Κυριακή, 28 Αυγούστου 2011

ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ - LAAS

Δανείζομαι από το άρθρο της εφημερίδας Καθημερινή  με τίτλο  H καλή τέχνη είναι ένα είδος διαλογισμού  ορισμένα κομμάτια σχετικά με ένα φεστιβάλ τέχνης στο Λος Άντζελες με σκοπό  να ευαισθητοποιηθούν και να δραστηριοποιηθούν κάποιες υγιείς δυνάμεις στις τοπικές κοινωνίες.

Los Angeles Art Show (LAAS)

Πενθήμερο φεστιβάλ τέχνης που άρχισε ως μια φιλόδοξη ιδέα του ιδρυτή του Kim Martindale πριν 17 χρόνια και πλέον στεγάζει πάνω από 10.000 χιλιάδες έργα τέχνης (γλυπτική, ζωγραφική, φωτογραφίες) από περίπου 100 γκαλερί και μουσεία από όλο τον κόσμο. 

Το πενθήμερο αυτό καλλιτεχνικό γεγονός αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα φεστιβάλ Τέχνης της Αμερικής και στεγάζει μια ευρεία γκάμα έργων, που εκτείνεται απο τον Renoir και τον Rembrandt μέχρι τον Henry Moore και τον Warhol και από ζωντανό graffiti art μέχρι σπάνια φωτογραφικά ντοκουμέντα από την κηδεία του Ganhdi, αλλά και από τη ζωή του Mao Tse-tung, από τον «πατέρα της δημοσιογραφικής φωτογραφίας» Henry Cartier-Bresson.

«To φεστιβάλ αποτελεί ιδανική ευκαιρία για τους σοβαρούς συλλέκτες και αγοραστές Τέχνης να δουν τι υπάρχει στην αγορά, αλλά και σταθμό για όλους αυτούς που θέλουν να μάθουν πιο πολλά για την Τέχνη», δηλώνει ο εμπνευστής και παραγωγός του φεστιβάλ Kim Martindale

"Πριν από περίπου 17 χρόνια, άρχισα να νιώθω ότι υπήρχε ένα μεγάλο κενό στην εικαστική σκηνή της Καλιφόρνιας όσον αφορά την ύπαρξη ενός μεγάλου καλλιτεχνικού γεγονότος το οποίο θα γινόταν σιγά σιγά παγκόσμιος πόλος έλξης καλλιτεχνών, γκαλερί, αλλά και συλλεκτών. Παρουσίασα έτσι τη μικρή μου ιδέα στο καλλιτεχνικό συμβούλιο του Λ.Α., και τους άρεσε. Στην πρώτη μας εκδήλωση παρουσιάσαμε εκθέματα από 12 γκαλερί και παρευρέθησαν γύρω στα 200 άτομα. Από τότε, ο χρόνος που πέρασε ήταν όπως αποδείχθηκε γόνιμος: στη φετινή εκδήλωση πήραν μέρος 115 γκαλερί και μουσεία και παρευρέθη ένα κοινό της τάξεως των 40.000 ατόμων".

Ο Kim Martindale, γεννημένος στον Καναδά, αλλά μόνιμος κάτοικος της Καλιφόρνιας τα τελευταία 25 χρόνια, θεωρεί τον εαυτό του Καλιφορνέζο όχι μόνο λόγω του τόπου κατοικίας αλλά, κυρίως, επειδή βρίσκει τον εαυτό του πλήρως εναρμονισμένο με την αύρα της πόλης που τον βοήθησε να πραγματοποιήσει το όνειρό του. Η βαθιά ευχαρίστηση που συνεχίζει να παίρνει από την ενασχόλησή του με την Τέχνη διαγράφεται στο πρόσωπό του όταν ρωτώντας τον τι σημαίνει γι' αυτόν Τέχνη απαντά:   

«H καλή Τέχνη είναι ένα είδος διαλογισμού και έχει τη δύναμη να γεφυρώσει κουλτούρες και λαούς».



Για να μην εγκλωβιστούν οι τοπικές κοινωνίες και οι περιφέρειες σε μια αυτιστική και συνάμα φολκλορική προσέγγιση του πολιτισμού.

Σάββατο, 27 Αυγούστου 2011

BIΒΛΙΟ - Οι χρόνοι του σώματος

Υπάρχουν βιβλία που με συνεπαίρνουν, αλλά δεν προεκτείνω τη σκέψη μου πέρα από το πλαίσιο του έργου, αιχμαλωτίζομαι από την υπόθεση,  υπάρχουν όμως βιβλία που δε μου αρέσουν ιδιαιτέρως, αλλά έχουν έχουν ένα πλούσιο συμβολισμό και με συνεπαίρνει η προέκτασή τους. Σ΄ αυτή τη δεύτερη κατηγορία ανήκει και το μυθιστόρημα οι χρόνοι του σώματος του Ντον ΝτεΛίλλο. 


Ηρωίδα του μυθιστορήματος η Λόρεν Χάρτκι, μια body artist, που ... αποπειράται να απαλλαγεί από το σώμα της. Με την καλλιτεχνική πράξη αψηφά τα όρια του σώματος.
Όσο περνούσαν οι μέρες γύμναζε σκληρά το σώμα της. Θα υπήρχε πάντα κάποιο βήμα που ξεπερνούσε τις προηγούμενες ακραίες επιδόσεις. Ήταν ικανή να τρα­βάει κάτι σε δυσυπόφερτα άκρα όσον αφορά την ανα­πνοή, τη σωματική ρώμη, τη χρονική διάρκεια ή τη δύ­ναμη της θέλησης και μετά ν' αποφασίζει να ξεπερά­σει και αυτό το όριο.

 Το σχέδιο της ήταν να οργανώνει το χρόνο μέχρι να μπορέσει να ξαναζήσει.
Αφού πέρασαν οι πρώτες μέρες του γυρισμού, ξανάρ­χισε τις αναπνευστικές της ασκήσεις. Έπρεπε να ξα­ναδούλεψει το σώμα της, να επαναλάβει την αγωγή με τις εκτατικές κινήσεις και τις μεθοδικές συστροφές. Ξεκινούσε με τη σπονδυλική στήλη και προχωρούσε προς τα άκρα κινούμενη με τα τέσσερα στο πάτωμα και νιώθοντας την αορτή της ν' αναπηδά σε κάθε εκ­πομπή του αίματος από την καρδιά. Έπρεπε να κάνει κατακόρυφο και κυβιστήσεις. Έβγαζε έξω τη γλώσ­σα της κι έπαιρνε κοφτές ανάσες σε μια εσωτερικά χρονομετρημένη αλληλουχία με την ακρίβεια που ανα­γνώριζε στο κρακ-κρακ-κρακ των μεσοσπονδύλιων δί­σκων, καθώς η πλάτη της τραβιόταν από πάνω προς τα κάτω.

 Η άσκηση του κορμιού της έκανε τα πάντα διαφα­νή. Έβλεπε και σκεφτόταν πιο καθαρά, πράγμα που θα μπορούσε απλώς να σημαίνει ότι δεν υπήρχαν και πολλά να δει ή να σκεφτεί. Ίσως όμως και να ήταν κάτι βαθύτερο, οι στάσεις που έπαιρνε και κρατούσε για ώρα, οι υπερβολικές περιστροφές, τα φιδίσια σχήμα­τα και τα λυγίσματα του λουλουδιού, τα μεσοδιαστή­ματα αυτοσυγκέντρωσης με τις συστηματικές ανα­πνοές, όλη η ζωή βιωμένη απόλυτα ως σκέτη ανάσα.


Η Λόρεν έχει παντρευτεί το Ρέι Ρομπλς, σκηνοθέτη, και μένουν σε μια ερημική ακτή, σε ένα τεράστιο νοικιασμένο σπίτι.

Μου φαίνεται ότι έχεις στήσει τη δική σου ολοκλη­ρωτική κοινωνία, της είπε μια μέρα ο Ρέι, όπου εσύ είσαι ο απόλυτος δικτάτορας, αλλά και ο καταπιεσμέ­νος λαός ταυτόχρονα, έτσι είπε, θαυμάζοντας την, ίσως, ως καλλιτέχνης προς καλλιτέχνη.

Ο Ρέι Ρομπλς βρέθηκε νεκρός.
Ο Ρέι Ρομπλς, δημιουργός"δύο ταινιών που έτυχαν πα­γκόσμιας αναγνώρισης στα τέλη της δεκαετίας του '70, βρέθηκε νεκρός χθες, Κυριακή πρωί, στο διαμέρισμα της πρώτης του γυναίκας, της συμβούλου μόδας Ιζα­μπέλ Κοράλες, στο Μανχάταν.Ο θάνατος, σύμφωνα με επιτόπια έρευνα της αστυ­νομίας, οφείλεται σε αυτοπυροβολισμό. Τα βιογραφικά στοιχεία που αφορούν στα παιδικά χρόνια του κυρίου Ρομπλς είναι αντιφατικά, αλλά οι πειστικότερες εκδοχές από διαφορετικές πηγές συμ­φωνούν ότι ήταν 64 ετών.

Στη μοναξιά της που ακολουθεί η Λόρεν ανακαλύπτει στο σπίτι της έναν μυστηριώδη άντρα.
 Τον ανακάλυψε την επόμενη μέρα σ' ένα μικρό υπνοδωμάτιο του τρίτου πατώματος, που βρισκόταν δίπλα στο μεγάλο άδειο δωμάτιο στην άλλη άκρη του σαλονιού. Ήταν μικροκαμωμένος και λεπτόκορμος ώστε στην αρχή τον πήρε για παιδί, με μαλλιά στο χρώ­μα της άμμου, και φαινόταν σαν να είχε μόλις ξυπνή­σει από βαθύ ύπνο ή νάρκωση.
  
Καθόταν στην άκρη του κρεβατιού φορώντας τα εσώρουχα του. Ακαριαία σκέφτηκε ότι ήταν αναπόφευκτο. Διέτρεξε το χρόνο μέχρι πίσω στις πρώτες ενδεί­ξεις ότι υπήρχε κάποιος μέσα στο σπίτι, και όλες οι εντυπώσεις της, ξεκαθαρισμένες πια και επιβεβαιωμέ­νες, την οδήγησαν αδιάψευστα στην παρούσα στιγμή.


Προσπαθούσε να καταλάβει ποιος ήταν, έστω ποιον της θύμιζε.

Τότε συνειδητοποίησε ποιον της είχε θυμίσει. Ήταν ένας καθηγητής της φυσικής που είχε στο γυ­μνάσιο, που φαινόταν κατάξανθος τις συννεφιασμένες μέρες και φαλακρός όταν έλαμπε ο ήλιος, και ο οποίος κόλλησε κάποτε με σελοτέιπ μια ξηλωμένη ραφή στα παπούτσια του, ένας άνθρωπος που μιλούσε τόσο δι­στακτικά, σχεδόν μπέρδευε τα λόγια του, που έκανε τους λίγους ευαίσθητους μαθητές να νιώθουν ενοχλη­μένοι για λογαριασμό του και πιο νευρικούς τους νευ­ρικούς, που ήταν όλοι οι υπόλοιποι.
Προς τιμήν του έδωσε στον επισκέπτη το όνομα του: κύριος Τάτλ. Νόμιζε ότι έτσι θα τον καταλάβαινε ευ­κολότερα.

Ακόμη και στην απλούστερη συζήτηση υπάρχει ένας κώδικας που δείχνει στους συνομιλητές τι συμβαίνει πέρα από τα απλά ακουστικά ερεθίσματα. Κάτι τέ­τοιο απουσίαζε από τη συζήτηση τους. Έλειπε ο ρυθ­μός που θα έκανε εκείνη να βρει το τέμπο. Το μόνο που είχαν ήταν ασύνδετες λέξεις. Έχανε την επαφή μαζί του, κάποιες φορές έχανε και το ενδιαφέρον της, δεν μπορούσε να εντοπίσει ρυθμικές επαναλήψεις, χρο­νικά σήματα, ούτε καν μουρμουρίσματα ή κομπιάσμα-τα, έστω τις ακουστικές παύσεις που χρωματίζουν μια παρατήρηση. Η έκφραση του προσώπου του δεν φα­νέρωνε καμιά αντίδραση σε ό,τι του έλεγε κι αυτό την αναστάτωνε. Δεν υπήρχαν τη μια διαβαθμίσεις στην έκφραση και την άλλη μονοτονία. Άρχισε να καταλα­βαίνει ότι από τις συζητήσεις τους έλειπε η χρονική διάσταση, καθώς κι ότι όλες οι αναφορές σε άρρητο επίπεδο, τα πράγματα που κάποιος που μιλάει ολλαν­δικά μπορεί να τα μοιραστεί με κάποιον που μιλάει κινέζικα, όλα αυτά απουσίαζαν.
«Πάτα το αυτό».
«Πάτα το κουμπί, λέμε. Όχι, μην πατάς το κουμπί. Μ' αυτό το κουμπί κλείνει. Μας άκουσες όταν ήμα­σταν στο δωμάτιο; Εκείνος κι εγώ. Και μιλούσαμε».
Ήθελε να τον αγγίξει. Ποτέ της δεν τον είχε αγγί­ξει, έτσι νόμιζε τουλάχιστον, ή ίσως μια φορά, φευγα­λέα, όταν του έδεσε τη ζώνη στο αυτοκίνητο, τότε που φορούσε ένα πουλόβερ ή τζάκετ.

Στο  τέλος η Λόρεν συμφιλιώνεται με την πραγματικότητα.

Κοίταξε και είδε ότι το δωμάτιο ήταν άδειο. Μέσα δεν υπήρχε ψυχή. Το φως ήταν τόσο έντονο, που διέ­κρινε τα πραγματικά χρώματα των τοίχων και του δα­πέδου. Ποτέ πριν δεν είχε δει έτσι τους τοίχους. Το κρεβάτι ήταν άδειο. Το ήξερε όλον αυτό τον καιρό, τώρα όμως το αποδεχόταν. Κοίταξε το σεντόνι και την κουβέρτα που ήταν ανακατεμένα στη δική της μεριά του κρεβατιού, τη μόνη που χρησιμοποιόταν.
Προχώρησε μέσα στο δωμάτιο και πήγε στο παράθυρο. Το άνοιξε. Το άνοιξε διάπλατα. Δεν ήξερε γιατί το έκανε αυτό. Μετά κατάλαβε. Ήθελε να νιώσει την αψιά αλμύρα της θάλασσας στο πρόσωπο της και τη ροή του χρόνου στο σώμα της να της λένε ποια ήταν.


Τετάρτη, 24 Αυγούστου 2011

ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ -Τραχίνιαι

H τραγωδία Τραχίνιαι αφορά το τέλος του Ηρακλή σε μια πιο διαδεδομένη εκδοχή του μύθου.  Αφορμή για να παραθέσω κάποιες πληροφοριες για την εν λόγω τραγωδία στάθηκε η τραγωδία Ηρακλής Μαινόμενος του Ευριπίδη που παρουσιάστηκε από το Εθνικό Θέατρο. Στην τραγωδία του ο Ευριπίδης αντιστρέφει τη χρονική σχέση άθλοι-τρέλα του Ηρακλή. Πρώτα δηλαδή πραγματοποιεί τους άθλους κι αντί να επιβραβευθεί γι΄ αυτούς, αντίθετα η Ήρα στέλνει τη Λύσσα και τον τρελαίνει. Επίσης δεν ακολουθεί ο θάνατος ως λύτρωση του ήρωα από τα δεινά της θεϊκής μανίας, αλλά ακολουθεί το φίλο του Θυσέα στην Αθήνα. Έχουμε δηλαδή μια ανθρώπινη διάσταση του ήρωα ο οποίος οφείλει να αντιμετωπίσει τις ανθρώπινες δυσκολίες και πίκρες. Ο άνθρωπος Ηρακλής προσπαθεί να εξανθρωπίσει τον κόσμο. Στην τραγωδία Τραχίνιαι έχουμε τον ημίθεο Ηρακλή απέναντι στη δύναμη των θεών. Σε καμιά από τις δύο τραγωδίες δεν υπάρχει αποθέωση του ήρωα.





Yπόθεση 
Η Δηιάνειρα (αυτή που αλώνει, καταστρέφει τους άνδρες) περιμένει στην Τραχίνα μαζί με τον γιο της Ύλλο την επιστροφή του Ηρακλή, που βρίσκεται σε ξένα μέρη δέκα πέντε μήνες τώρα. Έρχεται ο κήρυκας Λίχας φέρνοντας σκλάβες και το μήνυμα ότι ο άνδρας της θα γυρίσει γρήγορα. Μία όμως από τις αιχμάλωτες, η Ιόλη, έχει κατακτήσει την καρδιά του Ηρακλή. Αυτό προκαλεί θλίψη στη Δηιάνειρα και αποφασίζει να χρησιμοποιήσει ένα ερωτικό φίλτρο, που της είχε δώσει ο Κένταυρος Νέσσος, για να ξανακερδίσει την αγά­πη του Ηρακλή. Με αυτό ποτίζει ένα μανδύα και του τον στέλνει με τον Λίχα ως δώρο. Το φίλτρο όμως ήταν ποτισμένο με το φοβερό φαρμάκι της Λερναίας Ύδρας και αργά πια η Δηιάνειρα ανακαλύπτει ότι το μαλλί που χρησιμοποίησε για να αλείψει το ρούχο, διαλύθηκε στο φως. Τότε έρχεται ο Ύλλος και της αφη­γείται ότι μόλις ο πατέρας του φόρεσε τον μανδύα, προσβλή­θηκε από φρικτούς πόνους. Τον φέρνουν ετοιμοθάνατο στην Τραχίνα. Η Δηιάνειρα σιωπηλά αποχωρεί και η τροφός λίγο αργότερα περιγράφει την αυτοκτονία της. Ύστερα από αυτό μεταφέρουν σε φορείο, εξαθλιωμένο από τον πόνο, τον Ηρα­κλή . Ξεσπά σε θρήνους, ζητά να εκδικη θεί τη γυναίκα του, αλλά όταν μαθαίνει από τον γιο του την αλήθεια, δέχεται τη μοίρα του και δίνει στον Ύλλο οδηγίες, να ετοιμάσει την ταφική πυρά στην Οίτη και να παντρευτεί την Ιόλη.



 Οι Τραχίνιαι είναι η μόνη από τις σωζόμενες τραγω­δίες του Σοφοκλή που οφείλει τον τίτλο της στον χορό της. Η χρονολόγηση της είναι αρκετά αβέβαιη. Με μεγάλη επιφύλαξη την τοποθετούν μετά το 438 π.Χ., προβάλλοντας ως κυριότερο επιχείρημα την ομοιότητα που παρουσιάζει η σκηνή, όταν η Δηιάνειρα αποχαιρετά το συζυγικό της κρεβάτι (στ. 920 κ.ε.), με την αντίστοιχη που έχει η Άλκηστις του Ευριπίδη (438 π.Χ.). Θεωρήθηκε ότι ο Σοφοκλής επηρεάστηκε από τον νεότερο του συνάδελφο, αλλά έχει υποστηριχτεί και η αντίθετη άποψη. Σε επίδραση του Ευριπίδη αποδίδουν και τον πρόλογο της Δηιά­νειρας, αφού οι υπόλοιπες σωζόμενες τραγωδίες του Σοφοκλή  αρχίζουν διαλογικά.
Δεν είναι απόλυτα σαφές ποιο είναι το κεντρικό πρόσωπο του έργου, η Δηιάνειρα ή ο Ηρακλής. Χωρίζεται σε δύο ευδιά­κριτα μέρη· το πρώτο είναι αφιερωμένο στη διαγραφή της προ­σωπικότητας της συζύγου του ήρωα ενώ το δεύτερο στη μοίρα του ίδιου. Παρ' όλα αυτά οι δύο ενότητες δεν είναι άσχετες μεταξύ τους· μέσα στα λόγια της Δηιάνειρας κυριαρχεί η πα­ρουσία του Ηρακλή και η κατάσταση εκείνου οφείλεται στα αποτελέσματα των πράξεων της. Τα δύο πρόσωπα συνδέονται άρρηκτα μεταξύ τους, αν και δεν έρχονται ποτέ αντιμέτωπα- όταν εμφανίζεται ο Ηρακλής, η Δηιάνειρα έχει αυτοκτονήσει.
Ο Σοφοκλής είναι ο ποιητής των εξιδανικευμένων ηρώων, ο δημιουργός ηθικών προτύπων. Στο πρόσωπο της Αντιγόνης του ενσάρκωσε τον τύπο της ιδανικής αδελφής. Με τη Δηιάνει­ρα θέλησε να απεικονίσει την αφοσιωμένη σύζυγο. Ό,τι έκανε, προερχόταν από την αγάπη της προς τον Ηρακλή και την ανά­γκη της να τον κρατήσει κοντά της. Η καταστροφή προήλθε χωρίς να την επιθυμεί ή να την έχει προβλέψει: συνηθισμένο μοτίβο του Σοφοκλή οι ήρωες που εν αγνοία τους προκαλούν δεινά, από τα οποία χάνονται και οι ίδιοι (πρβλ. Οιδίπους Τύραννος). Καμία σχέση δεν έχει αυτή η ηρωίδα με τις μανια­σμένες και παθιασμένες γυναίκες των ευριπίδειων έργων. Η Μήδεια φέρει ολοκληρωτικά τις ευθύνες των πράξεων της, ενώ πάνω από τις σκέψεις και τα σχέδια της τραγικής Δηιάνει­ρας, βρίσκεται η δύναμη ενός ανεξέλεγκτου πεπρωμένου.
Οι θεϊκές δυνάμεις ενεργούν διά μέσου των χρησμών. Ο Σοφοκλής δεν αμφισβητεί την ύπαρξη τους ούτε την επέμβαση τους στην ανθρώπινη ζωή. Από την τυφλή υπακοή όμως των ηρώων του Αισχύλου σε σαφώς καθορισμένες θεϊκές εντολές, βάσει των οποίων αυτοί κινούνται, περνάμε σε ένα άλλο επίπε­δο, στους σκοτεινούς χρησμούς των έργων του Σοφοκλή. Ο Ηρακλής πήρε κάποτε χρησμό, που του μιλούσε για το τέλος των δεινών του. Δεν εξηγούσε όμως τίποτα περισσότερο για τον τρόπο, με το οποίο αυτό θα πραγματοποιόταν. Οι θεοί αφήνουν στους ανθρώπους περιθώρια δράσης, δικαίωμα επέμβασης στα γεγονότα. Το «παιχνίδι» των θεών στηρίζεται στην ασάφεια των χρησμών και τον περιορισμό της ανθρώπινης κατανόη­σης. Η άγνοια οδήγησε τη Δηιάνειρα στη χρησιμοποίηση του μαγικού φίλτρου, αλλά έτσι κι αλλιώς οι θεοί είχαν προ­αποφασίσει τον θάνατο του Ηρακλή.




Η αριστοτελική περιπέτεια δρα σε όλο το έργο. Η Δηιά­νειρα αγωνιά για την τύχη του ανδρός της και προσωρινά ανα­κουφίζεται με τα νέα του αγγελιαφόρου και του Λίχα. Η χαρά της δεν διαρκεί πολύ, γιατί μαθαίνει ότι τα νέα είναι ελλιπή· ο άνδρας της είναι ερωτευμένος με μία νεότερη γυναίκα, που από δω και στο εξής θα κατοικεί στο σπίτι τους. Ως λύση στο πρό­βλημα της θεωρεί το μαγικό φίλτρο, με το οποίο πιστεύει ότι θα κερδίσει την αγάπη του Ηρακλή· η ελπίδα της αναζωπυρώνε­ται, αλλά στο τέλος επέρχεται η καταστροφή· το φίλτρο είναι θανατηφόρο.

Η πλοκή της τραγωδίας είναι γεμάτη εναλλαγές, όπως ακριβώς και η ανθρώπινη ζωή: «πόνος και χαρά κυκλικά γυρί­ζουν σ' όλους όπως πάνε και γυρίζουν τ' άστρα του βοριά σε κύκλους.» (στ. 128-131). Τελικά αυτό είναι το μήνυμα του ποι­ητή: η ευτυχία και η δυστυχία εναλλάσσονται περιοδικά στην πορεία της ζωής, το μέλλον είναι αβέβαιο και έτσι οργανωμένο από τη θεϊκή βούληση, ώστε κάθε βήμα που κάνει ο ήρωας, νομίζοντας ότι απομακρύνεται από το πεπρωμένο του, τον φέρ­νει πλησιέστερα σ' αυτό. Στους στίχους 1266-69 έχουμε μια εντυπωσιακή μαρτυρία- ο βαθιά θεοσεβής ποιητής διά στό­ματος Ύλλου κατηγορεί τους θεούς που ξεχνούν τα παιδιά τους. Το «κατηγορώ» αυτό μετριάζεται, γιατί στον τελευταίο στίχο του έργου ο ποιητής διατυπώνει την άποψη ότι όλα όσα συμβαίνουν, υπακούουν σε ένα ανώτερο θεϊκό σχέδιο, που η ανθρώπινη λογική δεν μπορεί να κατανοήσει.


Παραθέτω την περιγραφή της αυτοκτονίας της Δηιάνειρας από το στόμα της τροφού, μια σκηνή αρκετά γλαφυρή και λεπτομερειακή (στ. 898-946) :


ΧΟΡΟΣ
Και βάσταξε γυναικείο χέρι να τα πράξει;

ΤΡΟΦΟΣ
Μ' απαίσιο τρόπο άκου να πιστέψεις.
 Όταν στο σπίτι της εμπήκε κι είδε
στη μεσαυλή το γιο της να ετοιμάζει
στρωσίδια μαλακά, για ν' ανταμώσει
τον πατέρα του πάλι, αφού σε μέρος
κρύφτηκε που κανείς να μην τη βλέπει,
πέφτοντας στους βωμούς  θρηνολογούσε,
πως έμεινε έρμη κι έκλαιγεν η δόλια,
το καθετί χαϊδεύοντας που ως τότε
το 'χε νοικοκυριό της· και γυρνώντας
 παντού μες στους θαλάμους, μόλις κάποιον
θωρούσε απ' τους καλούς της υπηρέτες,
ξέσπαγε σε λυγμούς κοιτάζοντας τον,
βαρυγκομώντας την κακιά της μοίρα
και του σπιτιού, που έτσι ορφανεμένο
θα 'μενε πια. Σαν έπαψαν ετούτα,
τη βλέπω ξάφνου γρήγορα να τρέχει
στου Ηρακλή την κάμαρα- Στον ίσκιο
 καλά κρυμμένη εγώ παραφυλούσα·
 και τη θωρώ να στρώνει το κλινάρι
του αντρός της μ' απαλά στρωσίδια.
Όταν ετέλειωσε, πηδάει κι ανακαθίζει
 στου κρεβατιού τη μέση και σε κλάμα
 θερμό κι ανέσωστο ξεσπώντας, είπε:
 «Θάλαμε και κλινάρι νυφικό μου,
σας χαιρετάω για πάντα, τι ποτέ σας
εδώ δε θα με δείτε να πλαγιάσω».
Αυτά είπε και με γρήγορο το χέρι
λύνει τον πέπλο της εκεί που τον κρατάει
στα στήθη εμπρός η ολόχρυση περόνη
και το ζερβί της γύμνωσε το μπράτσο
κι όλο της το πλευρό. Τότες αμέσως,
μ' όση μπορούσα γρηγοράδα τρέχω
και λέω στο γιο της τι μηχανευόταν.
Μα ώσπου να πάμε και να 'ρθούμε, τη θωρούμε
να κείτεται άψυχη μ' ένα μαχαίρι
δίκοπο, στα πλευρά της καρφωμένο
μέσα στα σπλάχνα κάτω απ' το συκώτι.
Έσυρε βόγκο ο γιος της, ως την είδε"
γιατί ένιωσεν ο μαύρος πως σ' ετούτην
την πράξη θα την έσπρωξε ο θυμός του,
αργά μαθαίνοντας απ' τους ανθρώπους
του παλατιού πως άθελα της είχε
κάμει τα έργα τούτα, από τα λόγια
του Κενταύρου ξεγελασμένη. Τότε
μήτε στιγμή το δύστυχο παιδί της
δεν έπαψε να κλαίει και να χτυπιέται,
να τη φιλεί γερμένο στο πλευρό της
στενάζοντας πικρά, γιατί την είχε
με κατηγόριες άδικες φορτώσει
και θρήναγε που θα 'μενε η ζωή του
ορφανεμένη από πατέρα κι από μάνα.
Αυτά γένηκαν εκεί μέσα" κι όποιος
λογιάζει πως θα ζήσει καν δυο μέρες
ή ακόμη πιο πολλές, άμυαλος είναι.
το αύριο δεν υπάρχει πριν περάσει
δίχως κακό η σημερινή σου μέρα.









Δευτέρα, 22 Αυγούστου 2011

ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ - Ηρακλής Μαινόμενος

Παρακολούθησα την παράσταση από το εθνικό θέατρο σε σκηνοθεσία Μαρμαρινού στο θέατρο των Συκεών στη Θεσσαλονίκη και πραγματικά τη θεώρησα ιδιαιτέρως ενδιαφέρουσα.


Παραθέτω την υπόθεση από το πρόγραμμα της παράστασης:
Κατά την κάθοδο του Ηρακλή στον Άδη με σκοπό να φέρει στη γη τον Κέρβερο, έπειτα από εντολή του Ευρυσθέα, η οικογένεια του ήρωα βρίσκεται στη Θήβα. Η γυναίκα του Μεγάρα μαζί με τα παιδιά τους και τον πατέρα του τον Αμφιτρύωνα έχουν καταφύγει στο βωμό του Δία. Ο σφετεριστής του θρόνου της Θήβας Λύκος, αφού δολοφόνησε τον άρχοντα της πόλης και πατέρα της Μεγάρας Κρέοντα, έχει αυτοανακηρυχθεί βασιλιάς. Απειλεί να σκοτώσει τον Αμφιτρύωνα, τη Μεγάρα και τα δύο ανήλικα παιδιά της για να απαλλαγεί από το ενδεχόμενο εκδίκησης.Έτσι, στην αρχή του δράματος, η οικογένεια του Ηρακλή φεύγει πανικόβλητη από το παλάτι προς το βωμό του Δία. Οι μόνοι που δείχνουν συμπαράσταση προς τη γενιά του ήρωα είναι οι γέροντες της πόλης. Η αιφνίδια επιστροφή του Ηρακλή από τον Αδη τούς γεμίζει με ελπίδα, καθώς ο Ηρακλής σκοτώνει τον τύραννο Λύκο.

Δύο απεσταλμένες των θεών κάνουν την εμφάνιση τους. Πρόκειται για την'Ιριδα και τη Λύσσα, σταλμένες από την ισόβια εχθρό του ήρωα, τη θεά'Ηρα. Ο Ηρακλής καταλαμβάνεται από μανία και σκοτώνει τη γυναίκα του και τα παιδιά του, νομίζοντας ότι σκοτώνει τη γυναίκα και τα παιδιά του εχθρού του, του Ευρυσθέα. Στο τέλος του δράματος εμφανίζεται ο Θησέας, πιστός φίλος του Ηρακλή, για να του συμπαρασταθεί. Ο Ηρακλής θα δεχτεί να τον ακολουθήσει στην Αθήνα, ενώ ο Αμφιτρύων θα παραμείνει στη Θήβα για να θάψει τους νεκρούς.

Το έργο χρονολογείται μεταξύ 421 και 415 π.Χ., τοποθετείται δηλαδή κοντά στις Τρωάδες, που παρουσιάστηκαν το 415 π.Χ. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει η αντιμετάθεση στη βιογραφία του ήρωα με τον τρόπο που γίνεται από τον Ευριπίδη, ο οποίος αρεσκόταν στη μεταστροφή της μυθικής παράδοσης. Σύμφωνα με την παραδοσιακή εκδοχή, ο Ηρακλής σκότωσε τη γυναίκα του και τα παιδιά του σε μια κρίση μανίας. Προκειμένου να εξιλεωθεί, όφειλε να πραγματοποιήσει τους γνωστούς άθλους υπηρετώντας τον Ευρυσθέα. Ο Ευριπίδης αντιστρέφει τη σειρά των γεγονότων θέτοντας την κρίση της μανίας μετά την εκτέλεση των άθλων, ως ειρωνικό επισφράγισμα μιας ηρωικής πορείας.

Ο Ηρακλής: Ο εκλεκτός γιος του Θεού. Ο ισχυρότερος από τους ανθρώπους. Ο σωτήρας. Ο ηρωικός. Ο αήττητος. Ο Ηρακλής των δώδεκα άθλων. Αυτός που θέλησε να εκπολιτίσει τον κόσμο. Να τον εξανθρωπίσει και να τον κάνει καλύτερο. Αυτός που πάλεψε με τα τέρατα και βγήκε νικητής.

Το θέατρο ακουμπά στο μικρόφωνο
Με πρωταγωνιστές τον χορό κι ένα μικρόφωνο στον δρόμο για την κατάκτηση της Επιδαύρου 
 

Οποιος δεν είχε παρακολουθήσει τα περί την παράσταση του «Ηρακλή», με τις αντιρρήσεις του ΚΑΣ για λεωφορεία, σκυλιά, άσπρα άλογα μέσα στην αρχαία ορχήστρα, θα ξαφνιάστηκε ίσως με το λεωφορείο ΚΤΕΛ του ’60 που στάθμευσε ορατό από το κοίλον αλλά εκτός θεάτρου, αποβίβασε τον θίασο και παρέμεινε εκεί φωτισμένο σ’ όλη τη διάρκεια της παράστασης. Δεύτερη φορά φέτος στην Επίδαυρο, θίασος μπαίνει στην ορχήστρα με σύγχρονα ρούχα και βαλίτσες. Φανερό, πως κάτι ζωτικό βρίσκεται υπ’ ατμόν; υπό διωγμό; περιπλάνηση; οπισθοδρόμηση; αναμονή;
Στην τελείως κενή ορχήστρα (σκηνικά-κοστούμια Ε. Μανωλοπούλου) μας περιμένει μοναχικό, καχεκτικό δενδρύλλιο με λίγα φύλλα. Σαν ελπίδα, σήμερα. Στον Μπεκετικό του ίσκιο, βουβοί σπασμοί διαπερνούν την Καρυοφυλλιά Καραμπέτη (την ηθοποιό; τον ρόλο της Μεγάρας;) και την ρίχνουν στο χώμα. Ο Μηνάς Χατζησάββας (Αμφιτρύων) πλησιάζει ένα μικρόφωνο με πόδι, και με απαλή, τρυφερή σχεδόν φωνή αυτοπαρουσιάζεται εξιστορώντας μας τα πριν, τα μετά και τα τώρα. Την αρπαγή της εξουσίας από τον Λύκο (κατά την απουσία του Ηρακλή στο Κάτω Κόσμο) και την απόφασή του να ξεκληρίσει τον οίκο του ημίθεου-ήρωα των ανθρώπων. Ηδη μια έκπληξη αυτή η αντίθεση ύφους-περιεχομένου, αυτός ο παρηγορητικός τόνος της φωνής, άποψη και σχόλιο (;) στον διαδεδομένο τρόπο του θεάτρου σήμερα, αντί λόγου να βγάζει άναρθρες κραυγές από μικροφώνου, στο προσκήνιο.
Οι πλέον γέροντες 
Την απαλή εξιστόρηση σκληρότατης μοίρας συμπληρώνει (από το ίδιο μικρόφωνο) η απελπισμένη κοσμιότητα της νύφης του, Μεγάρας, που τον προτρέπει να τελειώνουν πια με τη θανατική τους καταδίκη. Ακολουθεί ο χορός των γερόντων, ίσως των πλέον γερόντων και πλέον ανήμπορων της ελληνικής τραγωδίας, που καταδικάζοντας τα γηρατειά αδυνατούν να υπερασπιστούν την πόλη και την οικογένεια του Ηρακλή.
Ανάμεσά τους όμως ο Μαρμαρινός έχει προσθέσει και νέους, ενεργούς, δυναμικότατους, που απορώ γιατί δεν αντιστέκονται αντί να σχολιάζουν και να παίζουνε τα δεκανίκια των γερόντων. Ερχεται και η σειρά του τύραννου Λύκου (Γ. Γάλλος) στο μικρόφωνο, που με σαρδόνια ηρεμία απειλεί, καταδικάζει, διαχέει χαμηλόφωνο τρόμο καθώς προετοιμάζει την ατιμωτική πυρά για τα τρία αγόρια, τη γυναίκα και τον γέροντα πατέρα του Ηρακλή.
Μόνη παραχώρηση στους μελλοθάνατους, η άδεια να νεκροστολιστούν, μητέρα και παιδιά, μες στο παλάτι απ’ όπου έχουν εκδιωχθεί. Πολλές οι ικεσίες του Αμφιτρύωνα προς τον ομόκλινό του Δία και μομφές για τη θεϊκή απουσία του, τώρα, στην ανάγκη. Ο χορός των συντηρητικών γερόντων (προεξάρχων Γιάννης Βογιατζής) επιλέγει ν’ απαριθμήσει δοξαστικά τους άθλους του Ηρακλή, ορχούμενος ασταθώς και άδοντας γιορτής τραγούδι αντί θρήνου. Ευκαιρία για την ανάπτυξη αντιστικτικού χορού (γέροι-νέοι) από τον σκηνοθέτη υπό τη ζωντανή, εμπνευσμένων υπαινιγμών μουσική του Δ. Καμαρωτού και την επιμέλεια κίνησης του Κ. Ρήγου.
Ευκαιρία για αποθέωση της σχέσης συλλογικό-ατομικό, που χρόνια τώρα μελετά κι εφαρμόζει -περισσότερο ή λιγότερο εύστοχα- πάντως πρωτοπόρα ο Μαρμαρινός. Κι εμμονικά προσηλωμένα βέβαια, αν κρίνει κανείς από το σχοινοτενές των δράσεων του χορού, «συμπτωματικό συνονθύλευμα ανθρώπων μιας πόλης που θα μπορούσες να τους συναντήσεις στα φανάρια, σε μια στάση λεωφορείου, κλπ., μέλη ενός κρυφού χορού μιας κάποιας τραγωδίας, ραψωδοί πάσης μνήμης απαγορευμένης, απαρνημένης, πεισμόνως συντηρημένης», που δεν χόρταινε (με τραγουδάκια, φράσεις άλλων, συλλογικές ή ατομικές φαντασιώσεις) να λαϊκίζει και να επαναλαμβάνεται, συχνά αυτοκαταργούμενος.
Αγριο παραμύθι 
Η ευριπίδεια αντιστροφή του μύθου (πρώτα οι άθλοι, μετά η τεκνοκτόνα μανία του Ηρακλή) εγγυώνται ένα από τα πιο τραγικά και άγρια παραμύθια της αρχαίας γραμματείας. Το εκκύκλημα με τους νεκροστολισμένους βγαίνει σε θρηνητικό γύρο της ορχήστρας, με οδηγό τον τρεμάμενο γέροντα Αμφιτρύωνα. Τότε εμφανίζεται απρόσμενα ο Ηρακλής από τον Αδη, δίχως λεοντή και ρόπαλο, αποκαμωμένος από τους άθλους (μόχθους).
Το εκκύκλημα μετατρέπεται σε πάλκο πανηγυριώτικο, τι άλλο; Αοπλος, εξανθρωπισμένος, μικρόσωμος σχεδόν, ο Νίκος Καραθάνος, ακούει και δεν καθυστερεί. Μπαίνει στο παλάτι, στήνει ενέδρα στον Λύκο κι εμείς πασχίζουμε να μάθουμε από τον φλύαρο χορό και τις ζητωκραυγές του, τον φόνο του τυράννου. Μέχρι που μπαίνουν οι απεσταλμένες της Ηρας, Ιρις (Στεφανία Γουλιώτη) και Λύσσα (Θεοδώρα Τζήμου), ανατρέποντας το καλό τέλος και μετατρέποντας το ύφος σε κραυγαλέο και ασαφές τόσο, που χάνεται η αρχική άρνηση της Λύσσας (!) να κάνει τον Ηρακλή, μαινόμενο φονιά των δικών του!
Πειστική και εξαιρετικά ερμηνευμένη η ταύτιση ρόλου Ηρακλή-Αγγέλου από τον Καραθάνο όπως και η τραγική του αφύπνιση. Στο αρχικό, χαμηλών τόνων αλλά πυκνών ημιτονίων ύφος, και ο Θησέας (Θ. Αθερίδης) πείθει τον Ηρακλή να μην αυτοκτονήσει αλλά ν’ αγωνιστεί για τον μέγιστο άθλο των θνητών: τη ζωή. Ισως και για ένα όνομα, αφού έως τώρα γύριζε τα πέρατα του κόσμου ως Ηρας-κλέος (δόξα), περιώνυμος αλλά ανώνυμος. Οπως εμείς, προγόνων απόγονοι, με δάνεια ονόματα και δόξα από τη δική τους. Μια παράσταση, που τράβηξε καμιά ώρα παραπάνω, άνοιξε όμως λογαριασμούς με την ερμηνεία του αρχαίου δράματος.
Της Αννυς Kολιτσιδοπουλου


Να προσθέσω ότι στην παράσταση στη Θεσσαλονίκη ο θίασος δεν προσήλθε με λεωφορείο.

Παραθέτω το μονόλογο της Μεγάρας, συζύγου του Ηρακλή, από την τραγωδία  Ηρακλής Μαινόμενος, που διαγράφει το μεγαλειώδες ήθος της. Έρχεται να αντικρούσε όσους κατηγορούν τον Ευριπίδη για μισογυνισμό και για απεικόνιση ταπεινών και αντιηρωικών γυναικείων χαρακτήρων. Να σημειώσουμε βέβαια πως η απόφαση της Μεγάρας να υποκύψει στο θάνατο μαζί με τα παιδιά και τον πεθερό της δεν είναι παρορμητική απόφαση αλόγου θάρρους, αλλά προέρχεται από μια διαδικασία σχεδόν ορθολογική. Η γυναίκα, σταθμίζοντας τα δεινά που περιμένουν την ίδια και τα παιδιά αν επιζήσουν, την ντροπή δηλαδή, την εξορία και τη φτώχεια, προτιμά το θάνατο.  


ΜΕΓΑΡΑ (στίχοι 275-311)
 Γέροντες, σας παινεύω∙ για τους φίλους
δίκαια πρέπει οι φίλοι να θυμώνουν·
  μα να μην πάθετε κακό φιλονικώντας  
  για χάρη μας με τους αφέντες. Άκου
τη γνώμη μου, Αμφιτρύωνα, αν νομίζεις
ότι μιλώ σωστά. Τα τέκνα μου αγαπάω·
πώς όχι; Εγώ τα γέννησα και τα 'χω
θρέψει με μόχθους· όμως λογαριάζω
το θάνατο κακό μεγάλο κι όποιος
στη μοίρα του αντιστέκεται, νομίζω
  πως είναι ανέμυαλος. Αν μας προσμένει  
αφανισμός, δεν πρέπει να χαθούμε
μέσα στις φλόγες κι έτσι γίνουμε όλοι
των εχθρών μας περίγελο, που είναι 
   χειρότερο απ' το θάνατο για μένα. 
  Στο σπίτι μας πολλές τιμές χρωστάμε·
  δόξα λαμπρή εσύ κέρδισες στη μάχη
  και σα δειλός δεν πρέπει να πεθάνεις.
  0 ξακουσμένος μου άντρας δε θα θέλει
  ν' αφήσει τα παιδιά του να σωθούνε
  δίχως τιμή. Ο ευγενικός πατέρας,
  τα τέκνα του αν ντροπιάζονται, πονάει
  κι εγώ στον άντρα μου πρέπει να μοιάσω.
 Σκέψου πως την ελπίδα σου εξετάζω·  
 θαρρείς πως θα 'ρθει ο γιος σου από τον Αδη; 
 Ποιος πεθαμένος γύρισεν εκείθε;
 Να πραΰνουμε τούτον με τα λόγια;
 Καθόλου·  από χυδαίο εχθρό σου πρέπει
 μακριά να στέκεις· στους σοφούς μονάχα
 να υποχωρείς και στους σωστά θρεμμένους·
  γιατί πιο εύκολα έτσι την καρδιά τους
 θ' αγγίξεις κι ό,τι θες θα το πετύχεις.
  Σκέφτηκα να γυρέψω για τα τέκνα
 να φύγουν απ' τη χώρα, μα και τούτο
 κακό, να ντύσουμε τη σωτηρία
 με την πανάθλια φτώχεια· μια μονάχα
 μέρα λεν πως γελούν γλυκά των ξένων
 τα πρόσωπα σ' αυτούς που χωρίς φίλους
 πλανιούνται εξόριστοι. Μαζί μας δέξου
 το θάνατο που σε προσμένει. Γέρο,
 την αψηλή σου τη γενιά θυμίζω·
 όποιος πασκίζει με τη βία να πάρει
 απ' τους θεούς την ευτυχία, θάρρος έχει,
 μα είναι θάρρος άμυαλο· κανένας
 το γραφτό του δεν μπορεί να το ξεγράψει.






Πέμπτη, 18 Αυγούστου 2011

ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ - Μέσ΄ από τις φλόγες

ΜΕΣΑ ΑΠΟ ΤΙΣ ΦΛΟΓΕΣ 

 
Σκηνοθεσία: Ντενί Βιλνέβ
Πρωταγωνιστούν: Λούμπνα Αζαμπάλ, Μελίσα Ντεσορμό Πουλέν
Πως θα μπορούσες να χαρακτηρίσεις ένα φιλμ που θυμάσαι κάθε σκηνή του; Που κανένα πλάνο  του δε θεωρείς περιττό; Που διαρκώς κινητοποιείς συνδυαστικά τη φαντασία σου; 

Έχουμε και λέμε: η τραγωδία μιας οικογένειας σε πρώτο πλάνο και η τραγωδία ενός λαού, της Μέσης Ανατολής σε δεύτερο. Η μητέρα, μια σύγχρονη Ιοκάστη. Αποσύρεται από τη σκηνή, στο φιλμ πεθαίνει, την τραγική στιγμή της αποκάλυψης. Μια αποκάλυψη σε μια πισίνα. Ο γιος της που εναγωνίως έψαχνε και τον αναγνώρισε από το σημάδι στο πόδι του (Οιδίποδας), ήταν και ο βασανιστής-βιαστής στη φυλακή. Ο αγαπημένος της γιος ήταν και ο πατέρας των δίδυμων παιδιών της (υπαινιγμός στην Αντιγόνη και Ισμήνη;).  Και τα παιδιά  αναλαμβάνουν πλέον το ρόλο να εξιχνιάσουν αυτά το παρελθόν της μητέρας τους.
Το φιλμ ξεκινάει τη στιγμή που ένας συμβολαιογράφος διαβάζει τη διαθήκη της μητέρας στα δίδυμα παιδιά της, η οποία τους ζητάει να ψάξουν και να βρουν τον αδελφό τους και πατέρα τους, που είναι το ίδιο πρόσωπο, και να του παραδώσουν δύο φακέλους. Μ΄ αυτό τον τρόπο ξετυλίγεται αναδρομικά η ιστορία της μητέρας, αλλά και η ιστορία της Μέσης Ανατολής. Όταν τελικά τα παιδιά ανακαλύπτουν τον αδελφό-πατέρα, τότε εκείνος εγκλωβίζεται μέσα στην τραγικότητα της αποκάλυψης. Ένας Οιδίποδας που φτάνει στην γνώση, που αποκαλύπτει την ταυτότητά του και πρέπει να την αντιμετωπίσει. 


Τρίτη, 16 Αυγούστου 2011

ΒΙΒΛΙΟ - προτάσεις του Γ. Χρονά

Από τους εβδομήντα πέντε τρόπους γραφής που δημοσίευσε ο Γιώργος Χρονάς στην ελευθεροτυπία (30/7) επιλέγω πέντε που ελπίζω να διαβάσω: 

Κωστής Παλαμάς: Οι λύκοι, προλεγόμενα: Κώστας Χατζηαντωνίου, εκδόσεις Ιδεόγραμμα, σ. 62. Σε 250, αριθμημένα, αντίτυπα, το ποίημα του Κωστή Παλαμά. Θαυμαστός πρόλογος. 

Κωστής Παλαμάς: Ιαμβοι και ανάπαιστοι - νέοι ανάπαιστοι και ίαμβοι, προλεγόμενα από τον ποιητή, επίλογος: Γιώργος Βαρθαλίτης, εκδόσεις Ιδεόγραμμα, σ. 128. Ποιήματα του 19ου αιώνα. Θαυμαστή έκδοση, που είναι το τελευταίο βιβλίο που βγαίνει από το τυπογραφείο Ιδεόγραμμα και αφιερώνεται στον Βρασίδα Καραλή. Μπράβο στο λαμπρό τυπογραφείο. Και τώρα, σιωπή. Πένθος. 

Justina Gregory: Οψεις και θέματα της αρχαίας ελληνικής τραγωδίας, 31 εισαγωγικά δοκίμια, επιμέλεια: Δανιήλ Ι. Ιακώβ, εκδόσεις Δημ. Ν. Παπαδήμα, σ. 776. Λαμπρή διατριβή, που σε αφήνει ατέλειωτες μέρες να μεθάς από τις γνώσεις, τις λεπτομέρειες της αρχαίας τραγωδίας. Η επιμέλεια του τόμου, από τον καθηγητή Δανιήλ Ι. Ιακώβ, μοναδική. 

Λίντε Ζαλμπέρ: Φρίντα Κάλο, Η ζωή μιας αδάμαστης γυναίκας, εκδόσεις Μελάνι, σ. 176. Σχεδόν πολιτογραφημένη Ελληνίδα -τόσες πολλές πληροφορίες γι' αυτήν από χρόνια- η Φρίντα Κάλο και η πονεμένη ιστορία της, και ταυτόχρονα η ιστορία του Μεξικού. Του κόσμου. Η ατυχία της, που της έγινε τύχη.  

Κώστας Μπαρουτάς: Το θεατρικό ύφος στις εικαστικές τέχνες, εκδόσεις Λεξίτυπον, σ. 132. Σπάνιο βιβλίο. Εξαιρετική μελέτη. Υποκλινόμεθα. Η Αθήνα, η Ελλάς, ανοχύρωτη πόλη, χώρα το υποδέχεται.

Δευτέρα, 15 Αυγούστου 2011

ΒΙΒΛΙΟ - Περί τυφλότητος

Στο βιβλίο περί τυφλότητος του Ζοζέ Σαραμάγκου υπάρχει ένα κεφάλαιο στις σελίδες 192-220 που θα μπορούσε να αποτελέσει τον κορμό μιας τραγωδίας. 


Δίνω περιληπτικά την υπόθεση:
Μια ομάδα τυφλών, που έχασαν το φως τους λόγω μιας ανεξήγητης επιδημίας, είναι αποδιωγμένη από τους υπόλοιπους ανθρώπους και φυλακισμένη σ΄ ένα πρώην φρενοκομείο. Εκεί δεν υπάρχει υγιεινή, επικρατεί συνωστισμός, χάνεται γενικά κάθε ανθρώπινη αξιοπρέπεια. Μια κοινωνία ποντικών. Ακόμη κι αυτά τα τρόφιμα άρχισαν να τα εκμεταλλεύονται και να τα εμπορεύονται κάποιοι τυφλοί επιτήδειοι λήσταρχοι. Αυτοί λοιπόν οι σκληροί λήσταρχοι βγάζουν μια διαταγή: θέλουν γυναίκες, απαιτούν τις γυναίκες των θαλάμων για ερωτική ικανοποίηση με αντάλλαγμα την προσφορά τροφίμων στους υπόλοιπους τυφλούς. Δημιουργείται έτσι μια ηθικολογικού χαρακτήρα ένταση: να πάνε οι γυναίκες ή όχι; Όλες ή ορισμένες; Οι παντρεμένες ή οι ελεύθερες; Και ο αντρικός εγωισμός; Αν ζητούσαν άντρες, θα πήγαιναν αυτοί ή όχι; Τελικά μπροστά στην αγωνία της συνολικής επιβίωσης ανταποκρίνονται όλες οι γυναίκες. Απορρίπτουν το θάνατο που θα μπορούσαν να επιλέξουν και υφίστανται έναν εξευτελισμό άνευ προηγουμένου. Κατά την αποχώρησή τους μια γυναίκα καταρρέει και πεθαίνει. Το κεφάλαιο τελειώνει με το σωματικό καθαρμό των γυναικών.

Η σκηνή που περιέγραψα μου έφερε στο μυαλό μου ένα εθνικό μας δράμα: τις σουλιώτισσες και τη θυσία τους. Ανάμεσα στο θάνατο και τον εξευτελισμό εκείνες προτίμησαν το θάνατο. Ο θάνατος ήταν μια λύτρωση, οδήγησε στην ηρωοποίησή τους. Ο θάνατος έδωσε ηθικό βάρος στη ζωή τους. Οι γυναίκες του μυθιστορήματος προτίμησαν την ατίμωση. Έχασαν άραγε το ηθικό τους βάρος; Η ηθική πιστεύω είναι δημιούργημα μιας οργανωμένης κοινωνίας. Ηθική και κοινωνία πηγαίνουν μαζί. Όταν εξαφανίζεται η έννοια της κοινωνικής αρμονίας - ισορροπία, τότε πρυτανεύουν τα ένστικτα και μια εσωτερική, βαθιά ελευθερία που έχουν για πυρήνα την αυτοσυντήρηση και ετεροσυντήρηση. Δεν υπάρχει τότε ηθική και οι ηθικολογίες περιττεύουν. 

Το μυθιστόρημα βέβαια έχει συνέχεια και ακολουθεί  η τιμωρία, ο θάνατος του αρχηγού των ληστών. Αυτό όμως που με συγκλόνισε είναι το ανθρώπινο πρόσωπο της ατίμωσης. Η συνειδητή πορεία προς τον εξευτελισμό, μια συνείδηση όμως που πηγάζει από την ανάγκη για επιβίωση του ανθρώπου. 


Παραθέτω την παραβολή του τυφλού:

"Τω καιρώ εκείνω εγένετο εν τω εγγίζειν τον Ιησούν εις Ιεριχώ τυφλός τις εκάθητο παρά την οδόν προσαιτών· ακούσας δε όχλου διαπορευομένου επυνθάνετο τι είη τούτο. Απήγγειλαν δε αυτώ ότι Ιησούς ο Ναζωραίος παρέρχεται. Και εβόησε λέγων Ιησού υιέ Δαβίδ, ελέησόν με. Και οι προάγοντες επετίμων αυτώ ίνα σιωπήση - αυτός δε πολλώ μάλλον έκραζεν υιέ Δαβίδ, ελέησόν με. Σταθείς δε ο Ιησούς εκέλευσεν αυτόν αχθήναι προς αυτόν. εγγίσαντος δε αυτού επηρώτησεν αυτόν λέγων τι σοι θέλεις ποιήσω· ό δε είπε· Κύριε, ίνα αναβλέψω. Και ό Ιησούς, είπεν αυτώ· ανάβλεψον η πίστις σου σέσωκέ σε· και παραχρήμα ανέβλεψε, και ήκολούθει τον Κύριον δοξάζων τον Θεόν και πάς λαός ιδών έδωκεν αίνον τω Θεώ".
Εκείνο τον καιρό, καθώς πλησίαζε ο Ιησούς στην Ιεριχώ καθόταν ένας τυφλός κοντά στο δρόμο και ζητιάνευε. Όταν άκουσε πως περνάει πολύς κόσμος, ρώτησε τι ακριβώς συμβαίνει. Του απάντησαν δε πως ο Ιησούς ο Ναζωραίος περνάει από μπροστά του. Τότε φώναξε δυνατά: «Ιησού υιέ Δαβίδ, ελέησε με». Εκείνοι που προπορεύονταν τον μάλωναν για να σωπάσει. Αυτός όμως φώναζε πολύ περισσότερο. «Υιέ του Δαβίδ, ελέησε με». Αφού σταμάτησε ο Ιησούς, έδωσε εντολή να τον φέρουν μπροστά του. Όταν αυτός (τυφλός) πλησίασε τότε τον ρώτησε (ο Κύριος). «Τι θέλεις να σου κάνω;» Εκείνος δε είπε: «Κύριε, θέλω να ξαναδώ (με τα μάτια μου). Και ο Ιησούς του είπε: «Ανάβλεψε· η πίστη σου σε έσωσε. Και αμέσως ξαναείδε το φως του και ακολουθούσε τον Κύριο δοξάζοντας το Θεό. Και όλος ο λαός, όταν είδε (το θαύμα) δόξασε το Θεό.

 

Παραβολή των τυφλών (1568) -Μπρέγκελ

Η ομάδα των τυφλών προχωρεί σε άτακτη σειρά, διαταράσσοντας τη σταθερότητα της γραμμής του τοπίου. Είναι μια παράξενη και μακάβρια πομπή φτωχών ανθρώπινων ερειπίων με πρόσωπα ισχνά, με μέλη παραμορφωμένα, με βήματα διστακτικά, που στηρίζονται σε ραβδί και παρασύρουν ο ένας τον άλλο προς ένα θλιβερό τέλος, φοβερή κατάληξη της άθλιας ζωής τους. Ο πρώτος έχει ήδη γλιστρήσει στο ρυάκι, ενώ ο δεύτερος παραπατά και στρέφει το τρομοκρατημένο λιπόσαρκο πρόσωπό του. Ο δραματικός χαρακτήρας της σκηνής του πρώτου επιπέδου έρχεται σε αντίθεση με το γαλήνιο εξοχικό τοπίο του βάθους, που ζωντανεύουν λίγα σπίτια, μια εκκλησία και δένδρα ελαφρά εκτελεσμένα.


Σάββατο, 13 Αυγούστου 2011

ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ - Μια χρονιά ακόμη


 Σκηνοθεσία: Μάικ Λι
Παίζουν: Τζιμ Μπρόουντμπεντ, Λέσλι Μάνβιλ, Ρουθ Σιν

Μια ταινία γύρω από το πέρασμα του χρόνου. Ένα έτος. τέσσερις εποχές. Δεν μπορείς να μπεις δύο φορές στον ίδιο ποταμό. Το είπε κι ο Ηράκλειτος. Άρα τι απομένει; Αν κατάλαβα κάτι από την ταινία, χρειάζεται το εσύ και να είσαι προσγειωμένος, ρεαλιστής. 
Ο Θ. Γρηγοριάδης μου είπε πως μετά την ταινία δεν ήθελε να μιλήσει για αρκετές ώρες. Τόσο τον είχε γεμίσει. Εξάλλου αυτός είναι κι ο στόχος της τέχνης, η αισθητική ολοκλήρωση. Να τελειώσω τονίζοντας το εκπληκτικό παίξιμο των ηθοποιών.
Ας παραθέσω κι ένα ποίημα του Μίμνερμου που μου έφερε στο μυαλό η ταινία. Έτσι........

ἡμεῖς δ', οἷά τε φύλλα (D2, 2W)

ἡμεῖς δ΄͵ οἷά τε φύλλα φύει πολυάνθεμος ὥρη
ἔαρος͵ ὅτ΄ αἶψ΄ αὐγῆις αὔξεται ἠελίου͵
τοῖς ἴκελοι πήχυιον ἐπὶ χρόνον ἄνθεσιν ἥβης
τερπόμεθα͵ πρὸς θεῶν εἰδότες οὔτε κακὸν
5 οὔτ΄ ἀγαθόν· Κῆρες δὲ παρεστήκασι μέλαιναι͵
ἡ μὲν ἔχουσα τέλος γήραος ἀργαλέου͵
ἡ δ΄ ἑτέρη θανάτοιο· μίνυνθα δὲ γίνεται ἥβης
καρπός͵ ὅσον τ΄ ἐπὶ γῆν κίδναται ἠέλιος.
αὐτὰρ ἐπὴν δὴ τοῦτο τέλος παραμείψεται ὥρης͵
10 αὐτίκα δὴ τεθνάναι βέλτιον ἢ βίοτος·
πολλὰ γὰρ ἐν θυμῶι κακὰ γίνεται· ἄλλοτε οἶκος
τρυχοῦται͵ πενίης δ΄ ἔργ΄ ὀδυνηρὰ πέλει·
ἄλλος δ΄ αὖ παίδων ἐπιδεύεται͵ ὧν τε μάλιστα
ἱμείρων κατὰ γῆς ἔρχεται εἰς Ἀΐδην·
15 ἄλλος νοῦσον ἔχει θυμοφθόρον· οὐδέ τίς ἐστιν
ἀνθρώπων ὧι Ζεὺς μὴ κακὰ πολλὰ διδοῖ.


Όμοιοι κ' εμείς μ' όσα γεννά φύλλα η πολυανθισμένη
Άνοιξη, όταν αυξάνουνε με τις αχτίδες του ήλιου,
Λίγον καιρό χαιρόμαστε τα λούλουδα της νιότης,
Xωρίς να ξέρουμε απ' τους θεούς καλό ή κακό· κι οι Mοίρες
Oι μαύρες στέκουν δίπλα μας τα τέλη η μια κρατώντας
Tων πικραμένων γηρατιών, και του θανάτου η άλλη·
Mα και της νιότης ο καρπός λιγόωρος είναι τόσο
Όσο το φως του ο ήλιος στη γη σκορπίζει κάθε μέρα.
Όμως κι αυτό το σύνορο της νιότης σαν περάσεις,
Kαλύτερος ο θάνατος αμέσως παρά η ζήση.
Γιατί βάσαν' αμέτρητα μες στην ψυχή γεννιούνται·
Aλλουνού χάνεται το βιος κι αλύπητες πλακώνουν
Tης φτώχιας οι τυράγνησες· και πάλι άλλος δεν έχει
Παιδιά, κι ενώ επάνω στη γη πιότερο αυτά ποθούσε,
Πεθαίνει με τον πόθο τους· και καρδιολυώτρα αρρώστια
Άλλον παιδεύει· κι άνθρωπος κανένας δεν υπάρχει,
Που συφορές αμέτρητες να μη του δίνει ο Δίας.
H. Bουτιερίδης

Πέμπτη, 11 Αυγούστου 2011

ΒΙΒΛΙΟ - Ο δρόμος της Φλάνδρας

Το βιβλίο του Κλωντ Σιμόν "Ο δρόμος της Φλάνδρας" είναι ένα μυθιστόρημα πολυσύνθετο, πολυδαίδαλο, πολυεδρικό. Αινιγματικό. Ένα έργο στο οποίο συνυφαίνονται και αλληλομπλέκονται διάφορες ιστορίες. Ο συγγραφέας μάλιστα δηλώνει πως για να πετύχει αυτή τη συγχρονιστική σύνθεση ακολούθησε την τακτική των χρωματιστών μολυβιών. Σε κάθε πρόσωπο, σε κάθε θέμα έδωσε ένα χρώμα. Όπως σε μια ζωγραφιά. 


 Σχετικά με την υπόθεση έχουμε να αναφέρουμε πως το έργο διαδραματίζεται από το χειμώνα του 1940 ως το φθινόπωρο του 1945, από τη στιγμή που ο Ζωρζ και ο ίλαρχος ντε Ρεσάκ, βρίσκοντας πως είναι συγγενείς, γνωρίζονται καλύτερα, ως τότε που, ελπίζοντας να διαλευκάνει γιατί πέθανε ο ίλαρχος, ο Ζωρζ, αποστρατευμένος πια, επισκέπτεται τη χήρα του και είναι για λίγο καιρό εραστής της. Στο μεταξύ έχουμε τη γερμανική εισβολή και τη φυγή μπροστά στον εχθρό. Ο Ζωρζ έχασε δύο από τους συντρόφους του, τον Ρεσάκ πρώτα, τον Μπλουμ ύστερα, και πέρασε πέντε χρόνια στην αιχμαλωσία. Πίσω όμως από την ιστορία με τους καβαλάρηδες που περιφέρονται αδέσποτοι στο δρόμο της Φλάνδρας, αναζητώντας τη χαμένη ίλη τους και που θα μπορούσε να είναι το θέμα μιας πολεμικής αφήγησης, κρύβεται μια άλλη ιστορία. Η τωρινή ιστορία χάνεται πίσω από την παλαιότερη ιστορία του Ρεσάκ και της γυναίκας του. Η διάκριση ανάμεσα στις δύο σειρές των γεγονότων χάνεται και τελικά τα ίδια τα γεγονότα ξεπερνώντας πια τα χρονολογικά όρια που μας βοηθούσαν να τα ξεχωρίσουμε, αρχίζουν κατά κάποιο τρόπο να αλληλοεπηρεάζονται.

Παραθέτω την άποψη - κριτική του ποιητή Τάκη Σινόπουλου από το "Νυχτολόγιο" για το μυθιστόρημα: 

Ένα δύσκολο κείμενο, πολύ δύσκολο, που με κουράζει, με δαιμονίζει, σελίδες ολάκερες χωρίς στίξη, χωρίς ούτε μια παράγραφο για να μπορέσεις ν’ ανασάνεις. Διαδοχή συνεχής στην αφήγηση, ξαφνικές μεταπτώσεις από το πρώτο πρόσωπο στο τρίτο και τανάπαλιν. Και παρενθέσεις, συνέχεια παρενθέσεις, εκατοντάδες, που ανοίγουν και κλείνουν ή ανοίγουν χωρίς να κλείσουν ή κλείνουν χωρίς να έχουν ανοίξει – επικίνδυνες πόρτες, δεν έχεις από πού να φυλαχτείς. Ύστερα αυτή η ιστορία παρόντος και παρελθόντος μέσα στο παρόν – τα δάχτυλα του ενός χεριού μπλεγμένα με τα δάχτυλα του άλλου χεριού, ο ίσκιος τους προβάλλεται στον τοίχο, τι βλέπεις; Τι μπορείς να ξεχωρίσεις; Πώς εσκοτώθηκε ο πρόγονος ντε Ρεσάκ, γυρίζοντας από τον πόλεμο; (Αγαμέμνων από Κλυταιμνήστρα κι Αίγισθο;) Πώς εσκοτώθηκε ο νεότερος – λοχαγός του ιππικού – ντε Ρεσάκ; (Αγαμέμνων από Κλυταιμνήστρα κι Αίγισθο;) Δολοφονία ή αυτοκτονία; Πώς δένονται αυτοί οι δύο θάνατοι μέσα σε μια απόσταση διακοσίων περίπου χρόνων και πώς μας οδηγεί ο συγγραφέας μέσα στο χώρο των συσχετίσεων, της αμφιβολίας, του πιθανού και του απίθανου που σε φέρνει απ΄την αποδοχή των ορατών ως την παράκρουση;
Υπάρχει λοιπόν ο χρόνος. Συνύπαρξη, συνύφανση παρελθόντος και παρόντος, μπορούμε να ειπούμε ταύτιση, όχι παράλληλη πορεία. Έτσι που να μην ξέρεις, η φωνή που ακούς, πότε είναι παρούσα και πότε παρελθούσα, επιβίωση, ανάμνηση φωνής. Υπάρχουν τ΄ άλογα και τα σκυλιά του παρόντος, τ’ άλογα και τα σκυλιά του σκοτωμένου προγόνου, η ανάσα τους υγρή και ζεστή πάνω στο πρόσωπό σου. Υπάρχουν οι δυό Κλυταιμνήστρες (;) – η Σαμπίνα του παρελθόντος, η Κορίννα του παρόντος, κι οι δυό με την έξαψη της ακολασίας στο κορμί, στα μάτια. Μια σκηνή στο παρελθόν διαδέχεται μια σκηνή του παρόντος, χωρίς κανένα φανερό σημάδι. Τα λόγια που ακούς τώρα έχουν ειπωθεί σήμερα; Ή τάκουσες εδώ και πολύν καιρό π.χ. στο πρωινό φως της κάμαρας, όταν έχεις αποχτήσει την Κορίννα, όταν η Κορίννα κοιμάται δίπλα σου σαν ένα γαληνεμένο αγρίμι, όταν η μοναξιά σου γράφεται σαν ένας κύκλος εγκατάλειψης, κύκλος στον αέρα που το κέντρο του είναι η φωνή που άκουσες, η δική σου φωνή (ή του προγόνου;) που αποκρινόταν.
Ο «δρόμος της Φλάντρας», ένα μυθιστόρημα καθαρής, κυρίαρχης μνήμης, που λειτουργεί ανεξάρτητα από τον οποιοδήποτε χρόνο, τρέχει, κυλάει αδιάκοπα, χωρίς ανάσα, με το δικό της πάθος, σελίδες ολάκερες καυτερό πάθος μέσα στην αφήγηση. Βυθίζεσαι σ΄ ἐνα χώρο, ένα παρόν που γίνεται ακατάπαυστα παρελθόν χωρίς εξαρτήσεις κι αναφορές, βυθίζεσαι στον αληθινό (αδιαίρετο) χρόνο που δεν είναι ίσως παρά η άρνηση του χρόνου, ο μη – χρόνος, η καθαρή άχρονη αδιάφορη διάρκεια.
Ο Κλωντ Σιμόν, ένας ακόμη απελπισμένος που δεν προσπαθεί να κρυφτεί πίσω από το δάχτυλό του.