Δευτέρα, 23 Δεκεμβρίου 2013

Και πάλι για τον ... Χάρι Μούλις

Ο Χάρι Μούλις αποτελεί μια ιδιαίτερη περίπτωση συγγραφέα καταγόμενου από μητέρα εβραία και πατέρα φιλοναζί. Ένας εκρηκτικός συνδυασμός. Και μάλιστα ο ίδιος ο συγγραφέας να δηλώνει πως, αν ο πατέρας του δεν είχε αυτή την θέση, τότε ούτε η μητέρα του θα έφτανε στα βαθιά γεράματα ούτε ο ίδιος θα υπήρχε. Τι άλλο θα περίμενε επομένως κάποιος στο συγγραφικό έργο του από πόλεμο και σκέψεις σχετικά με τον πόλεμο. Το έργο λοιπόν του Χάρι Μούλις έχει ως κεντρικό θεματικό άξονα τη σχέση πόλεμος-άνθρωπος, τις επιπτώσεις του πολέμου στον άνθρωπο, στο άτομο, όχι στην κοινωνία ως σύνολο, αλλά στην ανθρώπινη μονάδα.Και μάλιστα μας αφηγείται το αυτονόητο: ο πόλεμος είναι κακός, είναι κακός όπως και να τον προσεγγίσεις. Δεν υπάρχουν νικητές από τον πόλεμο. Όσο κι αν προσπαθήσει κανείς να ωφελήσει κάποιον στον πόλεμο, θα υπάρξει κάποιος άλλος που από την ίδια πράξη θα βλαφθεί. Όπως στην "Απόπειρα": κάποιοι πυροβολισμοί και ένα πτώμα ενός φιλοναζί. Και το πτώμα κάποιος το μετακινεί μπροστά στο σπίτι του αφηγητή. Γιατί γίνεται αυτή η μετακίνηση; Για να μη βρεθεί το πτώμα μπροστά από το σπίτι αυτού που κρύβει κάποιους εβραίους. Για να γλιτώσει επομένως κάποιους εβραίους, οδηγεί στο ξεκλήρισμα την οικογένεια του αφηγητή. Υπάρχει άραγε το τυχαίο στη ζωή; Όσο κι αν υπάρχει το τυχαίο στη ζωή, στον πόλεμο υπάρχει μόνο δυστυχία.Κι όσο κι αν απομακρύνεται ο αφηγητής από τον πόλεμο, όσο κι αν προσπαθεί να ακολουθήσει μια "κανονική" ζωή, οι μνήμες του πολέμου δεν λένε να ξεθωριάσουν. Και το επάγγελμα του αφηγητή; Γιατρός και μάλιστα ... αναισθησιολόγος. Το επάγγελμα, ή καλύτερα το λειτούργημα, που οδηγεί στη ... λήθη. Μονάχα που η λήθη είναι πρόσκαιρη.   

Σάββατο, 21 Δεκεμβρίου 2013

Ένα παραμύθι του ...Μπόρχες


Γιατί άραγε μας αρέσουν τα παραμύθια; Ίσως γιατί μας παραπέμπουν σε μια πιο..."παιδική" σκέψη, μακριά από περίπλοκες συνδέσεις και περίεργες αναφορές, εκεί δηλαδή που κυριαρχεί το "είναι" και όχι το "φαίνεσθαι", εκεί που σημασία έχει αυτό που λες κι όχι η σύμβαση της λογικής. Και ποιος άλλος να μας πει ένα παραμύθι από τον Μπόρχες με τον δικό του ... εγκεφαλικό τρόπο...

ΟΙ ΔΥΟ ΒΑΣΙΛΙΑΔΕΣ ΚΑΙ ΟΙ ΔΥΟ ΛΑΒΥΡΙΝΘΟΙ

Μια φορά κι έναν καιρό, όπως αφηγούνται αξιόπιστοι άνθρωποι (αν και ο Αλλάχ ξέρει περισσότερα), ζούσε στα νησιά της Βαβυλωνίας ένας βασιλιάς, που μάζεψε μια μέρα τους αρχιτέκτονες και τους μάγους του, και τους παράγγειλε να χτίσουν ένα λαβύρινθο τόσο περίπλοκο και τόσο αρχιτεκτονικό, ώστε κανένας γνωστικός δεν τολμούσε να διασχίσει το κατώφλι του, κι όποιος έμπαινε, χανόταν. Το κτίριο αυτό αποτελούσε σκάνδαλο, γιατί τα θαύματα και η σύγχυση είναι έργα του Θεού, όχι των ανθρώπων. Με τον καιρό, ήρθε στην αυλή του ένας βασιλιάς των Αράβων, κι ο βασιλιάς της Βαβυλωνίας (για να διασκεδάσει με την αφέλεια του μουσαφίρη του), τον άφησε να μπει στον λαβύρινθο, όπου ο άλλος περιπλανήθηκε ταπεινωμένος, ζαλισμένος, ώσπου έπεσε το βράδυ. Τότε παρακάλεσε τον Θεό να βάλει το χέρι Του, κι έτσι βρήκε την πόρτα. Κανένα παράπονο δε βγήκε από τα χείλια του· το μόνο που είπε στον βασιλιά της Βαβυλωνίας, ήταν ότι στην Αραβία είχε έναν άλλο λαβύρινθο κι ότι, αν ήθελε ο Θεός, θα’ ρχόταν κάποτε η μέρα που θα του τον έδειχνε. Ύστερα γύρισε στην Αραβία, μάζεψε τους στρατηγούς και τους φυλάρχους του, κι εξαπέλυσε επίθεση στα βασίλεια της Βαβυλωνίας με τέτοια ευτυχή έκβαση, ώστε γκρέμισε τα κάστρα της, ρήμαξε το στρατό της κι έπιασε αιχμάλωτο τον ίδιο τον βασιλιά. Τον έδεσε πάνω σε μια γοργή καμήλα και τον πήγε στην έρημο. Μετά από τρεις μέρες ταξίδι, του είπε: «Ω βασιλιά του χρόνου, ουσία και σύμβολο του αιώνα! Στη Βαβυλωνία μ’ άφησες να χαθώ σ’ έναν μπρούντζινο λαβύρινθο, με άφθονες σκάλες, πόρτες και τοίχους· τώρα το’ φερε ο Παντοδύναμος να σου δείξω κι εγώ τον δικό μου, που δεν είχε σκάλες ν’ ανέβεις, ούτε πόρτες που να μη σου ανοίγουν, ούτε τοίχους να σου κόβουνε το δρόμο». 
Τότε τον έλυσε και τον άφησε στη μέση της ερήμου, να πεθάνει από την πείνα και τη δίψα. Δόξα σ’ Εκείνον που δεν πεθαίνει.

Δευτέρα, 16 Δεκεμβρίου 2013

Ιεροτελεστίες - Κ. Νόοτεμποομ

   

Δύο αντιμαχόμενες δυνάμεις διαπερνούν το μυθιστόρημα του ολλανδού συγραφέα Κέες Νόοτεμποομ, το εφήμερο και το διαχρονικό, το τώρα και το πάντα. Ο Ίννι Βίντροπ είναι ο άνθρωπος του σήμερα, ένας σύγχρονος ολλανδός που ζει στο Άμστερνταμ του σήμερα. Είχε αποκτήσει ικανότητες χαμαιλέοντα και ο τρόπος ντυσίματος προανάγγειλε την επερχόμενη αταξική κοινωνία και δεν είχε σημασία ποιος φορούσε τι και που. Το Άμστερνταμ, αλλά και ο Ίννι. Γνώριζε από μνήμης ένα σωρό ποιήματα, ήταν ένας καλός μιμητής. Γνώρισε και την Ζίτα, αλλά σ΄ αυτή την αδιαίρετη μάζα του χρόνου που περνά και δεν επιστρέφει, ο Ίννι έπαψε να την παρατηρεί. Έκανε συχνότερα έρωτα μαζί της αδιαφορώντας όμως για τα δυσοίωνα σημάδια. 
     Στον αντίποδα στέκεται ο Τάαντς, πατέρας και γιος. Ο ένας προέκταση του άλλου. Τύποι ευθυτενείς, δοσμένοι σ΄ ένα σκοπό, την ερμηνεία της ζωής. Όχι γυναίκες, όχι συναναστροφές. Τύποι μοναχικοί, κλεισμένοι σ΄ έναν κόσμο που τον δημιούργησαν οι ίδιοι. Ο κόσμος τους. Σαν ήρωες αρχαίας τραγωδίας με τις ψυχολογικές τους διακυμάνσεις, αλλά διαπνεόμενοι πάντα από τις αρχές τους. Και μέσα σε όλα αυτά υπάρχει και η μανία με τα κύπελλα. Τα κύπελλα που έχουν σχέση με την τελετουργία του τσαγιού και επομένως με το Ζεν.
      Στο τέλος αυτός που επιβιώνει είναι ο Ίννι. Όταν προσαρμόζεται κανείς στις συνεχείς αλλαγές της ζωής, επιβιώνει πιο εύκολα. Αυτός όμως που τελικά ζει μέσα στις συνειδήσεις των ανθρώπων, όσων τουλάχιστον τον γνώρισαν, αυτός που μένει στα όνειρα, είναι ο Τάαντς, και πατέρας και γιος.
     Ο Νόοτεμποομ και σ΄ αυτό το μυθιστόρημα, όπως και στο προηγούμενο που διάβασα ("Ακόλουθη Ιστορία"), πραγματεύεται την έννοια της ψυχής, τη διαχρονικότητα, το αιώνιο. Στην "Ακόλουθη ιστορία" είχαμε την πλατωνική προσέγγιση του "Φαίδωνα", εδώ στις "Ιεροτελεστίες" έχουμε την  ανατολίτικη προσέγγιση. Ο συγγραφέας πάντως φαίνεται ότι ψάχνει, ψάχνει το βαθύτερο νόημα που κρύβεται πίσω από το καθημερινό, το στιγμιαίο. Απλώς υπάρχει ο κίνδυνος ορισμένες φορές να διολισθήσεις στη φλυαρία όταν καταπιάνεσαι με τέτοια θέματα. Και ο Νόοτεμποομ πέφτει σε αυτή την παγίδα ορισμένες φορές. Ο Ανταίος Χρυσοστομίδης αφηγείται ότι σε μία παρέα που είχαν συνυπάρξει οι δύο μεγαλύτεροι σύγχρονοι ολλανδοί συγγραφείς, ο Χάρι Μούλις και ο Κέες Νόοτεμποομ, υπέβοσκε και ένας ανταγωνισμός για το ποιος από τους δύο θα γοητεύσει περισσότερο.  Νικητής με διαφορά ήταν ο Μούλις, όπως λέει ο Χρυσοστομίδης!

Κυριακή, 8 Δεκεμβρίου 2013

Στοχασμοί - Αν. Πόρτσια


  • Υπάρχουν όνειρα που έχουν ανάγκη από ξεκούραση.
  • Το παιδί δείχνει το παιχνίδι του, ο άντρας το κρύβει.
  • Αφού δε σκέφτεσαι ν΄ αλλάξεις δρόμο, γιατί ν΄ αλλάξεις οδηγό;
  • Όπου δεν υπάρχει κάτι καλό να το δείξουμε, η νύχτα είναι το καλό.
  • Το δέντρο είναι μόνο του, το σύννεφο μόνο του. Όλα είναι μόνα τους, όταν είμαι μόνος.

Ποια ανάγκη μας ωθεί να ζητάμε το λιτό, το απέριττο, το συμπυκνωμένο; Τάση να αποφύγουμε την πολλή σκέψη ή μήπως αντιθέτως να δημιουργήσουμε πολλή σκέψη; Αποφεύγω τα τσιτάτα που έχουν γίνει μανιέρα, που έχουν γίνει σύνθημα. Βαρέθηκα τα συνθήματα, γιατί σε υποβάλουν... Οι "Voces" όμως του Αντόνιο Πόρτσια κρύβουν περισσότερα από όσα λένε. Κρύβουν την ίδια τη ζωή. Τη φωτογραφίζουν σε ιδιωτικές στιγμές. Λες και ο Πόρτσια είναι ένας αδιάκριτος φωτογράφος (όχι όμως και παπαράτσι...) και φωτογραφίζει τη ζωή σε ανύποπτες στιγμές. Τη φωτογραφίζει και μετά τη ζωγραφίζει...



  • Καμιά φορά χρειάζομαι τη λάμψη ενός σπίρτου για να φωτίσω τ΄ αστέρια.
  • Εκείνος που έχει φτιάξει χίλια πράγματα κι εκείνος που δεν έφτιαξε κανένα, έχουν την ίδια επιθυμία: να φτιάξουν ένα πράγμα.
  • Όποιος φτιάχνει ένα παράδεισο από το ψωμί του, από την πείνα του φτιάχνει μια κόλαση.
  • Πάντα για να σώσεις τη στιγμή, την αιώνια στιγμή, χαμογελάς μια στιγμή, πάντα.
  • Το βαθύ όταν το δεις σε βάθος, είναι επιφάνεια.





Τετάρτη, 4 Δεκεμβρίου 2013

Βάτραχοι - Αριστοφάνης


Η Κωμωδία του Αριστοφάνη "Βάτραχοι" αποτελεί ένα δείγμα οξείας καλλιτεχνικής κριτικής. Ο κωμωδιογράφος μας άφησε παρακαταθήκη τον κανόνα των τριών μεγάλων τραγικών. Σας να μας λέει ότι τρεις είναι οι μεγάλοι τραγικοί, ο Αισχύλος, ο Σοφοκλής, ο Ευριπίδης, και μάλιστα η σειρά τους αυτή δείχνει και την αξιολογική τους κλίμακα, και μετά τέλος... Το τέλος της τραγωδίας... Ίσως όμως ο Αριστοφάνης δεν διαισθάνθηκε και το τέλος και της κωμωδίας, έτσι τουλάχιστον όπως ο ίδιος το υπηρέτησε, την πολιτική κωμωδία. Βέβαια κρίνοντας τόσους αιώνες μετά εμείς καταλαβαίνουμε το τί μεγάλο κακό μπορεί να προκαλέσει ένας πόλεμος. Η κωμωδία παίζεται το 405 π.Χ. , ένα χρόνο πριν την ολοκληρωτική ήττα της Αθήνας στον πελοποννησιακό πόλεμο. Και μετά το σκηνικό αλλάζει: τέλος τα πολιτικά οράματα και οι ουτοπίες, ο καθένας πλέον κοιτάζει τον εαυτό του... Μετά ακολουθεί η κωμωδία ηθών, Μένανδρος. Ο Αριστοφάνης όμως το 405 βρίσκει ένα τρόπο να σώσει την πόλη του από την καταστροφή: να κατεβεί ο Διόνυσος στον κάτω κόσμο και να φέρει έναν ποιητή για να σώσει την Αθήνα. Για τον Ευριπίδη κατέβηκε, αλλά ανέβηκε με τον Αισχύλο. Ο άνθρωπος στις μεγάλες καταστροφές εξιδανικεύει το παρελθόν!    



ΑΡΙΣΤΟΦΑΝΗΣ
Ο Αριστοφάνης γεννήθηκε το 450 περίπου π.Χ. στον αττικό δήμο των Κυδαθηναίων, στη σημερινή Πλάκα. Πέθανε στα μέσα της δεκαετίας του 380, κι έτσι ο Αριστοφάνης κατά τη νεαρή του ηλικία έζησε την πολιτιστική και πολιτική άνθηση της Αθήνας υπό τον Περικλή. Ως καθιερωμένος κωμωδιογράφος αναγκάστηκε να γνωρίσει τη διάβρωση του εδάφους, το οποίο εξέθρεψε το λογοτεχνικό είδος που διακονούσε, την παρακμή δηλαδή της δημοκρατίας κατά τη διάρκεια του πελοποννησιακού πολέμου μέχρι την κατάρρευση της πόλης το 404 π.Χ. Τα τελευταία χρόνια της ζωής του συμπίπτουν με τις προσπάθειες αποκατάστασης του πολιτεύματος εκ μέρους των δημοκρατικών. Ο Αριστοφάνης είναι ο μόνος από τους μεγάλους δραματουργούς της κλασσικής περιόδου που υπερέβη το χρονικό όριο του 404 π.Χ. Τα σωζόμενα έργα του χρονολογούνται μεταξύ 425 και 388 π.Χ.:
Αχαρνείς, Ιππείς, Νεφέλες, Σφήκες, Ειρήνη, Όρνιθες, Θεσμοφοριάζουσες, Λυσιστράτη, Βάτραχοι, Εκκλησιάζουσες, Πλούτος.

                                       




«Βάτραχοι» - Περίληψη

(η κωμωδία παρουσιάστηκε το 405 π.Χ)

Ο Διόνυσος, ο θεός του θεάτρου, κατεβαίνει στον κάτω κόσμο για να επαναφέρει στην Αθήνα τον αγαπημένο του ποιητή Ευριπίδη που είχε πεθάνει τον περασμένο χρόνο. Μόλις όμως φτάνει εκεί, βρίσκει τον Άδη σε αναστάτωση: ο Ευριπίδης προσπαθεί να διεκδικήσει από τον Αισχύλο το θρόνο της τραγικής ποίησης (ο Σοφοκλής που είχε πεθάνει επίσης το 406 π.Χ., λίγο μετά τον Ευριπίδη, παραχωρεί την πρωτοκαθεδρία στον Αισχύλο). Στον αγώνα που ακολουθεί τη θέση του κριτή αναλαμβάνει ο ίδιος ο Διόνυσος. Παρόλη την προτίμηση του Διόνυσου προς τον Ευριπίδη τελικά κλίνει προς τον Αισχύλο. Ο Αισχύλος οδηγείται στον κόσμο των ζωντανών για να βοηθήσει την Αθήνα, όπως έκανε όσο ζούσε.


 


Χορός τῶν Μυστῶν
Ο χορικός ύμνος στον Ίακχο αποτελεί ένα απ' τα ομορφότερα θρησκευτικά τραγούδια του Αριστοφάνη. Είναι μια προσευχή στο θεό που χαρίζει το ξανάνιωμα και το σφρίγος.


Ἴακχε, πολύτιμε,
Ἴακχε, ἔλα καί χόρεψε
στούς χλοερούς λειμῶνες
παρέα μέ τούς ὅσιους τούς μύστες
καί τούς εὐσεβεῖς προσκυνητές.
Στεφάνωσε τήν κεφαλήν σου
μέ τούς καρπούς
τῆς θάλλουσας μυρτιᾶς.
Χτύπα γερά τό πόδι σου στή γῆ
καί πάρε τό ρυθμό της
καί χόρεψε τόν ἱερό
τόν ἄψογο χορό
τόν ἔμορφο χορό τῶν Χαρίτων
τόν ὅσιο χορό τῶν μυημένων.
Ἴακχε, στόν μυστκό μας ὅμιλο
προχωρεῖ καί φτάνει,
κτατώντας τόν πυρσό,
τό πανάγιο φῶς
πού καταυγάζει λαμπρό
τίς νύχτες τῆς Μεγάλης Ἀγρύπνιας.
Στόν ἱερό λειμώνα
τά πάντα λούζει τό φέγγος ἱλαρό.
Φτερώνουν τῶν γερόντων τά γεγονότα
κι ἡ ἱερά πανήγυρις
τοῦ μόχθου καί τῆς θλίψης
ἀλαφρώνει τό φορτίο.
Σηκώνει τό βάρος τοῦ πένθους
πού σώρευσεν ὁ Χρόνος ὁ πολύς.
Μέ τή λαμπάδα στό χέρι, Μακάριε,
σύρε μπροστάρης τό χορό,
τό χορό τῶν ἐφἠβων
στό χοροστάσι πού τό πνίγουν
τά χαμολούλουδα καί τά μυριστικά.
Σκορπίστε ὅλοι
στίς ὁλάνθιστες χαράδρες
καί στίς δασώδεις τίς πλαγιές,
πηδώντας καί χορεύοντας
μέ γέλια, χωρατά καί μέ πειράγματα.
Μέ πονηρούς ὑπαινιγμούς
καί ἐρωτικά παιχνίδια.
Χορτάσαμε τά δῶρα τῆς γιορτῆς,
χορτάσαμε τή βρώση καί τήν πόση.
Ἀνέβα τῶν ὕμων τήν κλίμακα
καί βάλε μέσα στή φωνή σου
τόν γλυκασμό της μελωδίας.
Τραγούδησε τή σώτειρα θεά, τήν Ἀθηνᾶ,
τήν πολιοῦχο στρατηγό.
Τραγούδησε τήν ἄνασσα, τήν Δήμητρα,
πού φέρνει τῶν καρπῶν τήν εὐφορία.
Ὑμνῆστε τούς κελαϊδισμούς
πού τή γόνιμη γῆ πλημμυρίζουν
καί στό ρυθμό χορέψτε τοῦ σύμπαντος.
Δήμητρα, ἐσύ, πού ἐποπτεύεις
τίς τελετές τῶν ἱερῶν ὀργίων ,
δεῖξε μας τό χορό τῶν μυστηρίων,
στό γέλιο τῶν ἀθώων,
στόν αὐτοσαρκασμό πού ξαλαφρώνει
καί στόν χλευαστικό ἐξορκισμό
τῆς ἀδικίας.
Μετφρ. Κ. Γεωργουσόπουλος


Και ένα απόσπασμα από τον ποιητικό διαγωνισμό, που ο Διόνυσος θέτει πολιτικές ερωτήσεις στους δύο διαγωνιζόμενους...

ΔΙΟΝΥΣΟΣ
  Να δείξει στο λαό μας πώς να ζει
  και να τιμάει τους χορούς της τέχνης. Όποιος απ’ τους δυο σας
  δύναται στο έθνος ήθος να διδάξει, αυτόν θα πάρω.
  Αρχίζω. Θέμα: ο Αλκιβιάδης ο εξόριστος.
  Κανένας δεν τον ξεπερνά
  ούτε σε σφάλματα ούτε σε αρετές. Ζημίωσε
  μα και ωφέλησε την πόλη όσο κανείς.
  Τί κάνουμε; Τον φέρνουμε από την εξορία;
  Είν’ αναποφάσιστο το κράτος.
ΕΥΡΙΠΙΔΗΣ
  Ποια η στάση του λαού;
ΔΙΟΝΥΣΟΣ
  Α, ο λαός μας. Τον μισεί, μα και τον έχει ερωτευτεί.
  Για καταθέστε άποψη και σεις.
ΕΥΡΙΠΙΔΗΣ
  Καταδικάζω τον πολίτη που δισταχτικά υπηρετεί το έθνος
  και αδίσταχτα θα το ζημιώσει.
  Άξιος για τα συμφέροντά του, ανάξιος για την κοινότητά του.
ΔΙΟΝΥΣΟΣ
  Άριστα του βάνω.
  (Στον Αισχύλο) Η δική σου άποψη;
ΑΙΣΧΥΛΟΣ
  Λεοντιδέα, να μην πάρεις, άνθρωπε, για κατοικίδιο.
  Πλην, άπαξ και τον αναστήσεις, άνθρωπε, στο σπίτι σου,
  όπως θα σου βαράει να χορεύεις.
ΔΙΟΝΥΣΟΣ
  Δία, πάλι σ’ αδιέξοδο εγώ.
  Σοφός ο ένας, πλην σαφής ο άλλος.
  Ρίχτε για συμπλήρωμα και από μία γνώμη
  πώς το έθνος να περισωθεί.
ΕΥΡΙΠΙΔΗΣ
  Αν πολίτες που ως τώρα εμπιστευόμαστε
  αρχίσουμε να υποψιαζόμαστε, κι αυτούς που κάναμε στην πάντα
  ξαναβάλουμε στην ενεργό υπηρεσία, ίσως να σωθούμε. Ίσως.
  Αφού ο δρόμος που ακολουθούμε τώρα πάει σε γκρεμό,
  αν πάρουμε αντίστροφη πορεία, μήπως δούμε άσπρη μέρα;
ΔΙΟΝΥΣΟΣ
  Εσύ, τι θα μας πεις;
ΑΙΣΧΥΛΟΣ
  Πρώτα ενημέρωσέ με
  ποιους εδιάλεξε ηγέτες του το έθνος; Τίμιους και άξιους;
ΔΙΟΝΥΣΟΣ
  Πώς! Από πίσω!
  Βρε, το έθνος πλέον γοητεύεται από απατεώνες!
ΑΙΣΧΥΛΟΣ
  Επειδή δεν έχει περιθώρια επιλογής, το ξέρω.
  Όμως, τέτοιο έθνος, πώς να το γλυτώσεις;
  Αφού δε βολεύεται ούτε με γούνα ούτε με καπότα.
ΔΙΟΝΥΣΟΣ
  Βρες μου την απάντηση εσύ, αν θες να ξαναδείς ημέρας φως.
ΑΙΣΧΥΛΟΣ
  Απάντηση έχω. Αλλά θα τη φανερώσω μόνο εκεί. Εδώ αρνούμαι.
ΔΙΟΝΥΣΟΣ
  Όχι. Από τον κάτω εδώ κόσμο πρέπει ν΄ ανέβουν
  απάνω ευαγγέλια χαράς.
ΑΙΣΧΥΛΟΣ
  Όταν τη γη του εχθρού την εκτιμήσουν όσο τη δική τους,
  όταν τη δική τους γη την εκτιμήσουν όσο και του εχθρού τους,
  όταν μάθουν ότι πλούτος τους και δρόμος τους η θάλασσα κι
  αυτό που θεωρούνε τώρα πλούτο τους.
ΔΙΟΝΥΣΟΣ
  Μωρ’ έχεις δίκιο. Μονάχα που ό,τι πλούτο βγάλουν τους
  τον τρώνε οι δικαστικοί.
ΕΥΡΙΠΙΔΗΣ
  Ένα σου λέω: όταν θα διαλέγεις,
  ενθυμού σε τι θεούς τι όρκους έβαλες
  να με γυρίσεις πίσω.
ΔΙΟΝΥΣΟΣ
  Η γλώσσα μου είχ’ ορκιστεί, όχι εγώ – από δικό σου έργο αυτό.
  Εγώ διαλέγω Αισχύλο!
ΑΙΣΧΥΛΟΣ
  Θα μεριμνήσω. Από δω, η έδρα μου.
  Βάλε μου αναπληρωματικό τον Σοφοκλή
  να μου τηνε προσέχει, μήπως και τυχόν
  ξανάρθω εδώ κάποτε.
  Τον κρίνω κορυφαίο συγγραφέα, ύστερ’ από μένα.
  Τον τύπο από δω, τον δήθεν συγγραφέα,
  φτωχοκλέφτη και ιντριγκάδόρο
  να μην τον καθίσετε ποτέ στην έδρα μου,
  μακάρι κι αν δηλώνει ότι δεν τη θέλει! Αυτά.

Μετάφραση Π. Μάτεση
 
 
 





Τρίτη, 3 Δεκεμβρίου 2013

Παράφορο Πάθος - Κ. Αρκουδέας

  


 Όταν για τον έρωτα έχει γράψει ο Πλάτωνας και τον έχει αναλύσει μάλιστα με το δικό του φιλοσοφικό - εικονοπλαστικό τρόπο, τότε αναρωτιέσαι τί άραγε προσθέτει ένα ακόμη μυθιστόρημα για τον έρωτα. Τι άραγε προσθέτει; Προσθέτει μια προσωπική εμπειρία, το δικό σου λαχάνιασμα ... Γιατί, αν δεν λαχανιάσεις πάνω από ένα κορμί (ή και κάτω ή και πλαγίως...), τότε έρωτας δεν υπάρχει. Αυτό νομίζω ότι δίνει και το τελευταίο μυθιστόρημα του Κώστα Αρκουδέα: το δικό του λαχάνιασμα στον έρωτα. Βέβαια όχι ακριβώς το δικό του, αλλά του ήρωά του. Του Πέτρου. Η αντρική ματιά, η αντρική προσέγγιση στον έρωτα. Πως βιώνει ένας άντρας τον έρωτα; Ανολοκλήρωτα θα έλεγα... Δεν κλείνει κεφάλαια εύκολα ο άντρας στη ζωή του. Του αρέσει να παίζει σε αρκετά ταμπλώ. Κοινωνική κατάκτηση, κοινωνικό κατάλοιπο; Ο Πέτρος πάντως, ένας άνθρωπος κατά βάθος κλειστός και εσωστρεφής, μου άφησε ένα ερωτηματικό. Η Άννα μου άφησε μια κατάφαση. Δέχεται τη ζωή πιο ρεαλιστικά. Στον έρωτα νομίζω ότι μια γυναίκα πιο δύσκολα δέχεται την απόρριψη. Ο άντρας ίσως πιο εύκολα. Γι΄ αυτό και η γυναίκα προσαρμόζεται πιο εύκολα. Ίσως...
    Το αφηγηματικό παρόν του μυθιστορήματος μας πηγαίνει στο αρχαίο θέατρο της Επιδαύρου. Στην παράσταση "Βάκχες", έργο διονυσιακό, άγρια ερωτικό. Κατά τη διάρκεια της παράστασης έχουμε το flash back της ερωτικής ιστορίας του Πέτρου και της Άννας.... 



Από τη βιβλιοπαρουσίαση στο Sofa Bar...

Μια βιβλιοπαρουσίαση οφείλει να σου εξάπτει το ενδιαφέρον για να διαβάσεις το βιβλίο κι όχι να σου εξαντλεί το περιεχόμενο του βιβλίου!