Τρίτη, 17 Μαΐου 2011

ΑΡΧΑΙΟΤΗΤΑ - Επίκουρος



Ίσως γιατί ο χαρακτηρισμός που τον ακολουθεί ως ηδονιστής,  αποδίδει κάπως υπερβολικά τη φιλοσοφική του στάση, άρα χρειάζεται μια επανατοποθέτηση. Και σαφώς γιατί ίσως είναι ο τελευταίος φιλόσοφος που κρύβει μέσα του όλο το μεγαλείο της αρχαίας ελληνικής, κλασσικής σκέψης. 




τότε γὰρ ἡδονῆς  χρείαν ἔχομεν, ὅταν ἐκ τοῦ μὴ παρεῖναι τὴν ἡδονὴν ἀλγῶμεν· ‹ὅταν δὲ μὴ ἀλγῶμεν› οὐκέτι τῆς ἡδονῆς δεόμεθα.

 Τότε βέβαια μόνο χρειαζόμαστε την ηδονή, όταν υποφέρουμε από τη στέρησή της. Όταν όμως δεν υποφέρουμε, δεν χρειαζόμαστε πια την ηδονή. 

ΣΥΝΤΟΜΑ ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΑ
Ο Επίκουρος ήταν Αθηναίος φιλόσοφος, γιος του Νεοκλέα και της Χαιρεστράτης, γεννήθηκε το 341 π.Χ. Πέρασε την παιδική του ηλικία στη Σάμο, όπου είχαν μετακομίσει οι γονείς του.Όταν έγινε δεκαοχτώ χρονών, σύμφωνα με την παράδοση, ήρθε στην Αθήνα για να εγγραφεί στο ληξιαρχικό βιβλίο του δήμου. Μετά από λίγα χρόνια παραμονής στην Αθήνα, ο Επίκουρος πήγε στην Κολοφώνα. Από την Κολοφώνα πήγε στη Μυτιλήνη και στη συνέχεια στη  Λάμψακο, όπου και εμφανίστηκε για πρώτη φορά ως δάσκαλος της φιλοσοφίας, την οποία δίδαξε εκεί για πέντε χρόνια.Το 306 με 305 π.Χ. σε ηλικία 36 ετών εγκατέλειψε τη Λάμψακο κι εγκαταστάθηκε οριστικά στην Αθήνα. Εκεί αγόρασε ένα μικρό κήπο, ίδρυσε σχολή και δίδασκε το δικό του φιλοσοφικό σύστημα, που ο ίδιος το χαρακτήρισε Επικούρεια αίρεση. Η σχολή ονομάστηκε Κήπος.


Ἐπίκουρος ὁ φιλόσοφος Ἀθηναῖος ἦν τὸ γένος. ἐγένετο περὶ τὸ ἔτος 342 ἐν τῆι Σάμῶι. φησὶν Ἀπολλόδωρος ἐν Χρονικοῖς· ἐν Μιτυλήνηι καὶ Λαμψάκωι πρῶτον συστήσασθαι σχολὴν ἐπὶ ἔτη πέντε· ἔπειθ' οὕτως εἰς Ἀθήνας μετελθεῖν. οἱ φίλοι πανταχόθεν πρὸς αὐτὸν ἀφικοῦντο καὶ συνεβίουν αὐτῶι ἐν τῶι «κήπωι». ἐτελεύτεσε τῶι ἔτει 271 πρὸ Χριστοῦ.







οὐκ ἔστιν ἡδέως ζῆν ἄνευ τοῦ φρονίμως καὶ καλῶς καὶ δικαίως, ‹οὐδὲ φρονίμως καὶ καλῶς καὶ δικαίως› ἄνευ τοῦ ἡδέως.





δεν είναι δυνατόν να ζει κανείς ευχάριστα, χωρίς να ζει φρόνιμα και ηθικά και δίκαια, ούτε είναι δυνατόν να ζει κανείς φρόνιμα και ηθικά και δίκαια χωρίς να ζει ευχάριστα.




ΕΞΑΠΛΩΣΗ ΤΗΣ ΕΠΙΚΟΥΡΕΙΑΣ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑΣ
Στην εξάπλωση της επικούρειας διδασκαλίας συντέλεσε και ο μειλίχιος χαρακτήρας του Επίκουρου, αλλά κυρίως το πρακτικό πνεύμα της ηθικής του διδασκαλίας, σύμφωνα με το οποίο η φιλοσοφία δεν ήταν αυτοσκοπός, αλλά μέσο και βοήθημα στην επίτευξη του σκοπού του ανθρώπινου βίου, που ήταν η ευδαιμονία. Γι΄αυτό το λόγο ο Επίκουρος δεν έδινε σχεδόν καμιά σημασία στις εκτεταμένες θεωρητικές, γραμματικές, ιστορικές και μαθηματικές έρευνες, εφόσον δεν εξυπηρετούσαν το να ζει ο άνθρωπος ευτυχισμένος. Από την άλλη όμως επειδή θεωρούσε ότι η κακοδαιμονία των ανθρώπων προέρχεται από την αμάθεια, τη δεισιδαιμονία, τις προλήψεις, τους φόβους και τις ελπίδες που γεννούν όλα αυτά στους ανθρώπους και επειδή θεωρούσε πως αιτία όλων αυτών είναι η άγνοια των φυσικών νόμων, πίστευε ότι μόνο μέσο θεραπείας είναι η ορθή γνώση των νόμων που διέπουν τη φύση και τον άνθρωπο.


Συνέθιζε δὲ ἐν τῶι νομίζειν μηδὲν πρὸς ἡμᾶς εἶναι τὸν θάνατον ἐπεὶ πᾶν ἀγαθὸν καὶ κακὸν ἐν αἰσθήσει· στέρησις δέ ἐστιν αἰσθήσεως ὁ θάνατος.

Κοίταξε να συνηθίσεις με την ιδέα πως ο θάνατος δεν είναι τίποτε για εμάς, επειδή κάθε καλό και κάθε κακό βρίσκεται στην αίσθηση, ενώ ο θάνατος είναι να στερηθείς την αίσθηση.


ΗΘΙΚΗ ΔΙΔΑΣΚΑΛΙΑ
Ο Επίκουρος πίστευε ότι το μόνο κριτήριο των πράξεών μας είναι τα αισθήματα ηδονής και πόνου, τα οποία είναι έμφυτα στον άθρωπο όπως και στα ζώα.Θέτει ως σκοπό του ανθρώπου το ηδέως και μακαρίως ζην και ως αρχή και τέλος του μακάριου βίου θεωρεί την ηδονή, την ψυχική κυρίως ηδονή, την οποία αποκαλεί και καταστηματική, δηλαδή εκείνη που  απαλλάσσει το σώμα από τον πόνο, και την ψυχή από την ταραχή, και παράγει εκείνη την ψυχική κατάσταση που αποκαλεί αταραξία. Δεν αποκλείει όμως και τη θετική, δηλαδή τη σωματική ηδονή, εφόσον αποτελεί φυσική ανάγκη. Αυτού του είδους όμως η ηδονή πρέπει να χαλιναγωγείται από το νηφάλιο νου και να ελέγχεται από τη φρόνηση.

Καὶ διὰ τοῦτο τὴν ἡδονὴν ἀρχὴν καὶ τέλος λέγομεν εἶναι τοῦ μακαρίως ζῆν.  ταύτην γὰρ ἀγαθὸν πρῶτον καὶ συγγενικὸν ἔγνωμεν, καὶ ἀπὸ ταύτης καταρχόμεθα πάσης αἱρέσεως καὶ  φυγῆς, καὶ ἐπὶ ταύτην καταντῶμεν ὡς κανόνι τῶι πάθει πᾶν ἀγαθὸν κρίνοντες. Καὶ ἐπεὶ πρῶτον ἀγαθὸν τοῦτο καὶ σύμφυτον, διὰ τοῦτο καὶ οὐ πᾶσαν ἡδονὴν αἱρούμεθα, ἀλλ' ἔστιν ὅτε πολλὰς ἡδονὰς ὑπερβαίνομεν, ὅταν πλεῖον ἡμῖν τὸ δυσχερὲς ἐκ τούτων ἕπηται· καὶ πολλὰς ἀλγηδόνας ἡδονῶν κρείττους νομίζομεν, ἐπειδὰν μείζων ἡμῖν ἡδονὴ παρακολουθῆι πολὺν χρόνον ὑπομείνασι τὰς ἀλγηδόνας. πᾶσα οὖν ἡδονὴ διὰ τὸ φύσιν ἔχειν οἰκείαν ἀγαθόν, οὐ πᾶσα μέντοι αἱρετή· καθάπερ καὶ ἀλγηδὼν πᾶσα κακόν, οὐ πᾶσα δὲ ἀεὶ φευκτὴ πεφυκυῖα.  τῆι μέντοι συμμετρήσει καὶ συμφερόντων καὶ ἀσυμφόρων βλέψει ταῦτα πάντα κρίνειν καθήκει. χρώμεθα γὰρ τῶι μὲν ἀγαθῶι κατά τινας χρόνους ὡς κακῶι, τῶι δὲ κακῶι τοὔμπαλιν ὡς ἀγαθῶι. 
Επίκουρος, Προς Μενοικέα 129-130

Ὅταν οὖν λέγωμεν ἡδονὴν τέλος ὑπάρχειν, οὐ τὰς τῶν ἀσώτων ἡδονὰς καὶ τὰς ἐν ἀπολαύσει κειμένας λέγομεν, ὥς τινες ἀγνοοῦντες καὶ οὐχ ὁμολογοῦντες ἢ κακῶς ἐκδεχόμενοι νομίζουσιν, ἀλλὰ τὸ μήτε ἀλγεῖν κατὰ σῶμα μήτε ταράττεσθαι κατὰ ψυχήν·  οὐ γὰρ πότοι καὶ κῶμοι συνείροντες οὐδ' ἀπολαύσεις παίδων καὶ γυναικῶν οὐδ' ἰχθύων καὶ τῶν ἄλλων, ὅσα φέρει πολυτελὴς τράπεζα, τὸν ἡδὺν γεννᾶι βίον, ἀλλὰ νήφων λογισμὸς καὶ τὰς αἰτίας ἐξερευνῶν πάσης αἱρέσεως καὶ φυγῆς καὶ τὰς δόξας ἐξελαύνων, ἐξ ὧν πλεῖστος τὰς ψυχὰς καταλαμβάνει θόρυβος.
Επίκουρος, Προς Μενοικέα 132
 
ἀσεβὴς δὲ οὐχ ὁ τοὺς τῶν πολλῶν θεοὺς ἀναιρῶν, ἀλλ' ὁ τὰς τῶν πολλῶν δόξας θεοῖς προσάπτων. 

Ασεβής δεν είναι εκείνος που δεν παραδέχεται τους θεούς των πολλών, αλλά εκείνος που αποδίδει στους θεούς τις δοξασίες των πολλών. 



τὸν θεὸν ζῶιον ἄφθαρτον καὶ μακάριον νομίζων, ὡς ἡ κοινὴ τοῦ θεοῦ νόησις ὑπεγράφη, μηθὲν μήτε τῆς ἀφθαρσίας ἀλλότριον μήτε τῆς μακαριότητος ἀνοίκειον αὐτῶι πρόσαπτε.

Το θεό να τον θεωρείς ον, άφθαρτο και μακάριο, όπως μας τον παρουσιάζει η κοινή σε όλους μας παράσταση του θεού και να μην του φορτώνεις τίποτε ξένο προς την αφθαρσία και αταίριαστο στη μακαριότητά του.  







p e r s o n a

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου