Τρίτη, 29 Νοεμβρίου 2011

H νύχτα της χρυσής πεταλούδας

 Η ΝΥΧΤΑ ΤΗΣ ΧΡΥΣΗ ΠΕΤΑΛΟΥΔΑΣ - TARIQ ALI


Εξωτισμός και πολιτικοποίηση. Δύο γνωρίσματα που μου έμειναν διαβάζοντας το μυθιστόρημα. Εξωτισμός σ΄ ένα βιβλίο υπάρχει μέσα από την περιγραφή του διαφορετικού, του μακρινού, δημιουργώντας ταυτόχρονα κάποιες αληθοφανείς σκηνές. Πολιτικοποίηση γιατί στο συγκεκριμένο μυθιστόρημα ο Tariq Ali μας κάνει ξενάγηση στο σύγχρονο Πακιστάν δίχως καμιά διάθεση ωραιοποίησης ή φολκλορισμού, αλλά με την περιγραφή μιας σύγχρονης κοινωνίας με τα θετικά της και τα αρνητικά της. Τα λογοτεχνικά καφενεία, η τέχνη, οι έρωτες, οι προδοσίες, ο θρησκευτικός φανατισμός, πολιτικές δολοφονίες, ίντριγκες, η σχέση κοινωνίας και στρατού. Ένα κοινωνικό μωσαϊκό που οδήγησε και στην καταξίωση και στην καταστροφή, το καλό και το κακό.
Διαβάζω κάπου στο ΒΗΜΑ: Ο αστικός μύθος επιμένει ότι ο νεαρός πακιστανός φοιτητής Ταρίκ Αλί ήταν τόσο μαχητικός στις διαδηλώσεις της δεκαετίας του ΄60 στην Αγγλία κατά του πολέμου στο Βιετνάμ που οι Rolling Stones εμπνεύστηκαν από αυτόν το τραγούδι τους «Street fightin΄ man». Εκτοτε τα μαλλιά και το χαρακτηριστικό παχύ μουστάκι του άσπρισαν. Αλλά παραμένει το ίδιο έτοιμος να «πέσει στη φωτιά» για να καταγγείλει, με άλλα όπλα σήμερα (τον ορθό λόγο, τη βαθιά γνώση της Ιστορίας και τη σοσιαλιστική του ιδεολογία), τις ατέρμονες συγκρούσεις Ανατολής και Δύσης ως προϊόν τεράστιων οικονομικών συμφερόντων και συστηματικής πνευματικής χειραγώγησης των λαών. 

Πράγματι η ζωή και η δράση ενός συγγραφέα σηματοδοτεί το λογοτεχνικό του γίγνεσθαι. Παρακολουθούμε λοιπόν στο έργο την προσπάθεια για τη συγγραφή της ζωής ενός περίεργου Πακιστανού ζωγράφου με το παρατσούκλι Πλάτων. Στην πορεία της έρευνάς του ο Νταρά, ο παλαιός φίλος του Πλάτωνα, ταξιδεύει από τη Λαχώρη στο Λονδίνο κι από το Παρίσι στο Πεκίνο ξεσκαλίζοντας διάφορες ιστορίες. Ο άνθρωπος μέσα στον τόπο του. Για να κατανοήσουμε τον άνθρωπο πρέπει πρώτα να κατανοήσουμε τον τόπο στον οποίο γεννήθηκε.  

" Η Τζιντιέ ήταν ήρεμη και συνέχιζε να μου χαϊδεύει το πρόσωπο και να με φιλά. Και τότε, ακούγοντας το μουεζίνη να καλεί τους πιστούς στην πρώτη πρωινή προσευχή διέπραξα ένα ολέθριο σφάλμα. Πέρασα το χέρι μου κάτω από το σάλι της και κατόπι κάτω από το πουκάμισό της, γυρεύντας την απαλή επιδερμίδα του στήθους της. Χάιδεψα τη μικρή σφαίρα  που εξακολουθούσε να μένει κρυμμένη κάτω από το στηθόδεσμο. Εκείνη δεν έφερε αντιρρήσεις, κι εγώ έγινα πιο τολμηρός. Δοκίμασα να παραμερίσω το στηθόδεσμο και να φιλήσω τη σάρκα. Ήταν σοβαρό λάθος τακτικής. Η Τζιντιέ πετάχτηκε πάνω με έντρομο ύφος"

Διαβάζω από τα ΝΕΑ: Τα κλειδιά του µυθιστορήµατος είναι οι δύο µοιραίες αγαπηµένες του αφηγητή, που παραπέµπουν σε δύο διαφορετικές όψεις του Ισλάµ. Η Κινεζοπακιστανή Τζιντιέ µάς εισάγει στην άγνωστη ιστορία ενός φωτισµένου µουσουλµάνου ηγέτη του 19ου αιώνα που κυβέρνησε σύµφωνα µε τις αρχές της δικαιοσύνης και της ισότητας. Πρόκειται για τον Κινέζο Τίπου, ο οποίος ένωσε µουσουλµάνους, βουδιστές και νοµάδες της επαρχίας Γιουνάν ενάντια στους Μαντσού – τους αυτοκρατορικούς ιθύνοντες του Πεκίνου που καταδυνάστευαν την περιοχή – και δηµιούργησε ένα ηµιανεξάρτητο κοσµικό κρατίδιο, το οποίο άντεξε 18 χρόνια αναπτύσσοντας εµπορικούς δεσµούς µε την Ευρώπη, ώσπου ο Τίπου προδόθηκε από τους στρατηγούς του που εξαγοράστηκαν από την κεντρική εξουσία. (Ο Τάρικ Αλι την παροµοιάζει µε την επαναστατική κυβέρνηση του Μάο). Από την άλλη, η Πακιστανή Ζάυναµπ µάς εισάγει στον πόλεµο των συµφερόντων που συντηρεί τις ανισότητες στις µουσουλµανικές οικογένειες. Παράδειγµα, η απάνθρωπη πρακτική των εύπορων µουσουλµάνων γαιοκτηµόνων, οι οποίοι µε πρόσχηµα τη θρησκεία και την πατριαρχία υποχρεώνουν και σήµερα ακόµη τις γυναίκες της οικογένειας να παντρευτούν το Κοράνι – κάτι που τυπικά δεν επιτρέπεται – προκειµένου να σφετεριστούν τις περιουσίες τους. 
  
Ο συγγραφέας δε διαθέτει το ταλέντο και τη μαστοριά να δημιουργεί ιστορίες και να σε συνεπαίρνει με τη μαγεία της πένας του, πράγμα που συμβαίνει για παράδειγμα με τον Salman Rushdie, ο οποίος πραγματεύεται ανάλογα θέματα, αλλά με μια προσέγγιση εξόχως μυθοπλαστική. Ο Tariq Ali διακρίνεται από ένα δημοσιογραφικό, καθημερινό τρόπο προσέγγισης των καταστάσεων χωρίς να δίνει μια αίσθηση ολοκλήρωσης του χαρακτήρα του και της ιστορίας του με αισθητικά κριτήρια. Παρόλα αυτά αξίζει κάποιος τον κόπο να διαβάσει το έργο του.
 

Κυριακή, 27 Νοεμβρίου 2011

Το μοτίβο της μοιχείας

Η λέξη Μοιχεία και η λέξη Χημεία. Όταν σπάζει και αγκυλώνει η γλώσσα, εύκολα αλλάζει η μια στην άλλη. Εξάλλου και στις δυο συμβαίνουν μια σειρά από αντιδράσεις που δεν γνωρίζεις πού μπορεί να σε οδηγήσουν.


Το αρχαιότερο ίσως  μαρτυρημένο λογοτεχνικό μοτίβο αποτελεί η μοιχεία. Η απιστία της γυναίκας προς τον άντρα. Η ωραία Ελένη εγκαταλείπει τη συζυγική κλίνη για τον Πάρη. Αυτό που ακολουθεί, σύμφωνα με την Ομηρική περιγραφή, είναι ένας δεκαετής πόλεμος που οδηγεί στην άλωση του Ιλίου. Η ωραία Ελένη στο τέλος επιστρέφει στο σύζυγό της.

Ερχόμαστε στη σύγχρονη εποχή και βλέπουμε το μοτίβο αυτό να επαναλαμβάνεται. Στο μυθιστόρημα της Αγγέλας Καστρινάκη "έρωτας στον καιρό της ειρωνείας" μια νεαρή γυναίκα, η Μέλπω, συνάπτει εξωσυζυγική σχέση και εγκαταλείπει κάποια στιγμή τον άντρα της. Δεν ακολουθεί φυσικά πόλεμος, ο άνθρωπος στην πάροδο των χιλιετιών έχει κατακτήσει την ηρεμία και τη νηφαλιότητα. Και τελικά η ειρωνεία της τύχης: η γυναίκα θα επιστρέψει στο σύζυγό της.


Στην αρχαία Αθήνα της κλασσικής εποχής, μια πατριαρχική δομή της κοινωνίας, υπήρχε νόμος κατά της μοιχείας της γυναίκας.
ΝΟΜΟΣ ΜΟΙΧΕΙΑΣ
Εάν κάποιος συλλάβει τη γυναίκα του με άλλο άνδρα, δεν επιτρέπεται να μένει μαζί της. Εάν εξακολουθήσει να μένει μαζί της, χάνει τα πολιτικά του δικαιώματα. Η γυναίκα, η οποία συλλαμβάνεται να μοιχεύεται, απαγορεύεται να μπαίνει στα δημόσια ιερά. Εάν μπει, ο οποιοσδήποτε έχει το δικαίωμα να της επιβάλει ατιμωρητί οποιαδήποτε ποινή, εκτός από το θάνατο.
Δημοσθένης, Κατά Νεαίρας 87



 Στην αρχαία Σπάρτη τα πράγματα ήταν κάπως διαφορετικά. Οι Σπαρτιάτισσες μπορούσαν να έχουν ερωτικές σχέσεις και με άλλους άντρες εκτός από το σύζυγό τους χωρίς να παραβιάζουν το νόμο για μοιχεία – επειδή στη Σπάρτη, αντίθετα με τις υπόλοιπες πόλεις δεν υπήρχε τέτοιος νόμος. Μ΄ αυτό τον τρόπο είχαν τη δυνατότητα οι Σπαρτιάτισσες να διαχειρίζονται περισσότερα νοικοκυριά. Στο σημείο αυτό θα πρέπει να επισημάνουμε ότι όλες οι Σπαρτιάτισσες ήταν απαλλαγμένες από τις κοπιαστικές οικιακές εργασίες, γιατί όλα αυτά τα έκαναν γυναίκες είλωτες. 

6. Προτρεπομένη δὲ τὸν ἄνδρα Λεωνίδαν ἐξιόντα εἰς Θερμοπύλας ἄξιον τῆς Σπάρτης φανῆναι, ἠρώτα τί χρὴ πράττειν· ὁ δὲ ἔφη "ἀγαθὸν γαμεῖν καὶ ἀγαθὰ τίκτειν".
Προτρέποντας τον άνδρα της το Λεωνίδα (η Γοργώ) κατά την εκστρατεία του στις Θερμοπύλες να φανεί αντάξιος της Σπάρτης, τον ρώτησε τι έπρεπε να κάνει εκείνη. Κι αυτός της απάντησε: «Να παντερυτείς ενάρετο άντρα και να αποκτήσεις ενάρετα παιδιά».


ἐξῆν μὲν γὰρ ἀνδρὶ πρεσβυτέρῳ νέας γυναικός, εἰ δή τινα τῶν καλῶν καὶ ἀγαθῶν ἀσπάσαιτο νέων καὶ δοκιμάσειεν, εἰσαγαγεῖν παρ’ αὐτὴν καὶ πλήσαντα γενναίου σπέρματος ἴδιον αὑτοῖς ποιήσασθαι τὸ γεννηθέν. ἐξῆν δὲ πάλιν ἀνδρὶ χρηστῷ, τῶν εὐτέκνων τινὰ καὶ σωφρόνων θαυμάσαντι γυναικῶν ἑτέρῳ γεγαμημένην, πεῖσαι τὸν ἄνδρα συνελθεῖν, ὥσπερ ἐν χώρᾳ καλλικάρπῳ φυτεύοντα καὶ ποιούμενον παῖδας ἀγαθούς, ἀγαθῶν ὁμαίμους καὶ συγγενεῖς ἐσομένους.
Πλούταρχος, Λυκούργος, 15. 12-13

Επιτρεπόταν σ΄ ένα ηλικιωμένο σύζυγο νέας γυναίκας, αν συμπαθούσε και ενέκρινε κάποιον από τους καθώς πρέπει νέους, να τον φέρει σε αυτή , και γεμίζοντάς την με ευγενικό σπέρμα, να υιοθετήσει το παιδί ως δικό του. Επιτρπόταν επίσης σε ένα ευηπόληπτο άντρα, αν θαύμαζε τη γυναίκα κάποιου άλλου που είχε γεννήσει καλά παιδιά και συμπεριφερόταν συνετά, να συνευρεθεί μαζί της με τη συγκατάθεση του συζύγου της, σπείροντας κατά κάποιο τρόπο σε εύφορο χωράφι, και γεννώντας καλά παιδιά, που θα ήταν συγγενείς εξ αίματος μιας καλής οικογένειας.

Ο Πολύβιος (203 π.Χ. - 120 π.Χ.), Έλληνας ιστορικός, αναφέρει (12.6.β.8) ότι ήταν παρα δοσιακή συνήθεια στους Λακεδαιμονίους τρεις ή τέσσερις άντρες να έχουν την ίδια γυναίκα, κάποτε και περισσότεροι, αν ήταν αδέλφια. Τα παιδιά τους ήταν κοινά για όλους. Όταν ένας σύζυγος είχε αποκτήσει αρκετά παιδιά, ήταν τιμητικό συνήθιο γι΄ αυτόν να δίνει τη γυναίκα του να την παντρευτεί ένας από τους φίλους του. Ο σκοπός της συνήθειας αυτής ήταν προφανώς η όσο το δυνατόν μεγαλύτερη αύξηση του πληθυσμού με γερά παιδιά.

Εύκολο βέβαια είναι να διαστρεβλωθούν τα γεγονότα και να γίνει πιστευτό ότι επικρατούσε ένα κλίμα ηθικής εξαχρείωσης στη Σπάρτη (δικαίωμα στην περιουσία-φανερές ερωτικές συνευρέσεις). Οι νόμοι και τα έθιμα της Σπάρτης έδιναν ιδιαίτερη έμφαση στην αναπαραγωγή, στην τεκνοποιία. Και σε ατομικό επίπεδο υπήρχε η επιθυμία για ένα γιο κληρονόμο, αλλά και σε κοινωνικό, το κράτος ασκούσε έντονες πιέσεις να μην μειώνεται ο αριθμός των Σπαρτιατών πολιτών που ήταν μέλη της κοινότητας, μιας κοινότητας πολεμιστών που όφειλαν να τπερασπίζουν την πόλη και από τους εσωτερικούς εχθρούς, τους είλωτες, αλλά και από τις εξωτερικές επιθέσεις.

Παρόλο που δεν επιβάλλονταν κυρώσεις για τη μοιχεία, ο γάμος θεωρούνταν προαπαιτούμενο για τη νομιμότητα των παιδιών, ενώ μόνο οι γάμοι ανάμεσα σε Σπαρτιάτες ήταν αποδεκτοί. Επίσης υπήρχαν ποινές για ένα αγάμιο – οψιγάμιο – κακογάμιο( σύναψη γάμου με την κόρη κάποιυ που είχε διαπράξει αδίκημα ή δεν ήταν Σπαρτιάτης.

Παρασκευή, 25 Νοεμβρίου 2011

H γέννηση μιας ιστορίας

Μου αρέσει πολύ ο Χάρι Μούλις για την πρωτοτυπία των προσεγγίσεών του και τις λογοτεχνικές του εικόνες. Ας τον παρακολουθήσουμε σε μια στιγμή προσδιορισμού της δημιουργικότητας. Υπάρχει άραγε η ιστορία πριν γραφεί; Ο συγγραφέας είναι ο δημιουργός ή ο φορέας της ιστορίας;



Πώς γεννιέται μια ιστορία; Φαντάσου την κινηματογραφική λήψη ενός εργοστασίου που ανατινάζεται. Βλέπεις τις ε­κρήξεις, τους τοίχους να γκρεμίζονται, την ψηλή καμινάδα που σωριάζεται σε ζιγκ-ζαγκ, ώσπου φαίνονται πια μόνο έ­να σωρό χαλάσματα κι ένα τεράστιο σύννεφο σκόνης ση­κώνεται που το σκορπάει ο άνεμος. Έπειτα ξέχνα εκείνη την ταινία. Βλέπεις την τελευταία εικόνα κι ύστερα το φιλμ γυρίζει αργά προς τα πίσω. Στον ουρανό σχηματίζεται ένας μαγικός κονιορτός που χαμηλώνει και χώνεται μέσα στα χα­λάσματα, τα οποία στη συνέχεια μεταμορφώνονται σ' ένα κτήριο, σε ζιγκ-ζαγκ η καμινάδα σηκώνεται, οι τοίχοι υψώ­νονται, ώσπου στο τέλος δημιουργείται ένα εργοστάσιο. Έτσι γίνεται. Τίθεται τότε το ερώτημα: πώς είναι δυνατόν, αν δεν είναι αντεστραμμένη διαδικασία αλλά η ίδια η δια­δικασία; Υπήρχε δηλαδή το κτίσμα κατά κάποιον τρόπο ή­δη πριν υπάρξει; Ίσως. Πού; Δεν ξέρω.
Και γιατί, εδώ που τα λέμε, το κάνει κανείς ξανά και ξα­νά; Επειδή θέλει να ζήσει σε δύο κόσμους. Αυτός ο ένας δεν του αρκεί. Δεν επινοώ την προβληματική ιστορία που, σε α­ντίθεση με το Δεύτερο Νόμο της Θερμοδυναμικής, εκτυλίσ­σεται και αυτή τη φορά μπροστά στα μάτια μου και που θα διηγηθώ τώρα, αλλά εκείνη χρησιμοποιεί εμένα για να υ­πάρξει, όπως ένα παιδί τη μητέρα του. Εγώ που τη διηγού­μαι δεν τη διηγούμαι μόνο σ' εσένα, αλλά κυρίως επειδή ε­γώ θέλω να μάθω ποια ιστορία διηγούμαι. Δεν κουράζομαι να την επαναλαμβάνω. Αν την ήξερα ήδη, γιατί να τη διη­γηθώ; Όλος αυτός ο κόπος! Όλοι αυτοί οι υπολογισμοί! Όλες αυτές οι ωδίνες! Δεν είναι απλά μια διαδικασία από μένα προς την οθόνη, αλλά σε ακόμα μεγαλύτερο βαθμό α­πό την οθόνη προς εμένα. Είναι μια αλληλεπίδραση, μια συνομιλία, όπου όχι εγώ αλλά η ιστορία μονοπωλεί τη συζή­τηση για να γίνει το δικό της.
Κρεμιέμαι από τα ίδια μου τα χείλη, όλος αυτιά, κι εσύ μπορείς ν' ακούσεις μαζί μου καθώς ακούω την ιστορία μου που δεν είναι δική μου ιστορία - που δεν έχει συμβεί στ' α­λήθεια, αλλά που συμβαίνει στ' αλήθεια: εδώ και τώρα.

Δευτέρα, 21 Νοεμβρίου 2011

Το πάρτι και άλλα διηγήματα

Tο διήγημα αποτελεί το φτωχό συγγενή του μυθιστορήματος. Αυτή τουλάχιστον η αντίληψη επικρατεί σε μια μεγάλη μερίδα αναγνωστών, ίσως γιατί το μόνο κριτήριο στο οποίο στηρίζονται είναι το ποσοτικό, δηλαδή η έκταση του λογοτεχνήματος. Η αξία όμως προφανώς δε στηρίζεται στο μέγεθος. Στο παρακάτω άρθρο της Ελισάβετ Κοτζιά από την Καθημερινή (20-11) έχουμε μια βιβλιοπαρουσίαση του βιβλίου ΤΟ ΠΑΡΤΙ ΚΑΙ ΑΛΛΑ ΔΙΗΓΗΜΑΤΑ του Περικλή Σφυρόερα.




Αρχίζοντας να διαβάζεις τα διηγήματα του Περικλή Σφυρίδη αισθάνεσαι τη χαρά που ξαναβρίσκεις έναν αγαπημένο φίλο. Διότι τα λογοτεχνικά κείμενα του Θεσσαλονικιού πεζογράφου (γενν. 1933) εξακολουθούν να αποπνέουν την ίδια οικεία ατμόσφαιρα της αστικής καθημερινότητας η οποία διέκρινε τις παλαιές συλλογές του - και κυρίως το προ εικοσιπενταετίας αξέχαστο «Τίμημα χωρίς αντίκρισμα», με τη γνώριμη γεωγραφία της αστικής ζωής (δρόμοι, μαγαζιά, νοσοκομεία, εστιατόρια, σπίτια) και την αενάως επαναλαμβανόμενη ερωτική συνθήκη (πάθος, προσδοκία, διάψευση, έλλειψη συνεννόησης, προσπάθεια συμφιλίωσης, προδοσία).
Η τελευταία συλλογή «Το πάρτι και άλλα διηγήματα» (Βιβλιοπωλείον της Εστίας, σελ. 169) περιλαμβάνει δώδεκα διηγήματα γραμμένα την τελευταία οκταετία. Σε σχέση με τις πρώτες εμφανίσεις του Σφυρίδη σημειώνουμε βασικές μετατοπίσεις: Από την πόλη στο νησί, από το αστικό σπίτι στο εξοχικό, από τις επισφαλείς οικογενειακές σχέσεις στο αδιέξοδο του ευρύτερου κοινωνικού χώρου και από την ισχυρή παρουσία του έρωτα στην πένθιμη εισβολή του αναπάντεχου, παντοτινά άδικου, ακατανόητου θανάτου. Τη θέση των θηλυκών τετραπόδων της συλλογής «Οι γάτες του χειμώνα» (1998) στη σημερινή συλλογή έχουν πάρει οι σκύλοι, με τους οποίους ο αφηγητής συνδέεται στενότατα. Και προσπαθώντας να τους σώσει από τη σκληρή μοίρα των καταλοίπων της αρχαίας νησιωτικής παράδοσης του βασανισμού (ας θυμηθούμε τον Η. Χ. Παπαδημητρακόπουλο και τον πρόσφατο «Θησαυρό των αηδονιών) μεταμορφώνει την αγαθή σχέση με τα ζωντανά σε δείκτη πολιτισμού και ωριμότητας, σε φανέρωμα ανθρωπιάς και τρυφερότητας, σε αναντικατάστατο μέτρο αγάπης και ευθύνης. Συγχρόνως όμως, χρησιμοποιώντας την αλόγιστη σκληρότητα διεστραμμένων τύπων, κατορθώνει να αναδείξει τη γνησιότητα είτε των άδολων κατοίκων του νησιού είτε των φιλότιμων μεταναστών, που προσπαθούν να εξασφαλίσουν μια μοίρα στον ήλιο, πετυχαίνει με λίγα λόγια να αποτυπώσει την αυθεντικότητα ανθρώπων με χαρακτήρα.
Στο «Πάρτι», χαίρεσαι τον καθαρόαιμο πεζογράφο που κατορθώνει να μεταμορφώσει μέσα από το πονεμένο βλέμμα του τον μικρόσωμο σκυριανό Επιτάφιο σε κιβούρι ενός αδικοχαμένου ζώου, που στήνει σπαρακτικές σκηνές όταν βάζει ένα τετράποδο, που κατά τύχη σώζεται από δόλιο θάνατο, να γλείφει μ’ εμπιστοσύνη τα χέρια του πανάθλιου θύτη του. Απολαμβάνεις τους άνετους διασκελισμούς του έμπειρου τεχνίτη ανάμεσα στις απαιτήσεις της τέχνης και στην πολυπλοκότητα της ζωής, ανάμεσα στην ελκυστική εικόνα ενός πίνακα και τη γοητεία της φύσης. Ευχαριστιέσαι την ικανότητα του ρεαλιστή να συνταιριάζει την ακρίβεια της περιγραφής με τα προτάγματα της ηθικής – φθάνοντας μέχρι την πλήρη αντιστροφή των ρόλων. Διότι σε ένα διήγημα, ο πάγιος υπερασπιστής της διαφάνειας αφηγητής, προκειμένου να καταγγείλει όσα κατά τη γνώμη του συνιστούν άνομη διαπλοκή, καταλήγει να φανερώσει τη δική του κανιβαλική μοχθηρία. Είναι η στιγμή που αρνείται στον άλλον το δικαίωμα της διαφορετικότητας (το να είναι αδιαφανής, να μην του αρέσει να εξομολογείται προσωπικά του θέματα, να μη μιλάει για τα σχέδιά του στο μέλλον). Είναι η στιγμή που αδυνατεί να αποδεχθεί με φιλοπαίγμονα διάθεση τη ματαιοδοξία του άλλου (το να συγκεντρώνει βραβεία). Είναι η στιγμή της αμετακίνητης βεβαιότητας για την πρόθεση μιας απαράδεκτης συναλλαγής και όχι (παραδείγματος χάριν) για τη χάραξη μιας τακτικής με εύλογες πιθανότητες επιτυχίας. Κυρίως, όμως, είναι η στιγμή της προδοσίας την ιερή ώρα που ο άλλος, όντας φοβισμένος και αδύνατος, τον βάζει μέσα στο σπίτι του καθώς έχει αρχίσει να αντικρίζει το μαύρο φάσμα του θανάτου. «Μην εμπιστεύεσαι τους ανθρώπους, είναι ικανοί για όλα», μοιάζει να λέει με ανυπόκριτη ειλικρίνεια ο Σφυρίδης μεταμορφώνοντας τον ήρωα–αφηγητή σε τέρας, που, όπως και οι θύτες του νησιού, πιστεύει πως δικαιολογημένα ξεπαστρεύει βδελυρά όντα.

Σάββατο, 19 Νοεμβρίου 2011

Γκέισες

Στα μάτια μου οι γκέισες αποτελούν μια εικόνα παραμυθένια του έρωτα, μια ανατολική εκδοχή των αρχαιοελληνικών εταίρων. Βέβαια πόσο παραμυθένιος μπορεί να είναι ο αγοραίος έρωτας, αυτό είναι μια άλλη ιστορία. Το βιβλίο με τον τίτλο Γκέισες της Berenice  Geoffroy-Schneiter μας δίνει κάποιες πληροφορίες για αυτές τις ονειρικές ερωτικές φιγούρες και μας εισάγει στον κόσμο τους.




Η αναφορά αυτής της της λέξης ανακαλεί στα μάτια των δυτικών εικόνες από γυναίκες που κινούνται ανάμεσα στην ράθυμη ηδυπάθεια και την ερωτική φαντασίωση. Μια εταίρα της άπω Ανατολής. Πρόσωπα λευκά, αγαλμάτινα, με κόκκινο κραγιόν στα χείλη. Βαριά, πολύχρωμα κιμονό, και βεντάλιες που με το άνοιγμά τους καθηλώνουν τον παρατηρητή σε μια ατμόσφαιρα αυστηρά δραματική. Οι γκέισες, φιγούρες φτιαγμένες από συστατικά αθωότητας και ερωτισμού μαζί, γεννήθηκαν με την ευλογία της ομορφιάς και την κατάρα της σιωπής. Στα ιαπωνικά η λέξη γκέι σημαίνει τέχνες. Οι γυναίκες αυτές ονομάστηκαν «γκέισες» (gei = τέχνη, sha = άτομα), άτομα δηλαδή που υπηρετούν ή ασκούν τις τέχνες. Επομένως κάθε γκέισα πρώτα από όλα είναι καλλιτέχνις.

Μεταξύ του 1780-1790 η χώρα του Ανατέλλοντος Ηλίου γνωρίζει μια τρομακτική περίοδο φτώχειας και λιμού: το ρύζι, εξαφανισμένο στην αγορά από αδίστακτους εμπόρους αγγίζει ιλιγγιώδεις τιμές. Οι βιαιότητες που διαπράττονται από ορδές λιμασμένων φουκαράδων δεν είναι σπάνιες. Έτσι κοριτσάκια που προέρχονται από οικονομικά κατεστραμμένες οικογένειες των πόλεων ή της επαρχίας μετά την απαγωγή, εξαφάνιση και πώλησή τους βρίσκονται έγκλειστα για πολλά χρόνια σε κείνες της συνοικίες που ονομάζονται της ηδονής.

Όταν ένα κορίτσι έφτανε σε κάποιο από αυτά τα σπίτια, της χάριζαν ένα νέο όνομα, ένδειξη ότι ανήκει σε έναν καινούργιο κόσμο. Το όνομά της συχνά επρόκειτο για το όνομα ενός άνθους. Αφού την τοποθετούσαν στην υπηρεσία μιας εταίρας, γινόταν καμούρο (όρος τον οποίο χρησιμοποιούσαν για τα κορίτσια που υπηρετούσαν στην αυτοκρατορική αυλή), και είχε καθήκον να υπακούει σε όλες τις επιθυμίες και ιδιοτροπίες της κυρίας της. Στην περίπτωση που η μοίρα της είχε προσδώσει ταλέντο και χάρη, άρχιζε ένας μεγάλος κύκλος εκπαίδευσης, κατά τη διάρκεια του οποίου μάθαινε όλες τις τέχνες που κληροδότησε η αρχαία Ιαπωνία: μουσική (να παίζει σαμισέν, ένα είδος τρίχορδης κιθάρας), ποίηση, ικεμπάνα (=η τέχνη της ανθοδεσίας), σανόγιου (=η προγονική τελετουργία του τσαγιού), το παιχνίδι των αρωμάτων, χωρίς να παραλείψουμε τη βασίλισσα των γνώσεων, την καλλιγραφία. Μετά το τέλος αυτής της μαθητείας η μικρή καμούρο έχοντας φτάσει στην ηλικία των 13 ή 14 ετών εισερχόταν στον πολύ κλειστό κύκλο των εταιρών με ένα μεγάλο εορτασμό. Στολισμένη, περιποιημένη σαν είδωλο επί πέντε ημέρες, όσο διαρκούσαν αυτές οι γιορτές περιέφεραν την έφηβη στους δρόμους του Γιοσιουάρα, τη διάσημη συνοικία των εταίρων στο Έντο, το παλιό Τόκιο. Μετά από αυτή την τελετουργική τελετή της μύησης επρόκειτο να διδαχθεί άλλα τελετουργικά που θα χρησιμοποιύσε στο μελλοντικό της επάγγελμα. Μετά την ολοκλήρωση της εκπαίδευσής της, η νεαρή καμούρο έπαιρνε το νέο όνομα σίνσο (=νεοφώτιστη) και καλούνταν πια να ικανοποιήσει τις απαιτήσεις των πελατών της (χορευτικές ή θεατρικές παραστάσεις, τελετουργίες τσαγιού, δεξιώσεις και περίπατοι, επαγγελματικά γεύματα και εγκαίνια εργοστασίων κ.λπ.) οι οποίοι προέρχονταν από την ελίτ, στην οποία δέσποζε η εξουσία και το χρήμα.

Φορώντας πολυτελή κιμονό, στολισμένη με τα ωραιότερα κοσμήματα, βαμμένη με τον παραδοσιακό τρόπο, με ξυρισμένα τα φρύδια και σχεδιασμένα με μολύβι και με τα μαλλιά δεμένα κότσο με φουρκέτες ή με την τοποθέτηση μιας περούκας, η γκέισα άγγιζε μια θεατρική τελειότητα. Κάτω από το πανάκριβο και μεταξωτό κιμονό της, ο αριθμός των μεσοφοριών που διακρίνονταν υποδήλωνε τον πλούτο και την κοινωνική τάξη και η όμπι, η υφασμάτινη ζώνη της που το στερέωνε θα υποδήλωνε, μεταγενέστερα, την αξία της ως εταίρας (γκέισας).

Τετάρτη, 16 Νοεμβρίου 2011

Δρ Τζέκυλ και Κος Χάυντ



Βρισκόμαστε στο 1885, στο Λονδίνο. Βικτωριανή ηθική και επιστημονική πρόοδος. Και ο γιατρός Τζέκυλ μεταμορφώνεται στον κακό κύριος Χάιντ (=κρυμένος). Ο ευκατάστατος επιστήμονας κύριος Τζέκυλ. Και το ερώτημα είναι γιατί; Δεν αρκείται ο άνθρωπος με την καλωσύνη; Με τη ζωή που κάνει; Φαίνεται πως οι δυνάμεις που κρύβουμε μέσα μας είναι πολύ σκοτεινές και γινόμαστε έρμαιά τους. Πόσο μάλλον όταν αφηνόμαστε να μας παρασύρουν οι δυνάμεις αυτές. Και ο κατά τα άλλα καλός κύριος Τζέκυλ αφήνεται να παρασυρθεί από τις δυνάμεις αυτές. Ο ίδιος το επιδιώκει. Ο καλός κύριος Τζέκυλ ανύπαντρος, χωρίς παιδιά, κινείται μέσα σε μια στεγνή, πουριτανική ηθική, με ένα ίχνος ομοφυλοφιλίας να πλανάται ανεπιβεβαίωτα. Και ο ίδιος μέσα σε μια επιστημονική εμμονή έως και διαστροφή αποφασίζει να πάρει ένα φάρμακο που θα τον μεταμορφώσει στον κακό του εαυτό.Σ΄ έναν εαυτό που ήθελε, αλλά δεν το παραδεχόταν. Θα τον παραμορφώσει, γιατί είναι ιδιαίτερα ενδιαφέρον να προσέξουμε ότι η εσωτερική κακία συνοδεύεται και από μια εξωτερικά παραμορφωτική εικόνα. Ο κύριος Χάιντ είναι ένας παραμορφωμένος, καχεκτικός άνθρωπος. Μην ξεχνάμε εξάλλου ότι σύμφωνα με μια καθωσπρέπει ηθική η εξωτερική εικόνα του ανθρώπου αντανακλά τον εσώτερο ψυχισμό του. Αλλά, ω της δυστυχίας, δεν μπορούμε να είμαστε κακοί μόνο για λίγο και μάλιστα κατά παραγγελία. Ούτε απλώς για να παρηγορηθούμε. Η συμπεριφορά μας, οι πράξεις μας αντανακλούν τον εαυτό μας. Και  ο κύριος Χάυντ αρχίζει πλέον να εμφανίζεται και απροειδοποίητα. Μέχρι που στο τέλος είναι αυτός που νικά. Και τότε τί χρειάζεται; Μια λύση δραστική και δραματική ταυτόχρονα: θάνατος.
Ένα ιδιαίτερα δυνατό ψυχογράφημα με αρκετά στοιχεία θρίλερ. Δεν αρκείται μόνο σε μία περιγραφή του κακού, αλλά διεισδύει και στις αιτίες του κακού. Μας παρουσιάζει μια ολοκληρωμένη διάσταση του διλημματικού ανθρώπου. Του ηθικού ξεπεσμού (κάτω), αλλά και της επιστημονικής ανύψωσης (πάνω). Το έργο παρουσιάζει μια αυστηρή δομή. Τρία ευδιάκριτα μέρη σε μία σπειροειδή κίνηση. Στα μέρη αυτά ο αφηγητής αλλάζει και παρουσιάζονται τα γεγονότα από τη δική του οπτική γωνία. Πρώτα ο δικηγόρος Άτερσον, μετά ο γιατρός Λάνυον και τέλος ο ίδιος ο γιατρός Τζέκυλ. 
Μια ενδιαφέρουσα πρόταση θα ήταν να διαβαστεί το εν λόγω έργο συγκριτικά με το Διχοτομημένο υποκόμη του Ιταλό Καλβίνο, μια και τα δύο έργα καταπιάνονται με το ίδιο θέμα (την καλή και την κακή φύση του ανθρώπου) και να φανεί η διαφορετική προσέγγισή τους.
Επίσης το περιοδικό Οδός Πανός στο τελευταίο τεύχος του έχει αφιέρωμα στο συγγραφέα Ρόμπερτ Λούις Στήβενσον με μία ενδιαφέρουσα όσο και χρήσιμη αναφορά σε έναν Ντίκον Μπρόντυ, ένα Σκωτσέζο επιπλοποιό, πρόεδρο γνωστής επαγγελματικής συντεχνίας, αλλά και δήμαρχο του Εδιμβούργου, που έζησε μια κρυφή ζωή σα διαρρήκτης. Αυτός φέρεται ως ο πατέρας, ο πυρήνας έμπνευσης του έργου.

Κυριακή, 13 Νοεμβρίου 2011

Σπύρος Στάβερης


Το μουσείο φωτογραφείας στη Θεσσαλονίκη, στο Λιμάνι,  φιλοξενεί μια αναδρομική έκθεση φωτογραφίας του Σπύρου Στάβερη, από το 1982 μέχρι σήμερα, στα πλαίσια της Biennale. O τίτλος της έκθεσης είναι "Ένας κόσμος χωρίς περιθώρια". Φωτογραφίες καθημερινές, εικόνες δρόμου, αστικής ζωής, πορτρέτα επωνύμων και ανωνύμων. Άνθρωποι που τους συναντάς απλά και μόνο αν σηκώσεις το κεφάλι σου, μια και δυστυχώς περπατάμε πλέον σκυφτοί, κι όμως με τόσο διαφορετικό βάρος μέσα από τη φωτογραφία. Πράγματι η φωτογραφία ακινητοποιεί τη στιγμή, όπως εξάλλου και η ποίηση. 
Κορίτσια της οδού Αθηνάς, τα "σκυλάδικα", η λούμπεν Αθήνα, το lifestyle της κοσμικής Αθήνας, καλτ φιγούρες. Ένας πλήθος παρελεύνει τόσο ετερόκλητο. Αλλά η φωτογραφία είναι και θέαμα. Ένα τσίρκο. Ο Στάβερης αρέσκεται σε τύπους παρακμιακούς, underground. Aυτή η άγρα του περιθωρίου. Αλλά και ο Καβάφης μήπως το ίδιο δεν έκανε; Αυτός ο τύπος του περιθωρίου όμως είναι που βγάζει μια λάμψη μπροστά στο φακό. Ο σκοτεινός μας εαυτός επί σκηνής.


Το θέμα είναι, όπως παραδέχεται και ο ίδιος ο καλλιτέχνης, κατά πόσο παρεισφρύει ο φωτογράφος στην ιδιωτική ζωή του άλλου. Παραβιάζει την ιδιωτικότητα του άλλου; Συνιστά άραγε μια ηδονοβλεπτική πράξη;

Τρίτη, 8 Νοεμβρίου 2011

Από τη Μήδεια στη Σταχτοπούτα


ΜΗΔΕΙΑ: μια γυναίκα-σύμβολο του έρωτα και της ζήλειας, ενός έρωτα ολοκληρωτικού, ένα ερωτικό τσουνάμι που τα ισοπεδώνει στο πέρασμά του όλα.
ΣΤΑΧΤΟΠΟΥΤΑ: μια γυναίκα άβουλη, μια κοπέλα, που δεν προσδοκά, που δεν κυνηγά, που μεταμορφώνεται και την συναντά το βασιλόπουλο.
Η αντίθεση προφανής, δύο ερωτικά πρότυπα, δύο άκρα που μας θέτει η συγγραφέας Λιλή Ζωγράφου και μας οδηγεί στην καταβύθιση της εποχής τους. Και μόνο από περιέργεια αξίζει να διαβάσει τις προσεγγίσεις της Ζωγράφου. Χωρίς το θεωρητικό εξοπλισμό ενός φιλολόγου, γνώστη της κλασσικής παιδείας, αλλά μέσα από την υπερβολή, την ακραία τοποθέτηση της συγγραφέας διεισδύεις στα δεδομένα. Μιας πατριαρχικής κοινωνίας. Η ιστορία του φαλλού, ως υπότιτλος. Ο άντρας στην ιστορική του πορεία.
Ενδιαφέρον σαφώς έχει ο τρόπος με τον οποίο η συγγραφέας δεν μας κατασκευάζει πλέον έναν ήρωα, αλλά μας τον παρουσιάζει. Ο δημιουργός ενός χαρακτήρα στη θέση του παρατηρητή.  Οιδίποδας ο πατροκτόνος, που βγάζει τα μάτια του, που τιμωρείται. Ορέστης, ο μητροκτόνος που αθωώνεται. Και δύο θεοί που τους κατεβάζει ο Αισχύλος στο θεατρικό δικαστήριο για να διασφαλίσει τη νέα ηθική, πατριαρχική τάξη.
Ο πολιτισμός δημιουργεί για πρώτη φορά την περιφρόνηση στις γυναίκες, που είναι άγνωστη στους βαρβάρους. Και πώς καταλήγει η Ζωγράφου σ΄ αυτό; Ο υποβιβασμός της γυναίκας σε βιαζόμενο άτομο, η επίγνωση ότι ο άνδρας συμμετέχει στη γονιμοποίηση και η εφεύρεση του αρότρου. Η γεωργική κοινωνία. Η παραγωγή περνάει στα χέρια των ανδρών. Τα υλικά αγαθά γίνονται ατομική ιδιοκτησία, ο άντρας αγοράζει τη γυναίκα.

Τρίτη, 1 Νοεμβρίου 2011

Νέο μυθιστόρημα - Ζήλεια

ΝΕΟ ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ
Το Νέο Μυθιστόρημα δεν αποτέλεσε ποτέ σχολή, ήταν περισσότερο ένας χώρος παρά συγκροτημένη ομάδα συγγραφέων. Συγγραφείς ετερόδοξοι, που όλοι έψαχναν νέες φόρμες ικανές να εκφράσουν ή να δημιουργήσουν νέες σχέσεις ανάμεσα στον άνθρωπο και τον κόσμο.
Στο παραδοσιακό μυθιστόρημα ο ήρωας υπάρχει προτού μπει στην αφήγηση, στο  νεωτερικό μυθιστόρημα πρώτα μπαίνει και έπειτα ψάχνει να δει ποιος είναι. 

Η βιωμένη εμπειρία και η ανίχνευση των πιο ασταθών περιοχών του εγώ τροφοδότησε το έργο όλων μας. Ο συγγραφέας δεν αναπαριστά, δημιουργεί έναν κόσμο.

"Αν ονειρευτώ κάτι με μεγάλη ένταση, δεν μπορώ να ξέρω ξυπνώντας αν είναι αλήθεια ή ψέμματα".

Το τέλειο βιβλίο θα ήταν ένα βιβλίο του τίποτα.

ΖΗΛΕΙΑ 

 
Η Ζήλεια ενώ αποτελούσε το 1957 για τους κριτικούς  ένα κείμενο δυσανάγνωστο, το 1967 είχε γίνει για όλο τον κόσμο ένα ωραίο μυθιστόρημα συμπεριφορών, που περιέγραφε με οικονομία το ανθρώπινο, υπερβολικά ανθρώπινο πάθος ενός συζύγου πανταχού παρόντα.

Ένας άνδρας αμφίβολης ταυτότητας (ο απών αφηγητής), που οι περισσότεροι κριτικοί τον αποκαλούν ο σύζυγος, μια γυναίκα, η Α..., πιθανότατα η σύζυγος του προγιούμενου, ένας γείτονας φίλος, ο Φρανκ, η γυναίκα του Κριστάν και το παιδί τους, οι ιθαγενείς εργάτες. Πιθανός τόπος η Νέα Γουινέα, πιθανός χρόνος γύρω στα 1960.

Ο αφηγητής δεν αφηγείται τίποτα, δεν έχει μια συνολική εποπτεία, βλέπει μόνο αποσπάσματα πραγματικότητας μέσα από τις γρίλιες, και μάλιστα επιλεκτικά, ενδεχομένως μόνο αυτά που τροφοδοτούν τις υποψίες του. 

Η Ζήλεια τελειώνει όπως είχε αρχίσει, απλώς σε ένα άλλο σημείο της σπειροειδούς αφήγησης.

ΑΛΑΙΝ ΡΟΜΠ-ΓΚΡΙΓΙΕ

Γεννημένος στη Βρέστη, στις 18 Αυγούστου 1922, ο Αλέν Ρομπ-Γκριγιέ θα σπουδάσει Αγρονομία στο Παρίσι και θα εργαστεί στο πεδίο του όχι μονάχα στη Γαλλία, αλλά και στο Μαρόκο, τη Γουινέα, τη Γουαδελούπη.

Φυσικός αρχηγός του ρεύματος που γέννησε το Nouveau roman -το Νέο Μυθιστόρημα- με ισχυρές αισθητικές πεποιθήσεις, τις οποίες υπερασπιζόταν επιτιθέμενος, επιστράτευσε τις αρχές του ως ανάχωμα σε μια λογοτεχνία την οποία θεωρούσε παρωχημένη, εύκολη, ενδοτική στο μέσο γούστο. Γεωπόνος, θετικιστής, πιστός της εξέλιξης, θεωρούσε ότι στην τέχνη, όπως και στην επιστήμη, υπάρχει πρόοδος· ότι νέες αλήθειες πρέπει να επιβληθούν όταν οι παλιές αποδειχθούν ανενεργές· ότι στη γραφή ενδέχεται, όπως και στα Μαθηματικά, να εμφιλοχωρήσουν λάθη, και είναι καθήκον των ανατροπών και των αισθητικών επαναστάσεων να τα διορθώσουν. Το νέο πρέπει να σκοτώσει το παλιό, το καινούριο να αντικαταστήσει το πεπαλαιωμένο. 

Ακόμη και σήμερα, όπως γράφει ο Κοντά, «η γλωσσική δεξιοτεχνία του, οι υφολογικές του εκτροπές, οι χορευτικές του πτώσεις της αφήγησης σε συνεχώς επανερχόμενα, με τη δύναμη της εμμονής, θέματα, η φασματική τους ένταση, η αγωνία τους επίσης, ένα είδος ψυχρότητας που χαϊδεύει το δέρμα της γλώσσας και τη χαράζει σαν ξυράφι, συνθέτουν μιαν αναγνωστική εμπειρία που συνορεύει με την παραίσθηση».