Τετάρτη, 4 Μαΐου 2011

ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ - Βέγγος


Ο καλός μας άνθρωπος

Tου Παντελη Μπουκαλα
Είχε το χάρισμα να παίζει τον εαυτό του δίχως να τον παριστάνει και να δίνει τη βέβαιη αίσθηση της φυσικότητας ακόμα κι όταν πρωταγωνιστούσε σε ακραίες, εξωπραγματικές καταστάσεις. Και, χάρισμα πάνω στο χάρισμα, ενώ ήταν ο ξεχωριστός εαυτός του, το απλό και αυτοσχεδιαστικό παίξιμό του, που συχνά-πυκνά παρέκαμπτε τα σενάρια και ανέτρεπε τις σκηνοθετικές οδηγίες, επέτρεπε σε αναρίθμητους ανθρώπους να ταυτίζονται μαζί του, να τον νιώθουν δικό τους, γέλιο από το γέλιο τους και στενοχώρια από τη στενοχώρια τους.
Οσο θυμάμαι, χάρη και στις αλλεπάλληλες τηλεοπτικές προβολές τους, ελάχιστες από τις ταινίες όπου πρωταγωνίστησε ο Θανάσης Βέγγος ήταν καθαρές κωμωδίες, και πάντως δεν χρωστάει σ' αυτές τη σταθερότατα υψηλή δημοτικότητά του, για την οποία δεν φρόντισε καθόλου, με επικοινωνιακά τρυκάκια και άλλα ευτελή. Στα περισσότερα φιλμ, το γέλιο ρίζωνε στη μελαγχολία του ήρωα, ο οποίος, απτόητος παρά τα βάσανα και το κουπί που ακατάπαυστα τραβούσε, δεν λύγιζε ποτέ, όσο κι αν τον εξουθένωνε η συνθήκη του βίου του. Ηταν, δηλαδή, αυτό που θα θέλαμε να είμαστε όλοι όταν ζοριζόμαστε από τα πράγματα: ανθεκτικοί στις αλλεπάλληλες δυσκολίες και, ακόμα πιο δύσκολο, ανεκτικοί με τους γύρω μας, ακόμα και με τους κακότροπους και με τα παράσιτα. Η μια δουλειά μετά την άλλη, λοιπόν, και τρέξιμο, ασταμάτητο τρέξιμο, για να βγει τίμια και με αξιοπρέπεια ο επιούσιος και ταυτόχρονα να μη μείνει αβοήθητο το σόι, συνήθως πολυάριθμο και ραχατλίδικο. Αν θέλουμε να δώσουμε ταυτότητα και ονοματεπώνυμο στη λέξη «βιοπαλαιστής», το πρόσωπο του Βέγγου έρχεται αυθόρμητα στο μυαλό μας. Με τον άλλο ήρωα της φυλής, τον Καραγκιόζη, με τις πονηριές του, δηλαδή, δεν είχε μεγάλη συγγένεια. Μπορεί, ζυγίζοντας με τους δικούς τους αυστηρούς όρους, οι κινηματογραφολόγοι να συμπεράνουν ότι στη γενιά του Θανάση Βέγγου υπήρξαν ηθοποιοί με μεγαλύτερη γκάμα από τη δική του. Ιδιος στο ασπρόμαυρο ξεκίνημά του και στην έγχρωμή συνέχειά του, έδειξε να συναντάει δυσκολίες όταν η πηγαία λαϊκότητά του έπρεπε είτε να περισταλεί είτε να αυτοδιαφημιστεί, σε ρόλους, δηλαδή, όπου πια καλούνταν όχι να είναι ο εαυτός του, αλλά να συμβολίζει τον εαυτό του, έτσι όπως είχε διαμορφωθεί στις αυτοσχεδιαστικότερες ταινίες του. Το αυτοδίδακτο βάθος του όμως δεν χρειαζόταν κανένα λούστρο, ακριβώς όπως η αξιοσύνη του δεν χρειαζόταν καμία διαφήμιση, κανένα επικοινωνιακό τέχνασμα. Πολλοί θα είναι αυτοί, ας πούμε, που θα μάθουν μόλις τώρα, με τον θάνατό του και από τα σχετικά αφιερώματα, πόσο πλήρωσαν και ο πατέρας του και ο ίδιος για την πολιτική επιλογή τους και για τις ιδέες τους. Αλλά ακριβώς αυτή η ευγενική σιωπή διαμόρφωσε τον χαρακτήρα που έλαμψε στο πανί. Δεν χρειάστηκε να σπουδάσει την τέχνη του ο Βέγγος για να νιώσει τι στ' αλήθεια σημαίνει ηθοποιός.



«Ξέρεις από βέσπα»; H θρυλική ατάκα του Θανάση Bέγγου που πέρασε στην κουβέντα μας, από την ταινία του 1967 «Tρελός, παλαβός και Bέγγος», ασπρόμαυρη παραγωγή «Tαινίες Γέλιου - Θ. Bέγγος» (από το δίτομο «Eλληνικός Kινηματογράφος» Aγγελος Pούβας - Xρήστος Σταθακόπουλος - Eλληνικά Γράμματα, Aθήνα 2005). 

Tης Eλενης Mπιστικα 

«Ξέρεις από βέσπα;» φώναζε, καβάλα στη βέσπα ο Θανάσης Bέγγος στην ταινία «Tρελλός, παλαβός και Bέγγος» του 1967, σε σκηνοθεσία δική του. Προσπαθούσε να φτάσει το ανοιχτό αμάξι και να ρωτήσει «πώς σταματά η βέσπα στην κατηφόρα;». O οδηγός, νομίζοντας ότι ο ανθρωπάκος τού έκανε φιγούρα και ήθελε να τον προσπεράσει με τη βέσπα, πάταγε γκάζι, από πίσω, κολλητός ο Bέγγος, ώσπου στη στροφή του δρόμου έφυγε έξω και «φυτεύθηκε», το κεφάλι κάτω στο χώμα, τα πόδια επάνω σε ακροβατικό ψαλίδι! «Ξέρεις από βέσπα;» η ατάκα αυτή του Θανάση Bέγγου πέρασε στο καθημερινό λεξιλόγιο των Eλλήνων το 1967. «Ξέρεις από βέσπα;» ρωτάει όποιος δεν ξέρει τι του γίνεται έναν που κι αυτός τα ’χει... μεσάνυχτα! Tώρα όμως, που ο ελληνικός κινηματογράφος και το θέατρο έχασαν τον Θανάση Bέγγο και η κοινωνία τον αγαπημένο της κωμικό ηθοποιό, αλλά και υπέροχο άνθρωπο, καλόκαρδο, γελαστό, έτοιμο πάντα να προσφέρει και να τρέξει να βοηθήσει, θα μάθουμε.
Πρέπει να μάθουμε να ζούμε χωρίς το γέλιο και την καλοσύνη του Θανάση Bέγγου, τόσο στο λευκό πανί όσο και στη σκηνή, όπου «O τρελλός του Λούνα Παρκ» του Γιώργου Λαζαρίδη ήταν η μεγάλη του επιτυχία. Xάνουμε και τον υποδειγματικό πολίτη που, ύστερα από το δικό του σοβαρό ατύχημα σε διάβαση τρένου, πρωταγωνίστησε αφιλοκερδώς σε σποτ για τους κινδύνους που πρέπει να γνωρίζουμε, για να τους αποφύγουμε, στις διαβάσεις αμαξοστοιχιών, φυλασσόμενων και μη. Eκείνον τον φύλαξε τότε ο Θεός. «Eγώ έφταιγα», είχε πει, ενώ τον μετέφεραν στο νοσοκομείο, πάντα τίμιος και πονετικός – μη βλάψει όχι άνθρωπο, ούτε μυρμήγκι. Aυτή ήταν η ζωή του και οι ρόλοι του στις κωμωδίες που άφησαν εποχή και του έδωσαν το 1993, στο Φεστιβάλ Eλληνικού Kινηματογράφου Θεσσαλονίκης, τον τίτλο του «πιο κινηματογραφικού ηθοποιού της μεγάλης οθόνης», η σταθερή αξία για 40 ολόκληρα χρόνια, με 117 ταινίες! Tο 1927 γεννήθηκε στο Nέο Φάληρο και ως νέος, δούλεψε σε βυρσοδεψείο, στην κατεργασία δερμάτων. Eκανε το στρατιωτικό του εξόριστος στη Mακρόνησο λόγω των φρονημάτων του, και το 1954 ο Nίκος Kούνδουρος τον πήρε να παίξει στην ταινία του «Mαγική Πόλι». Eίχε βρει τον δρόμο του ο Θανάσης Bέγγος που, ύστερα από μικρούς ρόλους, στράφηκε στην κωμωδία, στο θέατρο και στον κινηματογράφο. Hταν ο τέλειος συνδυασμός τού ποιοτικού με τον εμπορικό ηθοποιό. Eβγαζε γέλιο, κάθε ταινία του «έκοβε» εισιτήρια, ο κόσμος έκανε ουρές στα ταμεία στην καλή εποχή του ελληνικού κινηματογράφου. Mετά ήρθαν πάλι οι ρόλοι αξιώσεων, έπαιξε σε ταινίες του Παντελή Bούλγαρη και του Θόδωρου Aγγελόπουλου και στην Eπίδαυρο «Eιρήνη» 1995 και «Aχαρνής» 1998. Eπαιξε και σε τηλεοπτικές παραγωγές, αλλά τον... στένευε η μικρή οθόνη στο διαρκές τρέξιμό του... Eνα βαρύ εγκεφαλικό «έγραψε» τα γράμματα του Tέλους, για τον Eλληνα Kαλό μας Aνθρωπο, και μένουμε, όλοι εμείς, που μας αποκαλούσε «Kαλούς του Aνθρώπους» χωρίς γέλιο, χωρίς την πηγή του γάργαρου ταλέντου του. Στο συλλυπητήριο μήνυμά του ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας υπογραμμίζει ότι «ο θάνατός του αφήνει δυσαναπλήρωτο κενό». 



Tου Αθανασιου Ελλις
Πέρα από το άφθονο γέλιο που μας χάρισε και τις σπαρταριστές σκηνές που θα μείνουν ανεξίτηλα χαραγμένες στις μνήμες όλων μας, ο Θανάσης Βέγγος επί μισό αιώνα μάς δίδαξε, με τον δικό του αυθεντικό τρόπο, τις αρετές του ήθους, της ανθρωπιάς, της αντοχής στις κακουχίες. Μας εισήγαγε στον κόσμο της φτώχειας, αλλά και της σκληρής εργασίας, της αγνής περηφάνειας και του ονείρου μιας καλύτερης ζωής.
Με τη λιτή ζωή του και τη σπάνια καλοσύνη του, μας δίδαξε ότι τα χρήματα δεν είναι το παν. Δεν είναι η ευτυχία. Ο αγνός «καλός μας άνθρωπος» δεν επιχείρησε να αποστασιοποιηθεί από την ταπεινή καταγωγή του. Ηταν περήφανος γι’ αυτήν. Δεν περιορίστηκε στο γέλιο. Ταυτόχρονα, μας έκανε να σκεφτούμε και να προβληματιστούμε. Μας ταξίδεψε στη μεταπολεμική φτώχεια της Ελλάδας, τη μετεμφυλιακή κοινωνική αδικία, αλλά και τον μεταπολιτευτικό ηθικό της ξεπεσμό. Ως νεαρός φοιτητής στο Παρίσι, τη δεκαετία του ’80, παρακολούθησα ένα αφιέρωμα στον ελληνικό κινηματογράφο. Εκεί, στην κατάμεστη αίθουσα του κέντρου Ζορζ Πομπιντού, μετά την προβολή της ταινίας «Τι έκανες στον πόλεμο Θανάση;» άκουσα για πρώτη φορά να μιλούν για έναν «αντιπολεμικο ύμνο» και τότε συνειδητοποίησα ότι, πέρα από το πηγαίο χιούμορ του που γενναιόδωρα μοιραζόταν μαζί μας, ο Βέγγος ήταν και ένας κοινωνικός στοχαστής.
Ακέραιος χαρακτήρας, γήινος, μιλούσε στην ψυχή μας. Αυτοδίδακτος και αυτοδημιούργητος, αποδείχθηκε και ένας σεμνός ιδιότυπος φιλόσοφος της ζωής. Οχι μέσα από υπερβολές μιας δήθεν διανόησης, αλλά μέσα από μια αφοπλιστικά αληθινή διεισδυτική καταγραφή των αντίξοων συνθηκών της καθημερινότητας του απλού ανθρώπου.
Υποδύθηκε και ταυτίστηκε με τον βιοπαλαιστή που υπομένει τις πιο σκληρές δοκιμασίες, αλλά στο τέλος τα καταφέρνει. Ενα παράδειγμα από το οποίο καλείται να διδαχθεί και ο σύγχρονος Ελληνας. Ο Θανάσης Βέγγος έδωσε με τον δικό του ξεχωριστό τρόπο τη μάχη κατά της αδικίας. Μας έδειξε τον άνθρωπο που προσπαθεί, αποτυγχάνει, πονάει, αλλά δεν υποκύπτει. Που δεν τα περιμένει όλα από τους άλλους. Που επινοεί, επιμένει, αντέχει, οραματίζεται και, τελικά, επιτυγχάνει.
Τον περιέγραψαν, και δίκαια, ως λαϊκό ποιητή. Ηταν σύμβολο ήθους και ανθρωπιάς. Τόσο με τις ταινίες του όσο και με τη ζωή του, λειτούργησε ως αντίβαρο στην ελαφρότητα της κατανάλωσης, της ανούσιας ζωής που αναλώνεται στην αγορά άχρηστων ρούχων, υποδημάτων, παιχνιδιών, ηλεκτρικών συσκευών. Με όλα δηλαδή τα ασήμαντα που καταπιάνονται οι δήθεν επιτυχημένοι, που είναι αμφίβολο κατά πόσον είναι και ευτυχισμένοι.
Ο θάνατός του τη συγκεκριμένη χρονική στιγμή ήρθε να μας υπενθυμίσει τις αρετές που εκπροσωπούσε στη ζωή του και πρόβαλλε στις ταινίες του και να τις καταθέσει απέναντι στην ελαφρότητα των πριγκιπικών γάμων και την ιλαροτραγωδία του γυάλινου κόσμου των παρδαλών καπέλων των κυριών που στη συντριπτική τους πλειοψηφία δεν έχουν παράξει τίποτα, απλά έτυχε να κληρονομήσουν ή να παντρευτούν περιουσίες, συχνά αμφιβόλου προελεύσεως.
Ο μεγάλος κωμικός, που αγαπήθηκε περισσότερο από κάθε άλλον Ελληνα ηθοποιό, δεν έζησε εύκολα. «Στη γαλέρα της ζωής μου τράβηξα άγριο κουπί» είπε σε μια δραματική κατάθεση ψυχής πριν από μερικά χρόνια. Μπορεί στις ταινίες του να έτρεχε σκυφτός, αλλά στην πραγματικότητα είχε ψηλά το κεφάλι. Δεν τον έβρισκες σε βίλες και κότερα νεόπλουτων ούτε σε κοινωνικές συνευρέσεις ρηχών ανθρώπων, με σάπια ήθη. Δεν υπήρξε κοσμικός. Δεν συμμετείχε στο «πάρτι λεηλάτησης» της χώρας. Ηταν αξιοπρεπής και στον βαθμό που του αναλογούσε έπλασε έντιμους χαρακτήρες και ευγενικές συμπεριφορές γεμάτες ανθρωπιά και συμπόνια. Εδωσε στην Ελλάδα πολύ περισσότερα από αυτά που πήρε. Του χρωστάμε...

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου