες ν’ ανέβεις, ούτε πόρτες που να μη σου ανοίγουν, ούτε τοίχους να σου κόβουνε το δρόμο». 
Τότε τον έλυσε και τον άφησε στη μέση της ερήμου, να πεθάνει από την πείνα και τη δίψα. Δόξα σ’ Εκείνον που δεν πεθαίνει.

Δευτέρα, 16 Δεκεμβρίου 2013

Ιεροτελεστίες - Κ. Νόοτεμποομ

   

Δύο αντιμαχόμενες δυνάμεις διαπερνούν το μυθιστόρημα του ολλανδού συγραφέα Κέες Νόοτεμποομ, το εφήμερο και το διαχρονικό, το τώρα και το πάντα. Ο Ίννι Βίντροπ είναι ο άνθρωπος του σήμερα, ένας σύγχρονος ολλανδός που ζει στο Άμστερνταμ του σήμερα. Είχε αποκτήσει ικανότητες χαμαιλέοντα και ο τρόπος ντυσίματος προανάγγειλε την επερχόμενη αταξική κοινωνία και δεν είχε σημασία ποιος φορούσε τι και που. Το Άμστερνταμ, αλλά και ο Ίννι. Γνώριζε από μνήμης ένα σωρό ποιήματα, ήταν ένας καλός μιμητής. Γνώρισε και την Ζίτα, αλλά σ΄ αυτή την αδιαίρετη μάζα του χρόνου που περνά και δεν επιστρέφει, ο Ίννι έπαψε να την παρατηρεί. Έκανε συχνότερα έρωτα μαζί της αδιαφορώντας όμως για τα δυσοίωνα σημάδια. 
     Στον αντίποδα στέκεται ο Τάαντς, πατέρας και γιος. Ο ένας προέκταση του άλλου. Τύποι ευθυτενείς, δοσμένοι σ΄ ένα σκοπό, την ερμηνεία της ζωής. Όχι γυναίκες, όχι συναναστροφές. Τύποι μοναχικοί, κλεισμένοι σ΄ έναν κόσμο που τον δημιούργησαν οι ίδιοι. Ο κόσμος τους. Σαν ήρωες αρχαίας τραγωδίας με τις ψυχολογικές τους διακυμάνσεις, αλλά διαπνεόμενοι πάντα από τις αρχές τους. Και μέσα σε όλα αυτά υπάρχει και η μανία με τα κύπελλα. Τα κύπελλα που έχουν σχέση με την τελετουργία του τσαγιού και επομένως με το Ζεν.
      Στο τέλος αυτός που επιβιώνει είναι ο Ίννι. Όταν προσαρμόζεται κανείς στις συνεχείς αλλαγές της ζωής, επιβιώνει πιο εύκολα. Αυτός όμως που τελικά ζει μέσα στις συνειδήσεις των ανθρώπων, όσων τουλάχιστον τον γνώρισαν, αυτός που μένει στα όνειρα, είναι ο Τάαντς, και πατέρας και γιος.
     Ο Νόοτεμποομ και σ΄ αυτό το μυθιστόρημα, όπως και στο προηγούμενο που διάβασα ("Ακόλουθη Ιστορία"), πραγματεύεται την έννοια της ψυχής, τη διαχρονικότητα, το αιώνιο. Στην "Ακόλουθη ιστορία" είχαμε την πλατωνική προσέγγιση του "Φαίδωνα", εδώ στις "Ιεροτελεστίες" έχουμε την  ανατολίτικη προσέγγιση. Ο συγγραφέας πάντως φαίνεται ότι ψάχνει, ψάχνει το βαθύτερο νόημα που κρύβεται πίσω από το καθημερινό, το στιγμιαίο. Απλώς υπάρχει ο κίνδυνος ορισμένες φορές να διολισθήσεις στη φλυαρία όταν καταπιάνεσαι με τέτοια θέματα. Και ο Νόοτεμποομ πέφτει σε αυτή την παγίδα ορισμένες φορές. Ο Ανταίος Χρυσοστομίδης αφηγείται ότι σε μία παρέα που είχαν συνυπάρξει οι δύο μεγαλύτεροι σύγχρονοι ολλανδοί συγγραφείς, ο Χάρι Μούλις και ο Κέες Νόοτεμποομ, υπέβοσκε και ένας ανταγωνισμός για το ποιος από τους δύο θα γοητεύσει περισσότερο.  Νικητής με διαφορά ήταν ο Μούλις, όπως λέει ο Χρυσοστομίδης!

Κυριακή, 8 Δεκεμβρίου 2013

Στοχασμοί - Αν. Πόρτσια


  • Υπάρχουν όνειρα που έχουν ανάγκη από ξεκούραση.
  • Το παιδί δείχνει το παιχνίδι του, ο άντρας το κρύβει.
  • Αφού δε σκέφτεσαι ν΄ αλλάξεις δρόμο, γιατί ν΄ αλλάξεις οδηγό;
  • Όπου δεν υπάρχει κάτι καλό να το δείξουμε, η νύχτα είναι το καλό.
  • Το δέντρο είναι μόνο του, το σύννεφο μόνο του. Όλα είναι μόνα τους, όταν είμαι μόνος.

Ποια ανάγκη μας ωθεί να ζητάμε το λιτό, το απέριττο, το συμπυκνωμένο; Τάση να αποφύγουμε την πολλή σκέψη ή μήπως αντιθέτως να δημιουργήσουμε πολλή σκέψη; Αποφεύγω τα τσιτάτα που έχουν γίνει μανιέρα, που έχουν γίνει σύνθημα. Βαρέθηκα τα συνθήματα, γιατί σε υποβάλουν... Οι "Voces" όμως του Αντόνιο Πόρτσια κρύβουν περισσότερα από όσα λένε. Κρύβουν την ίδια τη ζωή. Τη φωτογραφίζουν σε ιδιωτικές στιγμές. Λες και ο Πόρτσια είναι ένας αδιάκριτος φωτογράφος (όχι όμως και παπαράτσι...) και φωτογραφίζει τη ζωή σε ανύποπτες στιγμές. Τη φωτογραφίζει και μετά τη ζωγραφίζει...



  • Καμιά φορά χρειάζομαι τη λάμψη ενός σπίρτου για να φωτίσω τ΄ αστέρια.
  • Εκείνος που έχει φτιάξει χίλια πράγματα κι εκείνος που δεν έφτιαξε κανένα, έχουν την ίδια επιθυμία: να φτιάξουν ένα πράγμα.
  • Όποιος φτιάχνει ένα παράδεισο από το ψωμί του, από την πείνα του φτιάχνει μια κόλαση.
  • Πάντα για να σώσεις τη στιγμή, την αιώνια στιγμή, χαμογελάς μια στιγμή, πάντα.
  • Το βαθύ όταν το δεις σε βάθος, είναι επιφάνεια.





Τετάρτη, 4 Δεκεμβρίου 2013

Βάτραχοι - Αριστοφάνης


Η Κωμωδία του Αριστοφάνη "Βάτραχοι" αποτελεί ένα δείγμα οξείας καλλιτεχνικής κριτικής. Ο κωμωδιογράφος μας άφησε παρακαταθήκη τον κανόνα των τριών μεγάλων τραγικών. Σας να μας λέει ότι τρεις είναι οι μεγάλοι τραγικοί, ο Αισχύλος, ο Σοφοκλής, ο Ευριπίδης, και μάλιστα η σειρά τους αυτή δείχνει και την αξιολογική τους κλίμακα, και μετά τέλος... Το τέλος της τραγωδίας... Ίσως όμως ο Αριστοφάνης δεν διαισθάνθηκε και το τέλος και της κωμωδίας, έτσι τουλάχιστον όπως ο ίδιος το υπηρέτησε, την πολιτική κωμωδία. Βέβαια κρίνοντας τόσους αιώνες μετά εμείς καταλαβαίνουμε το τί μεγάλο κακό μπορεί να προκαλέσει ένας πόλεμος. Η κωμωδία παίζεται το 405 π.Χ. , ένα χρόνο πριν την ολοκληρωτική ήττα της Αθήνας στον πελοποννησιακό πόλεμο. Και μετά το σκηνικό αλλάζει: τέλος τα πολιτικά οράματα και οι ουτοπίες, ο καθένας πλέον κοιτάζει τον εαυτό του... Μετά ακολουθεί η κωμωδία ηθών, Μένανδρος. Ο Αριστοφάνης όμως το 405 βρίσκει ένα τρόπο να σώσει την πόλη του από την καταστροφή: να κατεβεί ο Διόνυσος στον κάτω κόσμο και να φέρει έναν ποιητή για να σώσει την Αθήνα. Για τον Ευριπίδη κατέβηκε, αλλά ανέβηκε με τον Αισχύλο. Ο άνθρωπος στις μεγάλες καταστροφές εξιδανικεύει το παρελθόν!    



ΑΡΙΣΤΟΦΑΝΗΣ
Ο Αριστοφάνης γεννήθηκε το 450 περίπου π.Χ. στον αττικό δήμο των Κυδαθηναίων, στη σημερινή Πλάκα. Πέθανε στα μέσα της δεκαετίας του 380, κι έτσι ο Αριστοφάνης κατά τη νεαρή του ηλικία έζησε την πολιτιστική και πολιτική άνθηση της Αθήνας υπό τον Περικλή. Ως καθιερωμένος κωμωδιογράφος αναγκάστηκε να γνωρίσει τη διάβρωση του εδάφους, το οποίο εξέθρεψε το λογοτεχνικό είδος που διακονούσε, την παρακμή δηλαδή της δημοκρατίας κατά τη διάρκεια του πελοποννησιακού πολέμου μέχρι την κατάρρευση της πόλης το 404 π.Χ. Τα τελευταία χρόνια της ζωής του συμπίπτουν με τις προσπάθειες αποκατάστασης του πολιτεύματος εκ μέρους των δημοκρατικών. Ο Αριστοφάνης είναι ο μόνος από τους μεγάλους δραματουργούς της κλασσικής περιόδου που υπερέβη το χρονικό όριο του 404 π.Χ. Τα σωζόμενα έργα του χρονολογούνται μεταξύ 425 και 388 π.Χ.:
Αχαρνείς, Ιππείς, Νεφέλες, Σφήκες, Ειρήνη, Όρνιθες, Θεσμοφοριάζουσες, Λυσιστράτη, Βάτραχοι, Εκκλησιάζουσες, Πλούτος.

                                       




«Βάτραχοι» - Περίληψη

(η κωμωδία παρουσιάστηκε το 405 π.Χ)

Ο Διόνυσος, ο θεός του θεάτρου, κατεβαίνει στον κάτω κόσμο για να επαναφέρει στην Αθήνα τον αγαπημένο του ποιητή Ευριπίδη που είχε πεθάνει τον περασμένο χρόνο. Μόλις όμως φτάνει εκεί, βρίσκει τον Άδη σε αναστάτωση: ο Ευριπίδης προσπαθεί να διεκδικήσει από τον Αισχύλο το θρόνο της τραγικής ποίησης (ο Σοφοκλής που είχε πεθάνει επίσης το 406 π.Χ., λίγο μετά τον Ευριπίδη, παραχωρεί την πρωτοκαθεδρία στον Αισχύλο). Στον αγώνα που ακολουθεί τη θέση του κριτή αναλαμβάνει ο ίδιος ο Διόνυσος. Παρόλη την προτίμηση του Διόνυσου προς τον Ευριπίδη τελικά κλίνει προς τον Αισχύλο. Ο Αισχύλος οδηγείται στον κόσμο των ζωντανών για να βοηθήσει την Αθήνα, όπως έκανε όσο ζούσε.


 


Χορός τῶν Μυστῶν
Ο χορικός ύμνος στον Ίακχο αποτελεί ένα απ' τα ομορφότερα θρησκευτικά τραγούδια του Αριστοφάνη. Είναι μια προσευχή στο θεό που χαρίζει το ξανάνιωμα και το σφρίγος.


Ἴακχε, πολύτιμε,
Ἴακχε, ἔλα καί χόρεψε
στούς χλοερούς λειμῶνες
παρέα μέ τούς ὅσιους τούς μύστες
καί τούς εὐσεβεῖς προσκυνητές.
Στεφάνωσε τήν κεφαλήν σου
μέ τούς καρπούς
τῆς θάλλουσας μυρτιᾶς.
Χτύπα γερά τό πόδι σου στή γῆ
καί πάρε τό ρυθμό της
καί χόρεψε τόν ἱερό
τόν ἄψογο χορό
τόν ἔμορφο χορό τῶν Χαρίτων
τόν ὅσιο χορό τῶν μυημένων.
Ἴακχε, στόν μυστκό μας ὅμιλο
προχωρεῖ καί φτάνει,
κτατώντας τόν πυρσό,
τό πανάγιο φῶς
πού καταυγάζει λαμπρό
τίς νύχτες τῆς Μεγάλης Ἀγρύπνιας.
Στόν ἱερό λειμώνα
τά πάντα λούζει τό φέγγος ἱλαρό.
Φτερώνουν τῶν γερόντων τά γεγονότα
κι ἡ ἱερά πανήγυρις
τοῦ μόχθου καί τῆς θλίψης
ἀλαφρώνει τό φορτίο.
Σηκώνει τό βάρος τοῦ πένθους
πού σώρευσεν ὁ Χρόνος ὁ πολύς.
Μέ τή λαμπάδα στό χέρι, Μακάριε,
σύρε μπροστάρης τό χορό,
τό χορό τῶν ἐφἠβων
στό χοροστάσι πού τό πνίγουν
τά χαμολούλουδα καί τά μυριστικά.
Σκορπίστε ὅλοι
στίς ὁλάνθιστες χαράδρες
καί στίς δασώδεις τίς πλαγιές,
πηδώντας καί χορεύοντας
μέ γέλια, χωρατά καί μέ πειράγματα.
Μέ πονηρούς ὑπαινιγμούς
καί ἐρωτικά παιχνίδια.
Χορτάσαμε τά δῶρα τῆς γιορτῆς,
χορτάσαμε τή βρώση καί τήν πόση.
Ἀνέβα τῶν ὕμων τήν κλίμακα
καί βάλε μέσα στή φωνή σου
τόν γλυκασμό της μελωδίας.
Τραγούδησε τή σώτειρα θεά, τήν Ἀθηνᾶ,
τήν πολιοῦχο στρατηγό.
Τραγούδησε τήν ἄνασσα, τήν Δήμητρα,
πού φέρνει τῶν καρπῶν τήν εὐφορία.
Ὑμνῆστε τούς κελαϊδισμούς
πού τή γόνιμη γῆ πλημμυρίζουν
καί στό ρυθμό χορέψτε τοῦ σύμπαντος.
Δήμητρα, ἐσύ, πού ἐποπτεύεις
τίς τελετές τῶν ἱερῶν ὀργίων ,
δεῖξε μας τό χορό τῶν μυστηρίων,
στό γέλιο τῶν ἀθώων,
στόν αὐτοσαρκασμό πού ξαλαφρώνει
καί στόν χλευαστικό ἐξορκισμό
τῆς ἀδικίας.
Μετφρ. Κ. Γεωργουσόπουλος


Και ένα απόσπασμα από τον ποιητικό διαγωνισμό, που ο Διόνυσος θέτει πολιτικές ερωτήσεις στους δύο διαγωνιζόμενους...

ΔΙΟΝΥΣΟΣ
  Να δείξει στο λαό μας πώς να ζει
  και να τιμάει τους χορούς της τέχνης. Όποιος απ’ τους δυο σας
  δύναται στο έθνος ήθος να διδάξει, αυτόν θα πάρω.
  Αρχίζω. Θέμα: ο Αλκιβιάδης ο εξόριστος.
  Κανένας δεν τον ξεπερνά
  ούτε σε σφάλματα ούτε σε αρετές. Ζημίωσε
  μα και ωφέλησε την πόλη όσο κανείς.
  Τί κάνουμε; Τον φέρνουμε από την εξορία;
  Είν’ αναποφάσιστο το κράτος.
ΕΥΡΙΠΙΔΗΣ
  Ποια η στάση του λαού;
ΔΙΟΝΥΣΟΣ
  Α, ο λαός μας. Τον μισεί, μα και τον έχει ερωτευτεί.
  Για καταθέστε άποψη και σεις.
ΕΥΡΙΠΙΔΗΣ
  Καταδικάζω τον πολίτη που δισταχτικά υπηρετεί το έθνος
  και αδίσταχτα θα το ζημιώσει.
  Άξιος για τα συμφέροντά του, ανάξιος για την κοινότητά του.
ΔΙΟΝΥΣΟΣ
  Άριστα του βάνω.
  (Στον Αισχύλο) Η δική σου άποψη;
ΑΙΣΧΥΛΟΣ
  Λεοντιδέα, να μην πάρεις, άνθρωπε, για κατοικίδιο.
  Πλην, άπαξ και τον αναστήσεις, άνθρωπε, στο σπίτι σου,
  όπως θα σου βαράει να χορεύεις.
ΔΙΟΝΥΣΟΣ
  Δία, πάλι σ’ αδιέξοδο εγώ.
  Σοφός ο ένας, πλην σαφής ο άλλος.
  Ρίχτε για συμπλήρωμα και από μία γνώμη
  πώς το έθνος να περισωθεί.
ΕΥΡΙΠΙΔΗΣ
  Αν πολίτες που ως τώρα εμπιστευόμαστε
  αρχίσουμε να υποψιαζόμαστε, κι αυτούς που κάναμε στην πάντα
  ξαναβάλουμε στην ενεργό υπηρεσία, ίσως να σωθούμε. Ίσως.
  Αφού ο δρόμος που ακολουθούμε τώρα πάει σε γκρεμό,
  αν πάρουμε αντίστροφη πορεία, μήπως δούμε άσπρη μέρα;
ΔΙΟΝΥΣΟΣ
  Εσύ, τι θα μας πεις;
ΑΙΣΧΥΛΟΣ
  Πρώτα ενημέρωσέ με
  ποιους εδιάλεξε ηγέτες του το έθνος; Τίμιους και άξιους;
ΔΙΟΝΥΣΟΣ
  Πώς! Από πίσω!
  Βρε, το έθνος πλέον γοητεύεται από απατεώνες!
ΑΙΣΧΥΛΟΣ
  Επειδή δεν έχει περιθώρια επιλογής, το ξέρω.
  Όμως, τέτοιο έθνος, πώς να το γλυτώσεις;
  Αφού δε βολεύεται ούτε με γούνα ούτε με καπότα.
ΔΙΟΝΥΣΟΣ
  Βρες μου την απάντηση εσύ, αν θες να ξαναδείς ημέρας φως.
ΑΙΣΧΥΛΟΣ
  Απάντηση έχω. Αλλά θα τη φανερώσω μόνο εκεί. Εδώ αρνούμαι.
ΔΙΟΝΥΣΟΣ
  Όχι. Από τον κάτω εδώ κόσμο πρέπει ν΄ ανέβουν
  απάνω ευαγγέλια χαράς.
ΑΙΣΧΥΛΟΣ
  Όταν τη γη του εχθρού την εκτιμήσουν όσο τη δική τους,
  όταν τη δική τους γη την εκτιμήσουν όσο και του εχθρού τους,
  όταν μάθουν ότι πλούτος τους και δρόμος τους η θάλασσα κι
  αυτό που θεωρούνε τώρα πλούτο τους.
ΔΙΟΝΥΣΟΣ
  Μωρ’ έχεις δίκιο. Μονάχα που ό,τι πλούτο βγάλουν τους
  τον τρώνε οι δικαστικοί.
ΕΥΡΙΠΙΔΗΣ
  Ένα σου λέω: όταν θα διαλέγεις,
  ενθυμού σε τι θεούς τι όρκους έβαλες
  να με γυρίσεις πίσω.
ΔΙΟΝΥΣΟΣ
  Η γλώσσα μου είχ’ ορκιστεί, όχι εγώ – από δικό σου έργο αυτό.
  Εγώ διαλέγω Αισχύλο!
ΑΙΣΧΥΛΟΣ
  Θα μεριμνήσω. Από δω, η έδρα μου.
  Βάλε μου αναπληρωματικό τον Σοφοκλή
  να μου τηνε προσέχει, μήπως και τυχόν
  ξανάρθω εδώ κάποτε.
  Τον κρίνω κορυφαίο συγγραφέα, ύστερ’ από μένα.
  Τον τύπο από δω, τον δήθεν συγγραφέα,
  φτωχοκλέφτη και ιντριγκάδόρο
  να μην τον καθίσετε ποτέ στην έδρα μου,
  μακάρι κι αν δηλώνει ότι δεν τη θέλει! Αυτά.

Μετάφραση Π. Μάτεση
 
 
 





Τρίτη, 3 Δεκεμβρίου 2013

Παράφορο Πάθος - Κ. Αρκουδέας

  


 Όταν για τον έρωτα έχει γράψει ο Πλάτωνας και τον έχει αναλύσει μάλιστα με το δικό του φιλοσοφικό - εικονοπλαστικό τρόπο, τότε αναρωτιέσαι τί άραγε προσθέτει ένα ακόμη μυθιστόρημα για τον έρωτα. Τι άραγε προσθέτει; Προσθέτει μια προσωπική εμπειρία, το δικό σου λαχάνιασμα ... Γιατί, αν δεν λαχανιάσεις πάνω από ένα κορμί (ή και κάτω ή και πλαγίως...), τότε έρωτας δεν υπάρχει. Αυτό νομίζω ότι δίνει και το τελευταίο μυθιστόρημα του Κώστα Αρκουδέα: το δικό του λαχάνιασμα στον έρωτα. Βέβαια όχι ακριβώς το δικό του, αλλά του ήρωά του. Του Πέτρου. Η αντρική ματιά, η αντρική προσέγγιση στον έρωτα. Πως βιώνει ένας άντρας τον έρωτα; Ανολοκλήρωτα θα έλεγα... Δεν κλείνει κεφάλαια εύκολα ο άντρας στη ζωή του. Του αρέσει να παίζει σε αρκετά ταμπλώ. Κοινωνική κατάκτηση, κοινωνικό κατάλοιπο; Ο Πέτρος πάντως, ένας άνθρωπος κατά βάθος κλειστός και εσωστρεφής, μου άφησε ένα ερωτηματικό. Η Άννα μου άφησε μια κατάφαση. Δέχεται τη ζωή πιο ρεαλιστικά. Στον έρωτα νομίζω ότι μια γυναίκα πιο δύσκολα δέχεται την απόρριψη. Ο άντρας ίσως πιο εύκολα. Γι΄ αυτό και η γυναίκα προσαρμόζεται πιο εύκολα. Ίσως...
    Το αφηγηματικό παρόν του μυθιστορήματος μας πηγαίνει στο αρχαίο θέατρο της Επιδαύρου. Στην παράσταση "Βάκχες", έργο διονυσιακό, άγρια ερωτικό. Κατά τη διάρκεια της παράστασης έχουμε το flash back της ερωτικής ιστορίας του Πέτρου και της Άννας.... 



Από τη βιβλιοπαρουσίαση στο Sofa Bar...

Μια βιβλιοπαρουσίαση οφείλει να σου εξάπτει το ενδιαφέρον για να διαβάσεις το βιβλίο κι όχι να σου εξαντλεί το περιεχόμενο του βιβλίου!

Τετάρτη, 20 Νοεμβρίου 2013

"Η ακόλουθη ιστορία" Κέες Νόοτεμποομ



Στη λέσχη ανάγνωσης αποφασίσαμε να περάσουμε σε έναν ολλανδό συγγραφέα, το Χάρι Μούλις. Ψάχνοντας όμως στο ενδιαφέρον blog του No14ME (ελπίζω να το γράφω σωστά!) έπεσε το μάτι μου σε μία ανάρτηση σχετικά με τον επίσης ολλανδό συγγραφέα Κέες Νότεμποομ και το μυθιστόρημα "Η ακόλουθη ιστορία". Η στάση ήταν αναπόφευκτη,ο έρωτας ακαριαίος ... έστω κι αν εφήμερος... 
  Αρχικά με τράβηξε το γεγονός ότι ο αφηγητής-ήρωας του έργου είναι ένας φιλόλογος, κλασσικός μάλιστα (σαν και του λόγου μου), ονόματι Χέρμαν Μύσερτ και ήμουν περίεργος να δω πώς πλάθεται ως χαρακτήρας. Ο δάσκαλος λοιπόν πρέπει να επαναλαμβάνει το κάθετι δύο φορές αν θέλει να βάλει κάποια τάξη σε αυτό που εκ πρώτης όψεως μοιάζει με χάος... Διατηρεί κάποιες εμμονές πνευματικού επιπέδου... Τι Οβίδιος, τι Όμηρος, τι Ησίοδος... Η σχέση του όμως με τα κείμενα είναι σχέση αγγελιαφόρου με το μήνυμα ... Δεν είναι δημιουργός, είναι σχολιαστής... Ως δημιουργός ... γράφει κάποιους ταξιδιωτικούς οδηγούς... Η εμμονή του με τους αρχαίους συγγραφείς έχει ως αποτέλεσμα να του κολλήσουν οι μαθητές ένα παρατσούκλι: Σωκράτης. Αλλά και το πιο σημαντικό... η σχέση του με τους αρχαίους συγγραφείς, τον Πλάτωνα στην προκειμένη περίπτωση και η γνώση του πλατωνικού διαλόγου "Φαίδωνα". όπου εκεί ο Πλάτων πραγματεύεται το θέμα της αθανασίας της ψυχής, αυτό τέλος πάντων τον οδηγεί να υιοθετήσει την άποψη ότι η ψυχή είναι αθάνατη...
   Η ψυχή είναι αθάνατη... Το κομβικό σημείο του μυθιστορήματος... Κι όχι απλά είναι αθάνατη, αλλά η ψυχή του Χέρμαν Μύσερτ γίνεται ο αφηγητής του μυθιστορήματος. Ο Χέρμαν Μύσερτ κοιμάται ένα βράδυ στο Άμστερνταμ, αλλά ξυπνάει στη Λισσαβώνα. Το σώμα κείτεται στο Άμστερνταμ, νεκρό πια, η ψυχή όμως ξεκίνησε ένα ταξίδι... πρώτα στη Λισσαβώνα ... κι έπειτα μέσα στο καράβι μαζί με άλλες ψυχές για το μεγάλο ταξίδι άγνωστο για που...
   Γιατί όμως στη Λισσαβώνα πρώτα; Γιατί εκεί έζησε ένα μεγάλο έρωτα... Οι φιλόλογοι φαίνεται ότι είναι πολύ ερωτικοί τύποι ... Έναν έρωτα με τη γυναίκα ενός συναδέλφου του ... Γιατί ο συνάδελφός του ζούσε έναν έρωτα με μια μαθήτριά του... Και η γυναίκα του ήθελε να τον εκδικηθεί... Ένας έρωτας ανολοκλήρωτος... Τελικά οι φιλόλογοι χάνουν την αίσθηση του πραγματικού και του φανταστικού!  

Παρασκευή, 15 Νοεμβρίου 2013

"Ποτέ τον ίδιο δρόμο" Κ. Αρκουδέας

   Ποιο είναι το μότο του ταξιδευτή; Η φράση που τον συνεπαίρνει; Νομίζω ότι ο τίτλος του βιβλίου του Κώστα Αρκουδέα είναι αντιπροσωπευτικός: "Ποτέ τον ίδιο δρόμο".  Ο ταξιδευτής ποτέ δεν επαναλαμβάνει, αλλά και ούτε επαναλαμβάνεται. Διασχίζει συνεχώς καινούργιους δρόμους και ανακαλύπτει νέους κόσμους. Που υπήρχαν, αλλά δεν υπήρχαν για τον ίδιο. Και μετά θα δώσει όνομα σε αυτό το νέο κόσμο και ο νέος αυτός κόσμος θα αρχίσει να υπάρχει και για τους άλλους. Στο μυθιστόρημα του Κώστα Αρκουδέα ο ταξιδευτής ακούει στο όνομα Σαζ, παιδί αγιογράφου από την Πρίγκηπο, (βρισκόμαστε στον 17ο αιώνα) και αρχίζει το ταξίδι του που θα τον οδηγήσει στα βάθη της Αφρικής. Μια πορεία που θα συνοδευτεί με έρωτα, πόνο, προδοσία, φιλία, τρέλα, θάνατο... Και φυσικά ο νέος κόσμος... Που ακόμη κι αν τον έχουν ανακαλύψει άλλοι πριν τον ταξιδευτή, ο ταξιδευτής αυτό που ανακαλύπτει είναι ο ίδιος του ο εαυτός, το βαθύτερο εγώ του. Υποσυνείδητα. Και πάντα στο τέλος. Ο Σαζ, όπως και οι περισσότεροι μυθιστορηματικοί ήρωες του Κώστα Αρκουδέα, έχουν μια "λοξή" ,ματιά απέναντι στην πραγματικότητα. Η "λοξή" ματιά του Σαζ είναι ίσως και πιο κραυγαλέα συγκριτικά με άλλους μυθιστορηματικούς ήρωες... Παρόλα αυτά έτσι διαφοροποιείται από το μέσο άνθρωπο και είναι ήρωας, έστω και ... μυθιστορηματικός.

Τετάρτη, 13 Νοεμβρίου 2013

"Τα κατά Αιγαίον Πάθη" Κ. Αρκουδέας

   

Απ΄ ότι φαίνεται είναι δύσκολο να ταξιδέψεις σε κάποιο νησί του Αιγαίου και να μην γράψεις μια εμπειρία γι΄ αυτό. Ο Κώστας Αρκουδέας κατά την παραμονή του στη Σαντορίνη έγραψε "Τα κατά Αιγαίον Πάθη" (1994). Μια Σαντορίνη όμως όχι απαστράπτουσα και βουλιαγμένη από ορδές τουριστών, αλλά μια Σαντορίνη σκοτεινή και μοναχική. Μια Σαντορίνη που μυρίζει ακόμα από το θειάφι του σεισμού που την συντάραξε στην αρχαιότητα. Όπως και η Νίσυρος. Από τα πιο συγκλονιστικά νησιά που έχω επισκεφθεί (σχόλιο του γράφοντος...).
   Ο Γιώργος Ρώμας από την Πάτμο που βρίσκεται (αφηγηματικό παρόν) κάνει μια αναδρομή στο γεγονός που τον στιγμάτισε. Απηυδισμένος από τη ζωή του στην Αθήνα μαζεύει χρήματα για να περάσει κάποιες μέρες στο Αιγαίο. Τελείωμα του καλοκαιριού, μετά τον δεκαπενταύγουστο, τότε που αρχίζουν και φεύγουν οι πολλοί τουρίστες. Στη Σαντορίνη γνωρίζει τον Μπαλή, μια φιγούρα καλτ, φευγάτη... Μπαλής λοιπόν ή αλλιώς Διονύσης. Η σχέση του με τον Διόνυσο είναι προφανής. Ο Μπαλής είναι ένας σύγχρονος Σαμάνος. Και ως ...Βάκχος ο Μπαλής έχει και τη ... βακχική του πομπή. Τέτοιοι τύποι ασκούν τέτοια γοητεία που έχουν ορκισμένους φίλους - οπαδούς, αλλά και εχθρούς, με δυσδιάκριτα όρια μεταξύ τους. Το πάθος είναι το συνεκτικό στοιχείο της σχέσης τους. Έρωτας και έκσταση. Και τα όρια ανάμεσα στο λογικό και το παράλογο, το τώρα και το χθες, τη ζωή και το θάνατο είναι απειροελάχιστα. Και ο Μπαλής μετά από μια νύχτα έκστασης που αυτό προκάλεσε με κάποιες ... ουσίες εξαφανίζεται. Και βρίσκεται θαμμένος. Όσο όμως κι αν ακούγονται κάποιες εκδοχές για το θάνατό του, δεν πείθει καμία. Τέτοιοι τύποι χαράσσονται βαθιά μέσα στη μνήμη και λειτουργούν ως αρχέτυπα στάσης απέναντι στη ζωή.

Τετάρτη, 6 Νοεμβρίου 2013

Περί ... Λέσχης



   Μου έρχεται ορισμένες φορές στο μυαλό ο στίχος του Σαββόπουλου "φτιάχνουν οι Έλληνες κοινότητες και ιστορία οι παρέες", ή τελοσπάντων στο περίπου λέει αυτά ο Σαββόπουλος, μια και με την απομνημόνευση των στίχων ποτέ δεν τα πήγαινα καλά (φταίει ίσως το γεγονός ότι ποτέ δεν τραγουδάω ολοκληρωμένο ένα τραγούδι, παρά το σιγοψιθυρίζω, κι έτσι μου μένει ένα μελωδικό όλον με μια ημιτελή ιστορία...). Η έννοια της παρέας λοιπόν. Η ανοργάνωτη, η άδολη, η ανιδιοτελής. Χωρίς κανόνες, έτσι για το γούστο σου. Ενώ οι άλλες οι πνευματικές οργανώσεις περιέχουν κάτι το ... σεσηπός. Οι πνευματικές οργανώσεις και ομιλίες είναι σαν τη ... σύζυγο. Καταντά στο τέλος υποχρέωση, γιατί το σχεδιάζεις από καιρό. Ενώ η παρέα είναι σαν την ερωμένη. Μια αυθόρμητη κίνηση. Τελικά και όρος "λέσχη", κι αυτός κρύβει κάτι το κλειστό, το περιχαρακωμένο. Ενώ η λέξη "παρέα"... Ας κλείσω και με την ελπίδα να υλοποιηθεί και μια ευρύτερη παρέα ανάγνωσης (εκ του σύνεγγυς!) και σε ένα πανελλαδικό επίπεδο σε διάφορα μέρη της Ελλάδας κάθε φορά.....  

Τρίτη, 5 Νοεμβρίου 2013

Η χαμένη τιμή της Κατερίνας Μπλουμ - Χάινριχ Μπελ

   

Μετά το μυθιστόρημα "Οι απόψεις ενός κλόουν" σειρά είχε "Η χαμένη τιμή της Κατερίνας Μπλουμ". Θα ήθελα να σχολιάσω τον τίτλο του έργου: η χαμένη τιμή μιας γυναίκας... Από ποιον άραγε; Από ποιον δηλαδή μπορεί να χάσει μια γυναίκα την τιμή της; Από έναν άντρα; Από τον Λουντβιχ Γκαίτεν που γνώρισε η Κατερίνα Μπλουμ σε ένα αποκριάτικο πάρτυ; Αν συνέβαινε κάτι τέτοιο, τότε το μυθιστόρημα θα μας παρέπεμπε σε ένα σαφώς ρομαντικό (;), ίσως μελό, περιβάλλον, όπου η τιμή μιας γυναίκας ταυτίζεται με την παρθενιά της. Η Κατερίνα Μπλουμ όμως χάνει την τιμή της από ένα μηχανισμό, από τον αδυσώπητο αλλοτριωτικό μηχανισμό με τον οποίο λειτουργεί μια εφημερίδα. Η ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ. οπως χαρακτηριστικά αναφέρεται στο μυθιστόρημα. Η τιμή της χάνεται από τη στιγμή που δημοσιεύονται αδιάκριτες και παραμορφωτικές πληροφορίες που αφορούν την προσωπική της σχέση. Ο διαφθορέας είναι ένας μηχανισμός. 
 Οι εποχές έχουν αλλάξει. Ο Χάνριχ Μπελ μέσα από το μυθιστόρημά του περιγράφει τη μεταπολεμική Γερμανία και προβληματίζεται με τα όρια ελευθερίας του ατόμου. Έχει το άτομο "ζωτικό χώρο" για να ... αναπνεύσει; Ή μήπως έρχονται ποικίλοι συμβιβασμοί, όπως οικογένεια, εκκλησία, πολιτικά κόμματα (όπως στον Χανς Σνηρ στο "Οι απόψεις ενός κλόουν"), αλλά και έντεχνοι μηχανισμοί, όπως ο κίτρινος τύπος (όπως συμβαίνει με την Κατερίνα Μπλουμ)που περιορίζουν το άτομο; Και τότε το άτομο τι μπορεί να κάνει; Αυτή η γυναίκα πάντως, η Κατερίνα Μπλουμ, (μην ξεχνάμε ότι το μυθιστόρημα εκδόθηκε στη Γερμανία το 1974) δεν έμεινε απαθής στον κοινωνικό της εξευτελισμό. Δεν κατάπιε την ... ατίμωσή της. Αντέδρασε ... με τον τρόπο που μπορούσε ... το φόνο.
  Οι εποχές έχουν αλλάξει ... το είπαμε... αλλά και συνεχίζουν να αλλάζουν. Στην εποχή μας μια τέτοια ιστορία θα συγκινούσε άραγε; Ή μήπως θα θέλαμε να γίνουμε όλοι διάσημοι έστω και για λίγο, ανεξαρτήτως τιμήματος;   

Τρίτη, 29 Οκτωβρίου 2013

Οι απόψεις ενός κλόουν - Χάινριχ Μπελ

   

Η φετινή λογοτεχνική χρονιά για τη λέσχη ανάγνωσης ξεκινά με μια συζήτηση σχετικά με το γερμανό συγγραφέα Χάινριχ Μπελ. (μήπως άραγε υποσυνείδητα επέδρασε αυτή η τάση να δαιμονοποιούμε κάθετι το γερμανικό;;;) Η τέχνη δεν έχει σύνορα και η φετινή μας λογοτεχνική πορεία σχεδιάζουμε να κινηθεί με άξονα την κεντρική και βόρεια ευρώπη. Οψόμεθα...
   Το πρώτο βιβλίο το οποίο διάβασα του Χάινριχ Μπελ ήταν "Οι απόψεις ενός κλόουν". Ο τίτλος γαργαλιστικός, το περιεχόμενο όμως τραγικό. Όπως και η περσόνα του κλόουν, Μια γελοιογραφικά καμωμένη μάσκα για να σκεπάσει έναν τραγικό χαρακτήρα. Τελικά η τραγωδία και και η κωμωδία είναι   φτιαγμένες από τα ίδια υλικά μόνο που διαφέρουν στο περιτύλιγμα.
   Ο Χανς Σνηρ, γόνος μιας πλούσιας και κοινωνικά ισχυρής οικογένειας, εγκαταλείπει την οικογένειά του, γιατί δεν αντέχει την υποκρισία και την ψευτιά που περιβάλει την οικογένειά του. Και επιλέγει να γίνει ... κλόουν. Κλόουν λοιπόν για να μπορεί να ... βγάζει τη γλώσσα στους καθωσπρέπει. Κάνει δηλαδή ένα άλμα για την άλλη πλευρά του ... ποταμού. Μαζί του είναι και η Μαρί, η πρώτη του και η μοναδική του αγάπη. Το στήριγμά του σ΄ αυτή την αντισυμβατική στάση  και συμπεριφορά. Τι γίνεται όμως όταν και αυτή η Μαρί τον εγκαταλείπει; Και μάλιστα για να παντρευτεί ένα σπουδαίο παράγοντα του γερμανικού καθολικισμού; Μέχρι πού μπορεί να φτάσει η απογοήτευση και η κατρακύλα του Χανς; 
   Περιμένω εκτιμήσεις των συν-αναγνωστών μου!  

Τρίτη, 22 Οκτωβρίου 2013

Θέμα ... οπτικής

   Στο μυθιστόρημα του Κ. Αρκουδέα με τον ηχηρό τίτλο "Παράφορο Πάθος" (το οποίο και διαβάζω αυτό τον καιρό) στάθηκα στην περιγραφή μιας σκηνής που μου τράβηξε το ενδιαφέρον: Υπάρχει κάποιος περιπτεράς ο οποίος κρεμάει τις εφημερίδες ανάποδα στο περίπτερο. Οι περαστικοί αναγκάζονται να στραβολαιμιάζουν για να διαβάζουν τα πρωτοσέλιδα. Προφανώς αρκετοί απομακρύνονται έκπληκτοι. Ώσπου κάποιος περαστικός κάνει κατακόρυφο. Με το κεφάλι κάτω και τα πόδια επάνω διαβάζει ατάραχος τις εφημερίδες. Ο περιπτεράς τον βλέπει,αλλά δεν λέει τίποτε. Ωστόσο, από τη στιγμή εκείνη ο περιπτεράς παύει να κρεμά τις εφημερίδες ανάποδα.
   Το σχόλιο του αφηγητή: για τον περιπτερά σημασία δεν έχει η εφημερίδα, το νέο που θέλει να σου περάσει η εφημερίδα, αλλά το μήνυμα, ο τρόπος δηλαδή παρουσίασης του νέου. Η αισθητική της επικοινωνίας. Απλώς αυτό το αντιλαμβάνεται μονάχα ένας και αποφασίζει συμβολικά να μιλήσει την ίδια γλώσσα με τον περιπτερά.
   Το σχόλιο το δικό μου: το να κάνεις κατακόρυφο για να επικοινωνήσεις εμπεριέχει κάτι το πρωτότυπο, αλλά και το επικίνδυνο, γιατί μπορεί και να σπάσεις το κεφάλι σου... 

Τρίτη, 15 Οκτωβρίου 2013

H ασυνέχεια του διαβάσματος...

...και η συνέχεια μιας ιστορίας

   Πολλές φορές συμβαίνει να μη μου αρέσει ένα βιβλίο. Δε μιλάει στην ... καρδιά μου. Γιατί το διάβασμα είναι και μια πράξη σχεδόν ερωτική. Αυτό που με απασχολεί τότε είναι αν θα πρέπει να εγκαταλείψω το βιβλίο. Αν θα πρέπει να παρατήσω αυτό το συγκεκριμένο σώμα από χαρτιά και τυπωμένα γράμματα και να πάρω στην αγκαλιά μου ένα άλλο. Αναγνωστικό διαζύγιο... Γιατί η αναγνωστική ... μοιχεία (για μένα τουλάχιστον) είναι ένα σύνηθες φαινόμενο. Αφήνω ένα βιβλίο για να διαβάσω ένα άλλο, που μου αρέσει περισσότερο. Και μετά επιστρέφω στο προηγούμενο. Και μέσα στο μυαλό μου μπερδεύονται οι ιστορίες και τα πρόσωπα, αλλά τόσο μεθυστικά, που στο τέλος επικρατεί ένα αφηγηματικό γαϊτανάκι...Το διαζύγιο όμως από το βιβλίο ... είναι και μια πράξη σκληρή. Σχεδόν επαναστατική. Εκκινείσαι από μια άρνηση για να καταλήξεις σε μια νέα θέση. Όπως και η Ιοκάστη. Η οποία άφησε τον Λάιο και πήρε τον Οιδίποδα. Βέβαια όχι με τη θέλησή της, άρα δεν ήταν και επαναστάτρια. Απλώς μου ήρθε η περίπτωσή της συνειρμικά... Για να αποφύγω λοιπόν το αναγνωστικό διαζύγιο, αποφάσισα να γίνω ... προαγωγός. Να προωθώ τα βιβλία που δε μου αρέσουν σε φίλους και να τα διαβάζουν εκείνοι (χωρίς βέβαια να τους αποκαλύπτω την πρόθεση της κίνησής μου). Στη συνέχεια θα μου μεταφέρουν την αναγνωστική τους εμπειρία. Με αυτό τον τρόπο σώζω ... την ιστορία. Πληροφορούμαι από τρίτους αυτό που θα απολάμβανα εγώ ιδίοις όμμασι. Αυτό που ξεκίνησα εγώ, περιμένω να το ολοκληρώσουν άλλοι... 

   

Και η αρχή έγινε με το "Γαϊτανάκι του έρωτα¨του Σέρχιο Πιτόλ. Ξεκίνησα να το διαβάζω με τη σκέψη ότι είναι ένας μεξικάνος συγγραφέας, συνεχίζοντας τη λατινοαμερικάνικη παράδοση... αλλά τον βαρέθηκα ... εκτενείς περιγραφές, αφηγηματική αμηχανία,,,κουράστηκα ... και το πάσαρα το βιβλίο σε μία φίλη. Δεν προέβλεψα όμως ... το βαρέθηκε κι εκείνη ... όσο για την ιστορία ... προέκυψε λειψή ... ένα έγκλημα στο Μεξικό ... κι ένας ιστορικός αποφασίζει να το διαλευκάνει ... ως εκεί ... η ιδιότητα του προαγωγού φαίνεται πως δεν μου πάει...

Πέμπτη, 10 Οκτωβρίου 2013

"Ο Μεγάλος Ευνούχος της Κωνσταντινούπολης" Ζ. Λιβανελί

   

Σ΄ ένα λογοτεχνικό έργο ο συγγραφέας είναι ο δημιουργός (μήπως όμως και ο διαχειριστής του υλικού του;), ενώ ο αφηγητής είναι ο ... απεσταλμένος του. Ο πρώτος εκπροσωπεί τη σκέψη, ο δεύτερος την πράξη. Και πάντα τα όρια ανάμεσά τους είναι τόσο ρευστά που στιγμές στιγμές ξεχνάμε ποιος είναι ο συγγραφέας και ποιος ο αφηγητής με αποτέλεσμα να αποδίδουμε ιδιότητες του ενός στον άλλο, πράγμα που εκ των υστέρων αποδεικνύεται άστοχο.
   Μια αντιπροσωπευτική περίπτωση προσδιορισμού της έννοιας του αφηγητή συνάντησα στο μυθιστόρημα του Ζουλφί Λιβανελί με τίτλο "ο Μεγάλος Ευνούχος της Κωνσταντινούπολης". Το έργο αναφέρεται στην οθωμανική αυτοκρατορία τον 17ο αιώνα, τότε που σουλτάνος ήταν ο Ιμπραήμ (1640-1648). Πως όμως είναι δυνατόν να έχουμε μια κατά το δυνατόν πληρέστερη και αντικειμενικότερη ματιά των γεγονότων; Γι΄ αυτό ο Λιβανελί επιλέγει τον αρχιευνούχο του παλατιού ως αφηγητή, γιατί αυτός μπορεί και κινείται πιο ελεύθερα μέσα στα ανάκτορα, αυτός που έχει κάτω από τον έλεγχό του το χαρέμι. Κι αυτό συμβαίνει γιατί θεωρείται ο πιο ακίνδυνος. Ευνουχισμός σημαίνει απομάκρυνση του κινδύνου για τους άλλους ... (πόσο κυνικό!). Κι όμως ο ίδιος εξομολογείται μέσα στο έργο ότι ευνουχισμός δε σημαίνει αυτόματα και εξαφάνιση του πάθους. Πάθος υπάρχει, δεν υπάρχει όμως το ... μέσο, το όργανο για να το εκφράσει. Κατά τ΄ άλλα το έργο σου αφήνει την πικρή, αλλά και ... γνωστή αίσθηση ότι η παρασκηνιακή πολιτική είναι αυτή που θριαμβεύει. Ο σουλτάνος δεν είναι παρά ένα άθυρμα ενός οργανωμένου σχεδίου που το συλλαμβάνει μια άλλη δύναμη. Στη συγκεκριμένη περίπτωση η μητέρα. Η μητέρα είναι ο εγκέφαλος. Αλλά και οι γυναίκες του χαρεμιού...Κι αυτές τόσο ανυπεράσπιστες μέσα στην ομορφιά τους. Θα έλεγες και είναι θύματα της ομορφιάς τους.
   Το εν λόγω μυθιστόρημα του Λιβανελί ήταν αυτό με το οποίο ολοκληρώσαμε την περυσινή μας λογοτεχνική διαδρομή στη λέσχη ανάγνωσης. Επιλέξαμε έναν τούρκο συγγραφέα για να κλείσουμε τον κύκλο των ευρωπαίων συγγραφέων της μεσογείου. Αυτή την αίσθηση της θάλασσας της μεσογείου νομίζω ότι τη μετέφερε στη μουσική του ο Λιβανελί και από εκεί στο συγγραφικό του έργο. Θάλασσα και μουσική...Τα σχόλια που ακούστηκαν εξάλλου για το έργο ήταν όλα θετικά... 

Κυριακή, 6 Οκτωβρίου 2013

Η προσευχή του Χρύση

   Ο άνθρωπος συνηθίζει να επικαλείται το θεό για να του ζητήσει διάφορα....υγεία-δύναμη-χρήματα-ελευθερία-ένα ερωτικό πρόσωπο-ένα κινητό τηλέφωνο-ευτυχία....άνθρωπος και επιθυμίες...μικρές και μεγάλες...
   Τι συμβαίνει όμως όταν ζητά την καταστροφή του άλλου; Αυτό με προβλημάτισε διαβάζοντας την προσευχή του ιερέα Χρύση απέναντι στον Απόλλωνα: 

«Άκουσέ με, αργυρότοξε, της Χρύσης και της θείας 
Κίλλας προστάτη, κύριε στην Τένεδο, Σμινθέα,
εάν σου έκτισα ναόν να χαίρεται η καρδιά σου, 
εάν ποτέ σου έκαψα μεριά καλοθρεμμένα 
ταύρων κι ερίφων, τούτον μου τον πόθον τελείωσέ μου· 
τα βέλη σου στους Δαναούς τα δάκρυά μου ας πλερώσουν».



ραψωδία Α στ.37-42

Η προσευχή του Χρύση έχει τα τυπικά στοιχεία μιας προσευχής:επίκληση στο θεό Απόλλωνα, αναφορά του Χρύση σε διάφορες ιδιότητες του Απόλλωνα, υπενθύμιση των προσφορών του στον Απόλλωνα και τέλος η διατύπωση του αιτήματος: η κατάρα του Χρύση να πληρώσουν οι Δαναοί(Αχαιοί). Και η αιτία για όλα αυτά; Η τιμή. Η αποκατάσταση της τιμής της Χρυσηίδας. Και το αποτέλεσμα; Ο θεός πραγματοποίησε το αίτημα του Χρύση μετά από εννέα ημέρες.


Η τιμωρία αποτελεί μια κολακευτική αίσθηση για αυτόν που νιώθει αδικημένος. Και ο θεός-τιμωρός είναι η πιο προστατευτική φιγούρα. Πόσο εύκολα όμως ζητούμε την προστασία; Και πόσο εύκολα ... πουλάει κάποιος την προστασία στην εποχή μας; Τουλάχιστον στην εποχή μας ας διατηρήσουμε την αυτονομία μας...

Δευτέρα, 30 Σεπτεμβρίου 2013

Φεστιβάλ Δράμας 2013



     Στη Δράμα πραγματοποιήθηκε το φεστιβάλ ταινιών μικρού μήκους και για μια ακόμη φορά εντυπωσιάστηκα με το πόσο ... αλλού μπορούν να σε μεταφέρουν αυτές οι ολιγόλεπτες κινηματογραφικές δημιουργίες. Η σύγχρονη κοινωνία μέσα από εικόνες.
  Την Κυριακή 22 Σεπτεμβρίου παρακολούθησα τις βραβευμένες ελληνικές ταινίες. Στην  "Άννα" του Σπύρου Χαραλάμπους αποκαλύπτεται σε μια αλλοδαπή ο ανολοκλήρωτος έρωτας ενός ηλικιωμένου. Η "Νικολέτα" της Σόνιας Κέντερμαν μας δείχνει την τσαχπινιά ενός παιδιού κατά τη μεταπολεμική περίοδο. Το "Red Hulk" της Ασημίνας Προέδρου αποτελεί μια ωμή ψυχογράφηση ενός ατόμου-μέλους μιας ... ολοκληρωτικής ομάδας. Η "Γεννήτρια" της Νικολέτας Λεούση μας μεταφέρει στο κενό που βιώνει ο σύγχρονος απλήρωτος έλληνας ο οποίος συνεχώς ... φορτίζει. Το "Dead End" της Τώνιας Μισιαλή αποτελεί μια  σουρρεάλ καταγραφή της σχέσης ενός ηλικιωμένου ζευγαριού στην Κύπρο. Η "Σκιαμαχία" της Ντίνας Γρηγορίας περιγράφει την παράλληλη πορεία ενός άντρα και μιας γυναίκας ενός ζευγαριού. Η "Συνθήκη 10/60"του Άκη Πολύζου προβληματίζεται πάνω στη σχέση επιστήμης - πολέμου στα ταραγμένα μεταπολεμικά χρόνια. Και η "Pieta" είναι ένα ρεαλιστικό ...  ποίημα σχετικά με την αδιαφορία απέναντι στο διπλανό μας ξένο.    

Τετάρτη, 25 Σεπτεμβρίου 2013

Σκηνοθετικά τερτίπια

Ήταν και το φετινό ένα θεατρικό καλοκαίρι. Το καλοκαίρι θέλει θέαμα και εικόνα για να χτίσει την δική του ουτοπία, το δικό του μύθο. Κι όχι μόνο στις παραλίες που η ανάγκη για δροσιά σε παρασέρνει  τελικά να παρακολουθείς λουόμενα οπίσθια, καθώς ξεφυλλίζεις σελίδες βιβλίων. Τέλος πάντων.... Βρέθηκα λοιπόν στο αρχαίο θέατρο της Επιδαύρου και παρακολούθησα τον "Κύκλωπα" του Ευριπίδη σε σκηνοθεσία του Παπαβασιλείου. Σατυρικό δράμα δεν είχα παρακολουθήσει άλλη φορά και ήταν μια πρόκληση για μένα. Ως είδος το σατυρικό δράμα είναι πιο χοντροκομμένο από την αδελφή του, την κωμωδία, πιο ... μεγαρίτικο (μεγαρίτικη φάρσα...). Μέσα μου επικρατούσε και το ναι και το όχι. Τελικά ο Παπαβασιλείου κατάφερε να το κάνει ναι. Μια παράσταση ευφάνταστη. Ο σκηνοθέτης χωρίς να καταφύγει σε πρωτοπορίες και μοντερνιές κατόρθωσε να στήσει μια πολύ ενδιαφέρουσα παράσταση. Μια παράσταση με νεύρο. Πρώτα ο εγκιβωτισμός, η παράσταση μέσα στην παράσταση, αλλά  και η ευχάριστη μουσική κράτησαν το ενδιαφέρον. Ακόμη και ο Πιατάς στάθηκε σε ένα αξιοπρεπές επίπεδο. Ο μονόφθαλμος Κύκλωπας τελικά παρουσιάστηκε πολυπρισματικός... Μετά από ένα διάστημα ανηφόρισα στο θέατρο των Φιλίππων στην Καβάλα και παρακολούθησα τον "Πλούτο" του Αριστοφάνη σε σκηνοθεσία του Σαββόπουλου. Όσο κι αν δηλώνω πως δεν θέλω άλλο Αριστοφάνη το καλοκαίρι, η παράσταση του Σαββόπουλου ήταν μια πολλά υποσχόμενη. Μια παρθένα ματιά σε ένα θεατρικό κείμενο. Τελικά όμως της έλειπε κάτι. Ίσως το νεύρο. Το έργο έκανε κατά διαστήματα κοιλιές. Σκηνοθετική απειρία; Ο Σαββόπουλος (που τον θαυμάζω και τον εκτιμώ βαθύτατα)  παρουσίασε μια νιόβγαλτη κοπέλα, άβαφη και αφτειασίδωτη.. Ο Παπαβασιλείου μια ώριμη κυρία. Τελικά όλα είναι θέμα γούστου!







Σάββατο, 21 Σεπτεμβρίου 2013

Κόκκινος Απρίλης - Σαν. Ρονκαλιόλο

   

   Είναι εξόχως ερεθιστικό να καταπιάνεσαι με ιστορικές στιγμές ενός τόπου, γιατί αισθάνεσαι να κλείνεις παλιούς λογαριασμούς συλλογικού περιεχομένου. Και μάλιστα όταν οι ιστορικές αυτές στιγμές του τόπου αυτού φαίνεται να έχουν αρκετές αναλογίες με την ιστορία του δικού σου τόπου. Και επίσης βαμμένες με κόκκινο χρώμα...(και μεταφορικά και κυριολεκτικά)...
   Το μυθιστόρημα του Σαντιάγο Ρονκαλιόλο "Κόκκινος Απρίλης" διαδραματίζεται το έτος 2000 σε μια μικρή πόλη του Περού, την περίοδο του καρναβαλιού. Μέθη, διασκέδαση, μεταμφίεση... Περίοδος κατάλληλη για ξεφάντωμα. αλλά και ξεκαθάρισμα λογαριασμών. Και γιορτή θανάτου. Ένα πτώμα... Αλλά και κατά συρροήν δολοφονίες. Τις δολοφονίες ερευνά ο αντιεισαγγελέας πρωτοδικών Φέλιξ Τσακαλτάνα Σαλντίβαρ. Ο εισαγγελέας Τσακαλτάνα (όπως μας τον περιγράφει ο συγγραφέας στο οπισθόφυλλο) δεν έχει κάνει ποτέ τίποτε κακό, δεν έχει κάνει ποτέ τίποτα κακό, δεν έχει κάνει τίποτα που να μην ορίζεται σαφώς από τον κανονισμό λειτουργίας της υπηρεσίας του. Αυτοί οι τύποι όμως είναι και οι πιο μυστήριοι, γιατί κρύβουν μέσα τους τη ματαίωση..., αλλά και μία πάλη, μία πάλη προς την αλήθεια, έτσι όπως την εννοούν όμως οι ίδιοι. Κι έτσι μπλέκονται η κρατική διαφθορά, η εκκλησία, οι φυλακές, οι πολιτικοί κρατούμενοι, το "φωτεινό μονοπάτι"... εν ολίγοις η σύγχρονη ταραχώδης, αλλά και ερεβώδης σύγχρονη ιστορία του Περού.
   Πιστεύω πως έκλεισα προς το παρόν το κεφάλαιο του Σαντιάγο Ρονκαλιόλο διαβάζοντας τρία μυθιστορήματά του ("Ο Ουρουγουανός Εραστής", "Η Ντροπή", "Κόκκινος Απρίλης" - κατά σειρά ανάγνωσης). Ενδιαφέρουσα περίπτωση με ενδιαφέρουσες αναζητήσεις, αλλά ελλιπή γραφή ακόμη (για τα δικά μου τουλάχιστον γούστα)... Η γραφή του πιστεύω δεν εξυπηρετεί το μέγεθος των προθέσεών του.  Μου θύμισε και τον Θέρκας. Νέοι ευέλπιδες συγγραφείς με σαφή πολιτική αναζήτηση, αλλά ...ρευστή ακόμη μυθοπλασία. Το μέλλον είναι μάλλον με το μέρος τους! 

Παρασκευή, 20 Σεπτεμβρίου 2013

Ντροπή - Σαντ. Ρονκαλιόλο

   

Μετά από μια περίοδο αναγκαστικής καθημερινής ρουτίνας επιστροφή στη μυθοπλασία. Ή καλύτερα στην περιγραφή, τη συνοπτική περιγραφή μυθοπλαστικών μυθιστορημάτων που αποτελούν ένα καταφύγιο από τον ρεαλισμό, όταν μάλιστα αυτός είναι μονόδρομος. Και για αρχή το μυθιστόρημα του περουβιανού Σαντιάγο Ρονκαλιόλο με τίτλο "Ντροπή". Αυτό το αίσθημα της κοινωνικής συμβίωσης, ο σεβασμός που γεννιέται κατά την αλληλεπίδραση του εγώ με το εσύ. Η αιδώς των αρχαίων. Ο τίτλος επομένως σε προδιαθέτει για ένα πλέγμα κοινωνικών σχέσεων. Και ο φόντος είναι μια οικογένεια. Μια οικογένεια όμως που τα πρόσωπα είναι τόσο κοντά, αλλά και τόσο μακριά. Άτομα τα οποία συναντούμε καθημερινά, αλλά δεν ομολογούμε τις επιθυμίες, τους φόβους, τις εμπειρίες. Ένας άντρας ετοιμοθάνατος, μια γυναίκα που δέχεται πορνογραφικά γράμματα, ένα αγόρι που βλέπει παντού πτώματα, ένας γάτος που θέλει σεξ...Όλα αυτά αυτά τα τόσο αλλόκοτα άτομα μπλέκονται μεταξύ τους. Τόσο αλλόκοτα, γιατί τους λείπει η ανθρώπινη επαφή. Τόσο περίεργα που γίνονται γραφικές μυθιστορηματικές περσόνες. Και το μήνυμα; Μέσω της ανθρώπινης επαφής εκδηλώνεις και αποδέχεσαι την ιδιαιτερότητά σου και γίνεσαι μέλος ενός ευρύτερου συνόλου. Αλλιώς.... Αλλιώς η ντροπή κινδυνεύει να γίνει ενοχή και να χαθεί τελικά το υποκείμενο μέσα σε προσωπικούς λαβύρινθους.
    Το ύφος του βιβλίου ιδιαιτέρως απλό, εύληπτο (το μυθιστόρημα είναι εξάλλου και από τα πρώτα του συγγραφέα-μεταφέρθηκε και στον κινηματογράφο). Το θέμα του βιβλίου είναι ιδιαιτέρως βαρύ, το σώζει όμως το χιούμορ με το οποίο το δίνει ο συγγραφέας, πράγμα που μου δίνει την αφορμή να σκεφτώ πόσο κοντά είναι οι λατινοαμερικάνοι με τη μεσογειακή νοοτροπία. Σα να παρακολουθούσα ιταλικό νεορεαλιστικό κινηματογράφο.

Κυριακή, 1 Σεπτεμβρίου 2013

Άουσβιτς-Μπιργκενάου

Εκεί που η φρίκη συναντά τη σιωπή...

Επισκέφθηκα τα στρατόπεδα του Άουσβιτς και του Μπιργκενάου στην Πολωνία. Αυτό που ένιωσα; Η φρίκη να συναντά τη σιωπή. Αλλά και μια ευχή: να πεθάνω ελεύθερος!


Τα αποσπάσματα είναι από το μυθιστόρημα του Πρίμο Λέβι με τίτλο "Εάν αυτό είναι ο άνθρωπος". Στις 22 Φεβρουαρίου 1944, 650 άνθρωποι στάλθηκαν στο Άουσβιτς στοιβαγμένοι σε δώδεκα τραίνα για εμπορεύματα. Μόνο ο Πρίμο Λέβι και δύο άλλοι επέζησαν, έπειτα από παραμονή ενός έτους, πριν την απελευθέρωσή τους από τον ρωσικό στρατό τον Ιανουάριο του 1945. 




...Η αυγή μάς ξάφνιασε σαν προδοσία. Η καινούργια μέρα συμμαχούσε κι αυτή με τους ανθρώπους στην εξόντωσή μας. Τα διαφορετικά συναισθήματα που πάλευαν μέσα μας, της συνειδητής υποταγής, της εξέγερσης χωρίς ελπίδα, της εγκαρτέρησης, του φόβου, της απελπισίας, τώρα συγχωνεύονταν  -μετά από μια άυπνη νύχτα- σε μια ομαδική και ανεξέλεγκτη παραφροσύνη...


...Στη ζωή όλοι ανακαλύπτουν -αργά ή γρήγορα-ότι η απόλυτη ευτυχία είναι ανέφικτη, αλλά λίγοι θα εμβαθύνουν στον αντίθετο συλλογισμό: ότι ανέφικτη είναι και η απόλυτη δυστυχία. Οι περιστάσεις της ζωής που αποκλείουν την πραγματοποίηση και των δύο αυτών οριακών καταστάσεων,απορρέουν απ΄ την ανθρώπινη φύση, φύση εχθρική προς την έννοια του απείρου...


...Λίγοι είναι οι άνθρωποι που ξέρουν να βαδίσουν προς το θάνατο με αξιοπρέπεια, και συχνά αυτοί που δεν περιμένεις. Λίγοι ξέρουν να σιωπούν και να σέβονται τη σιωπή των άλλων...


...Για τους καταδικασμένους σε θάνατο η παράδοση ορίζει ένα αυστηρό τελετουργικό που δεν θέλει να εκφράσει την οργή και το πάθος, αλλά να δείξει ότι η καταδικαστική πράξη δεν αντιπροσωπεύει τίποτε άλλο παρά ένα θλιβερό καθήκον απέναντι στην κοινωνία, τέτοιο που να συνοδεύεται από τον οίκτο του ίδιου του δικαστή προς τον καταδικασμένο...


...Να μας κλέψει ποιος; Γιατί να μας κλέψουν τα παπούτσια; Και τα χαρτιά μας, τα ρολόγια, τα λίγα πράγματα που έχουμε στην τσέπη;...


...Όταν τελειώσαμε, ο καθένας έμεινε στη γωνιά του, χωρίς να τολμάμε να κοιτάξουμε ο ένας τον άλλον, Δεν έχουμε καθρέφτη για να δούμε το πρόσωπό μας, αλλά ο καθρέφτης βρίσκεται απέναντί μας, η όψη μας αντανακλάται σε εκατό μελανιασμένα πρόσωπα, σε εκατό ρυπαρές και αξιοθρήνητες μαριονέτες...


...Η συνάντησή μας τελείωσε, και είμαι γεμάτος θλίψη, μια ήρεμη θλίψη, που μοιάζει σχεδόν χαρά. Δεν ξανάδα τον Σλόμε, αλλά δεν ξέχασα το παιδικό του πρόσωπο, σοβαρό και γλυκό, που με υποδέχτηκε στο κατώφλι του σπιτιού των πεθαμένων...

Κυριακή, 25 Αυγούστου 2013

Μάγισσες

"Οι μάγισσες εμπνέουν ζωγράφους" είναι ο τίτλος ενός άρθρου που διάβασα στην "Καθημερινή της Κυριακής" (25-8) με αφορμή μια έκθεση ζωγραφικής στο Εδιμβούργο και προβληματίστηκα στη σχέση ανάμεσα στη "μαγεία" και τη "γυναίκα", στον τρόπο αναπαράστασης μιας μυστηριώδους γυναίκας...



Με τι μοιάζουν οι μάγισσες; Αγριωπές κυράδες με μυτερό καπέλο, τρίχες στο σαγόνι, αποκρουστικές ελιές και κιτρινοπράσινο δέρμα: θα τις αναγνωρίζαμε παντού, ακόμα και χωρίς το σκουπόξυλό τους. Ένα παιδί μπορεί να ζωγραφίσει μια στη στιγμή –μαύρο καπέλο και σκούπα (η γάτα και η χύτρα σπανίζουν, ίσως και να περιττεύουν στις μέρες μας). Οι μάγισσες είναι τόσο τυποποιημένες, έχουν γίνει κάτι σαν logo.

Η μαθητευόμενη μάγισσα του Γκόγια (πάνω σε σκούπα) είναι νέα αλλά ήδη αποκαμωμένη, καθώς διδάσκεται τα κόλπα από τη γηραιά κυρία που οδηγεί το σκουπόξυλο· η αίσθηση που δίνει η εικόνα είναι μιας «μαντάμ» που έχει αρπάξει ένα άμοιρο κορίτσι, την καινούργια της προστατευόμενη: η πορνεία σε σύνδεση με τη μαγεία.


Σάββατο των μαγισσών - Γκόγια

Και το ζοφερό τρίο του Φουζέλι, οι «Παράξενες αδελφές» από τον «Μάκβεθ», με τα κεφάλια τους αραδιασμένα σε προφίλ σαν τις ανοιχτές λεπίδες ελβετικού σουγιά, έχουν μεγάλες μύτες, δυνατά λαρύγγια και τρομερά σαγόνια. Δεν μοιάζουν με γυναίκες, νέες ή γριές, αλλά με άντρες.


Οι τρεις παράξενες αδελφές - Φουζέλι


Είχαν άραγε οι καλλιτέχνες αυτοί συναντήσει ποτέ στην πραγματικότητα κάποια γυναίκα που να μοιάζει με αυτές τις οραματικές φιγούρες; Καμιά από τις απεικονιζόμενες δεν είναι η κλασική γριά στρίγγλα της μεσαιωνικής λογοτεχνίας, η απόμακρη γεροντοκόρη του χωριού που την αναγκάζουν να υποστεί την πυρά ή την αγχόνη γιατί οι συντοπίτες της την έκριναν πολύ παράξενη στη συμπεριφορά της, πολύ οξυδερκή στις παρατηρήσεις της, πολύ επιδέξια με τα βότανα, ή επειδή απλώς την έβλεπαν να μιλάει μόνη της.

Όταν, επί πολλούς αιώνες, οι άνθρωποι πίστευαν ακόμα στις μάγισσες, τις παρουσίαζαν συχνά γυμνές - να πετάνε στο σεληνόφως, να συμμετέχουν σε «μαύρα Σαββατόβραδα», να πλαγιάζουν με τον διάβολο· ήταν πολυάσχολες και φιλήδονες. Η αμαρτία ήταν γραμμένη στο σώμα τους, που ήταν είτε παραμορφωμένο και αποκρουστικό είτε ύποπτα ωραίο.

Στη διάρκεια της ρομαντικής εποχής, οι μάγισσες στράφηκαν στο θεατρικό γκροτέσκο - οι αμυδρά φωτισμένες στρίγγλες στις εικονογραφήσεις του Ντελακρουά για τον «Φάουστ» του Γκαίτε, οι θεαματικές μάγισσες του Τζον Μάρτιν, που υψώνονται στον νυχτερινό ουρανό μέσα σε μια λάμψη αστραπής μπροστά στον Μάκβεθ, μικροσκοπικές και τρομαγμένες σε μια βραχοκορφή. Η παράδοξη παραλλαγή στο ίδιο θέμα του Ντάνιελ Γκάρντνερ παρουσιάζει τρεις καλλονές του καλού κόσμου σαν μάγισσες, με αραχνοΰφαντα ρούχα - ανάμεσά τους και η Τζορτζιάνα, Δούκισσα του Ντεβονσάιρ. Θα έλεγε κανείς ότι πρόκειται για μια σατιρική έκφραση μισογυνισμού, μόνο που φημολογείται ότι μία από τις γυναίκες εκείνες παρήγγειλε η ίδια τον πίνακα.

Μάγισσες - Ντάνιελ Γκάρντνερ


Ο Βικτωριανός ζωγράφος Φρέντερικ Σάντυς απεικόνισε την ίδια την τσιγγάνα ερωμένη του, Καόμι Γκρέι, στον ρόλο της Μήδειας, δίνοντας μια ανησυχητικά ρεαλιστική όψη στην οργισμένη, αμυντική έκφραση του προσώπου της μυθικής μάγισσας. Ωστόσο, ο φόβος που θα έπρεπε να εμπνέει η Μήδεια υπονομεύεται εντελώς από τα ζωηρά, φανταχτερά χρώματα του προ-ραφαηλίτη ζωγράφου.


                                     Φρέντερικ Σάντυς - Μήδεια

Το ασπρόμαυρο και η νύχτα πράγματι τοποθετούν σε πλεονεκτική θέση τη μάγισσα. Κι όταν μπλέκεται και η αντρική φαντασίωση, έστω και φαντασία τότε ...



(το κείμενο είναι στηριγμένο σε άρθρο
της Laura Cumming από τον Observer)