Κυριακή, 1 Μαΐου 2011

ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ - Γιώργος Συμπάρδης

 H Κυριακάτικη Καθημερινή (5-5) δημοσίευσε δύο άρθρα για το συγγραφέα Γιώργο Συμπάρδη. Αυτή η σύμπτωση της επιλογής του θέματος με οδήγησε στην αναδημοσίευσή τους:

Αν η κριτική διαθέτει έναν ρόλο, είναι να επισημαίνει το μη προφανές: Το ότι αν και άνετα μπορούμε να τοποθετήσουμε τον Γιώργο Συμπάρδη ανάμεσα στους πέντε, ας πούμε, σημαντικότερους μυθιστοριογράφους της μεταδικτατορικής περιόδου, ελάχιστοι είναι εκείνοι που γνωρίζουν το έργο του έξω από τη στενή λογοτεχνική συντεχνία. Το γιατί αποτελεί ένα σύνθετο συνδυασμό παραγόντων. Ο εξηνταεξάχρονος Γιώργος Συμπάρδης εμφανίστηκε αργά - το 1987 σε ηλικία σαράντα δύο ετών με τη νουβέλα «Μέντιουμ». Και κατόπιν σε πολύ αραιά διαστήματα - έντεκα χρόνια αργότερα το 1998, με το μυθιστόρημα «Ο άχρηστος Δημήτρης», και δεκατρία χρόνια αργότερα, με τη σημερινή «Υπόσχεση γάμου» (Μεταίχμιο, σελ. 483). Από μια πρώτη σκοπιά το έργο του διαβάζεται δύσκολα γιατί στην επιφάνεια των ιστοριών του νομίζεις πως δεν συμβαίνει τίποτε. Ο ίδιος μιλάει, τέλος, στον Τύπο σπάνια - όχι πως το αποφεύγει αλλά ούτε και το επιδιώκει. Δεν έχει επομένως καταγραφεί στη συνείδηση ακόμα και του στενότερου κύκλου των συστηματικών αναγνωστών. Ο Γιώργος Συμπάρδης είναι ωστόσο ένας σημαντικός πεζογράφος, γιατί κατορθώνει να θίξει με τον τρόπο της λογοτεχνίας τα ουσιαστικότερα - την παράδοξη αίσθηση της ροής του χρόνου, το αγκάθι της απροσδιόριστης έλξης και απώθησης στις ανθρώπινες σχέσεις, την αίσθηση του οικείου και του βασανιστικού που δημιουργεί η καθημερινότητα.
Η «Υπόσχεση γάμου» εκτυλίσσεται στην Καλλιθέα, στο Φάληρο, στα Πετράλωνα, στον Ταύρο. Στις σελίδες της παρελαύνουν γύρω στα τριάντα πρόσωπα - άντρες, γυναίκες, παιδιά, μεσήλικες, εργαζόμενοι, συνάδελφοι, φίλοι, γονείς, πεθερικά. Τι είναι εκείνο που κάνει κάποιους ανθρώπους να βρίσκονται αιωνίως κολλημένοι ο ένας πάνω στον άλλο κι άλλους να διασταυρώνονται απλώς και να φεύγουν; Η «Υπόσχεση γάμου» είναι ένα πυκνότατα υφασμένο χρονικό χειρονομιών, κινήσεων, εντυπώσεων και υποθέσεων. Είναι μια πιστή καταγραφή επιθυμιών, προσδοκιών, πρωτοβουλιών και διαψεύσεων. Είναι μια έντεχνη αφήγηση μετακινήσεων, αμφιβολιών, συγκαλύψεων και αντιδράσεων. Γιατί τη διαβάζουμε; Γιατί ο συγγραφέας βάζει ένα στοίχημα και το πετυχαίνει. Να δημιουργήσει μέσα από τα περίπου αδιάφορα για τα οποία μιλάει, έναν ρυθμό που παραπέμπει στην αδιαφανώς τετριμμένη λέξη ζωή. Παντού κυριαρχεί το πολυφυές, το αδιευκρίνιστο και το ασύμβατο. Ο πράος Ζαχαρίας Μπαρλαμπάς με το λεπτότατο ευγενικό μουστακάκι, είναι ένας συγκινητικά εξυπηρετικός άνθρωπος που την ίδια στιγμή σε τρελαίνει με την απροσμέτρητη αβουλία του (και τη βαθιά κρυμμένη στις σπάνιες σεξουαλικές συνευρέσεις, επιθετικότητά του). Και τι επιδιώκει ο παθολογικά ζηλιάρης Αντώνης όταν ξαναεπισκέπτεται τη γυναίκα του - να επανακάμψει στην οικογενειακή εστία μετανιωμένος ή να διεκδικήσει ένα φιλικό διαζύγιο; Ο Συμπάρδης ελάχιστα επινοεί με τη φαντασία του όσον αφορά τη ζωή των προσφάτως ανεπτυγμένων μικροαστικών νοτίων προαστίων. Περισσότερο έχεις την εντύπωση πως διεισδύει σχολαστικά σε όσα συμβαίνουν τριγύρω του, τα ζυγίζει, τα σταθμίζει και τα συνταιριάζει κατορθώνοντας να δημιουργήσει το παράδοξο αίσθημα της πραγματικότητας. Με μικρές εύστοχες λεπτομέρειες που αναφύονται μέσα από την εξαιρετικά προσεκτική καταγραφή εκατοντάδων καθημερινών κινήσεων: Την αφύσικη αίσθηση πως μεγαλώνοντας μερικοί άνθρωποι μένουν αγέραστοι όπως αγέραστα παραμένουν τα ζώα. Την ασυνήθιστη ομοιότητα ορισμένων λεπτοφυών εύθραυστων ανδρών που πάσχουν από μια σπάνια ασθένεια, την οστεοψαθύρωση. Την ακριβή διαπίστωση πως ως έδεσμα, ακόμα κι όταν δεν είναι καλή, η ιταλική πίτσα ποτέ δεν είναι κακή. Ο εξαιρετικά πολυάριθμος όγκος των μικρών πληροφοριών με τις οποίες ο συγγραφέας μας φέρνει αντιμέτωπους, μοιάζει να αποτελεί την επιβεβλημένη προϋπόθεση για να πραγματοποιήσει μια αποκωδικοποίηση του DNA των ανθρωπίνων σχέσεων - πληροφορίες με τις οποίες δεν πλήττουμε ποτέ γιατί ολοένα ψάχνουμε να ανακαλύψουμε τι βρίσκεται από πίσω, κι από δίπλα κι από κάτω.
Παρά τις ομοιότητες, η «Υπόσχεση γάμου» δεν αποτελεί επανάληψη του «Αχρηστου Δημήτρη». Εκείνο ήταν ένα φυγόκεντρο μυθιστόρημα που θεματοποιούσε την απόλυτη τυχαιότητα - τον κόσμο ως αντίσταση σε οποιαδήποτε ερμηνεία. Αν και εμφανίζεται φυγόκεντρη, η «Υπόσχεση γάμου» από κάποια στιγμή κι έπειτα εστιάζει στον Ζαχαρία (που θα μπορούσε να αποτελεί μια σύγχρονη εκδοχή του πρίγκιπα Μίσκιν). Για όσους έχουμε πολύ συχνά την αίσθηση του βασανιστικά παράδοξου, το έργο του Γιώργου Συμπάρδη προσφέρει μεγάλη υπαρξιακή παρηγοριά - όπως άλλωστε και η παραδειγματικώς σεμνή δημόσια ζωή του.
Tης Ελισαβετ Kοτζια


Πριν από είκοσι τέσσερα χρόνια διάβασα ένα βιβλίο που μου εντυπώθηκε. Το «Μέντιουμ», του πρωτοεμφανιζόμενου Γιώργου Συμπάρδη, ήταν μια νουβέλα με πρωταγωνιστή την Αθήνα της μεταπολίτευσης, αλλά μια Αθήνα διόλου μητροπολιτική και φαντασμαγορική. Το βιβλίο περιέγραφε μια Αθήνα υπόκωφη και κρυμμένη, την Αθήνα των λαϊκών ανθρώπων με τα μικρά όνειρα και τις μισοτελειωμένες επιδιώξεις, έναν κόσμο γεμάτο υπονοούμενα, λελογισμένη φτώχεια, σημάδια ημιορατά, διαψευσμένες ζωές. Και δεν ήταν ηθογραφία. Το «Μέντιουμ» μιλούσε για μια κοινωνία και μια ζωή που έμεναν στα αζήτητα της νεοελληνικής τέχνης: να, αυτό μου εντυπώθηκε.
Ο Συμπάρδης (γενν. 1945), μετά έντεκα χρόνια σιωπής, συνέχισε τη μικροανατομία του με ένα εξίσου ή και περισσότερο έκκεντρο μυθιστόρημα, τον «Αχρηστο Δημήτρη», μια δαιδαλώδη αφήγηση προσώπων, βίων, βουβών ερώτων, ματαιώσεων, ανεξήγητων ανατροπών. Ενα μυθιστόρημα για την Ελλάδα του ’70–’80, για τα αισθήματά της τα μισά και αντινομικά, για τη λειψή της ενηλικίωση.
Το ’98, ο «Δημήτρης». Δεκατρία χρόνια σιωπής. Και τώρα η «Υπόσχεση γάμου». Αθήνα στα πρόθυρα της Κρίσης, μικροαστικές και λαϊκές συνοικίες, Καλλιθέα, Φάληρο, Ταύρος, Μοσχάτο, Καμίνια, ο Ηλεκτρικός από την Κηφισιά, διαδρομές με ταξί, πνιγηρά ουζερί, μικρά διαμερίσματα. Τέσσερις γυναίκες στα σαράντα, Αλέκα, Ολγα, Βιβή, Ματίνα – η στέρεη, η όμορφη παθητική, η γεροντοκόρη, η ραγισμένη ψυχωτική. Με όλες σχετίζεται ποικιλοτρόπως ο συνομήλικος Ζαχαρίας, ένας αδύναμος άνδρας, δειλός, λούζερ, ευγενικός· φλερτάρει, αρραβωνιάζεται παντρεύεται. Στο φόντο, άλλοι άνδρες, μοιραίοι, μνησίκακοι, αρπακτικοί, λάγνοι, άνδρες–σκιές. Το βιβλίο είναι γραμμένο ψιλοβελονιά, με λεπτομερέστατες ρεαλιστικές καταγραφές της πιο πεζής καθημερινότητας, ο αφηγητής μπαίνει σε γκαρσονιέρες και τριάρια λαϊκών πολυκατοικιών, σε κουζίνες και βεράντες, με μιαν αφόρητη πεζολογία βλέπει και μιλάει, σχεδόν μουρμουρίζει, στ’ αυτί του αναγνώστη, χτίζει σιγά σιγά, βασανιστικά, χαρακτήρες και σχέσεις, ανθρώπους χωρίς μεγαλείο, τυραννισμένους, αδύναμους, παραδομένους στη μοίρα. Αυτή η πεζολογία, η αβάσταχτη και βασανιστική, είναι η μεγάλη αρετή του βιβλίου: το κουβάρι των ταπεινών βίων διαρκώς ξετυλίγεται και διαρκώς μπερδεύεται, οι άνθρωποι διαγράφονται όλο και διαυγέστερα, και η τόση διαύγεια, ο τόσος ρεαλισμός, απολήγει στο παράδοξο, στο αλλόκοτο. Η ζωή είναι αλλόκοτη. Τόσο πιο αλλόκοτη όσο πιο απλή.
Η «Υπόσχεση γάμου» είναι μια οδυνηρή επισκόπηση της ελληνικής κοινωνίας, των πιο μαζικών στρωμάτων της, των μικροαστικών και λαϊκών, τόσο μαζικών και προφανών, τόσο αντιηρωικών και τετριμμένων, που δεν θέλει να τα δει και να τα ιστορήσει η σημερινή ελληνική τέχνη, δεν θέλει καν να γνωρίζει την ύπαρξή τους – με εξαίρεση ελάχιστους νεότερους κινηματογραφιστές, σαν τον Γ. Οικονομίδη λ.χ. Ο Γ. Συμπάρδης, απεναντίας, προγραμματικά σχεδόν, από το πρώτο του βιβλίο βυθίζει το βλέμμα του σε αυτή την «αόρατη», την πανταχού παρούσα, μικροαστική Ελλάδα και ακολουθεί τους ανθρώπους της, τους ζωγραφίζει, τους παρακολουθεί, τους ακούει, αναμεταδίδει τους φόβους και τα πάθη τους, τον χαμηλοτάβανο κόσμο τους. Δεν κρίνει, δεν κατακρίνει, δεν ειρωνεύεται, δεν δικάζει. Γράφει. Σαν καλλιτέχνης, τους δημιουργεί, τους δίνει ζωή και υπόσταση. Σαν άνθρωπος, τους συμπονάει, χωρίς να τους οικτίρει, χωρίς να τους χαρίζεται· ζει ανάμεσά τους, αναπνέει μαζί τους.
Κυρίως, δεν φοβάται το θέμα του, το τόσο τριμμένο και προφανές, το τόσο μπανάλ: ζωές ανθρώπων χωρίς μεγαλείο, χωρίς πετάγματα, χωρίς λάμψη, άνθρωποι χωρίς ιδιότητες, οι αόρατοι του μετρό, οι αόρατοι του σούπερ μάρκετ. Οι γυναίκες του βιβλίου εργάζονται σκληρά, νοσοκόμες και τραπεζοκόμοι, σκέφτονται τη σύνταξη, είναι σαραντάρες, ο έρωτας φτερουγίζει ακόμη, αλλά αδύναμα, είναι φτωχές. Οι άντρες δουλεύουν για είκοσι ευρώ μεροκάματο, βάρδια ταξί. Οι άνθρωποι είναι φτωχοί, στο όριο: λογαριάζουν το δεκάρικο, οι λογαριασμοί σπιτιού τούς ταράζουν, οι πιστωτικές είναι στα κόκκινα, μια παρεκτροπή τζόγου κλονίζει ολόκληρη οικογένεια. Είναι μια κοινωνία σε κρίση, πριν από την παρούσα κρίση.
Αλλά το μυθιστόρημα καθαυτό δεν κάνει κοινωνιολογία, ούτε καν αυτή που του αποδίδουμε. Η «Υπόσχεση γάμου» περιγράφει τη ζωή ως διαρκή κρίση, ως δοκιμασία. Σκύβει πάνω απ’ τις ζωές των μικρών και ασήμαντων ανθρώπων. Πηγαίνει τόσο κοντά ώσπου τις γυρνάει απ’ την ανάποδη: και τότε φανερώνονται, μέσα από μικρές εκλάμψεις, το παράδοξο της ζωής, τα κρυμμένα μυστικά, οι ψυχαναλυτικές συμπτώσεις, η ζωή σαν ζαριά. Αλλά και οι στρατηγικές επιβίωσης, η αντοχή των αδύναμων, η συχώρεση της θηριωδίας, η αποδοχή του βίου σαν θαύμα και σαν βάσανο.
Η ανάγνωση ξεγελάει στην αρχή, με την ηθελημένη, αβάσταχτη πεζολογία του βιβλίου. Πολύ σύντομα, μαγνητίζει: οι ζωές των άλλων είναι η δική σου ζωή. Διαβάζεται σαν μακρύς αναστεναγμός.
Tου Nικου Γ. Ξυδακη



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου