Τρίτη, 7 Αυγούστου 2012

Mεταμόρφωση-Κάφκα

Το καφκικό τοπίο προβάλλεται σε όλο του το μεγαλείο στη "Μεταμόρφωση"


Στη «μεταμόρφωση» του Κάφκα ο ήρωας, Γκρέγκορ Σάμσα, ξυπνά ένα πρωινό για να πάει στη δουλειά του και με φρίκη αποκαλύπτει πως έχει μεταμορφωθεί σε μια πελώρια κατσαρίδα.
Μόλις ο Γκρέγκορ Σάμσα ξύπνησε ένα πρωινό από εφιαλτικό όνειρο, βρέθηκε στο κρεβάτι του μεταμορφωμένος σε μια πελώρια κατσαρίδα. Ξαπλωμένος ένιωθε την πλάτη του σκληρή σαν πολεμική ασπίδα κι έβλεπε, όταν ύψωνε λίγο το κεφάλι, τη σκούρα και θολωτή κοιλιά του γεμάτη σκληρές πτυχώσεις, απ΄ όπου η κουβέρτα, που ήταν έτοιμη να γλιστρήσει στο πάτωμα, μόλις και μετά βίας κρατιόταν ακόμα. Αμέτρητα ποδαράκια, αξιοθρήνητα λεπτά σε σύγκριση με τα συνηθισμένα πόδια που είχε άλλοτε, σπάραζαν απελπιστικά μπροστά στα μάτια του.
«Τι μου συνέβη;» σκέφτηκε. Πάντως δεν ήταν όνειρο. Το δωμάτιό του, ένα δωμάτιο συνηθισμένο, μόνο που ήταν μικρό, στεκόταν ήσυχο ανάμεσα στους τέσσερις γνώριμους τοίχους. Πάνω από το τραπέζι, όπου ήταν σκορπισμένα δειγματολόγια από υφάσματα –ο Σάμσα ήταν εμπορικός αντιπρόσωπος-κρεμόταν η εικόνα που είχε κόψει εδώ και λίγο καιρό από ένα εικονογραφημένο περιοδικό και την είχε βάλει σε μια όμορφη επίχρυση κορνίζα. Παρουσίαζε μια κυρία με γούνινι καπέλο και μποά που καθόταν στητά και πρόβαλλε στο θεατή ένα βαρύ γούνινο μανσόν, όπου μέσα κρυβόταν όλο σχεδόν το χέρι της.
Σε λίγο η ματιά του Γκρέγκορ στράφηκε προς το παράθυρο. Ο άσχημος καιρός –άκουγε κανείς  στάλες βροχής να χτυπούν το περβάζι- τον έκανε πέρα για πέρα μελαγχολικό. «Πως θα μπορούσα να κοιμηθώ ακόμα λίγο και να ξεχάσω αυτές τις τρέλες;» συλλογίστηκε…
Η πρώτη του αντίδραση είναι να κλειστεί στο δωμάτιό του περιμένοντας ίσως να περάσει ο εφιάλτης που βιώνει. Δύσκολα εξάλλου μπορούσε να μετακινηθεί. Ο νέος σωματότυπος απαιτούσε άλλου είδους επιδεξιότητα στις κινήσεις. Η ώρα όμως περνούσε. Η προκαθορισμένη ώρα για να πάει στη δουλειά του πέρασε κι άρχισαν να τον αναζητούν. Πρώτα μέσα από το σπίτι η οικογένειά του. Αλλά και από την εταιρεία που δούλευε κατέφθασε κι ο διαχειριστής γυρεύοντάς τον.
Ο Γκρέγκορ δε χρειαζόταν παρά ν΄ ακούσει την καλημέρα του επισκέπτη και να καταλάβει ποιος ήταν  -ο ίδιος ο διαχειριστής. Γιατί λοιπόν καταδικάστηκε ο Γκρέγκορ να υπηρετεί μια επιχείρηση, όπου η πιο τιποτένια αμέλεια προκαλούσε τον πιο μεγάλη υποψία; Όλοι λοιπόν οι υπάλληλοι κι ο καθένας χωριστά ήταν παλιάνθρωποι; Ανάμεσά τους δεν υπήρχε ούτε ένας πιστός κι αφοσιωμένος άνθρωπος, που αν δε δούλευε δυο ώρες από την πρωινή υπηρεσία του θα ΄φτανε στην τρέλα κι ακριβώς για ένα τέτοιο λόγο δε θα μπορούσε να σηκωθεί από το κρεβάτι;   
Ο Γκρέγκορ Σάμσα, ο ήρωας κατσαρίδα, καθυστερούσε  οπότε οι υπόλοιποι άνοιξαν την πόρτα κι αντίκρισαν το θέαμα. Μπροστά τους είχαν ένα …τέρας. Ο διαχειριστής τρέπεται σε φυγή και η οικογένειά του (ο πατέρας, η μητέρα και η αδελφή του) δεν αντέχουν να τον βλέπουν. Ο ήρωας-κατσαρίδα μένει πλέον φυλακισμένος στο δωμάτιό του.. Αποτελεί ένα ξένο σώμα δίχως φροντίδα, δίχως αγάπη. Βέβαια ανέκαθεν δεν είχε δημιουργηθεί κάποια ιδιαίτερη σχέση ανάμεσα στον Γκρέγκορ και την οικογένειά του πέρα από την οικονομική.
Η φροντίδα του Γκρέγκορ τότε δεν ήταν τίποτε άλλο παρά μια προσπάθεια να κάνει την οικογένεια, που έπεσε στην οικονομική καταστροφή, να ξεχάσει, όσο γινόταν πιο γρήγορα, τη συμφορά. Κι έτσι άρχισε να δουλεύει με αφάνταστο ζήλο και σε μια βραδιά από μικρός υπάλληλος έγινε εμπορικός αντιπρόσωπος κι έτσι απόκτησε πολύ διαφορετικές δυνατότητες για να κερδίσει χρήματα. Τα αποτελέσματα της εργασίας του με τις διάφορες προμήθειες ήταν τα μετρητά, που τα σώριαζε στο τραπέζι της κατάπληκτης κι ευτυχισμένης οικογένειας. Ήταν τότε όμορφοι καιροί, που ποτέ δεν ξαναγύρισαν, τουλάχιστον με την ίδια λάμψη. Παρόλα αυτά ο Γκρέγκορ αργότερα κέρδιζε πάλι πολλά κι ήταν σε θέση να σηκώσει τα βάρη ολόκληρης της οικογένειας.
Τώρα, στη νέα του κατάσταση, φυλακισμένος στο δωμάτιό του, τις νύχτες που δεν τον έπιανε ύπνος καθόταν στο παράθυρο, γιατί ίσως μόνο αυτό υποσχόταν την ελευθερία του, με τη θέα έξω από αυτό. Ο Γκρέγκορ δεν αποτελεί για την οικογένεια του έναν άνθρωπο, αλλά ένα ζώο, ένα τέρας. Είναι μια απειλή. Δεν έπρεπε να τον μεταχειρίζονται και ως εχθρό, αλλά έπρεπε να καταπνίξουν κάθε αηδία και να υπομένουν. Μια συμφορά στο σπίτι τους που έπρεπε να υπομένουν.  Μια συμφορά που έπρεπε να κρύψουν από τους άλλους. Κι όταν κάποια στιγμή το τέρας-κατσαρίδα εμφανίζεται στους νοικάρηδες του σπιτιού, η ντροπή είναι μεγάλη.
«Πρέπει να φύγει» φώναξε η αδελφή, «αυτό είναι το μοναδικό μέσο για να γλιτώσουμε, πατέρα. Πρέπει να ξεπεράσεις τη σκέψη πως αυτό εδώ είναι ο Γκρέγκορ. Άλλωστε, αν ήταν ο Γκρέγκορ, ήδη από καιρό θα καταλάβαινε πως δεν μπορούν να ζουν άνθρωποι με ένα τέτοιο ζώο και τότε θα έφευγε με τη δική του θέληση. Δε θα΄ χαμε αδελφό, αλλά θα μπορούσαμε να συνεχίσουμε τη ζωή μας και θα τιμούσαμε τη μνήμη του. Τώρα όμως δε γίνεται τίποτα. Αυτό το ζώο τώρα μας κυνηγά, πετάει έξω τους εργένηδες, θέλει να κυριαρχήσει  σε όλο το σπίτι και να μας διώξει στο δρόμο…
Τη λύση στο δράμα έρχεται να δώσει ο θάνατος. Ένας θάνατος ευχάριστος, γλυκός, λυσιμελής. Ήρθε ο θάνατος, γιατί έπρεπε να έρθει. Η εξαφάνιση του Γκράγκορ-τέρατος ήταν η μόνη λύση.
«Και τώρα» είπε ο κύριος Σάμσα «πρέπει να ευχαριστήσουμε το Θεό». Έκανε το σταυρό του κι οι τρεις γυναίκες τον μιμήθηκαν αμέσως…    Κατόπιν βγήκαν κι οι τρεις από το σπίτι –πράγμα που είχε μήνες να γίνει- και με τον ηλεκτρικό πήγαν στο ύπαιθρο, έξω από την πόλη. Το βαγόνι τους λουζόταν από τον ήλιο και αστραφτοκοπούσε. Ακουμπισμένοι άνετα στα καθίσματά τους, έπιασαν συζήτηση για τα μελλοντικά τους σχέδια που δε φαίνονταν, αν τα έβλεπε κανείς με προσεχτικό μάτι, κι άσχημα. Οι καταστάσεις και των τριών, χωρίς να το πει ποτέ ο ένας στον άλλο, ήταν πολύ ευνοϊκές κι έδειχναν πως στο μέλλον θα δώσουν πολλά πράγματα…




Όπως αναφέρει ο Κάφκα στα ΜΠΛΕ ΤΕΤΡΑΔΙΑ «ένα πρώτο σημάδι αρχόμενης γνώσης είναι η επιθυμία να πεθάνεις. Τούτη η ζωή φαίνεται αφόρητη, μια άλλη άφταστη. Δεν ντρέπεται κανείς πια να πεθάνει. Παρακαλεί, από το παλιό κελί, που το μισεί, να μεταφερθεί σε ένα άλλο, που θα μάθει να το μισεί. Ένα κατάλοιπο πίστης δρα εδώ, κατά την μεταφορά ο κύριος θα περνά τυχαία από το διάδρομο, θα δει τον φυλακισμένο και θα πει: Αυτόν να μην τον ξαναφυλακίσετε, θα΄ ρθει σε μένα.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου