Πέμπτη, 6 Ιουνίου 2013

Μίμος



 Το λαϊκό θέατρο με εξιτάρει ιδιαιτέρως για την ελευθερία και χωρίς όρια και κανόνες έκφρασης. Το μιμοθέατρο αποτελεί μια αντιπροσωπευτική περίπτωση του λαϊκού θεάτρου, ο φτωχός συγγενής της τραγωδίας και της κωμωδίας, αλλά και ο πιο πηγαίος.......

Επί αιώνας μένοντες κρυμμένοι
εντός του σκότους Αιγυπτίας γης
μέσω τοιαύτης απελπιστικής σιγής
έπληττον οι μιμίαμβ΄ οι χαριτωμένοι:

αλλά επέρασαν εκείν΄ οι χρόνοι,
έφθασαν από τον Βορρά σοφοί
άνδρες, και των ιάμβων έπαυσ΄ η ταφή
κι η λήθη. Οι ευτράπελοί των τόνοι

μας επανέφεραν τας ευθυμίας
ελληνικών οδών και αγορών.
Κ΄ εμβαίνομεν μαζύ των εις τον ζωηρόν
βίον μιας περιέργου κοινωνίας.
Κ. Καβάφης

Το 1889 βρέθηκε ένας πάπυρος με οχτώ μιμοδράματα του Ηρώνδα, ο οποίος σταδιοδρόμησε το πρώτο μισό του 3ου π.Χ. αιώνα στην λεξάνδρεια ίσως και την Κω. Όλα τα μιμοδράματα μας δίνουν την ατμόσφαιρα της πολιτείας, με το θόρυβο των δρόμων της, τα μαγαζιά, τα δικαστήρια, τα σχολεία, τα κακόφημα σπίτια της. Με ανθρώπινους τύπους όπως μαστροπούς, μεσίτρες, δασκάλους, βιοτέχνες. Ο Ηρώνδας, ένας ποιητής λιγότερο λυρικός και περισσότερο σατιρικός και συχνά ωμός, φαίνεται ότι έκανε εντύπωση στον Καβάφη.


ΗΡΩΝΔΑΣ: Μια γενιά περίπου νεώτερος από τον Θεόκριτο είναι ο Ηρώνδας. Διαφέρει σε πολλά από τον ομότεχνό του. Είναι πολύ λιγότερο ποιητής από τον Θεόκριτο και πολύ περισσότερο <<φωτογράφος>> μικρών σκηνών της βιοτικής ρουτίνας. Ο έρωτας σ΄ αυτόν είναι καθαρά σεξουαλικό πάθος. Ο ρεαλισμός, που στον Θεόκριτο, χρωματίζεται από τον λυρισμό, εδώ γίνεται νατουραλισμός του μαγαζιού και του κρεβατιού. Μαστροποί, πορνοβοσκοί, κυράδες που κοιμούνται με τους δούλους τους, φλύαρες νοικοκυράδες, δάσκαλοι και μαθητούδια, έμποροι και τεχνίτες στοιχειοθετούν τον μικρόκοσμο του Ηρώνδα. Η δράση είναι ελάχιστη, η σάτιρα ισχνή.

Προκυκλίς ή μαστροπός
ΥΠΟΘΕΣΗ: Η Γυλλή, γριά στην ηλικία, επισκέπτεται τη νεαρή Μητρίχη, της οποίας ο σύζυγος <ή ο φίλος> λείπει μακριά, στην Αίγυπτο, όπου και πιθανώς έχει εγκατασταθεί. Το γεγονός αυτό υπογραμμίζεται από τη Γυλλή, που εκθειάζει την όμορφη ζωή που θα μπορούσε να έχει εκεί ο Μάνδρης σε αντίθεση με τη …μοναστηριακή ζωή της Μητρίχης.

ΓΥΛΛΗ:
Μα, βρε κορίτσι μου, πόσον καιρό θα μένεις ζωντοχήρα
και μόνη σου θα τυραγνιέσαι στο κρεβάτι;
Γιατί αφότου έστειλαν στην Αίγυπτο το Μάντρη,
πέρασαν δέκα μήνες κι ούτ΄ ένα γράμμα σου ΄πεψε,
αλλά σε ξέχασε, και ήπιε απ΄ το καινούργιο το ποτήρι.
Υπάρχει εκεί <<ο οίκος της θεάς>>: και βέβαια τα πάντα,
Όσα υπάρχουν κι όσα γίνονται, τα βρίσκουμε στην Αίγυπτο.
Πλούτο, γήπεδα, δύναμη, καλοκαιριά και δόξα,
θεάματα, φιλοσόφους, λεφτά, νεαρά παιδιά,
το τέμενος των αδελφών θεών και τον καλόγνωμο το βασιλιά,
μουσείο, κρασί, όλα όσ΄ αγαθά θα ήθελε κανείς,
γυναίκες τόσες, όσα και τ΄  άστρα, μα του Άδη την Κόρη,
που καυχιέται πως έχει ο ουρανός,
στην ομορφιά σαν τις θεές, που κάποτε στον Πάρη πήγαν
για να διαλέξει την πιο όμορφη – ήμαρτον θεές μου.
Λοιπόν εσύ, κακόμοιρη, με τι ψυχή θα κάθεσαι
και το σκαμνί σου θα ζεσταίνεις; Ξεχνάς δα
πως γερνάς και πως την ομορφιά σου η στάχτη θε να λιώσει;
Κοίτα κι αλλού και άλλαξε μυαλό
για δυο-τρεις ημέρες και γίνε γελαστή,
ρίξε τα μάτια σου σε άλλον άντρα. Τι σιγουριά δεν έχει
το πλοίο, που σε μιαν άγκυρα στηρίζεται. Ο θάνατος σαν έρθει
θ΄ απολησμονηθούμε, φίλη μου, γιατί κανείς δε θα μας αναστήσει.
Το πώς λένε: άγρια καταιγίδα φέρνει
συχνά η καλοκαιριά, και κανείς ποτέ του δεν ξέρει
τα μελλούμενα, γιατί είναι άστατη, καλή μου, η ζωή μας.
Στ.22-46

Προβάλλεται τώρα η αιτία που θα δικαιολογούσε κάποιο παραστράτημα της Μητρίχης. Η ευκαιρία έχει παρουσιαστεί: ο Γρύλλος, λεβέντης πραγματικός και με λεφτά, έχει ερωτευτεί τη Μητρίχη, γι΄ αυτό και στέλνει τη γριά Γυλλή να μεσολαβήσει.

ΓΥΛΛΗ:
Άκου λοιπόν
αυτά που η ανάγκη μ΄ έφερε εδώ, για να σου πω.
Ο Γρύλλος, ο γιος της Ματακίνας, ξέρεις, της κόρης του Παταίκιου,
πέντε φορές πρωταθλητής, παιδί ακόμη στα Πύθια,
δυο φορές ύστερα στην Κόρινθο στους εφηβικούς ενίκησε
και δυο φορές στην Πίσα τους άντρες νοκ άουτ έβγαλε στην πυγμαχία,
άνθρωπος με πλούσια κάλλη, ούτε καρφί από το χώμα δεν κουνάει,
και κοίταξε, παρθένος στον έρωτα, τύπος και υπογραμμός,
όταν σ΄ είδε στο μνημόσυνο της Μίσας, ταράχτηκαν
τα σωθικά του από έρωτα, πήγε να σπάσει η καρδιά του,
και ούτε νύχτα ούτε μέρα αφήνει
το κονάκι μου, παιδί μου, και μπροστά μου κλαίει
και μιλά παρακαλεστικά κι από τον πόθο πεθαίνει.
Λοιπόν, Μητρίχη, κόρη μου, κάνε ένα παραστράτημα
για τη θεά του Έρωτα. Σκέψου τον εαυτό σου,
προτού να καταλάβεις πως ήρθαν τα γεράματα.
Διπλά ωστόσο θα ωφεληθείς: ηδονή και κέρδος,
πιο μεγάλο απ΄ ό,τι θαρρείς, θα σου δοθεί. Σκέψου το,
άκουσε με. Μα σ΄ αγαπώ αληθινά, ναι, μα τις Μοίρες.
Στ. 48-66

Η Μητρίχη ωστόσο, παρά την επιχειρηματολογία της Γυλλής, μένει ανένδοτη, πιστή στο Μάνδρη: αποκρούει με αυστηρότητα την πρόταση της Γυλλής, της προσφέρει ένα ποτηράκι κρασί για τον κόπο που έκανε και τη διώχνει.


 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου