Κυριακή, 2 Οκτωβρίου 2016

"Τυφλόμυγα" Ευγενία Φακίνου

  Η "Τυφλόμυγα" είναι ένα μυθιστόρημα της Ευγενίας Φακίνου που εκδόθηκε το 2000 με έναν τίτλο σαφώς παιχνιδιάρικο. Παραπέμπει σε παιχνίδι παιδικό. Μονάχα που το παιχνίδι δεν είναι παιδικό. Είναι ένα παιχνίδι μάλλον για μεγάλους. Μια και ο έρωτας απευθύνεται κυρίως σε μεγάλους....
  Τα πρωταγωνιστικά πρόσωπα του έργου είναι τρία: η Αντρέα, η Άννα και ο Σίμος. Οι τρεις τους αποτελούν ένα ερωτικό τρίγωνο: δύο γυναίκες ερωτευμένες με τον ίδιο άντρα. Μια ιστορία λατρείας για τον ίδιο άντρα.
  Η Αντρέα από μικρή είχε εμφανίσει τάσεις φυγής, χανότανε και παρατηρούσε γύρω της πρόσωπα και καταστάσεις. Η Άννα έρχεται ως παρακόρη στην αστική οικογένεια της Αντρέα και είναι αυτή που τελικά θα καλμάρει και θα ισορροπήσει την προσωπικότητα της Αντρέα. Και θα γίνουν δύο πολύ καλές φίλες. 
  Η Άννα θα ερωτευθεί το Σίμο, έναν ζωγράφο, και θα τον παντρευτεί. Τον Σίμο θα ερωτευθεί και η Άννα, αλλά δεν θα τολμήσει να εκδηλώσει τον έρωτά της. Η σχέση της με την Άννα είναι πολύ πιο βαθιά, μια σχέση ριζωμένη σε ένα κοινό παρελθόν που δεν μπορεί να την γκρεμίσει ένας έρωτας.
   Ο Σίμος είναι ένας ευαίσθητος και παρορμητικός τύπος. Ένας άντρας που δύσκολα του αντιστέκονται οι άλλες γυναίκες. Και όταν χάνεται η έμπνευσή του...τότε η Αντρέα μαζί με την Άννα σκηνοθετούν ερωτικές περιπέτειες για τον Σίμο μαζί με κορίτσια-μαθήτριές του...σχέσεις εφήμερες, σχέσεις ελεγχόμενες και σκηνοθετημένες. Μέχρι που ο Σίμος γνωρίζει μια άλλη γυναίκα, την Ελένη, και τότε τα πράγματα αλλάζουν. Αυτή η γυναίκα δεν είναι  σαν τα άλλα κοριτσόπουλα, αυτή η γυναίκα αποπνέει κάτι διαφορετικό. Η κατάσταση τείνει να ξεφύγει από τον έλεγχο, αλλά...
  Στο τέλος η Ελένη θα φύγει με τον άντρα της που κι αυτός ανέχεται τις ... ερωτικές ιδιοτροπίες της γυναίκας του. Ένας έρωτας άνισος...
   Και μένουν πάλι οι τρεις τους ... Η Αντρέα, η Άννα και ο Σίμος...Οι τρεις τους...Πολύ πιο ανθρώπινοι, πολύ πιο ρεαλιστές. Απέναντι στον εαυτό τους και στον άλλο. Το πάθος τούς επεφύλαξε μια ανώμαλη προσγείωση στον εαυτό τους. Η Φακίνου δεν μας δίνει μια λύτρωση. Οι ήρωες είναι πιο ώριμοι να αντέξουν και να συνεχίσουν στη μορφή της σχέσης που οι ίδιοι επέλεξαν.

Κυριακή, 5 Ιουνίου 2016

"Kitchen" ΜΠΑΝΑΝΑ ΓΙΟΣΙΜΟΤΟ, εκδ. Καστανιώτη

   Με τον τίτλο "Kitchen"  έχουμε μία νουβέλα που αποτελείται από δύο μέρη: α) kitchen και β) kitchen 2. Τι σημασιολογικό φορτίο μπορεί να κρύβει μια κουζίνα; Η συγγραφέας δίνει την απάντηση ήδη από τις πρώτες σειρές: ..."Δεν υπάρχει μέρος στον κόσμο που ν΄ αγαπάω περισσότερο απ΄ ό τι την κουζίνα....". Και γιατί άραγε; Γιατί η κουζίνα ίσως είναι το πιο υλιστικό και γήινο δωμάτιο του σπιτιού, καθώς εκεί μαγειρεύεις, εκεί τις μεταφυσικές σου αναζητήσεις τις μετατρέπεις σε γαστριμαργικές δημιουργίες, εκεί κατεβάζεις τον ουρανό στη γη...
   Με ένα τέτοιο σκεπτικό μάλλον συνάντησα την ηρωίδα με το εξωτικό (για μένα) όνομα Μικάγκε Σακουράι. Η Μικάγκε έχει χάσει όλους τους δικούς της ανθρώπους και μένει τελείως μόνη στη ζωή, με αποτέλεσμα να μην αρνηθεί την πρόταση που της απευθύνει ο Γιούιτσι Τανάμπε να μετακομίσει και να την φιλοξενήσει στο σπίτι του. Ο Γιούιτσι είναι ένας νεαρός που γνώριζε την γιαγιά της Μικάγκε, ευαίσθητος και περίεργος, δούλευε μάλιστα και σε ανθοπωλείο, τον οποίο ακόμη και υποψιάστηκε η Μικάγκε μήπως ήταν και εραστής της γιαγιάς της...Στο σπίτι του ο Γιούιτσι μένει με τη μητέρα του την Έρικο, η οποία πρώτα ήταν άντρας, ο πατέρας, που μετά το θάνατο της γυναίκας του κάνει αλλαγή φύλου και γίνεται πλέον η μητέρα....Η Μικάγκε τελικά μετά από τους αρχικούς δισταγμούς μένει μόνιμα στο σπίτι του Γιούιτσι....
   Στο δεύτερο μέρος πάλι με θάνατο ξεκινά η ιστορία, μόνο που αυτή τη φορά η Έρικο είναι αυτή που πεθαίνει. Η μητέρα-πατέρας σκοτώνεται και έτσι πάλι υπάρχει ορφάνια. Η Μικάγκε στο σπίτι, στην κουζίνα των Τανάμπε. Αφοσιώνεται στη μελέτη της μαγειρικής και μαγειρεύει με την ενεργητικότητα ενός μανιακού. Μία αντίθεση διαπερνά το έργο, ο θάνατος και η σχέση των δύο ηρώων. Μονάχα που η σχέση της Μικάγκε με τον Γιούιτσι δεν εξελίσσεται μέσα από την κοινή τους διαδρομή, δεν ωριμάζουν ως ζευγάρι, μάλλον η σχέση τους εξελίσσεται μέσα από την προσωπική ωρίμανση του καθενός. Ο ένας πράγματι έχει ανάγκη τον άλλο. 
   Η γιαπωνέζα Μπανάνα Γιοσιμότο με τη νουβέλα που κυκλοφόρησε το 1988 νομίζω μας δίνει μια αισιόδοξη αντιμετώπιση της απώλειας και του θανάτου μέσα από τη συνύπαρξη, μέσα από τον άλλο. Χωρίς να είναι απαραίτητο να δημιουργήσει η ηρωίδα μια ερωτική σχέση, όπως εξάλλου θα μπορούσε, αυτή επιλέγει μια ανθρώπινη σχέση που της δίνει δυνάμεις να συνεχίσει τη ζωή της.

Κυριακή, 22 Μαΐου 2016

"Το σπίτι των κοιμισμένων κοριτσιών" ΓΙΑΣΟΥΝΑΡΙ ΚΑΒΑΜΠΑΤΑ, Εκδ. Καστανιώτη

ΤΟ ΣΠΙΤΙ ΤΩΝ ΚΟΙΜΙΣΜΕΝΩΝ ΚΟΡΙΤΣΙΩΝ

   Ένας τίτλος με μυστήριο ερωτικό προδιαθέτει για μια ερωτική περιπέτεια με  τα κοιμισμένα κορίτσια, που όμως δεν είναι το ερωτικό υποκείμενο, αλλά το ερωτικό αντικείμενο της αφήγησης.
   Το σπίτι λοιπόν που βρίσκονται αυτά τα κοιμισμένα κορίτσια είναι ένα "σπίτι", ένας ... οίκος, κάπου στην Ιαπωνία, εκεί όπου και διαδραματίζεται η υπόθεση, λίγο μακριά από τη θάλασσα που ακούγονται τα κύματά της. Το επισκέπτεται ο Εγκούτσι, ένας ηλικιωμένος εξήντα επτά ετών μετά από παρότρυνση ενός φίλου του. Πηγαίνουν εκεί γέροντες συστημένοι και περνούν τη βραδιά τους με νεαρές παρθένες οι οποίες όμως είναι κοιμισμένες και δεν ξυπνούν με τίποτε κατά τη διάρκεια της νύχτας, σαν ναρκωμένες δηλαδή. Η γυναίκα του σπιτιού, προφανώς όχι η ιδιοκτήτρια, αλλά η τσατσά δίνει τις οδηγίες στον Εγκούτσι για τη βραδιά: να μην επιχειρήσει να ξυπνήσει τη νεαρή κοπέλα, να μην της κάνει κακό και σε περίπτωση αϋπνίας του ίδιου υπάρχουν και υπνωτικά χάπια. Αυτό που αποκομίζει ο Εγκούτσι από αυτή την παράξενη στο ίδιο κρεβάτι αλλά και απομακρυσμένη συνύπαρξη είναι μια σειρά από αναμνήσεις της νιότης του, ερωτικού κυρίως περιεχομένου. Η νεαρή κοιμισμένη παρθένα αυτό που πετυχαίνει είναι να ξυπνά ερωτικά το παρελθόν του, γιατί προφανώς το ερωτικό παρόν για τον γέροντα Εγκούτσι μάλλον είναι ανενεργό...
   Ένα ερώτημα που διαπερνά το έργο είναι κατά πόσο ένας γέρος άντρας είναι άντρας ή τελικά έχει χάσει την αντρική του φύση. Και αντρική φύση είναι τελικά κυρίως η ερωτική ικανότητα; Ο Εγκούτσι είναι παντρεμένος, η γυναίκα του ζει, έχει τρεις κόρες, αλλά ο ίδιος αναζητά την αυτοεπιβεβαίωση του στην ηλικία που βρίσκεται. Γι΄ αυτό και επαναλαμβάνει τις επισκέψεις στο σπίτι. Τα γηρατειά και η νεότητα δίπλα δίπλα σε ένα κρεβάτι. Η νεότητα κοιμισμένη και τα γηρατειά με τα μάτια ανοιχτά. Ο ύπνος και ο θάνατος φαντάζουν τόσο κοντά. Και αυτό μας το τονίζει ο συγγραφέας πρώτα με τον θάνατο ενός γέροντα και στο τέλος με τον θάνατο και ενός κοριτσιού. Όμως ο θάνατος δεν είναι το ζητούμενο ούτε και το φοβερό σε αυτό το σπίτι. Ο θάνατος κουκουλώνεται, σημασία έχουν τα νεαρά κορίτσια που δίνουν μια επίφαση αισθησιακής απόλαυσης. Η ζωή υπάρχει μέσα σε αυτά τα κορίτσια που κοιμούνται, που είναι ναρκωμένα, που είναι τελικά τόσο ψεύτικα.
   Μια σκοτεινή, εσωτερική νουβέλα (κυρίως λόγω έκτασης) μας δίνει ο Καβαμπάτα. Αποτελεί  το πρώτο έργο του που διαβάζω και επομένως τώρα έρχομαι σε επαφή με αυτή την πατριαρχική γιαπωνέζικη κοινωνία. Το γεγονός ότι ο συγγραφέας αυτοκτόνησε ίσως ερμηνεύει και αυτή την εμμονή με το θάνατο. Νομίζω όμως ότι σκιαγραφεί εύστοχα την  αντρική ψυχή μέσα από τα στερεότυπα και τις συμβάσεις, που δεν έχει συμφιλιωθεί με το θάνατο, που αρνείται να συμφιλιωθεί με το θάνατο και, που δεν γνωρίζω, αν τελικά μπορεί και να το καταφέρει.