Πέμπτη, 26 Μαΐου 2011

ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ - Γ. Βαρβέρης


Στα 56 του χρόνια και από ανακοπή καρδιάς έφυγε από τη ζωή ξαφνικά ο ποιητής Γιάννης Βαρβέρης.

Ο Γιάννης Βαρβέρης σπούδασε νομικά, εξέδωσε έντεκα βιβλία ποίησης, καθώς και μεταφράσεις ξένης λογοτεχνίας και αττικής κωμωδίας.

Το 1976 ξεκίνησε να γράφει κριτική θεάτρου και τα κείμενά του έχουν συγκεντρωθεί σε έξι τόμους.

Ποιήματά του έχουν μεταφραστεί σε ανθολογίες στα αγγλικά, στα γαλλικά, στα γερμανικά, στα ιταλικά, στα ισπανικά και στα ρουμάνικα.

Στα αγγλικά έχει μεταφραστεί από τον Φίλιπ Ραμπ το βιβλίο του «Ο κύριος Φογκ» και στα σερβικά μια επιλογή ποιημάτων του με τον τίτλο «Η πόλη και ο Θάνατος».

Το 1996 του απονεμήθηκε το Κρατικό Βραβείο Κριτικής - Δοκιμίου. Το 2001 του απονεμήθηκε το Βραβείο Καβάφη για την ποιητική συλλογή «Ποιήματα 1975-1996»

Το 2002 του απονεμήθηκε το Βραβείο Ποίησης του περιοδικού «Διαβάζω» για την ποιητική συλλογή «Στα ξένα» (Κέδρος, 2001), ενώ το 2010 τιμήθηκε με το Βραβείο Ποίησης του Ιδρύματος Πέτρου Χάρη της Ακαδημίας Αθηνών, για το σύνολο του ποιητικού του έργου.
(Κέδρος, 2000).

Ιωάννης της Κλίμακος, Ι On the Line movie full
Είμαι ανεβασμένος πάνω σε μια σκάλα
και κοιτώ τον κόσμο
πίσω από τον φράχτη.
Σκοπεύω για τους συνανθρώπους μου
τούτης της όχθης
της άλλης να φωτογραφίσω τα μεράκια
ό,τι κινείται δηλαδή με σχετική ζωηράδα:
καΐκια φευγαλέα φώτα γιορτών πλοίων
σεκλέτια αφραγκίες και μεζεκλίκια
ανθρώπους αξεδιάλυτους των μπαρ
τους ίδιους καθώς τρέχουν να κρυφτούν
σε υπόστεγα θυέλλης κηδειών γάμων
πολιτικής αντάρας
κι άλλα
της οπτασίας
της Ιστορίας
τρεχάτα γεγονότα
αλλά πάνω στη σκάλα
σαν να τα βλέπω τώρα επί ματαίω
τρέμουν τα γόνατα
και πρέπει να κατέβω
μ’ ένα μονάχα δίλημμα:
ήταν η σκάλα μου ασταθής
ή οι εικόνες μου άστατες
και δεν φωτογραφίζονται.




Του Βασίλη Παπαβασιλείου
O Γιάννης Bαρβέρης προέτασσε πάντα στα κριτικά του σημειώματα ένα μότο ποιητικής, κατά κανόνα, προελεύσεως. Aκουγες συχνά από ανθρώπους του θεατρικού σιναφιού (κυρίως), αλλά και από «κοινούς» αναγνώστες: «Γιατί το κάνει αυτό;» Διερωτώμενος κι εγώ μαζί τους θα τολμούσα να προτείνω σήμερα μια-δυο εξηγήσεις in memoriam.
Tο βέβαιο είναι πως ο ποιητής Γιάννης Bαρβέρης, προικισμένος διάκονος των λέξεων, «Mουσών θεράπων οτρηρός», εκτός από μέγας αθλητής της ανηφόρας της ζωής, ήταν ένας πεφωτισμένος είρων. Mε τη χειρονομία του, λοιπόν, αυτή εξέπεμπε ένα σύνθετο σήμα προς πάντα ενδιαφερόμενο και τον προκαλούσε να το αποκωδικοποιήσει.
Eκ πρώτης όψεως τα επιγράμματα αυτά, με όρους ρητορικής τεχνικής, στοιχειοθετούσαν πολιτισμικώς καταξιωμένα επιχειρήματα που είτε συνόψιζαν καταλυτικά είτε φώτιζαν σαν αστραπές όψεις του κριτικού σκεπτικού που ανέπτυσσε στο κείμενό του. Yπό την έννοια αυτή τα επιγράμματά του «αποκαλύπτονταν» πάντα εκ των υστέρων – όταν είχες ολοκληρώσει την ανάγνωση του σημειώματος. Oμως, αυτό δεν ισχύει γενικά για τη λειτουργία του επιγράμματος;
Mου φαίνεται, ωστόσο, ότι, στην περίπτωση του Bαρβέρη, πέρα από ρητορικό όπλο αποδεικτικού χαρακτήρα, το μότο έχει μια μετωνυμική διάσταση με αυτοσαρκαστικό περιεχόμενο. O ποιητής που φορά την περσόνα του θεατρικού κριτικού είναι υποχρεωμένος να έρχεται αντιμέτωπος όχι ακριβώς με λέξεις, αλλά με μιμήσεις πράξεως. Πρόκειται γι’ αυτήν τη ζωτικής σημασίας διαμεσολάβηση που συνιστά το έργο της σκηνής. Tην επωμίζονται άψυχα και κυρίως έμψυχα στοιχεία (ηθοποιοί, σκηνοθέτες) που την οργανώνουν και την πραγματώνουν. Για όλους αυτούς η μίμησις πράξεως δεν είναι παρά πράξις μιμήσεως.
Για κάποιον που ζει και αναπνέει με τις λέξεις στην πιο καθαρή τους μορφή, εννοώ την απορητική μορφή της γραφής, το να υφίσταται αναγκαστικά, λόγω πάθους για το θέατρο, τον εκτελωνισμό των λέξεων μέσω κάποιων τρίτων δεν είναι απαραίτητα το πιο ευχάριστο πράγμα του κόσμου. H πράξη του εκτελωνισμού αποδείχνεται συχνά πηγή απογοήτευσης. Γιατί καμία πράξη δεν έχει την καθαρότητα της λέξης. Tο θεατρικό χαρακτηρίζεται, εκτός από φευγαλεότητα, και από μια συστατική «ακαθαρσία».
O ποιητής - κριτικός, λοιπόν, βιώνει αυτήν την αντίφαση και, με το επίγραμμα, πραγματοποιεί ένα είδος σπονδής στην ανέφικτη καθαρότητα, υπενθυμίζοντας στους αναγνώστες και τον εαυτό του ότι «η ζωή είναι αλλού». Kοντολογίς, το μότο, εισάγοντας στην κριτική του θεάτρου, δείχνει ταυτόχρονα την έξοδο από την επίφοβη συνθήκη του θεάτρου.
Aιωνία σου η μνήμη, Γιάννη.



Θ. Τερζοπουλος
Alarme
Σκην.: Θ. Τερζόπουλος
Θέατρο Αττις
 
 
Μεθ’ υπολήψεως και μίσους, διατελώ...
Βιτριολικές «επιστολές», έλξεις και απώσεις οργίλων θηλέων
Του Γιαννη Βαρβερη

 Είναι τέχνη η επιστολή; Για να περιοριστώ στα νεότερα και βέβαια είναι, κοιτίδα δε έχει κατά την παράδοση την Ιταλία (Λομβαρδία) του 11ου αιώνα. Ο Αλβέριχος και ο Ιωάννης Καετάνι ήταν οι θεμελιωτές του είδους. Ποικίλοι κανόνες διαμορφώθηκαν κατά τη χρήση της επιστολής από αυτοκράτορες, Πάπες, διανοουμένους. Φαίνεται πως η μεταγενέστερη γαλλική σχολή επικράτησε, δεδομένου ότι περιβόητες είναι οι επιστολές του Βολταίρου, του Φενελόν, του Ρουσώ και οι διασημότερες της Μαντάμ ντε Σεβινιέ. Στην Ιταλία διακρίθηκαν ο Πετράρχης, ο Φώσκολος, ο Αρετίνος. Ακολούθησαν η περί πολιτικής επιστολή του καρδιναλίου Ρισελιέ, η ερωτική αλληλογραφία του Πασκάλ, ο Λαφονταίν και ο Μπουαλώ, κι αργότερα εκείνες των Μοντεσκιέ, Βολταίρου, Ρουσώ, Φλωμπέρ, Ουγκώ, Γκαίτε, Σίλερ.
Πρόχειρα, απ’ τη δική μας παράδοση έντονα θυμάμαι τον Κοραή, τον Ροΐδη, τον Μαν. Τριανταφυλλίδη, την αλληλογραφία Γιώργου Σεφέρη – Τίμου Μαλάνου όπως και Σεφέρη – Μαρώς μέχρι τις αμιγώς λογοτεχνικές εκείνες επιστολές του Νίκου Καχτίτση ιδίως προς τον ποιητή Γιώργη Παυλόπουλο και του ποιητή Δ. Π. Παπαδίτσα προς τον Ε. Χ. Γονατά («Να μου γράφεις, έστω και βαδίζοντας…»). Για περαιτέρω παραπέμπω εκθύμως στον επιβλητικό τόμο σχετικά με την «επιστολική λογοτεχνία» του Παναγιώτη Μουλλά (εκδόσεις ΜΙΕΤ).
Κάθε επιστολή φύσει περιέχει την αντίθεση: πολιτισμένη, κομψή, απροσχημάτιστη ή άγρια. Μια τέτοια εν προόδω «προφορική» αλλά και σωματική επιστολογραφία σκηνοθέτησε ο Θεόδωρος Τερζόπουλος πάνω σ’ ένα δικό του κείμενο έρωτα – μίσους ανάμεσα στη γνωστή έριδα της βασίλισσας Ελισάβετ και της Μαρίας Στιούαρτ. Υπό το προεξαγγελτικό κρώξιμο ενός μακρινού κορακιού του Πόε, οι δύο γυναίκες σύρονται πάνω σε μια φωτιστική ταινία – επιφάνεια. Απ’ την αρχή βασιλεύει ένας alarme (ή ένα aux armes;) Τα δύο θήλεα εξακοντίζουν οιονεί επιστολιμαίες ύβρεις, αρές, ειρωνείες, ακραίες κραυγές, γρυλλίσματα (αλλά στο τέλος και τριβαδικές δονήσεις), στην προσπάθειά τους να καταπιούν η καθεμιά την ομόφυλή της. Οι «επιστολές» είναι συχνά ανάσες που μεταπίπτουν σε μουγκρητά ή σε υποτονθορυσμούς, οι οποίοι προαναγγέλλουν κι από μια νέα επίθεση των δύο συρόμενων εδαφιαία γυναικών. Ο Τερζόπουλος κατορθώνει σ’ αυτή του την παράσταση να καθαγιάσει το μίσος, να θεώσει τη βία, ίσως για να οδηγηθεί στην εξόδιο αγαλλίαση της ειρήνευσης αλλά και της αινιγματικής νέας πορείας, που θα συνιστά πάντα ένα κραυγαλέο και φοβογόνο αίνιγμα για το άρρεν που παρίσταται και σχολιάζει.
Οι «αυξομειώσεις» του ύφους των δύο γυναικών, ντυμένων ανακτορικώς λαμπρά μα και σεξιστικώς διαθέσιμα (της Λουκίας), διέθεταν την άκρα τελειότητα που χαρακτηρίζει τις εργασίες του Τερζόπουλου. Τον υπάκουσαν με εκπληκτική ακρίβεια στις μετεξελίξεις των συναισθημάτων και των παντοειδών ορέξεών τους, η Αγλαΐα Παππά (με υποδειγματική, σπάνια εκφορά της γαλλικής γλώσσας) και το υποκριτικό θηρίο Σοφία Χιλλ, «υπεύθυνη» και για ορισμένες χιουμοριστικές στιγμές–ανάσες, βασιζόμενες ιδίως στη σοφά «εκτροχιασμένη» αγγλική γλώσσα. Ο Τάσος Δήμας, συμπληρώνοντας το... μη ιψενικό αυτή τη φορά τρίγωνο της παράστασης, εκλήθη να σχολιάζει τις αβυσσαλέες ιστορικές και εντεύθεν σκηνικές συμπεριφορές των δυο γυναικείων τεράτων. Ανταποκρίθηκε με ελεγχόμενη ένταση και δυναμικό μισογυνισμό. Ωστόσο, το κείμενο που του παρεδόθη από τον Θανάση Αλευρά εμπεριείχε εκφραστικές υπερβολές, ακαλαισθησίες ή trivialities, που δεν έδεναν με το υψηλό ύφος του όλου.
Σαν διαβολικές υστερικές ενέσεις οι minimal μουσικές του Παναγιώτη Βελιανίτη. Τέλος, οι φωτισμοί του Τερζόπουλου (εδώ μαζί με τον Κ. Μπεθάνη) συνιστούν πάντα ένα πολύτιμο πανεπιστημιακό μάθημα για τους επίδοξους ηρακλείς του είδους.
Σημείωση: Την Τετάρτη 25 Μαΐου αποχαιρετίσαμε αναπάντεχα τον Γιάννη Βαρβέρη, που για πολλά χρόνια κόσμησε με τα κείμενά του τη σελίδα κριτικής θεάτρου της «Καθημερινής». Συνεπής συνεργάτης, φρόντιζε πάντοτε να στέλνει τα κείμενά του νωρίτερα από τις προβλεπόμενες ημερομηνίες παράδοσης. Κατόπιν αδείας της οικογένειάς του, αυτήν την Κυριακή και τις δύο επόμενες Κυριακές, η «Καθημερινή» θα φιλοξενήσει τα τρία τελευταία κείμενά του, ως φινάλε ενός μοναδικού λογοτεχνικού κύκλου κριτικών θεάτρου, που διακόπτεται απότομα. Η απώλεια του Γιάννη Βαρβέρη, ενός αριστοκράτη των λέξεων, αφήνει δυσαναπλήρωτο κενό.



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου