Δευτέρα 11 Απριλίου 2011

ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ - Κακογιάννης

Μιχάλης Κακογιάννης, σκηνοθέτης
Με απογοητεύουν όσα βλέπω σήμερα σε αυτόν τον κόσμο που σιγοβράζει
 
 
 Oι σταθμοί του
1943
Αποφοιτά από τη Νομική και εργάζεται στο BBC και λίγο αργότερα ξεκινά τις σπουδές του στις
Δραματικές Τέχνες και
τη σκηνοθεσία.
1947
Αρχίζει την καριέρα του ως ηθοποιός στο Θέατρο της Αγγλίας.
1953
Επιστρέφει στην Ελλάδα, γυρίζει την πρώτη του ταινία το «Κυριακάτικο ξύπνημα». Ακολουθούν η «Στέλλα» και «Το Kορίτσι με τα μαύρα».
1962
Γυρίζει την «Ηλέκτρα», υποψήφια για Οσκαρ καλύτερης ξένης ταινίας και βραβευμένη με 25 διεθνείς διακρίσεις. Aκολουθούν την επόμενη διετία στο θέατρο οι «Τρωάδες» και ο κινηματογραφικός «Ζορμπάς» (τρία Οσκαρ).
1967
Σκηνοθετεί την όπερα «Το Πένθος ταιριάζει στην Ηλέκτρα» στη Metropolitan Opera της Νέας Υόρκης.
1975
Γυρίζει το ντοκιμαντέρ «Αττίλας ’74».
1988
Σκηνοθετεί στη
Γαλλία την όπερα «Η μεγαλοψυχία του Τίτου».
1999
Ο «Βυσσινόκηπος» είναι η τελευταία του ταινία.
2010
Εγκαίνια του Ιδρύματος Μιχάλης Κακογιάννης.

Δημιουργός ταινιών όπως η δυναμική «Στέλλα», «Το κορίτσι με τα μαύρα», το «Τελευταίο ψέμα», ο θρυλικός «Ζορμπάς» (με τα τρία Οσκαρ), η τριλογία (Ηλέκτρα, Τρωάδες, Ιφιγένεια), πολλών θεατρικών παραστάσεων μαζί με όπερες στην Ελλάδα, Αμερική, και πολλές ευρωπαϊκές χώρες, αυτός που έγραψε σενάρια, θεατρικά έργα αλλά και αγαπημένους στίχους όπως «Αγάπη που ’γινες δίκοπο μαχαίρι», ο «σκηνοθέτης των γυναικών» που δημιούργησε μύθους με τις μούσες του, τη Λαμπέτη, τη Μελίνα, την Ειρήνη Παπά, είναι φανερό πως θέλει να γυρίσει στα παιδικά του χρόνια, στην Κύπρο.
Η μητέρα του ήταν η αδυναμία του. «Ομορφο ζευγάρι και οι δυο τους», η Αγγελική και ο Παναγιώτης απέκτησαν τέσσερα παιδιά. «Τη Στέλλα, τη Γιαννούλα, εμένα και τον Γιώργο που έφυγε νωρίς. Ηταν καλλιεργημένοι άνθρωποι αλλά όχι πολύ εύποροι. Δεν αισθάνθηκα ωστόσο ποτέ να στερήθηκα κάτι εκείνα τα χρόνια. Ο πατέρας διαπρεπής ποινικολόγος και η μητέρα υπέροχη με όλους μας, τους άρεσε να βγαίνουν». Βόλτες, χοροί και διακοπές τα καλοκαίρια στις Πλάτρες, ένα θέρετρο στο οποίο πήγαιναν και πολλοί ξένοι. Σμόκιν για τους άντρες, ακριβές κομψές τουαλέτες για τις κυρίες και διάχυτο το Chanel Νο5. Παραδέχεται πως δεν ήταν πολύ καλό παιδί. «Αισθανόμουν πάντα ότι τα κατάφερνα πέρα από την πραγματική μου αξία και με μια μπαμπεσιά. Ειδικά με μαθήματα όπως τα μαθηματικά τα οποία δεν τα σκάμπαζα ποτέ μου. Κατάφερνα όμως να παίρνω καλούς βαθμούς».

Αγάπη μου είναι η τέχνη
Η τέχνη ήταν, όπως λέει, η αγάπη του από τότε. «Ο πατέρας μου όμως, ήταν εντελώς αρνητικός. Η μητέρα μου από την άλλη ήταν μια γυναίκα μάλαμα». Το 1938 αναχώρησε για σπουδές στο Λονδίνο προκειμένου να συνεχίσει την οικογενειακή παράδοση. «Τελείωσα τα νομικά όπως έπρεπε - ήμασταν πειθαρχημένα παιδιά. Ομως άλλαξα πορεία. Δεν αισθανόμουν ικανός να συνεχίσω καριέρα. Με τη βοήθεια ενός ειδικού δασκάλου προετοιμάστηκα για τις εξετάσεις. Δίδασκε σε ένα στούντιο και θυμάμαι ότι είχε ένα πιάνο με ουρά, λάτρευε βλέπετε τη μουσική, όπως κι εγώ. Κοιτώντας τη ζωή μου με μια απόσταση τώρα πια, θα έλεγα ότι ήμουν και πολύ τυχερός. Δεν άξιζα να περάσω τις εξετάσεις της Νομικής τόσο εύκολα».
Καριέρα όμως έκανε και στο ΒΒC, όπου το 1941 μπήκε ως μεταφραστής και εκφωνητής στην Ελληνική Υπηρεσία. Πόλεμος, δύσκολοι καιροί, και ο Μ. Κακογιάννης βρίσκεται σε διπλανό γραφείο με τον Τζορτζ Οργουελ. «Κλειστός άνθρωπος», υπήρξε ένας από τους πολλούς διανοούμενους που γνώρισε στην πορεία του. Ηταν η αρχή.

Η Λαμπέτη, η Μελίνα, η Χέπμπορν και ο Σαρτρ...
Η μουσική ήταν και η πρώτη αδυναμία του Κακογιάννη. Ομως έδωσε μόνο ένα ρεσιτάλ, το 1943. «Αισθανόμουν χάλια. Στο δεύτερο μέρος είχα αποφασίσει πως η καριέρα μου είχε τελειώσει πριν αρχίσει». Στο BBC γνώρισε προσωπικότητες, όπως τον Λόρενς Ολίβιε. «Είχε περιπέτειες στη ζωή του, όπως τον επεισοδιακό χωρισμό του με την Βίβιαν Λη. Επινε πολύ... Ξέρετε επειδή πάντα περίμενα περισσότερα από τους άλλους, μερικούς τους έβρισκα λίγο κουτούς».
Οχι όμως και τον Καζαντζάκη. «Δεν ταίριαζε στα νιάτα μου, αλλά ήταν ξεχωριστός, είχε και χιούμορ. Αστειευόταν ειδικά με τον Σικελιανό που παινευόταν: “και νεκρό μπορώ να αναστήσω”. Κάποτε στους Δελφούς πέθανε ένας ντόπιος και τότε ο Καζαντζάκης του λέει: “Ιδού η ευκαιρία!”. Ο Αγγελος πράγματι πήγε και έμεινε στο σπίτι του θανόντος όλη τη νύχτα. Το πρωί βγήκε χλωμός και κουρασμένος κι όταν τον ρώτησε ο Καζαντζάκης τι έγινε, απάντησε: “Τέτοιο πείσμα!”».
Επιστρέφοντας στην Ελλάδα, ο Μ. Κακογιάννης γύρισε το «Κυριακάτικο ξύπνημα» με τον Δημήτρη Χορν και την Ελλη Λαμπέτη. Την «baby Anna Maniani» όπως έλεγαν στο Εδιμβούργο.
«Ηταν η γοητευτικότερη όλων, χωρίς αμφιβολία», λέει ο Μ. Κακογιάννης. «Δεν ήταν από σόι όπως η Μελίνα, ωστόσο είχε ιδιαίτερη γοητεία. Η Μελίνα ήταν διασκεδαστική, περνούσαμε ώρες τα βράδια σπίτι της. Κουλουριαζόταν στον καναπέ και ήταν πάντα σε χιουμοριστικές φόρμες. Αλλά και η Ειρήνη Παπά ήταν τρομερή. Εκμεταλλεύτηκα τον καλύτερο εαυτό τους».
Ο μύθος της «Στέλλας» έφτασε παντού. Το «Κορίτσι με τα μαύρα» που οι αθηναϊκές εφημερίδες έκριναν πληκτικό, κέρδισε την L’ Humanite η οποία σημείωνε για «αποκάλυψη στο Φεστιβάλ των Καννών». Οσο για τον «Ζορμπά», «δίχασε, ξεσήκωσε, προκάλεσε συγκρούσεις».
Ανάμεσα στις γνωριμίες του και η Κάλλας, με την οποία τα τσούγκρισε στην Αμερική: «Εξαιρετικό λαρύγγι, αλλά δεν θάμπωνε με την εξυπνάδα της». Ούτε ο Ωνάσης τον εντυπωσίασε, ενώ η Τζάκυ «γοητευόταν με τα χρήματα και την κομψότητα. Αντιπαθέστερη όλων ήταν όμως η Σιμόν ντε Μποβουάρ. Κακιά γυναίκα, κολλημένη με τον Σαρτρ. Ασε πια εκείνος. Συνεργαστήκαμε στη μετάφραση των “Τρωάδων” και διαφωνήσαμε».
Μια ξεχωρίζει με πάθος. Την Κάθριν Χέπμπορν. «Συγκινητική γυναίκα. Οταν μου ομολόγησε ότι φορούσε πάντα τα πανταλόνια του Σπένσερ Τρέισι, τον οποίο ποτέ δεν παντρεύτηκε, συγκλονίστηκα. Εκανε στυλ με αυτά, όμως τα βράδια που βγαίναμε ντυνόταν γυναικεία. Δεν ήταν καθόλου κοκέτα. Αλλά είχε χαρακτήρα, προσωπικότητα, εξυπνάδα».

Τώρα σπίτι μου είναι το Ιδρυμα και είναι ανοιχτό συνεχώς σε όλους
Σήμερα αν μπορούσε να γυρίσει μια ταινία που θα προβάλλει την Ελλάδα τι θα έδειχνε; Αν και η κούραση τον βαραίνει όσο περνάει η ώρα, απαντά αμέσως και με πάθος: «Θα ήταν μια ιστορική ταινία για το Βυζάντιο. Εχω έτοιμο το σενάριο στα αγγλικά. Για τη Ζωή την Πορφυρογέννητη. Θα το έπαιζε η Ειρήνη Παπά».
Νέες ταινίες βλέπει σε dvd. Τον ρωτάω αν είδε τον «Κυνόδοντα» του Γιώργου Λάνθιμου που έφτασε τόσο κοντά στο Οσκαρ ξενόγλωσσης ταινίας. «Να μη σας πω καλύτερα. Δεν βρήκα μία ερμηνεία. Ξέρετε, δεν μου αρέσουν να δηλώνονται τα πράγματα. Θα μπορούσε με το ίδιο θέμα να μη δηλώνονται όλα με εικόνες».
Αν και έχει βραβευθεί και τιμηθεί (γεμάτοι οι τοίχοι του γραφείου του), από παλιά έλεγε ότι οι Κάννες είναι μια κλίκα. Ακόμη το πιστεύει: «Μόνο που άλλαξαν τα πρόσωπα». Με κάποιες ταινίες του ο Μ. Κακογιάννης έδειξε μια Ελλάδα πρότυπο. Πώς νιώθει τώρα που ζει σε μια Ελλάδα προς αποφυγήν; «Δεν κυκλοφορώ πια για να έχω την εικόνα αυτή. Το “Κυριακάτικο ξύπνημα” γυρίστηκε σε μια εποχή που η ζωή ήταν επικίνδυνη σε ορισμένες περιοχές της Αθήνας. Ημουν όμως τόσο γοητευμένος όταν πρωτοήρθα, που ακόμη και τα προβλήματά της τα έβλεπα γοητευτικά. Σήμερα την εικόνα της κοινωνίας την έχω από την τηλεόραση. Οταν η οικονομική ανασφάλεια απλώνει τα πλοκάμια της, είναι αναπόφευκτος ο φόβος. Απλώς θεωρώ απαράδεκτο ότι πολλά από όσα συμβαίνουν τώρα δεν τα εντοπίζαμε σε μια Ελλάδα που είχε βγει από έναν πόλεμο και ήταν βυθισμένη στη φτώχεια. Στενότητα υπάρχει και τώρα αλλά υπάρχει και θρασύτητα. Με ενοχλεί η έλλειψη αγωγής».

Eκλεκτικά σνομπ
Τον είχαν χαρακτηρίσει μεγαλοαστό και σνομπ. «Μεγαλοαστός δεν είμαι, ήταν λάθος χαρακτηρισμός. Σνομπ μπορεί να είμαι, αλλά εκλεκτικά όχι κοινωνικά. Τώρα που έχω φτιάξει το Ιδρυμα, η εικόνα αυτή ίσως έχει αλλάξει. Τώρα το σπίτι μου είναι εκείνο και είναι διαρκώς ανοιχτό».
Είναι ευχαριστημένος από την ελληνική πολιτεία; «Οταν συναντώ τον Κάρολο Παπούλια, αισθάνομαι πολύ καλά ως Ελληνας. Νιώθω ότι μου ανοίγει την πόρτα με καλοσύνη, ότι με εκτιμά. Ολοι ήταν φιλικοί μαζί μου, δεν έχω παράπονο, μόνο ένα μικρό: Οτι δεν με συμβουλεύτηκαν ποτέ για θέματα του σινεμά σε συνάρτηση με εκείνα του τουρισμού. Ούτε ο κ. Γερουλάνος. Την οικογένειά του τη γνωρίζω πολύ καλά, αλλά ο ίδιος δεν μου έχει απλώσει το χέρι. Ισως από συστολή».
Πώς περνάει πια ο χρόνος; «Χθες το βράδυ πέρασα καλά βλέποντας τη Δανδουλάκη να παίζει μια γοητευτική, καλοντυμένη, νεάζουσα μεσήλικα». Είναι απ’ αυτά που βλέπει στην τηλεόραση, όπως τα δελτία ειδήσεων. «Μερικές φορές με τρομάζουν. Ανησυχώ με τον Καντάφι, διότι δεν καταλαβαίνω απόλυτα τα παιχνίδια εξουσίας. Με όσα συμβαίνουν στην Ιαπωνία που ξεφεύγουν πια και από τη φαντασία, με τον κλοιό της Μέρκελ. Σαν να μας κυκλώνει ένα γενικό τσουνάμι».

H Ειρήνη Παπά
Τα βράδια στη μονοκατοικία της οδού Μουσών στου Φιλοπάππου δεν περνούν εύκολα. Ομως η Ξένια Καλδάρα και ο σύζυγός της Θοδωρής Αγγελόπουλος είναι σχεδόν μόνιμοι επισκέπτες. «Αυτό το κορίτσι είναι χρυσό, κάνει όλη τη δουλειά στο Ιδρυμα. Θλίβομαι όμως που έχω καιρό να μιλήσω με την Ειρήνη Παπά. Με πληγώνει το γεγονός, το δηλώνω, γιατί την αγαπώ και την εκτιμώ πολύ. Αλλωστε η καριέρα της τελείωσε με μια κωμωδία και με γέλιο. Ετσι πρέπει να είμαστε και στις μεταξύ μας σχέσεις».
Συγκινημένος, θέλει να σταματήσει: «Καταλάβατε ότι κουράστηκα», λέει ευγενικά. Υστερα με προτρέπει να δω τη μητέρα του στην κορνίζα στο τραπέζι απέναντί του. Και τις αδερφές του. Η Στέλλα Σουλιώτη «διετέλεσε και υπουργός επί Μακαρίου» μου θυμίζει, τη Γιαννούλα που ζει στη Ρώμη «βράχος επί των οικονομικών», τα ανίψια του: Αμάντα, Αλέξια και ο Παναγιώτης που «σπούδασε νομικά και ύστερα τα άφησε για να σπουδάσει ζωγράφος», λέει με καμάρι. Αλλωστε και ο ίδιος άλλαξε πορεία. «Δεν ξέρω αν ήθελα δικά μου παιδιά. Τα ανίψια μου είναι σαν δικά μου». Και η ζωή του; «Μοιάζει με επεισοδιακή ταινία».
Επειτα φωνάζει ευγενικά την Εμιλυ να με συνοδέψει ώς τη βαριά εξώπορτα. Το χέρι του -αν και το σώμα αδύναμο- σφίγγει με δύναμη το δικό μου. «Ορεβουάρ καλή μου». Η μαλλιαρή Λούλου που κάθεται ήσυχα ώς εκείνη την ώρα, συνηγορεί κι αυτή με ένα γάβγισμα. Πώς πέρασαν κιόλας δύο ώρες...

Η συνάντηση
Στο φιλόξενο φωτεινό γραφείο στο ισόγειο της οδού Μουσών οι τοίχοι είναι γεμάτοι από βραβεία και διακρίσεις, ενθύμια και εικόνες. Σερβιριστήκαμε ένα φίνο αρωματικό τσάι. Ο Μιχάλης Κακογιάννης δεν έχει όρεξη για γλυκά και βουτήματα του έχει κοπεί τον τελευταίο καιρό όπως λέει- αλλά ρωτάει διαρκώς αν χρειαζόμαστε κάτι. Τα τηλέφωνα δεν σταματούν να χτυπάνε από φίλους που ρωτούν για την υγεία του.
Πηγή: Καθημερινή - Γιώτα Σύκκα

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου