Παρασκευή, 29 Ιουλίου 2011

ΒΙΒΛΙΟ - Λέσχη-Τσίρκας

 Θεωρώ ιδιαιτέρως ενδιαφέρουσα μια βιβλιοκριτική από ένα συγγραφέα - ποιητή. Πιο απροσχημάτιστη και πηγαία από την κριτική ενός επαγγελματία κριτικού ή φιλολόγου. Γι΄αυτό και παραθέτω την κριτική - άποψη του ποιητή Τάκη Σινόπουλου για το μυθιστόρημα "Λέσχη" του Στρατή Τσίρκα από το Νυχτολόγιο:
Στο μυθιστόρημα του Τσίρκα "η Λέσχη" υπάρχει ένα μικρό κεφάλαιο -το 3ο- που με καθήλωσε με τον τρόπο του. Μικρές σύντομες φράσεις που σταματάνε και λαχανιάζουν. Ξαφνικά πηδήματα από την περιγραφή στον εσωτερικό μονόλογο. Από το τρίτο στο δεύτερο πρόσωπο και αντίστροφα. Επικρατεί το "εσύ". Άλλες φράσεις κόβονται συνεχώς στη μέση, το υπόλοιπο το συμπληρώνει ο αναγνώστης. Γενικά αυτό που λέμε ελλειπτική γραφή, πράγματα μισοειπωμένα. Κι αυτά που κρύβονται - ένας κόσμος ολάκερος. Προσώπων, καταστάσεων, συναισθημάτων, παρορμήσεων, ενστίκτων. Μεγάλη η τέχνη να μην μπουκώνεις τον αναγνώστη, να μη λες πολλά, να κρύβεις. Πίσω από τις αράδες, τις σελίδες, μακρυά, αδιόρατα, το βαθουλωμένο πρόσωπο, με τα γυαλιά του Τζόυς. Λοιπόν το κεφάλαιο αυτό μου δείχνει ένα σωρό ιδέες κι ερεθίσματα για τη γραφή στην ποίηση. Ο Τσίρκας έχει ένα υπόστρωμα κάποτε λυρικό, κάποτε επικό. Και μια όραση που θα την έλεγα "κινηματογραφική".  Το καταλαβαίνεις από τη σύνθεση των πλάνων και τις "γωνίες" λήψεως. Σαν συγγραφέας ξέρει να βλέπει και να ακούει, προπαντός από τα πλάγια, δηλαδή την εσωτερική ομιλία προς το "εγώ"  που ακούγεται σαν "εσύ". Ας αφήσω πια που υπάρχει ένα πρόσωπο που ονομάζεται Άλφα. Μεταφέρομαι στο σπίτι της Άλφα. Είναι μια πανσιόν, ένα περίπου μπρντέλο. Είναι αργά, πολύ αργά, προχωρημένη η νύχτα. Και πώς να πάω να την ξυπνήσω και να της πω τον εφιάλτη που με κατέχει. Με ποιες διαδοχικές μεταμορφώσεις, αυτή γίνεται, στο τέλος του εφιάλτη, ένα άσχημο, κακότροπο, μαδημένο πουλί.

Και τελειώνοντας ένα απόσπασμα του ποιητή από το Νυχτολόγιο  (για τον αγώνα, αλλά και την απομόνωση του ποιητή) :
Συλλογίζεσαι, όπως σε ρωτάνε. Για να περάσεις από τη μια λέξη στην άλλη σου φτάνει ένα βήμα. Αν υπάρχει ένα χαντάκι με νερό βρίσκεις τότε μια πέτρα, μια σανίδα, πατάς, περνάς απέναντι, στο κάτω της γραφής πηδάς, εύκολο. Για να περάσεις τώρα από τις λέξεις σε μια γλώσσα, η απόσταση είναι μεγαλύτερη. Πρέπει να βρεις στηρίγματα να στήσεις το γεφύρι σου. Όταν το καταφέρεις αυτό μπορείς ν΄ αποκριθείς σε κείνο που θα σε ρωτήσουνε, συνήθως όμως δε ρωτάνε τίποτα. Έχουν δική τους μέθοδο.


Τετάρτη, 27 Ιουλίου 2011

ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ - Μήδεια

Ένα ζευγάρι. Άντρας και Γυναίκα (η σειρά τυχαία και όχι αξιακή). Και παιδιά. Δύο παιδιά (σύμφωνα με μια εκδοχή). Το ζευγάρι σε διάσταση. Και ο λόγος; Ο άντρας βρήκε μια καινούργια συντροφιά, μια νέα ερωτική φωλιά. Το αποτέλεσμα; Καυγάδες και πόλεμος μέχρις εσχάτων. Ο άντρας προσπαθεί να δικαιολογήσει την πράξη του. Μάταια όμως. Και τα παιδιά; Τα παιδιά θυσιάζονται χάριν της μανιακής ζηλοτυπίας. Η μητρική στοργή υποχωρεί μπροστά στο πάθος. Και για το τέλος; Η δικαίωση του έρωτα. Αυτό που τελικά απομένει και αναδύεται είναι ο έρωτας.


Κάπως έτσι θα μπορούσαμε να επιχειρήσουμε μια σύγχρονη εκδοχή της τραγωδίας "Μήδεια" προτείνοντας ένα συσχετισμό του παρελθόντος με το παρόν. Το μοτίβο της παρατημένης γυναίκας και η συνακόλουθη εκδίκησή της διαπερνά την τραγωδία.

Και τώρα η υπόθεση της τραγωδίας


Η δράση της "Μήδειας" εκτυλίσσεται στην Κόρινθο. Η Μήδεια, κόρη του βασιλιά της Κολχίδας Αιήτη, βοήθησε τον αρχηγό της αργοναυτικής εκστρατείας Ιάσονα, να πάρει το χρυσόμαλλο δέρας, τον παντρεύτηκε, απέκτησαν δύο παιδιά και τον ακολούθησε τελικά στην Κόρινθο. Εκεί έζησαν ένα μικρό διάστημα, όταν ο βασιλιάς Κρέοντας έδωσε στον Ιάσονα την κόρη του Γλαύκη ως σύζυγο. Επίσης αποφάσισε την εξορία της Μήδειας, αλλά αυτή κατάφερε να αποσπάσει προθεσμία μιας ημέρας για να πραγματοποιήσει την εκδίκησή της. Συνάντησε τον περαστικό από την Κόρινθο βασιλιά της Αθήνας Αιγέα, που επιστρέφει από το μαντείο των Δελφών. Αυτός της ορκίζεται ότι θα της προσφέρει καταφύγιο στην πόλη του. Μετά από αυτό βάζει σε εφαρμογή το σχέδιό της: ποτίζει με δηλητήριο φορέματα και κοσμήματα και με τα παιδιά της τα στέλνει δώρο στην αντίζηλό της. Μόλις εκείνη τα φόρεσε, κυκλώθηκε από μαγική φωτιά και βρήκε φριχτό θάνατο. Την ίδια τύχη είχε και ο πατέρας της Κρέοντας που την αγκάλιασε. Στο τέλος η Μήδεια σκοτώνει τα παιδιά της κι εγκαταλείπει την πόλη με το φτερωτό άρμα του ήλιου.


Η τραγωδία της Μήδειας, αυτό το πιο ερωτικό έργο που γράφτηκε ποτέ, είναι ένα κείμενο εφιαλτικά στεγνό: σε καμιά λέξη δεν ακούμε τον παραμικρό ερωτικό ήχο. Η μόνη τρυφερότητα που υγραίνει τον ξερό λόγο της είναι όταν μιλάει στα παιδιά της. Υπάρχει μονάχα θυμός, τίποτε άλλο.


Μήδεια - 22, 23 Ιουλίου -  αρχαίο θέατρο Επιδαύρου
Την τραγωδία Μήδεια την παρακολούθησα στο αρχαίο θέατρο της Επιδαύρου σε μετάφραση Γιώργου Χειμωνά, σκηνοθεσία Αντώνη Αντύπα και στον ομώνυμο ρόλο την Αμαλία Μουτούση.


Μια παράσταση κειμενοκεντρική, όπου αναδεικνύεται ο αυστηρός και ποιητικός λόγος του Χειμωνά, με εξαιρετικά άρθρωση και υποκριτική από την Αμαλία Μουτούση, μια τόσο συμπαθητική πρωταγωνίστρια για τόσο αδικαιολόγητες και αποτρόπαιες πράξεις. Το σκηνικό λιτό και αφαιρετικό, με την πλώρη της Αργώς επί σκηνής, χωρίς όμως να δικαιολογείται και η τελετουργική παρουσία της. Οι ηθοποιοί καθισμένοι περιμετρικά της σκηνής καθ΄όλη τη διάρκεια της παράστασης τόνιζαν μάλλον το δευτερεύοντα ρόλο τους και συνάμα τον πρωταγωνιστικό ρόλο της Μήδειας. Μια παράσταση χωρίς σκηνοθετικές υπερβολές και εξάρσεις, αλλά και δίχως πρωτοτυπία. Μια παράσταση συμβατική, αλλά και χωρίς διάθεση εκλαϊκευσης.


Η Μήδεια κρύβει μέσα της έναν έρωτα γήινο, ακοινώνητο, ανόθευτο, άκρατο, χωρίς όρια και αξίες. Έναν έρωτα σωστό άγριο θηρίο, που το λάβωσε ο Ιάσονας με τα καιροσκοπικά και ωφελιμιστικά αισθήματά του. Το άφθαρτο αίσθημα αντιμέτωπο με το φθαρτό. Η Μήδεια επομένως διαθέτει μια κτηνώδη δύναμη, σαν άγριο θηρίο, μια δύναμη εξωλογική, που στρέφεται ενάντια σ΄ όλους, φίλους και εχθρούς, σαν λαβωμένο θηρίο. Η βάρβαρη Μήδεια ερωτεύεται βάρβαρα, άκομψα, άγρια. Ο έρωτας όμως χρειάζεται γητειές, φίλτρα, μαγικά βότανα, μαγγανείες. Ο φορέας του έρωτα είναι ένας ιερουργός. Αυτό εξάλλου είναι και η Μήδεια: μια μάγισσα, μια γητεύτρα, μια πλανεύτρα. Δεν είναι τρελή, ούτε και τρελαίνεται. Διαθέτει συνείδηση των πράξεών της. Και για το τέλος έχουμε τη δικαίωσή της, την ανάληψή της μέσα στο φως. Το διαμάντι έλαμψε παρόλη τη λάμψη στην οποία κυλίστηκε. Η Μήδεια επανακτά τη θεϊκή της φύση και τιμωρεί την ύβριν του θνητού συζύγου της.

Δευτέρα, 4 Ιουλίου 2011

ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ - Τ. Βαρβιτσιώτης

 
 Ο Τάκης Βαρβιτσιώτης ήδη από τη δεκαετία του 1930 ήρθε σε επαφή με κάποιους από εκείνους τους λογοτέχνες της Θεσσαλονίκης, που έδωσαν μια ευρωπαϊκή προοπτική στα ελληνικά γράμματα. Οι λογοτέχνες αυτοί δεν αρνήθηκαν την παράδοση ούτε την καταγωγή τους, αρνήθηκαν όμως να εντάξουν το ταλέντο και τις πνευματικές δυνάμεις τους στο σαθρό αστικό ιδεολόγημα της «ελληνικότητας». Σημείο αναφοράς τους το περιοδικό Μακεδονικές ημέρες, όπου ο Βαρβιτσιώτης εμφανίστηκε πρώτη φορά ως ποιητής το 1938. Αργότερα, στα μέσα της δεκαετίας του 1940, τον συναντάμε στη βασική ομάδα του ολιγοσέλιδου περιοδικού Κοχλίας, ίσως του πιο ενδιαφέροντος ελληνικού λογοτεχνικού περιοδικού του 20ού αιώνα. Στην παρέα του Κοχλία συμμετείχαν επίσης ο Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης, η Ζωή Καρέλλη, ο Γιώργος Θέμελης, ο Γιώργος Κιτσόπουλος, ο Κάρολος Τσίζεκ, ο Γιάννης Σβορώνος. Ο Σβορώνος επιμελήθηκε καλλιτεχνικά τα πρώτα λογοτεχνικά βιβλία του Βαρβιτσιώτη, που τυπώθηκαν στα τυπογραφεία «Ελληνικής Ιατρικής» και «Νικολαΐδη». Είναι ίσως από τα ελάχιστα βιβλία που εκδόθηκαν στη Θεσσαλονίκη κατά τη διάρκεια του 20ού αιώνα και μπορούν να συγκριθούν, ως αντικείμενα τέχνης, με εκείνα που είχε επιμεληθεί περίπου την ίδια περίοδο και λίγο αργότερα ο Κάρολος Τσίζεκ για τις εκδόσεις Διαγωνίου.
Ο Τάκης Βαρβιτσιώτης ήταν ένας απολαυστικός συνομιλητής, απολύτως σεμνός, που ποτέ δεν έφερνε σε δύσκολη θέση ακόμη και τον άσχετο στα λογοτεχνικά πράγματα ακροατή του. Αποτελούσε από μόνος του ένα ολόκληρο κεφάλαιο της λογοτεχνικής ιστορίας της Θεσσαλονίκης και μοιραζόταν εύκολα τη γνώση και τις γνώσεις του με τους φίλους και τους θαυμαστές του. Και είχε να πει και να μοιραστεί πολλά για τη λογοτεχνική ιστορία και προϊστορία του 20ού αιώνα, όπως οι περίπατοι με τον ποιητή Γιώργο Σαραντάρη στην παραλία της Θεσσαλονίκης και οι μεταξύ τους συζητήσεις κατά τη δεκαετία του 1930, όπως η φιλία του με τον Μυριβήλη, τον Καίσαρα Εμμανουήλ, τον Καζαντζάκη, τον Ελύτη, τον Πεντζίκη, όπως η επίσκεψη του Πολ Ελυάρ στη Θεσσαλονίκη το 1946, όταν ο Βαρβιτσιώτης τον προλόγισε στο κοινό της πόλης, πράξη για την οποία μπήκε για ένα μεγάλο διάστημα στο στόχαστρο των αστυνομικών αρχών. Και όπως η μελοποίηση του Επιταφίου του από τον Μάνο Χατζιδάκι, που τελικά δεν κυκλοφόρησε σε δίσκο, επειδή ο Μίκης Θεοδωράκης είχε σκεφτεί την ίδια περίοδο να μελοποιήσει έναν άλλο Επιτάφιο, το γνωστό ποιητικό έργο του Γιάννη Ρίτσου.
Μιλούσε ακόμη για την καταγωγή του από τη Λακωνία, απ' όπου ο πατέρας του ταξίδεψε στον Βορρά το 1912 ως νοσοκόμος του ελληνικού στρατού, για τα παιδικά του χρόνια στη Θεσσαλονίκη, για την επίταξη του σπιτιού του («Μέγαρο Βαρβιτσιώτη») από τους γερμανούς κατακτητές κατά τη διάρκεια της Κατοχής, για τις λογοτεχνικές συναντήσεις μιας παρέας νέων ανθρώπων στο φαρμακείο του Πεντζίκη, που βρισκόταν κοντά στο σπίτι του, για τις μεταφράσεις του, τις οποίες θεωρούσε εξίσου σημαντικές με το πρωτογενές ποιητικό έργο του...
Αγαπημένο του θέμα συζήτησης αποτελούσαν οι βραβεύσεις του. Δεκάδες βραβεία, ίσως και περισσότερα από εκατό (μαζί με τις δευτερεύουσες διακρίσεις), μερικά με διεθνή ακτινοβολία, όπως το Βραβείο Γκόντφριντ φον Χέρντερ, που του απένειμε το Πανεπιστήμιο της Βιέννης. Η συγκεκριμένη συζήτηση κατέληγε πάντα στην απογοήτευσή του που δεν πήρε το Νόμπελ Λογοτεχνίας, για το οποίο είχε προταθεί από διάφορους φορείς, μεταξύ των οποίων και η UNESCO. Ελεγε ότι όταν έφτασε στο σημείο να τρέφει κάποιες μικρές, αν και βάσιμες ελπίδες για την κατάκτηση αυτού του βραβείου, ήταν πλέον υπερήλικας και, όπως υποστήριζε, η επιτροπή του βραβείου προτιμούσε τους κάπως νεότερους συγγραφείς. Μετά τη βράβευση το 2007 με Νόμπελ της 88χρονης Doris Lessing μού είπε, μεταξύ αστείου και σοβαρού: «Οι ελπίδες μου αναπτερώθηκαν».
Εκτός από τις διεθνείς λογοτεχνικές εξελίξεις, παρακολουθούσε και τα λογοτεχνικά δρώμενα στην Ελλάδα και ιδιαίτερα στη Θεσσαλονίκη. Πολύ καλά λόγια τον είχα ακούσει να λέει για το έργο των ποιητών Ορέστη Αλεξάκη, Τόλη Νικηφόρου και Στέλιου Λουκά. Η Ποιητική Εστία, που είχε την έδρα της στον πρώτο όροφο του σπιτιού του, συγκέντρωνε, για ένα μεγάλο διάστημα, την πρώτη Τρίτη κάθε μήνα, ένα κοινό πρόθυμο για λογοτεχνικές και μουσικές εκδηλώσεις.
Μία σχετικά άγνωστη δραστηριότητα του Τάκη Βαρβιτσιώτη ήταν η συλλογή έργων τέχνης. Από τη δεκαετία του 1960 αγόραζε μανιωδώς έργα τέχνης με υπογραφές των Παρθένη, Μπουζιάνη, Γουναρόπουλου, Κανέλλη, Μαλέα, Πεντζίκη και πολλών άλλων διάσημων ζωγράφων. Υπήρχαν στη συλλογή του ακόμη και σχέδια του George Braque. Επίσης χαρακτικά των Dali, Matisse και άλλα αντικείμενα υψηλής αισθητικής αξίας, όπως ένας καθρέφτης που ανήκε στον βασιλιά Οθωνα. Το σπίτι του, κατασκευασμένο κατά τη δεκαετία του 1920, είχε ψηλούς τοίχους, που ήταν γεμάτοι με έργα ζωγραφικής. Κάποια από αυτά με ιδιόχειρες αφιερώσεις στον ίδιο από τους δημιουργούς, όπως μία λιθογραφία του Marc Chagall...
Ο Βαρβιτσιώτης στράφηκε από πολύ νωρίς σε μια ποίηση που είχε Γάλλους παρά Ελληνες προγόνους, σε μια ποίηση με λυρικό προσανατολισμό, δομημένη με απλά υλικά. Η κοινωνική και η πολιτική διάσταση περνούν από πολύ νωρίς σε δεύτερο επίπεδο, αφού ο άνθρωπος αντιμετωπίζεται κυρίως σε σχέση με τον ίδιο του τον εαυτό, σε σχέση με τα αισθήματά του και με τον εσωτερικό του κόσμο. Οι αναφορές στον άνεμο, στα φύλλα, στους καθρέφτες, στα λουλούδια, στο φως, στον ουρανό, στο χιόνι, στη βροχή, στα δέντρα, στα σύννεφα θα τον συνοδεύουν σε όλη τη διάρκεια της ποιητικής του παραγωγής. Μετά το σαρωτικό πέρασμα του Καβάφη από τα ελληνικά γράμματα, ο λυρισμός άφηνε αδιάφορο ένα μεγάλο μέρος του κοινού της ποίησης στη χώρα μας, όμως ο Βαρβιτσιώτης βρήκε τον δικό του δρόμο και πορεύτηκε σταθερά σε αυτόν δημιουργώντας ένα πολυάριθμο κοινό θαυμαστών του έργου του.
Η ποίησή του ποτέ δεν απέκτησε αυστηρό σχήμα ούτε υπάκουσε σε εξω-ποιητικές αισθητικές απόψεις ή θεωρίες. Στους στίχους του δεν επιβεβαιώνεται καμία θεωρία, δικαιώνονται όμως οι απλές σκέψεις, τα απλά αισθήματα, τα σκιρτήματα της εφηβείας. Κάθε τι σύνθετο διασπάται σε απλούστερα, πρωτογενή υλικά, με τα οποία ο Βαρβιτσιώτης συνθέτει το προσωπικό του ύφος. Το δίπολο έρωτας-θάνατος είναι παρόν σε όλη του την ποιητική παραγωγή. Υπάρχει εκλεκτική συγγένεια με το έργο του Σαραντάρη, του πρώιμου Ελύτη, του Εμπειρίκου, του Βρεττάκου, αλλά και του Καρυωτάκη.
Μαζί με συναισθήματα, όπως η θλίψη, υπάρχει πάντα μία αισιοδοξία, που θα δικαιολογούσε τον χαρακτηρισμό της ποίησής του ως παραμυθητικής: «Ποιος είπε πως δεν μιλούν οι νεκροί / Μέσα στη σιωπή φυτρώνουν / Τα λόγια τους σαν το χορτάρι», έγραφε κατά τη διάρκεια της γερμανικής κατοχής στη Θεσσαλονίκη.
Ο διάλογος με τους ομοτέχνους του είναι διαρκής. Συνομιλεί μέσα από την ποίησή του με τον Baudelaire, τον Paul Eluard, τον Pierre Reverdy. Με τον Reverdy είχε μακρόχρονη αλληλογραφία και προσωπική φιλία. Αλλος ποιητής που τον επηρέασε βαθιά είναι ο Federico Garcia Lorca. Οταν δολοφονήθηκε ο Lorca, ο Βαρβιτσιώτης ήταν 20 ετών. Δέκα χρόνια μετά θα γράψει ένα ποίημα αφιερωμένο στη μνήμη του:
Τι να 'γιναν τα πρόσωπά μας
Τι να 'γιναν τα φιλιά μας
Πού να 'ναι τάχα το χρυσάφι των ωρών
Πού θα κυλήσουν οι μνήμες;
Μήπως εφύτρωσε στο κλεισμένο στόμα
Ενα κίτρινο σπαρτολούλουδο;
Ποια πένθιμα πουλιά μιας θύελλας
Ποια τρομερά παραπετάσματα
Μας κυνηγούν ακόμα; [...]
Ο κύριος όγκος του έργου του είναι συγκεντρωμένος στον τόμο Τάκης Βαρβιτσιώτης - Ποιήματα 1941-2002 (εκδ. Καστανιώτη, 2003). Πολλά λογοτεχνικά περιοδικά πραγματοποίησαν αφιερώματα στο έργο του. Μαζί με το τεύχος 72 του περιοδικού Εντευκτήριο κυκλοφόρησε ψηφιακός δίσκος, όπου απαγγέλει ποιήματά του. Δύο τόμοι με επιλογές κριτικών κειμένων για τον ποιητή, με τον κοινό τίτλο Τιμή στον Τάκη Βαρβιτσιώτη, κυκλοφόρησαν στη Θεσσαλονίκη το 1997 και το 2007. Ο δεύτερος (εκδ. Μπίμπης, επιμέλεια Π. Μπέσπαρης) με αναλυτικό χρονολόγιο για τη ζωή και το έργο του. Αναλυτικότατο χρονολόγιο υπάρχει και στο τέλος της συγκεντρωτικής έκδοσης των ποιημάτων. Η πραγματική του όμως βιογραφία είναι οι στίχοι των ποιημάτων του. 
πηγή:

Σάββατο, 2 Ιουλίου 2011

BΙΒΛΙΟ - Μπαρ Φλωμπέρ

Τίτλος: Μπαρ Φλωμπέρ, Συγγραφέας: Αλέξης Σταμάτης 



Ένα βιβλίο μου αρέσει να θέτει κάποιο ή κάποια ερωτήματα και να προσπαθεί μέσα από τις σελίδες του να το ή τα απαντήσει.Το Μπαρ Φλωμπέρ έχει ως βασικό μότο την αναζήτηση ενός μυστηριώδη συγγραφέα, του Λουκά Ματθαίου, την ύπαρξη του οποίου ο πρωταγωνιστής, Γιάννης Λουκάς, εντόπισε τυχαία μέσα από ένα χειρόγραφο του οικογενειακού του αρχείου. Και η ιστορία τελειώνει ανακαλύπτοντας ο πρωταγωνιστής όχι απλά αυτόν το μυστηριώδη άνθρωπο, αλλά τον ίδιο του τον εαυτό. Σαν ένας άλλος Οιδίποδας ο ήρωας αποκαλύπτεται ότι έχει άγνοια του εαυτού του, βαθμιαία όμως μέσα από συνειδητές και επίμονες, αλλά και τυχαίες πράξεις του αποκτά γνώση του ποιος είναι.

Το Μπαρ Φλωμπέρ  έχει όλα τα στοιχεία ενός αστυνομικού παραμυθιού. Ένας ήρωας - πρωταγωνιστής με βαρετή ζωή επιχειρεί να εντοπίσει ένα άγνωστό του πρόσωπο, μετακινείται σε διάφορες  ευρωπαϊκές πόλεις (Μπαρτσελόνα, Φλωρεντία, Μπέρλιν), αλλά και σε κάποια χωριά της Αρκαδίας, αναλαμβάνει στην ουσία ρόλο ντέντεκτιβ, αποκρυπτογραφεί γρίφους, γνωρίζει όμορφες κοπέλες, του συμβαίνουν ασύλληπτες μέχρι προ τινος εμπειρίες, και στο τέλος πετυχαίνει το σκοπό του. Ένα αστυνομικό παραμύθι που με μια συμβατικότητα που ίσως ορισμένες φορές ενοχλεί, ο ήρωας εύκολα κινείται στην υλοποίηση του στόχου του. Ένας ήρωας που γίνεται και υπερήρωας.

Τα βιβλία του Αλέξη Σταμάτη (όσα τουλάχιστον έχω διαβάσει) έχουν στην ιστορία τους και ένα ταξίδι, μια αποστολή, που στην ουσία είναι ένα ταξίδι αυτογνωσίας. Αν έλειπαν ίσως οι σχετικά εκτενείς περιγραφές και παρεκβάσεις και επικεντρωνόταν περισσότερο στο μυστήριο αυτό καθ΄ αυτό και την ψυχολογική εξέλιξη του ήρωα μέσα σε ένα έντονο συγκρουσιακό περιβάλλον, πιστεύω πως η ιστορία θα κέρδιζε σε ενδιαφέρον.

Παρασκευή, 1 Ιουλίου 2011

ΒΙΒΛΙΟ - Ποιος σκότωσε το σκύλο τα μεσάνυχτα

Τίτλος: Ποιος σκότωσε το σκύλο τα μεσάνυχτα, Συγγραφέας: Μαρκ Χάντον


Ένα ερώτημα ως τίτλος. Ένα μυστήριο που ζητά τη λύση του. Και η απάντηση έρχεται από τον Κρίστοφερ, ένα μικρό, δεκαπεντάχρονο αυτιστικό παιδί. Μέσα από το βιβλίο παρακολουθούμε την ιστορία του Κρίστοφερ, τις συναισθηματικές και ψυχικές του μεταπτώσεις, τη ζωή του, την πορεία του, μια πορεία από την οποία άλλοτε μπορεί να απομακρυνόμαστε και να την παρατηρούμε αποστασιοποιημένοι, άλλοτε όμως ταυτιζόμαστε σε σημείο που να αναρωτιόμαστε για την έννοια της διαφορετικότητας και της ειδικής ανάγκης ή ικανότητας.
Στην αρχή έχουμε το δίπολο γιος - πατέρας (ο Κρίστοφερ και ο πατέρας του) ενώ στη συνέχεια ο Κρίστοφερ απομακρύνεται και πηγαίνει με τη μητέρα του, γιος - μητέρα. Τα ιψενικά τρίγωνα αντικαθίστανται από τα δίπολα. Αφορμή για αυτή τη συναισθηματική μετακίνηση είναι η αποκάλυψη από την πλευρά του Κρίστοφερ ότι ο δράστης για το φόνο του σκύλου της γειτόνισσας ήταν ο πατέρας του. Αιτία ήταν η ιδιαίτερη προσωπικότητα και η ιδιαιτερότητα του Κρίστοφερ.
Τι τελικά το ιδιαίτερο έχει ο Κρίστοφερ; Έχει ένα μυαλό που αποτυπώνει τα πάντα σαν μια ταινία εγγραφής, σαν ένα σφουγγάρι που ρουφάει τα πάντα. Αριθμούς, ασύλληπτες λεπτομέρειες, τα παραμικρά χαρακτηριστικά. Ένας ομιλών ηλεκτρονικός υπολογιστής. Κι όμως... Η ζωή κρίνεται στη δυνατότητα επιλογής, στην ικανότητά μας να ξεχνάμε και να θυμόμαστε. Και να τα συνδυάζουμε όλα αυτά για να δημιουργήσουμε κάτι καινούργιο. 
Και ο Κρίστοφερ; Ο Κρίστοφερ είναι ένα όχημα που μας καλεί να διεισδύσουμε στα βάθη της ψυχής μας και να προβληματιστούμε πάνω στον ανθρώπινο ψυχισμό. Το δικό μας τελικά, όχι του άλλου. Η ζωή είναι τελικά μια σύμβαση; Η κοινωνικοποίηση; Τι σημαίνει εξυπνάδα; Τα συναισθήματα; Η αγάπη για τους γονείς μας θεωρείται δεδομένη ή κατακτιέται ανά πάσα στιγμή; Και αυτή η κατάκτηση μήπως περικλείει κάτι το σκληρό; 
Ένα έργο ανθρώπινο σχετικά με τις ανθρώπινες σχέσεις που αν η τροπή στο τέλος ήταν λιγότερο συμβιβαστική ή έστω εξισορροπιστική θα ήταν περισσότερο ρεαλιστικό και πειστικό. Γιατί τα ερωτήματα που εγείρει δεν λύνονται με την αποενοχοποίηση του ανθρώπινου παράγοντα.