Τρίτη, 3 Μαΐου 2011

AΡΧΑΙΟΤΗΤΑ - Λαοδάμεια

Η Λαοδάμεια ανήκει στη χορεία εκείνη των γυναικών που οι άντρες χάθηκαν στον πόλεμο (π.χ. Ανδρομάχη), αλλά ταυτόχρονα σχετίζεται και με την ανάβαση του νεκρού από τον Κάτω Κόσμο (π.χ. Άλκηστις). Έρωτας και Θάνατος.


Η Λαοδάμεια ήταν κόρη του Ακάστου, βασιλιά της Ίφικλου και σύζυγος του Πρωτεσίλαου, που μόλις πάτησε τη γη της Τροίας έπεσε νεκρός από το κοντάρι του Έκτορα. Η συμφορά ήταν μεγάλη και για τους Αχαιούς και για την οικογένειά του. Ο Πρωτεσίλαος είχε υποχρεωθεί να συμμετάσχει στην εκστρατεία την επομένη κιόλας του γάμου του, αφήνοντας τη γυναίκα του να θρηνεί απαρηγόρητη την απουσία του και το σπίτι του μισόχτιστο.  


Τοῦ δὲ καὶ ἀμφιδρυφὴς ἄλοχος Φυλάκῃ ἐλέλειπτο                         700
καὶ δόμος ἡμιτελής· τὸν δ᾽ ἔκτανε Δάρδανος ἀνὴρ
νηὸς ἀποθρῴσκοντα πολὺ πρώτιστον Ἀχαιῶν.
Οὐδὲ μὲν οὐδ᾽ οἳ ἄναρχοι ἔσαν, πόθεόν γε μὲν ἀρχόν·
ἀλλά σφεας κόσμησε Ποδάρκης ὄζος Ἄρηος
Ἰφίκλου υἱὸς πολυμήλου Φυλακίδαο                                                   705
αὐτοκασίγνητος μεγαθύμου Πρωτεσιλάου
ὁπλότερος γενεῇ· ὁ δ᾽ ἅμα πρότερος καὶ ἀρείων
ἥρως Πρωτεσίλαος ἀρήϊος· οὐδέ τι λαοὶ
δεύονθ᾽ ἡγεμόνος, πόθεόν γε μὲν ἐσθλὸν ἐόντα·
τῷ δ᾽ ἅμα τεσσαράκοντα μέλαιναι νῆες ἕποντο.                               710

 Ομήρου Ιλιάδα Β 701-710 

Ο τραγικός ποιητής Ευριπίδης έγραψε ένα έργο με τον τίτλο Πρωτεσίλαος από το οποίο έχουν σωθεί ελάχιστα αποσπάσματα. 

" Εκείνον π΄ αγαπώ να τον προδώσω δεν μπορώ, μ΄ όλο που είναι πεθαμένος ".
απόσπασμα 657

"Η μοίρα του είναι εκείνηπου σε περιμένει κι εσένα κι όλους τους θνητούς"
απόσπασμα 651

"Θα ΄πρεπε να επιτρέπονται δεσμοί ανάμεσα σε γυναίκες"
απόσπασμα 655

Την ιστορία του Πρωτεσίλαου και της Λαοδάμειας τη γνωρίζουμε και από τον Λουκιανό, το μεγάλο είρωνα των μύθων, που περιέλαβε στους νεκρικούς διαλόγους το παζάρεμα του Πρωτεσίλαου με τον Πλούτωνα. Ο Πρωτεσίλαος τσακώνεται με τον Πλούτωνα και τον παρακαλεί να του επιτρέψει ν΄ ανέβει στον επάνω κόσμο, έστω και μια μέρα, γιατί είναι σφόδρα ερωτευμένος με τη γυναίκα του τη Λαοδάμεια. Ζητά μάλιστα να τον μεταμορφώσει Ο Ερμής και να τον κάνει όμορφο νεαρό, όπως ήταν στα νιάτα του.


28(23)  ΠΡΩΤΕΣΙΛΑΟΥ, ΠΛΟΥΤΩΝΟΣ ΚΑΙ ΠΕΡΣΕΦΟΝΗΣ
 
[1] ΠΡΩΤΕΣΙΛΑΟΣ
Ὦ δέσποτα καὶ βασιλεῦ καὶ ἡμέτερε Ζεῦ καὶ σὺ Δήμητρος θύγατερ͵ μὴ ὑπερίδητε δέησιν ἐρωτικήν.
ΠΛΟΥΤΩΝ
Σὺ δὲ τίνων δέῃ παρ΄ ἡμῶν; ἢ τίς ὢν τυγχάνεις;
ΠΡΩΤΕΣΙΛΑΟΣ
Εἰμὶ μὲν Πρωτεσίλαος ὁ Ἰφίκλου Φυλάκιος συστρατιώτης τῶν Ἀχαιῶν καὶ πρῶτος ἀποθανὼν τῶν ἐπ΄ Ἰλίῳ. δέομαι δὲ ἀφεθεὶς πρὸς ὀλίγον ἀναβιῶναι πάλιν.
ΠΛΟΥΤΩΝ
Τοῦτον μὲν τὸν ἔρωτα͵ ὦ Πρωτεσίλαε͵ πάντες νεκροὶ ἐρῶσιν͵ πλὴν οὐδεὶς ἂν αὐτῶν τύχοι.
ΠΡΩΤΕΣΙΛΑΟΣ
Ἀλλ΄ οὐ τοῦ ζῆν͵ Ἀϊδωνεῦ͵ ἐρῶ ἔγωγε͵ τῆς γυναικὸς δέ͵ ἣν νεόγαμον ἔτι ἐν τῷ θαλάμῳ καταλιπὼν ᾠχόμην ἀποπλέων͵ εἶτα ὁ κακοδαίμων ἐν τῇ ἀποβάσει ἀπέθανον ὑπὸ τοῦ Ἕκτορος. ὁ οὖν ἔρως τῆς γυναικὸς οὐ μετρίως ἀποκναίει με͵ ὦ δέσποτα͵ καὶ βούλομαι κἂν πρὸς ὀλίγον ὀφθεὶς αὐτῇ καταβῆναι πάλιν.
ΠΛΟΥΤΩΝ
[2] Οὐκ ἔπιες͵ ὦ Πρωτεσίλαε͵ τὸ Λήθης ὕδωρ;
ΠΡΩΤΕΣΙΛΑΟΣ
Καὶ μάλα͵ ὦ δέσποτα· τὸ δὲ πρᾶγμα ὑπέρογκον ἦν.
ΠΛΟΥΤΩΝ
Οὐκοῦν περίμεινον· ἀφίξεται γὰρ κἀκείνη ποτὲ καὶ οὐδὲ σὲ ἀνελθεῖν δεήσει.
ΠΡΩΤΕΣΙΛΑΟΣ
Ἀλλ΄ οὐ φέρω τὴν διατριβήν͵ ὦ Πλούτων· ἠράσθης δὲ καὶ αὐτὸς ἤδη καὶ οἶσθα οἷον τὸ ἐρᾶν ἐστιν.
ΠΛΟΥΤΩΝ
Εἶτα τί σε ὀνήσει μίαν ἡμέραν ἀναβιῶναι μετ΄ ὀλίγον τὰ αὐτὰ ὀδυρόμενον;
ΠΡΩΤΕΣΙΛΑΟΣ
Οἶμαι πείσειν κἀκείνην ἀκολουθεῖν παρ΄ ὑμᾶς͵ ὥστε ἀνθ΄ ἑνὸς δύο νεκροὺς λήψῃ μετ΄ ὀλίγον.
ΠΛΟΥΤΩΝ
Οὐ θέμις γενέσθαι ταῦτα οὐδὲ γέγονε πώποτε.
ΠΡΩΤΕΣΙΛΑΟΣ
[3] Ἀναμνήσω σε͵ ὦ Πλούτων· Ὀρφεῖ γὰρ δι΄ [3] Ἀναμνήσω σε͵ ὦ Πλούτων· Ὀρφεῖ γὰρ δι΄ αὐτὴν ταύτην τὴν αἰτίαν τὴν Εὐρυδίκην παρέδοτε καὶ τὴν ὁμογενῆ μου Ἄλκηστιν παρεπέμψατε Ἡρακλεῖ χαριζόμενοι.
ΠΛΟΥΤΩΝ
Θελήσεις δὲ οὕτως κρανίον γυμνὸν ὢν καὶ ἄμορφον τῇ καλῇ σου ἐκείνῃ νύμφῃ φανῆναι; πῶς δὲ κἀκείνη προσήσεταί σε οὐδὲ διαγνῶναι δυναμένη; φοβήσεται γὰρ εὖ οἶδα καὶ φεύξεταί σε καὶ μάτην ἔσῃ τοσαύτην ὁδὸν ἀνεληλυθώς.
ΠΕΡΣΕΦΟΝΗ
Οὐκοῦν͵ ὦ ἄνερ͵ σὺ καὶ τοῦτο ἴασαι καὶ τὸν Ἑρμῆν κέλευσον͵ ἐπειδὰν ἐν τῷ φωτὶ ἤδη ὁ Πρωτεσίλαος ᾖ͵ καθικόμενον ἐν τῇ ῥάβδῳ νεανίαν εὐθὺς καλὸν ἀπεργάσασθαι αὐτὸν͵ οἷος ἦν ἐκ τοῦ παστοῦ.
ΠΛΟΥΤΩΝ
Ἐπεὶ Φερσεφόνῃ συνδοκεῖ͵ ἀναγαγὼν τοῦτον αὖθις ποίησον νυμφίον· σὺ δὲ μέμνησο μίαν λαβὼν ἡμέραν.


Κατά μία άλλη εκδοχή, που μας παραθέτει ο Ύγινος, η Λαοδάμεια παρακάλεσε τους θεούς του κάτω κόσμου για να πάρει άδεια ο Πρωτεσίλαος για τρεις ώρες. Όταν όμως έφυγε για δεύτερη φορά ο Πρωτεσίλαος, ο πόνος της Λαοδάμειας ήταν αβάσταχτος.

 CIII.  PROTESILAVS.
Achiuis fuit responsum, qui primus litora Troianorum attigisset periturum. cum Achiui classes applicuissent, ceteris cunctantibus Iolaus Iphicli et Diomedeae filius primus e naui prosiluit, qui ab Hectore confestim est interfectus; quem cuncti appellarunt Protesilaum, quoniam primus ex omnibus perierat.
      2  quod uxor Laodamia Acasti filia cum audisset eum perisse, flens petit a diis ut sibi cum eo tres horas colloqui liceret. quo impetrato a Mercurio reductus tres horas cum eo collocuta est; quod iterum cum obisset Protesilaus, dolorem pati non potuit Laodamia.

Αγγλική μετάφραση (Mary Grant)
An oracle warned the Achaeans that the man who first reached the shore of the Trojans would perish. When the Greek fleet had neared shore, and the others were delaying, Iolaus, son of Iphiclus and Diomedia, was first to leap from his ship, and was promptly killed by Hector. All called him Protesilaus, since he was the first of all to die. When his wife Laodamia, daughter of Acastus, heard that he had died, she wept and begged the gods that she be allowed to speak with him for three hours. It was granted, and when he was led back by Mercury, she spoke with him for three hours. But when Protesilaus died a second time, Laodamia, could not endure her grief.

 
Ο Ύγινος επίσης μας λέει ότι η Λαοδάμεια επειδή δεν μπορούσε να αντέξει την απουσία του συζύγου της κατασκεύασε ένα ομοίωμα του, ένα άγαλμα, και περνούσε τις νύχτες μαζί του. Μια μέρα ένας υπηρέτης έστησε αυτί στην πόρτα της Λαοδάμειας και πεπεισμένος ότι εκείνη έκρυβε κάποιον εραστή, το είπε στον πατέρα της. Ο πατέρας βρήκε το άγαλμα στο κρεβάτι και έδωσε διαταγή να το κάψουν. Η Λαοδάμεια ρίχτηκε στις φλόγες και κάηκε ζωντανή.
 
CIV.  LAODAMIA.
Laodamia Acasti filia amisso coniuge cum tres horas consumpsisset quas a diis petierat, fletum et dolorem pati non potuit. itaque fecit simulacrum aereum simile Protesilai coniugis et in thalamis posuit sub simulatione sacrorum, et eum colere coepit.
      2  quod cum famulus matutino tempore poma ei attulisset ad sacrificium, per rimam aspexit uiditque eam ab amplexu Protesilai simulacrum tenentem atque osculantem; aestimans eam adulterum habere Acasto patri nuntiauit.
      3  qui cum uenisset et in thalamos irrupisset, uidit effigiem Protesilai; quae ne diutius torqueretur, iussit signum et sacra pyra facta comburi, quo se Laodamia dolorem non sustinens immisit atque usta est.
Αγγλική μετάφραση (Mary Grant)
When Ladomia, daughter of Acastus, after her husband’s loss had spent the three hours which she had asked from the gods, she could not endure her weeping and grief. And so she made a bronze likeness of her husband Protesilaus, put it in her room under pretense of sacred rites, and devoted herself to it. When a servant early in the morning had brought fruit for the offerings, he looked through a crack in the door and saw her holding the image of Protesilaus in her embrace and kissing it. Thinking she had a lover he told her her father Acastus. When he came and burst into the rom, he saw the statue of Protesilaus. To put an end to her torture he had the statue and the sacred offerings burned on a pyre he had made, but Laodamia, not enduring her grief, threw herself on it and was burned to death.



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου