Κυριακή, 25 Σεπτεμβρίου 2011

ΒΙΒΛΙΟ - μετανάστευση κι έρωτας

O μετανάστης, ο εμιγκρές, φαίνεται ότι δε διαθέτει νέα πατρίδα. Στη νέα του πατρίδα αποδεικνύεται ότι δε διαθέτει πατρίδα. Με μια τέτοια σκέψη τέλειωσα το διάβασμα δύο βιβλίων με ανάλογο περιεχόμενο: α) της Χέρτα Μίλλερ με τίτλο Μετέωροι Ταξιδιώτες, β) του Βλαντιμίρ Ναμπόκοφ με τίτλο Mary.

Και στα δύο βιβλία επικρατεί το εδώ και εκεί, το τώρα και το πριν. Αυτή η νοητή ευθεία ανάμεσα στην ευτυχία και τη δυστυχία. Η μετανάστευση, η ηθελημένη εξορία, όπως και ο έρωτας,  έχουν μια κοινή βάση, στηρίζονται στην ελπίδα ότι η επόμενη ημέρα θα είναι καλύτερη από την προηγούμενη κι αυτή η νέα ηδονή μπορεί να ακινητοποιηθεί και να διαρκέσει για πάντα.

Στο έργο της Χέρτα Μίλλερ θα ήθελα να ζουμάρω κυρίως στην ερωτική ζωή της πρωταγωνίστριας, την Ιρένε. Στην παλιά πατρίδα της (Ρουμανία), που δεν κατονομάζεται καν, η πρώτη ερωτικού ύφους σκηνή έχει να κάνει μ΄ έναν άντρα που αυτοϊκανοποιείται κρυμμένος πίσω  από κάτι θάμνους και το μόνο που αυτός ζητά από την Ιρένε είναι απλώς να την κοιτάζει μέχρι που να ολοκληρώσει. Η ηρωίδα πράγματι ανταποκρίνεται. Μια αφελή ερωτική διαστροφή μας επιφυλάσσει για αρχή η παλιά πατρίδα.  Στη συνέχεια γνωρίζει το Φραντς, έναν γερμανό φοιτητή. Ερωτοτροπούν στο ξενοδοχείο του κι ύστερα αυτός επιστρέφει στη Γερμανία. Η ερωτική ελπίδα σπρώχνει την πρωταγωνίστρια να τον ακολουθήσει. Στη νέα πατρίδα όμως αντί για τον Φραντς την περιμένει ένας φίλος του, ο Στέφαν, ένας τύπος από άσχημος έως αδιάφορος για την Ιρένε. Ακολουθεί η ερωτική απογοήτευση. Ο Φραντς εμφανίζεται κατά διαστήματα, αλλά οι εμφανίσεις το είναι τυπικές χωρίς να ικανοποιούν την Ιρένε. Και τέλος ο Τόμας, ένας ομοφυλόφιλος χορευτής, ένας περιστασιακός ερωτικός παρτενέρ στο κρεβάτι. Ερωτική ανάγκη. Ένα ερωτικό ντεκρεσέντο στη γη της επαγγελίας. 
Κι όμως ας διαβάσουμε την τελευταία σειρά του έργου: Όμως, αρνιόταν ακόμα και να διανοηθεί πως θα την εγκαταλείψει.


Στο μυθιστόρημα Mary του Ναμπόκοφ ο συμβολισμός ανάμεσα στο χθες και το σήμερα είναι ακόμα πιο φανερός. Μια τραμπάλα μέσα στο χρόνο που για μοχλό έχει μια γυναίκα, τη Mary.  Το Εδώ είναι το Βερολίνο του 1920 και η μονότονη ζωή του ήρωα Γκανίν σε μία πανσιόν μαζί με εξόριστους συμπατριώτες του. Το Εκεί είναι το παρελθόν, όπως ο ίδιος το προσεγγίζει με αφορμή μια φωτογραφία μιας γυναίκας. Ο Γκανίν μαθαίνει πως η γυναίκα του συγκάτοικού του Αλφιόροφ πρόκειται να έρθει από τη Ρωσία. Σ΄ αυτή τη γυναίκα όμως αναγνωρίζει την πρώτη του αγάπη. Σ΄ αυτή τη γυναίκα, τη Mary, κρύβεται από πίσω η παλιά του πατρίδα, η Ρωσία. Ο Γκανίν σχεδιάζει να την συναντήσει στο σταθμό, αλλά η συνάντηση δεν πρόκειται να πραγματοποιηθεί.  
Είχε εξαντλήσει τις αναμνήσεις του, είχε κορεστεί από αυτές και η εικόνα της Μαίρης παρέμενε τώρα στο σπίτι των φαντασμάτων, που κι αυτό ήταν ήδη μια ανάμνηση τώρα.

************************ευχαριστώ τον πάντα ενδιαφέροντα blogger Νο14ΜΕ για την πρότασή του να γνωρίσω το έργο της Χέρτα Μίλλερ από τους Μετέωρους ταξιδιώτες.

ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ - Ράνγκο



Παρακολούθησα την ταινία κινουμένων σχεδίων Ράνγκο και μάλιστα με ιδιαίτερο ενδιαφέρον.
 Ένας σπιτικός χαμαιλέοντας εξαφανίζεται από το σπίτι του και αναζητεί καταφύγιο σε μια άγνωστη πόλη της ερήμου, εχθρική στην αρχή, τελικά όμως με τη δράση του και την αυταπάρνησή του τη σώζει από τον κακό δήμαρχο και την επερχόμενη καταστροφή της.
 Μου άρεσε το γεγονός ότι η ταινία συνδύαζε ποικίλα μηνύματα και μοτίβα: ταξίδι στο άγνωστο, ο προβληματισμός σχετικά με μία έλλειψη του νερού, μάχη ανάμεσα στο καλό και το κακό, η αποφασιστικότητα, ηρωισμός, ο δρόμος ως όριο του επέκεινα, ο έρωτας ως αφορμή για δράση ...Άλλα φυσικά στην ταινία και άλλα μέσα στο μυαλό μου. 
 Μια ταινία που μορφικά μου έφερνε στο μυαλό συνεχώς τα σπαγγέτι γουέστερν και φυσικά τον Κλιντ Ιστγουντ. Το μόνο για το οποίο έχω μια ένσταση είναι το γεγονός κατά πόσο απευθύνεται και γίνεται κατανοητή από παιδιά.

Τετάρτη, 21 Σεπτεμβρίου 2011

ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ - Μπόρχες

Ο Μπόρχες αποτελεί για μένα  εκείνη την πηγή της λογοτεχνικής ηδονής, που γυρίζω σ΄ αυτή όταν όλοι οι άλλοι λογοτέχνες δεν έχουν κάτι να μου πουν.  Σαν τη γυναίκα - πόρνη που είναι έτοιμη να ικανοποιήσει τα ηδονοθηρικά ένστικτα όταν καμία άλλη πηγή δεν μπορεί να ικανοποιήσει. 

Παραθέτω δύο αφηγήματά του από τη συλλογή Ο Ποιητής (1960):

DREAMTIGERS

Όταν ήμουν παιδί, λάτρεψα με πάθος την τίγρη: όχι την παρδαλή των πλωτών νησιών του Παρανά και της σύγχυσης της Αμαζονίας, αλλά τη ρα­βδωτή, την ασιατική, τη βασιλική, που μόνο πολεμιστές μπορούν να τηγ αντιμετωπίσουν, απ' τον πυργίσκο στη ράχη ενός ελέφαντα. Συνήθιζα να στέκομαι ατελείωτες ώρες έξω από κάποιο κλουβί του Ζωολογικού Κήπου· εκτι­μούσα τις τεράστιες εγκυκλοπαίδειες και τα βιβλία φυσικής ιστορίας για τις μεγαλόπρεπες τίγρεις τους. (Ακόμα θυμάμαι αυτές τις εικόνες- εγώ, που καλά καλά δεν μπορώ να θυμηθώ σωστά το μέτωπο ή το χαμόγελο μιας γυ­ναίκας.) Όταν πέρασε η παιδική ηλικία, οι τίγρεις -και το πάθος μου γι' αυ­τές- ατόνησαν, όμως ακόμα έρχονται σια όνειρα μου. Σ΄αυτή ιην κατάκλυστη ή χαοτική πλοκή, εξακολουθούν να δεσπόζουν με τον τρόπο αυτόν: εκεί που κοιμάμαι, ένα οποιοδήποτε όνειρο με περισπά, κι αμέσως ξέρω ότι είναι όνειρο- οπότε, τις περισσότερες φορές, σκέφτομαι: Τούτο εδώ είναι ένα -όνειρο, μια καθαρή εκτροπή της βούλησης μου- αφού, λοιπόν, κατέχω μια εξουσία απεριόριστη, θα δημιουργήσω μια τίγρη.
Τι ανικανότητα! Ποτέ τα όνειρα μου δεν καταφέρνουν να πλάσουν το θη­ρίο που λαχταρώ. Τίγρη εμφανίζεται, δε λέω, αλλά καχεκτική ή ταριχευμέ­νη, ή με νόθες ποικιλίες της μορφής, ή μεγέθους απαράδεκτου, ή αστραπι­αία, ή φέρνοντας σε σκύλο πιο πολύ ή σε πουλί.


ARGUMENTUM ORNITHOLOGICUM
Κλείνω τα μάτια και βλέπω ένα σμήνος πουλιά. Το όραμα διαρκεί ένα δευτε­ρόλεπτο, ίσως και λιγότερο- δεν ξέρω πόσα πουλιά είδα. Ο αριθμός τους ήταν ορισμένος ή όχι; Το πρόβλημα περικλείει και αυτό της ύπαρξης ή μη του Θε­ού. Αν υπάρχει Θεός, ο αριθμός είναι ορισμένος, γιατί ο Θεός ξέρει πόσα που­λιά είδα. Αν δεν υπάρχει Θεός, ο αριθμός δεν είναι ορισμένος, γιατί κανείς δεν μπόρεσε να τα μετρήσει. Σ' αυτή την περίπτωση, είδα, ας πούμε, λιγότε­ρα από δέκα πουλιά και περισσότερα από ένα, αλλά δεν είδα εννέα, οκτώ, επτά, έξι, πέντε, τέσσερα, τρία ή δύο πουλιά. Είδα έναν αριθμό ανάμεσα στο δέκα και στο ένα, που δεν είναι ούτε εννέα, ούτε οκτώ, ούτε επτά, ούτε έξι, ούτε πέ­ντε κ.ο.κ. Αυτός ο ακέραιος αριθμός είναι αδιανόητος- άρα, υπάρχει Θεός.



Κυριακή, 18 Σεπτεμβρίου 2011

ΒΙΒΛΙΟ - Ο Ναύτης

Ο ΝΑΥΤΗΣ - Θεόδωρος Γρηγοριάδης


To βιβλίο του Θεόδωρου Γρηγοριάδη Ναύτης το διάβασα μέσα στο καλοκαίρι και θα μπορούσα εύκολα να παρασυρθώ και  να το χαρακτηρίσω μυθιστόρημα καλοκαιρινό, γιατί πράγματι διαθέτει θάλασσα, ταξιδια, λιμάνια, έρωτες. Το γεγονός όμως ότι ο αφηγητής-ήρωας πραγματοποιεί ένα ταξίδι μοναχικό μέσα στο χώρο και το χρόνο, κρυμμένος πίσω από μια επίμονη ανωνυμία και ψάχνοντας κρυμμένα μυστικά, πιστεύω ότι αίρει την καλοκαιρία του έργου και του προσάπτει μια υγρή διαχρονικότητα.
Έχουμε λοιπόν και λέμε: το Παγγαίο αποτελεί το μαγικό κέντρο του κύκλου γύρω από το οποίο μετακινείται ο ήρωας του έργου: Δράμα, Καβάλα, Θάσος, Αθήνα, Λήμνος, Μυτιλήνη. (Η Δράμα με τα απαγορευμένα σπίτια, με μια αύρα απαγορευμένου έρωτα. Κι όπως μου είχε δηλώσει κάποια στιγμή ο συγραφέας, η Δράμα είναι μια πόλη κοντινή στο Παγγαίο, άρα προφανώς τα ερωτικά ένστικτα βρίσκουν άμεση εκτόνωση). Αλλά και χαμένες πατρίδες. Αλλά και Μεσόγειος, Βενετία, Τυνησία, Γένοβα, Τουλών, Βαρκελώνη, Μπρυζ... Ο ήρωας με μια ευκολία μετακινείται σ΄ όλους αυτούς τους τόπους σα να ταξιδεύει πάνω σε κάποιο μαγικό χαλί. Και ο λόγος, ο συνεκτικός κρίκος, το μοτίβο τέλος πάντων, είναι ένα μυστικό, ένα ερωτικό μυστικό που αρχίζει και ξετυλίγεται όταν κάνει την εμφάνισή της μια γυναίκα, η Ξένη. Η γυναίκα εξάλλου στα έργα του Θεόδωρου Γρηγοριάδη κρύβει ένα μυστικό και ένα μεγαλείο ταυτόχρονα, που ο άντρας αποδείχνεται μικρότερος των περιστάσεων. Η Ξένη λοιπόν και ένα μυστικό που φέρνει.... 

 Απέφευγε να μιλήσει απευθείας για τον εαυτό της. Ένα βράδυ καθόμασταν στη βεράντα και κοιτάζαμε τον κάμπο. Τότε της μίλησα για τη δική μου θάλασσα.
«Δε θα κρατήσει πολύ», γύρισε και μου είπε. «Θα αλλάξει η θέση της. Όλες οι θάλασσες έχουν μετατοπι­στεί. Μην κοιτάς που εμείς δεν προλαβαίνουμε να δούμε τις αλλαγές αυτές. Αυτό όμως που εσύ αποκαλείς θάλασ­σα θα προλάβεις να το δεις αλλαγμένο. Θα 'ναι κάτι καινούργιο, άσχημο και βρώμικο. Γιατί οι άνθρωποι θέ­λουν πάντα το χειρότερο; Τους βαραίνει η ομορφιά. Έχουν μια φυσική ροπή προς τη μιζέρια και την κατα­στροφή.»
Το βράδυ εκείνο ακόμη δεν είχα συνειδητοποιήσει το νόημα που έκρυβαν αυτές οι πικρές διαπιστώσεις. Καθό­μουν και την άκουγα σαν να μιλούσε μέσα από μια οθό­νη, μέσα απ' τις σελίδες ενός βιβλίου, μέσα από τους πί­νακες ζωγραφικής που στόλιζαν τους τοίχους μας. Ήμουν ο μόνος σ' ολόκληρο το χωριό που δεν έψαχνε τις ρίζες της, την καταγωγή της, το παρελθόν της. Για μένα δεν ήταν μια απλή αρραβωνιαστικιά, το είχε αντι­ληφθεί και η ίδια. Μου έδινε να καταλάβω ότι είμαι δι­κός της άνθρωπος και πολλές φορές ψιθύριζε ότι δε θα τελειώσουν οι σχέσεις μας εδώ.
Ήταν αλήθεια όσα μου συνέβαιναν ή η υπερβολική μου φαντασία — όπως με κατηγορούσε ο Αντώνιος —με τύφλωνε και δεν μπορούσα να συλλάβω μια απλοϊκή α­λήθεια;
Κι όλοι αυτοί τριγύρω που είχαν ανακατευθεί στην ι­στορία; Ο θείος Παναγιώτης, ο Γρηγόρης που την είχε «δοκιμάσει», οι άνθρωποι που την είχαν ακούσει να τρα­γουδά;
«Μπορεί να είναι μια ομαδική υστερία και παράκρου­ση», είπε ο Αντώνιος. «Δεν αρνούμαι την παραξενιά της, όχι όμως και τις κρυφές της δυνάμεις. Συμβαδίζει με με­ρικά σημαδιακά γεγονότα για τον τόπο. Δεν είναι κακό σημάδι η παρουσία της, ούτε όμως και καλό. Σαν να ήρ­θε για να προειδοποιήσει κάποιους ότι κινδυνεύουν. Ή για να αποτελειώσει έναν παλιό λογαριασμό. Μην πιστέ­ψεις ποτέ ότι έφθασε τυχαία ως εδώ. Όσο για τη παρα­μονή της στο σπίτι σας, μπορεί να 'ναι μια τυχαία επιλο­γή, μπορεί και όχι. Σίγουρα, πάλι, δεν ήρθε για να πά­ρει τον Παναγιώτη. Καμιά γυναίκα δε θα τον ήθελε έτσι όπως έχει καταντήσει. Κάτι άλλο θέλει απ' αυτόν... Αλί­μονο όμως, δεν μπορώ να το εντοπίσω. Γιατί κι εμένα κάτι άλλο μου θυμίζει, παλιό όμως και ξεχασμένο.»
Ίδρωνε ο Αντώνιος και έξυνε το μάγουλο του. Έμοια­ζε να τα 'χει χαμένα από την τροπή της υπόθεσης. Ανη­συχούσε και για μένα που δεν τον ακολουθούσα στις ε­ξορμήσεις του. Η ξένη γυναίκα επισκίαζε τη δική του πα­ρουσία.


Ύφος φαινομενικά απλό με μικροπερίοδες σχετικά προτάσεις και αγωνία κλιμακούμενη σε οδηγεί να διαβάσεις το μυθιστόρημα εν μια νυκτί. Θέλω να επισημάνω τη διαπεραστική ματιά του συγγραφέα σε πράγματα καθημερινά. Πράγματι το γεγονός ότι κρατά  σημειώσεις ο συγγραφέας, όπως μου έχει πει, και η παρατηρητικότητά του δημιουργούν μια εντύπωση ενός έργου όπου και η παραμικρή λεπτομέρεια έχει τη θέση της. Αυτό που απομένει είναι να δούμε και τη νέα έκδοση του έργου από τις εκδόσεις Πατάκη. 


Τετάρτη, 14 Σεπτεμβρίου 2011

ΒΙΒΛΙΟ - Η πρόσκληση

ΚΛΩΝΤ ΣΙΜΟΝ - Η πρόσκληση

Ο Κλωντ Σιμόν προσκαλείται επίσημα στη Σοβιετική Ένωση το 1986 επί Γκορμπατσόφ μαζί με άλλες δεκατέσσερις προσωπικότητες. Ένα διεθνές φόρουμ με ασαφείς στόχους. Ένας πολιτικός γυάλινος πύργος που μέσα του κινείται (με δεκανίκια) η διανόηση. Ο  διανοούμενος ως μαριονέτα. Μια σειρά από δημόσιες σχέσεις και διαλέξεις εκδήλωσης αγαθών προθέσεων συνιστά τη βιτρίνα του ταξιδιού αυτού. Ατέλειωτοι λόγοι υποδοχής, ευχαριστιών και ευχολογίων για την επικράτηση της ειρήνης, φωτογραφήσεις που όμως αντί να ενώνουν τις ανθρώπινες καρδιές,  τελικά παγιώνουν την (γεωγραφική και ιδεολογική) απόσταση. 
Το λαχανιασμένο, ασυγκράτητο ύφος γραφής του Κλωντ Σιμόν ξεπερνά το εξομολογητικό, ανεκδοτολογικό περιεχόμενο του αφηγήματος και το μετατρέπει σε ένα αυτόνομο, ανθρώπινο δημιούργημα-κτήμα. 



Για πολλή ώρα δεν υπήρχε τίποτε άλλο να δει κα­νείς παρά το φεγγάρι, πού δεν ήταν ολόγιομο, αλλά λίγο πεπιεσμένο στην αριστερή του μεριά, γαλακτώδες ή μάλλον επάργυρο, σαν φανάρι το όποιο φαινό­ταν να κινείται με την ταχύτητα του αεροπλάνου, λες και ήταν κολλημένο πάνω του, καμιά φορά λίγο ψη­λότερα ή λίγο χαμηλότερα, ξαναπαίρνοντας ύστερα την αρχική του θέση, ή μάλλον λες και το αεροπλάνο κι αυτό να παρέμεναν ακίνητα, κρεμασμένα χωρίς να προχωρούν μες στην ανάστερη νύχτα ενώ χιλιάδες μέ­τρα από κάτω τους παρασύρονταν αργά, αόρατες μες στο σκοτάδι, οι τερατώδεις εκτάσεις γης πού συνέδεαν δύο ηπείρους, δύο κόσμους οι όποιοι δεν αντίκριζαν ο ένας τον άλλο από τις απέναντι όχθες κάποιας θάλασ­σας, κάποιου αεικίνητου ωκεανού, άλλά ήταν κολλη­μένοι μεταξύ τους, όπως εκείνα τα δικέφαλα πλάσμα­τα, οι σιαμαίοι αδελφοί που τους επιδεικνύουν στις πανηγυριώτικες παράγκες, οι κολλημένοι πλάτη με πλά­τη, οι καταδικασμένοι να μην αντικρίσουν ποτέ ο ένας τον άλλο κι ας αναπνέουν ή ας χωνεύουν με κάποιο κοινό όργανο αδιαίρετο, υπερτροφικό, άρρωστο από ελεφαντίαση (κατά την επιστροφή τους, πού έγινε μέρα, θα το έβλεπαν αυτό, δηλαδή το αντίθετο τού ρευστού και τής κίνησης: επί ώρες, θα έβλεπαν από κάτω κάτι ομοιόμορφα καφεκίτρινο, ομοιόμορφα επί­πεδο, πάνω από το όποιο λίμναζαν παράλληλες αρμαθιές καμωμένες από στρογγυλά συννεφάκια, ασά­λευτα, διπλασιασμένα από τις επίσης ασάλευτες σκιές τους, ενώ εδώ κι εκεί διακρίνονταν λίμνες, ή μάλλον βάλτοι, ήδη καλυμμένοι από ένα στρώμα πάγου κι ας μην ήταν παρά Οκτώβριος, κι ούτε μια πόλη στον ορίζοντα, ούτε ένας οικισμός, ούτε αγρόκτημα, ούτε δρό­μος ούτε κάν μονοπάτι, μόνο μια σιδηροδρομική γραμ­μή πού το αυλάκωνε από δυσμάς προς ανατολάς εκτεινόμενη ως εκεί πού έφτανε το μάτι, απολύτως ευθεία, χωρίς να υπάρχει λόφος πού χρειάζεται να παρακαμ­φθεί, χωρίς κοιλάδα για να ακολουθήσει τούς μαιάν­δρους της, τραβηγμένη με το χάρακα, ξεκινώντας από το πουθενά και καταλήγοντας στο πουθενά: ένας φλοιός, μια αχανής έκταση νεκρή, άδεια, άγονη, οριστικά άδεια, οριστικά άγονη και οριστικά ακίνητη).

Σάββατο, 10 Σεπτεμβρίου 2011

ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ - Π. Μπρέγκελ

Ζωγραφική και θέατρο, δύο τέχνες παραστατικές, δύο τέχνες που στηρίζονται στη μίμηση. Η ζωγραφική εικόνα συνιστά μια θεατρική σκηνή. Γι΄ αυτό και τα απεικονιζόμενα πρόσωπα παρατίθενται με τέτοιο τρόπο που να δημιουργούν την ψευδαίσθηση ότι παίζουν κάποιο ρόλο. Άλλωστε και ο Φρόυντ χαρακτήριζε την τέχνη ως μια σκηνοθεσία ψευδαισθήσεων. Η θεατρικά αναπαράσταση της πραγματικότητας στηρίζεται κυρίως στην κίνηση και το ρυθμό των μορφών κι όχι τόσο των χρωμάτων, που είναι σαφώς ζωγραφικό στοιχείο. Άρα δεν αρκεί μονάχα μια πιστή, ρεαλιστική αφήγηση, όπως για παράδειγμα στη φωτογραφία, αλλά πρέπει να συνυπάρχουν η κίνηση, η δράση, η έκφραση. 

Παραθέτω ένα απόσπασμα από το βιβλίο Το Θεατρικό Ύφος στις Εικαστικές Τέχνες του Κώστα Μπαρουτά για να ανιχνεύσουμε τη σχέση ζωγραφικής και θεατρικότητας μέσα από κάποια έργα του Φλαμανδού ζωγράφου Πήτερ Μπρέγκελ.
 
Pieter Bruegel (1525/3-1569)


Ο μεγάλος φλαμανδός ζωγράφος φιλο­τέχνησε περίφημα τοπία και σκηνές της αγροτικής ζωής και γενικότερα της ζωής των χωρικών. Πρόκειται για σπουδαίο ηθογράφο. Πολλές από τις κατά κάποιον τρόπο εξπρεσιονιστικές συνθέσεις του μόνο με τα κινηματογρα­φικά μέσα και την ψηφιακή τεχνολογία είναι δυνατόν να προσεγγιστούν υφολογικά και αυτό αφορά κυρίως τα θρησκευτικά θέματα. Όμως και τα εμπνευσμένα από τη ζωή των χωρικών θέματα, με τη διαβολική κίνηση και ενέργεια, υπερβαίνουν κατά πολύ το θεατρικό ύφος. Συνεπώς, φιλοτέχνησε και μεγαλειώδη υπερθεάματα όπως «Η αυτοκτονία του Σαούλ», 1562 (Βιέν­νη, Kunsthistorisches Museum).

Το ύφος του Μπρέγκελ συγγενεύει με το θεατρικό ύφος του Σαίξπηρ και είναι ίσως ο πρώτος που ζωγράφισε λαϊκές σκηνές με ρεαλισμό. Ο Μπρέ­γκελ βλέπει με συμπάθεια τους χωρικούς σε αντίθεση με τον Σαίξπηρ που τους βλέπει ειρωνικά. Αναπαριστά την αγροτική ζωή και τους εργαζόμε­νους ανθρώπους με κατάφαση, αλλά χωρίς εξιδανίκευση. Οι περίφημες συνθέσεις του «Χωριάτικος γάμος» και «Χορός χωρικών» (και τα δύο στη Βιέννη, Kunsthistorisches Museum) είναι ένα είδος πολυπρόσωπων θεατρι­κών σκηνών. 




Θαυμάσια αναλύει τη θεατρικότητα του «Χωριάτικου γάμου» ο Gobrich: «Είναι μια από τις τελειότερες ανθρώπινες κωμωδίες του Μπρέ­γκελ... Πιο θαυμαστός, ωστόσο, κι από τον πλούτο των λεπτομερειών, του χιούμορ και της παρατηρητικότητας είναι ο τρόπος με τον οποίο ο Μπρέ­γκελ οργάνωσε τη σύνθεση του πίνακα, έτσι ώστε να μην δίνει την εντύπω­ση συνωστισμού ή σύγχυσης. Ο ίδιος ο Τιντορέττο δεν θα μπορούσε να είχε δημιουργήσει πειστικότερη εικόνα ενός χώρου με πολύ κόσμο. Ο Μπρέγκελ το κατόρθωσε με το τέχνασμα του τραπεζιού που επεκτείνεται ως το βάθος και με την κίνηση των ανθρώπων, που αρχίζει με την παρέα στην πόρτα της αποθήκης, οδηγεί στο πρώτο πλάνο και στη σκηνή των υπηρετών που μεταφέρουν το φαγητό, και γυρίζει πάλι στο βάθος, με τη χειρονομία του ανθρώπου που σερβίρει στο τραπέζι και που κατευθύνει το βλέμμα μας ίσια στη μικρή αλλά κεντρική μορφή της χαμογελαστής νύφης».
Αξιοπρόσεκτο είναι και το έργο του «Η γη της επαγγελίας», 1567 (Μόνα­χο, Alte Pinakothek), όπου με ένα είδος θεατρικού υπερρεαλισμού σαρκάζονται η πολιτική και κοινωνική κατάσταση καθώς και η ανθρώπινη συμπερι­φορά. Αλλωστε, ο Μπρέγκελ είναι και ζωγράφος της ανερχόμενης αστικής τάξης και το έργο του εικονογραφεί και τον αγώνα των Ολλανδών αστών και γεωργών εναντίον των Ισπανών κατακτητών.


Τρίτη, 6 Σεπτεμβρίου 2011

ΒΙΒΛΙΟ - Κυριακή

ΑΛΕΞΗΣ ΣΤΑΜΑΤΗΣ  ΚΥΡΙΑΚΗ εκδ. Καστανιώτη


Κυριακή: ημέρα αργίας, ξεκούρασης και απογευματινής μελαγχολίας. Ημέρα ποδοσφαίρου, αλλά και ημέρα εκλογών. Ημέρα όμως και για μυθιστορηματική δράση.
Στο τελευταίο μυθιστόρημα του Αλέξη Σταμάτη η δράση εκτυλίσσεται την Κυριακή, όχι όμως μια οποιαδήποτε Κυριακή, αλλά την Κυριακή 4 Οκτωβρίου 2009, ημέρα βουλευτικών εκλογών. Ένα ρεαλιστικό στοιχείο που λειτουργεί ως χρονικό πλαίσιο στην όλη μυθοπλασία. Δύο είναι οι βασικοί ήρωες, ο Βασίλης, ένας δεκαεννιάχρονος νέος, κι ο Πέτρος ένας μεσήλικας δημοσιογράφος. Δυο άνθρωποι άσχετοι μεταξύ τους που η μυθιστορηματική τους μοίρα τό ΄φερε να συναντηθούν σ΄ ένα νεκροταφείο. ( "Νά΄ ναι τα νεκροταφεία ουρανοξύστες..." πράγματι πρωτότυπες ιδέες του συγγραφέα-αρχτέκτονα για την οικιστική εκδοχή των νεκροταφείων). Ο Βασίλης λοιπόν έχει χάσει τον πατέρα του ανεξήγητα, και ο Πέτρος τη γυναίκα του. Κι από κει κι έπειτα; Μια κοινή προσπάθεια να εξιχνιάσουν τον τρόπο με τον οποίο χάθηκε ο πατέρας του Βασίλη. Πρωταγωνιστής πλέον του έργου εξελίσσεται ο Βασίλης μέσα σε μια περιπετειώδη αναζήτηση στην Αθήνα. Δε νοείται όμως περιπέτεια χωρίς μια παρανόηση, δίχως ένα λάθος, μια σκηνοθετημένη μυθοπλαστική απάτη. Ένας λάθος που σου γκρεμίζει, σου ανατρέπει ολόκληρο το σκεπτικό. Σα να στέκεσαι δηλαδή σ΄ ένα σταυροδρόμι κι ακολουθείς το δρόμο που πιστεύεις ότι είναι σωστός, κι όμως στο τέλος αποδεικνύεται ότι είναι λάθος. Η εγχείρηση πέτυχε, ο ασθενής όμως πέθανε. "Μένει εκεί, μόνος βουβός, ακίνητος, μ΄ ένα βάρος στην ψυχή του λιγότερο. Πάει κι αυτή η Κυριακή". Ετσι τελειώνει το μυθιστόρημα. Δεν έχουμε λύση του μυστηρίου, ούτε και λύτρωση με την κλασσική έννοια, αλλά μια ρεαλιστική πρόταση της ζωής. Ο πρωταγωνιστής ρίσκαρε μια περιπέτεια και βίωσε την ψυχική εκτόνωση από αυτή.
Δύο πλάνα επομένως στο έργο: το πολιτικό και το προσωπικό, μόνο που το πολιτικό έρχεται ως δεύτερο πλάνο, βοηθητικό για τη διαγραφή των χαρακτήρων. Μια Ελλάδα για την οποία ο νεαρός φαίνεται ότι δεν ενδιαφέρεται, τουλάχιστον για τις πολιτικές εξαγγελίες. Ενδιαφέρουσες οι προθέσεις και οι ιδέες του συγγραφέα. Τα μέσα όμως και οι τεχνικές που ακολούθησε στη διαγραφή των χαρακτήρων, το γλωσσικό στυλ του νέου, οι στυλιστικές του επιλογές, τα ποδοσφαιρικά πρότυπα, είναι από φανερά έως και κραυγαλέα. Ένα έργο μου αρέσει να λέει λιγότερα και να εννοεί περισσότερα. Αυτή η εκφραστική  οικονομία πιστεύω ότι έλειπε από το συγκεκριμένο μυθιστόρημα. Πολύ διακριτοί οι ρόλοι - χαρακτήρες των προσώπων. Σχεδόν στερεοτυπικοί θα έλεγα, καρικατούρες. Μια ενδιαφέρουσα σύλληψη που ακολούθησε όμως μια συνταγή γραφής.