Πέμπτη, 7 Αυγούστου 2014

"Μια γλυκιά μυρωδιά θανάτου" Γκιγέρμο Αριάγα


-ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΠΟΣΤΟΛΗ ΣΤΟ ΡΟΛΟ-

Η ζωή είναι ένα σύνολο παρεξηγήσεων, συμπτώσεων, απροσδόκητων γεγονότων. Για την αντιμετώπισή τους χρειάζεται λεπτή αίσθηση του χιούμορ....ένα χαμόγελο σαν αυτό της Τζοκόντα. Τι γίνεται όμως όταν το άτομο βρίσκεται δέσμιο μιας δύσκαμπτης, πουριτανικής ηθικής; Έχει τα περιθώρια να αντιδράσει; Να χαμογελάσει;;;
Στο μυθιστόρημα του Αριάγα με τίτλο "Μια γλυκιά μυρωδιά θανάτου" υπάρχουν χοντρικά δύο σκηνές: στην πρώτη σκηνή ένας νέος παίρνει στην αγκαλιά του μια όμορφη νεαρή νεκρή.... στη δεύτερη σκηνή ο ίδιος νεαρός  σκοτώνει αυτόν που του υπέδειξαν οι υπόλοιποι ως δολοφόνο.
Ο Ραμόν, το όνομα του νέου, βρίσκει το πτώμα μιας όμορφης νεαρής κοπέλας. Το γυμνό σώμα της κοπέλας, ακόμα και νεκρό, δημιουργεί ρίγη συγκίνησης στον Ραμόν. Ερωτικό σκίρτημα από μια νεκρή...πόσο μακάβριο, αλλά και πόσο ερωτικό...Οι κινήσεις του Ραμόν απέναντι στη νεκρή τόσο λεπτές, τόσο αισθησιακές δίνουν την εντύπωση στους υπόλοιπους ότι η νεκρή υπήρξε η ερωμένη του. Ο Ραμόν δεν το διαψεύδει...γιατί άραγε;...κι αρχίζει και ο ίδιος να το πιστεύει. Κι όταν κάποιος αφελής μυθομανής του χωριού ρίχνει την ευθύνη του φόνου σε κάποιον που δήθεν είδε, τότε ο καημένος Ραμόν βρίσκεται ηθικά μπλεγμένος και δεσμευμένος να πάρει εκδίκηση. Αυτό που άρχισε ως παιχνίδι, ένας χαριεντισμός των αισθήσεων, έστω και μια διαστροφή της σάρκας, τελικά παγίδευσε τον Ραμόν στην αλύγιστη και ανάλγητη ηθική του χωριού.
Το μυθιστόρημα "Μια γλυκιά μυρωδιά θανάτου" το διάβασα μετά το "Χρονικό ενός προαναγγελθέντος θανάτου" του Μάρκες. Θέμα κοινό: δολοφονία για λόγους ηθικής τάξης...Αιτία κοινή: η ασφυκτική κοινωνική πίεση. Οι δολοφόνοι δε θέλουν να δολοφονήσουν, οι δολοφόνοι γίνονται φερέφωνα μιας παράλογης κοινωνικής ηθικής. Η τραγικότητά τους εξαντλείται στο να εκτελέσουν με τον αποτελεσματικότερο τρόπο τις επιταγές της κοινωνίας. Φέρνω στο νου μου τον Ορέστη που κι αυτός στάθηκε ένα φερέφωνο κοινωνικών επιταγών. Έπρεπε να πάρει εκδίκηση για το χαμό του πατέρα του γι΄ αυτό και σκότωσε τη μητέρα του. Ο Ορέστης όμως συνειδητοποίησε το αναπόφευκτο της πράξης του και ταυτίστηκε με αυτή. Πίστεψε πως είχε μια αποστολή στα πλαίσια του συνόλου. Όσο περνούν τα χρόνια και φτάνουμε προς την εποχή μας οι αποστολές περιορίζονται, ενώ πολλαπλασιάζονται οι ρόλοι. Το υποκείμενο διασπάται σε διάφορους κοινωνικούς ρόλους. Η τραγικότητα διασπάται σε μικρά κομμάτια. Η πράξη χάνει την αξιολογική της διάσταση. Η δολοφονία για ηθικούς λόγους μπορεί να καταντήσει ακόμη και φάρσα. Στην αρχαία ελληνική τραγωδία ο δολοφόνος είναι σαν να ανεβαίνει πάνω στη σκηνή και ξέρει ότι έχει στραμμένα πάνω του τα βλέμματα όλων των θεατών, γιατί είναι μια πράξη που του την καθόρισαν εκείνοι. Στο τέλος όλοι χειροκροτούν συγκινημένοι, γιατί ο δολοφόνος υπήρξε πρωταγωνιστής, ένας ήρωας. Σε μια πιο σύγχρονη εκδοχή στην εποχή μας ο δολοφόνος είναι πάλι σαν να ανεβαίνει επί σκηνής, μόνο που οι θεατές είναι αφηρημένοι, αφημένοι στα ατομικά τους όνειρα και προβλήματα. Δεν είναι καν σίγουρο ότι στο τέλος θα συγκινηθούν και θα χειροκροτήσουν. Έτσι και ο δολοφόνος μπορεί να αλλάξει τα ρούχα του, να καθαριστεί από τα αίματα, να συνεχίσει τη ζωή του ή και να παίξει κι άλλους ρόλους, αν χρειαστεί. Ο δολοφόνος σήμερα δεν είναι ήρωας, είναι ο ανώνυμος εκτελεστής μιας άρρωστης συγκυρίας. 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου