Σάββατο, 27 Αυγούστου 2011

BIΒΛΙΟ - Οι χρόνοι του σώματος

Υπάρχουν βιβλία που με συνεπαίρνουν, αλλά δεν προεκτείνω τη σκέψη μου πέρα από το πλαίσιο του έργου, αιχμαλωτίζομαι από την υπόθεση,  υπάρχουν όμως βιβλία που δε μου αρέσουν ιδιαιτέρως, αλλά έχουν έχουν ένα πλούσιο συμβολισμό και με συνεπαίρνει η προέκτασή τους. Σ΄ αυτή τη δεύτερη κατηγορία ανήκει και το μυθιστόρημα οι χρόνοι του σώματος του Ντον ΝτεΛίλλο. 


Ηρωίδα του μυθιστορήματος η Λόρεν Χάρτκι, μια body artist, που ... αποπειράται να απαλλαγεί από το σώμα της. Με την καλλιτεχνική πράξη αψηφά τα όρια του σώματος.
Όσο περνούσαν οι μέρες γύμναζε σκληρά το σώμα της. Θα υπήρχε πάντα κάποιο βήμα που ξεπερνούσε τις προηγούμενες ακραίες επιδόσεις. Ήταν ικανή να τρα­βάει κάτι σε δυσυπόφερτα άκρα όσον αφορά την ανα­πνοή, τη σωματική ρώμη, τη χρονική διάρκεια ή τη δύ­ναμη της θέλησης και μετά ν' αποφασίζει να ξεπερά­σει και αυτό το όριο.

 Το σχέδιο της ήταν να οργανώνει το χρόνο μέχρι να μπορέσει να ξαναζήσει.
Αφού πέρασαν οι πρώτες μέρες του γυρισμού, ξανάρ­χισε τις αναπνευστικές της ασκήσεις. Έπρεπε να ξα­ναδούλεψει το σώμα της, να επαναλάβει την αγωγή με τις εκτατικές κινήσεις και τις μεθοδικές συστροφές. Ξεκινούσε με τη σπονδυλική στήλη και προχωρούσε προς τα άκρα κινούμενη με τα τέσσερα στο πάτωμα και νιώθοντας την αορτή της ν' αναπηδά σε κάθε εκ­πομπή του αίματος από την καρδιά. Έπρεπε να κάνει κατακόρυφο και κυβιστήσεις. Έβγαζε έξω τη γλώσ­σα της κι έπαιρνε κοφτές ανάσες σε μια εσωτερικά χρονομετρημένη αλληλουχία με την ακρίβεια που ανα­γνώριζε στο κρακ-κρακ-κρακ των μεσοσπονδύλιων δί­σκων, καθώς η πλάτη της τραβιόταν από πάνω προς τα κάτω.

 Η άσκηση του κορμιού της έκανε τα πάντα διαφα­νή. Έβλεπε και σκεφτόταν πιο καθαρά, πράγμα που θα μπορούσε απλώς να σημαίνει ότι δεν υπήρχαν και πολλά να δει ή να σκεφτεί. Ίσως όμως και να ήταν κάτι βαθύτερο, οι στάσεις που έπαιρνε και κρατούσε για ώρα, οι υπερβολικές περιστροφές, τα φιδίσια σχήμα­τα και τα λυγίσματα του λουλουδιού, τα μεσοδιαστή­ματα αυτοσυγκέντρωσης με τις συστηματικές ανα­πνοές, όλη η ζωή βιωμένη απόλυτα ως σκέτη ανάσα.


Η Λόρεν έχει παντρευτεί το Ρέι Ρομπλς, σκηνοθέτη, και μένουν σε μια ερημική ακτή, σε ένα τεράστιο νοικιασμένο σπίτι.

Μου φαίνεται ότι έχεις στήσει τη δική σου ολοκλη­ρωτική κοινωνία, της είπε μια μέρα ο Ρέι, όπου εσύ είσαι ο απόλυτος δικτάτορας, αλλά και ο καταπιεσμέ­νος λαός ταυτόχρονα, έτσι είπε, θαυμάζοντας την, ίσως, ως καλλιτέχνης προς καλλιτέχνη.

Ο Ρέι Ρομπλς βρέθηκε νεκρός.
Ο Ρέι Ρομπλς, δημιουργός"δύο ταινιών που έτυχαν πα­γκόσμιας αναγνώρισης στα τέλη της δεκαετίας του '70, βρέθηκε νεκρός χθες, Κυριακή πρωί, στο διαμέρισμα της πρώτης του γυναίκας, της συμβούλου μόδας Ιζα­μπέλ Κοράλες, στο Μανχάταν.Ο θάνατος, σύμφωνα με επιτόπια έρευνα της αστυ­νομίας, οφείλεται σε αυτοπυροβολισμό. Τα βιογραφικά στοιχεία που αφορούν στα παιδικά χρόνια του κυρίου Ρομπλς είναι αντιφατικά, αλλά οι πειστικότερες εκδοχές από διαφορετικές πηγές συμ­φωνούν ότι ήταν 64 ετών.

Στη μοναξιά της που ακολουθεί η Λόρεν ανακαλύπτει στο σπίτι της έναν μυστηριώδη άντρα.
 Τον ανακάλυψε την επόμενη μέρα σ' ένα μικρό υπνοδωμάτιο του τρίτου πατώματος, που βρισκόταν δίπλα στο μεγάλο άδειο δωμάτιο στην άλλη άκρη του σαλονιού. Ήταν μικροκαμωμένος και λεπτόκορμος ώστε στην αρχή τον πήρε για παιδί, με μαλλιά στο χρώ­μα της άμμου, και φαινόταν σαν να είχε μόλις ξυπνή­σει από βαθύ ύπνο ή νάρκωση.
  
Καθόταν στην άκρη του κρεβατιού φορώντας τα εσώρουχα του. Ακαριαία σκέφτηκε ότι ήταν αναπόφευκτο. Διέτρεξε το χρόνο μέχρι πίσω στις πρώτες ενδεί­ξεις ότι υπήρχε κάποιος μέσα στο σπίτι, και όλες οι εντυπώσεις της, ξεκαθαρισμένες πια και επιβεβαιωμέ­νες, την οδήγησαν αδιάψευστα στην παρούσα στιγμή.


Προσπαθούσε να καταλάβει ποιος ήταν, έστω ποιον της θύμιζε.

Τότε συνειδητοποίησε ποιον της είχε θυμίσει. Ήταν ένας καθηγητής της φυσικής που είχε στο γυ­μνάσιο, που φαινόταν κατάξανθος τις συννεφιασμένες μέρες και φαλακρός όταν έλαμπε ο ήλιος, και ο οποίος κόλλησε κάποτε με σελοτέιπ μια ξηλωμένη ραφή στα παπούτσια του, ένας άνθρωπος που μιλούσε τόσο δι­στακτικά, σχεδόν μπέρδευε τα λόγια του, που έκανε τους λίγους ευαίσθητους μαθητές να νιώθουν ενοχλη­μένοι για λογαριασμό του και πιο νευρικούς τους νευ­ρικούς, που ήταν όλοι οι υπόλοιποι.
Προς τιμήν του έδωσε στον επισκέπτη το όνομα του: κύριος Τάτλ. Νόμιζε ότι έτσι θα τον καταλάβαινε ευ­κολότερα.

Ακόμη και στην απλούστερη συζήτηση υπάρχει ένας κώδικας που δείχνει στους συνομιλητές τι συμβαίνει πέρα από τα απλά ακουστικά ερεθίσματα. Κάτι τέ­τοιο απουσίαζε από τη συζήτηση τους. Έλειπε ο ρυθ­μός που θα έκανε εκείνη να βρει το τέμπο. Το μόνο που είχαν ήταν ασύνδετες λέξεις. Έχανε την επαφή μαζί του, κάποιες φορές έχανε και το ενδιαφέρον της, δεν μπορούσε να εντοπίσει ρυθμικές επαναλήψεις, χρο­νικά σήματα, ούτε καν μουρμουρίσματα ή κομπιάσμα-τα, έστω τις ακουστικές παύσεις που χρωματίζουν μια παρατήρηση. Η έκφραση του προσώπου του δεν φα­νέρωνε καμιά αντίδραση σε ό,τι του έλεγε κι αυτό την αναστάτωνε. Δεν υπήρχαν τη μια διαβαθμίσεις στην έκφραση και την άλλη μονοτονία. Άρχισε να καταλα­βαίνει ότι από τις συζητήσεις τους έλειπε η χρονική διάσταση, καθώς κι ότι όλες οι αναφορές σε άρρητο επίπεδο, τα πράγματα που κάποιος που μιλάει ολλαν­δικά μπορεί να τα μοιραστεί με κάποιον που μιλάει κινέζικα, όλα αυτά απουσίαζαν.
«Πάτα το αυτό».
«Πάτα το κουμπί, λέμε. Όχι, μην πατάς το κουμπί. Μ' αυτό το κουμπί κλείνει. Μας άκουσες όταν ήμα­σταν στο δωμάτιο; Εκείνος κι εγώ. Και μιλούσαμε».
Ήθελε να τον αγγίξει. Ποτέ της δεν τον είχε αγγί­ξει, έτσι νόμιζε τουλάχιστον, ή ίσως μια φορά, φευγα­λέα, όταν του έδεσε τη ζώνη στο αυτοκίνητο, τότε που φορούσε ένα πουλόβερ ή τζάκετ.

Στο  τέλος η Λόρεν συμφιλιώνεται με την πραγματικότητα.

Κοίταξε και είδε ότι το δωμάτιο ήταν άδειο. Μέσα δεν υπήρχε ψυχή. Το φως ήταν τόσο έντονο, που διέ­κρινε τα πραγματικά χρώματα των τοίχων και του δα­πέδου. Ποτέ πριν δεν είχε δει έτσι τους τοίχους. Το κρεβάτι ήταν άδειο. Το ήξερε όλον αυτό τον καιρό, τώρα όμως το αποδεχόταν. Κοίταξε το σεντόνι και την κουβέρτα που ήταν ανακατεμένα στη δική της μεριά του κρεβατιού, τη μόνη που χρησιμοποιόταν.
Προχώρησε μέσα στο δωμάτιο και πήγε στο παράθυρο. Το άνοιξε. Το άνοιξε διάπλατα. Δεν ήξερε γιατί το έκανε αυτό. Μετά κατάλαβε. Ήθελε να νιώσει την αψιά αλμύρα της θάλασσας στο πρόσωπο της και τη ροή του χρόνου στο σώμα της να της λένε ποια ήταν.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου