Σάββατο, 19 Νοεμβρίου 2011

Γκέισες

Στα μάτια μου οι γκέισες αποτελούν μια εικόνα παραμυθένια του έρωτα, μια ανατολική εκδοχή των αρχαιοελληνικών εταίρων. Βέβαια πόσο παραμυθένιος μπορεί να είναι ο αγοραίος έρωτας, αυτό είναι μια άλλη ιστορία. Το βιβλίο με τον τίτλο Γκέισες της Berenice  Geoffroy-Schneiter μας δίνει κάποιες πληροφορίες για αυτές τις ονειρικές ερωτικές φιγούρες και μας εισάγει στον κόσμο τους.




Η αναφορά αυτής της της λέξης ανακαλεί στα μάτια των δυτικών εικόνες από γυναίκες που κινούνται ανάμεσα στην ράθυμη ηδυπάθεια και την ερωτική φαντασίωση. Μια εταίρα της άπω Ανατολής. Πρόσωπα λευκά, αγαλμάτινα, με κόκκινο κραγιόν στα χείλη. Βαριά, πολύχρωμα κιμονό, και βεντάλιες που με το άνοιγμά τους καθηλώνουν τον παρατηρητή σε μια ατμόσφαιρα αυστηρά δραματική. Οι γκέισες, φιγούρες φτιαγμένες από συστατικά αθωότητας και ερωτισμού μαζί, γεννήθηκαν με την ευλογία της ομορφιάς και την κατάρα της σιωπής. Στα ιαπωνικά η λέξη γκέι σημαίνει τέχνες. Οι γυναίκες αυτές ονομάστηκαν «γκέισες» (gei = τέχνη, sha = άτομα), άτομα δηλαδή που υπηρετούν ή ασκούν τις τέχνες. Επομένως κάθε γκέισα πρώτα από όλα είναι καλλιτέχνις.

Μεταξύ του 1780-1790 η χώρα του Ανατέλλοντος Ηλίου γνωρίζει μια τρομακτική περίοδο φτώχειας και λιμού: το ρύζι, εξαφανισμένο στην αγορά από αδίστακτους εμπόρους αγγίζει ιλιγγιώδεις τιμές. Οι βιαιότητες που διαπράττονται από ορδές λιμασμένων φουκαράδων δεν είναι σπάνιες. Έτσι κοριτσάκια που προέρχονται από οικονομικά κατεστραμμένες οικογένειες των πόλεων ή της επαρχίας μετά την απαγωγή, εξαφάνιση και πώλησή τους βρίσκονται έγκλειστα για πολλά χρόνια σε κείνες της συνοικίες που ονομάζονται της ηδονής.

Όταν ένα κορίτσι έφτανε σε κάποιο από αυτά τα σπίτια, της χάριζαν ένα νέο όνομα, ένδειξη ότι ανήκει σε έναν καινούργιο κόσμο. Το όνομά της συχνά επρόκειτο για το όνομα ενός άνθους. Αφού την τοποθετούσαν στην υπηρεσία μιας εταίρας, γινόταν καμούρο (όρος τον οποίο χρησιμοποιούσαν για τα κορίτσια που υπηρετούσαν στην αυτοκρατορική αυλή), και είχε καθήκον να υπακούει σε όλες τις επιθυμίες και ιδιοτροπίες της κυρίας της. Στην περίπτωση που η μοίρα της είχε προσδώσει ταλέντο και χάρη, άρχιζε ένας μεγάλος κύκλος εκπαίδευσης, κατά τη διάρκεια του οποίου μάθαινε όλες τις τέχνες που κληροδότησε η αρχαία Ιαπωνία: μουσική (να παίζει σαμισέν, ένα είδος τρίχορδης κιθάρας), ποίηση, ικεμπάνα (=η τέχνη της ανθοδεσίας), σανόγιου (=η προγονική τελετουργία του τσαγιού), το παιχνίδι των αρωμάτων, χωρίς να παραλείψουμε τη βασίλισσα των γνώσεων, την καλλιγραφία. Μετά το τέλος αυτής της μαθητείας η μικρή καμούρο έχοντας φτάσει στην ηλικία των 13 ή 14 ετών εισερχόταν στον πολύ κλειστό κύκλο των εταιρών με ένα μεγάλο εορτασμό. Στολισμένη, περιποιημένη σαν είδωλο επί πέντε ημέρες, όσο διαρκούσαν αυτές οι γιορτές περιέφεραν την έφηβη στους δρόμους του Γιοσιουάρα, τη διάσημη συνοικία των εταίρων στο Έντο, το παλιό Τόκιο. Μετά από αυτή την τελετουργική τελετή της μύησης επρόκειτο να διδαχθεί άλλα τελετουργικά που θα χρησιμοποιύσε στο μελλοντικό της επάγγελμα. Μετά την ολοκλήρωση της εκπαίδευσής της, η νεαρή καμούρο έπαιρνε το νέο όνομα σίνσο (=νεοφώτιστη) και καλούνταν πια να ικανοποιήσει τις απαιτήσεις των πελατών της (χορευτικές ή θεατρικές παραστάσεις, τελετουργίες τσαγιού, δεξιώσεις και περίπατοι, επαγγελματικά γεύματα και εγκαίνια εργοστασίων κ.λπ.) οι οποίοι προέρχονταν από την ελίτ, στην οποία δέσποζε η εξουσία και το χρήμα.

Φορώντας πολυτελή κιμονό, στολισμένη με τα ωραιότερα κοσμήματα, βαμμένη με τον παραδοσιακό τρόπο, με ξυρισμένα τα φρύδια και σχεδιασμένα με μολύβι και με τα μαλλιά δεμένα κότσο με φουρκέτες ή με την τοποθέτηση μιας περούκας, η γκέισα άγγιζε μια θεατρική τελειότητα. Κάτω από το πανάκριβο και μεταξωτό κιμονό της, ο αριθμός των μεσοφοριών που διακρίνονταν υποδήλωνε τον πλούτο και την κοινωνική τάξη και η όμπι, η υφασμάτινη ζώνη της που το στερέωνε θα υποδήλωνε, μεταγενέστερα, την αξία της ως εταίρας (γκέισας).

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου