Πέμπτη, 16 Ιανουαρίου 2014

Η ΛΟΥΤΣΙΑ στο "Αστείο" του Κούντερα



"....AΠΟ ΕΚΕΙΝΟ ΤΟ ΒΡΑΔΥ ΑΛΛΑΞΑΝ ΜΕΣΑ ΜΟΥ ΤΑ ΠΑΝΤΑ· ΗΜΟΥΝ και πάλι κατοικημένος· ξαφνικά συγυρίστηκαν μέσα μου τα πάντα, όπως σ’ ένα δωμάτιο, και κάποιος έμενε πια εκεί. Το ρολόι του τοίχου, που οι δείκτες του είχαν παραλύσει εδώ και μήνες,  ξανάρχισε ξαφνικά να μετράει τις ώρες. Κι ήταν σημαντικό αυτό: ο χρόνος, που ως τότε κυλούσε σαν αδιάφορο ρεύμα, από το τίποτα (αφού ζούσα σε παύση!), χωρίς συνοχή, χωρίς ρυθμό, ξανάπαιρνε σιγά σιγά το ανθρώπινο πρόσωπό του: ξανάρχιζε να συναρθρώνεται και να μετρά το πέρασμά του. Ζούσα πια περιμένοντας τις εξόδους μου, και κάθε μου μέρα ήταν κι ένα σκαλοπάτι στη σκάλα που ανέβαινα για να συναντήσω τη Λουτσία...."


Έτσι μας περιγράφει ο Κούντερα τη Λουτσία, αυτή την αέρινη ύπαρξη, τη θεά της ομίχλης που έδωσε νόημα στην άδεια ζωή του Λούντβιχ, όταν το κομμουνιστικό καθεστώς τον τιμώρησε και τον έστειλε στο στρατόπεδο των ... μαύρων.


"... Ποτέ πριν στη ζωή μου δεν είχα αφιερώσει σε άλλη γυναίκα τόση σκέψη, ποτέ δεν είχα προσηλωθεί τόσο σιωπηλά (αν και, βεβαίως, δεν είχα ποτέ τόσο χρόνο στη διάθεσή). Ποτέ δεν αισθάνθηκα τόση ευγνωμοσύνη για καμία άλλη γυναίκα.
  Ευγνωμοσύνη; Για τι πράγμα; Πρώτ’ απ’ όλα η Λουτσία με τράβηξε απ’ τον θλιβερό ερωτικό ορίζοντα που έκλεινε γύρω μας. Φυσικά: κι ο νιόπαντρος Στάνια είχε σπάσει με τον δικό του τρόπο τον κλοιό· είχε πια στο σπίτι του στην Πράγα τη γυναίκα του, που την αγαπούσε και τη σκεφτόταν. Παρ’ όλα αυτά, δεν ήταν να τον ζηλεύεις. Με το γάμο του έθεσε σε κίνηση το πεπρωμένο του αλλά, απ’ τη στιγμή που έπαιρνε το τρένο να γυρίσει στην Οστράβα, έχανε κάθε έλεγχο επάνω του.
  Με τη γνωριμία μου με τη Λουτσία έθεσα κι εγώ το πεπρωμένο μου σε κίνηση· μα δεν το άφησα ποτέ απ’ τα μάτια μου. Με τη Λουτσία δεν βλεπόμασταν συχνά, αλλά οι συναντήσεις μας γίνονταν σχεδόν σε τακτά χρονικά διαστήματα, κι ήξερα πως ήταν ικανή να με περιμένει δεκαπέντε και παραπάνω μέρες, κι έπειτα να με υποδέχεται σαν να’ χαμε χωρίσει μόλις την προηγούμενη...."


Είναι άραγε έρωτας το αίσθημα που νιώθει ο ήρωάς μας για τη Λουτσία; Η σχέση του δεν έχει τίποτε το σαρκικό ... Ο έρωτας χρειάζεται μήπως το σώμα για να ολοκληρωθεί;


"... Η Λουτσία όμως δε με λύτρωσε μόνο από τη γενική ναυτία που οφειλόταν στις θλιβερές ερωτικές μου περιπέτειες στην Οστράβα. Το’ ξερα ήδη, είν’ η αλήθεια, πως είχα χάσει τη μάχη, πως δεν μπορούσα να κάνω τίποτα με τα μαύρα διακριτικά μου, το’ ξερα πως ήταν παράλογο να περιχαρακωθώ στον εαυτό μου απέναντι σε ανθρώπους με τους οποίους θα ζούσα δύο ή και παραπάνω χρόνια μαζί, πως ήταν παράλογο να διακηρύσσω ακατάπαυστα το δικαίωμα να ακολουθήσω τον δικό μου δρόμο στη ζωή (που άρχιζα να καταλαβαίνω πόσο προνομιακός ήταν), αλλά αυτή η αλλαγή στάσης ήταν απλώς αποτέλεσμα λογικής και θέλησης, και δεν μπορούσε να πάψει τον εσωτερικό θρήνο για το χαμένο πεπρωμένο μου. Αυτό τον εσωτερικό θρήνο τον ησύχασε ως διά μαγείας η Λουτσία. Τώρα μου έφτανε να την αισθάνομαι πλάι μου, με τη δική της τη ζωή, μια ζωή όπου δεν έπαιζε κανένα ρόλο ο διεθνισμός και ο κοσμοπολιτισμός, η πολιτική επαγρύπνηση και η ταξική πάλη, οι διαφωνίες για τον ορισμό της δικτατορίας του προλεταριάτου, η πολιτική με τη στρατηγική και την τακτική της...."


Η Λουτσία είναι μια αφορμή, ένα διανοητικό πείραμα, από αυτά που αρέσκεται να επιχειρεί ο Κούντερα. Ένας δυνητικός δότης. Όσο βρίσκεται μακριά, όσο αποτελεί μια ιδέα, είναι αρκετή για να γεμίσει το εσωτερικό κενό του ήρωα. Όταν όμως τη συναντά ο ήρωας δεν του φτάνει αυτή η ιδέα, ο ήρωας θέλει κάτι παραπάνω...


"... Πάνω σ’ αυτά τα προβλήματα (που είναι καθαρά γέννημα μιας εποχής, γι’ αυτό και το λεξιλόγιό τους θα είναι σύντομα ακατάληπτο) είχα σπάσει τα μούτρα μου εγώ· κι ωστόσο δεν έλεγα να ξεκολλήσω απ’ αυτά. Στις διάφορες επιτροπές όπου με καλούσαν να παρουσιαστώ εξέθετα ένα σωρό λόγους για τους οποίους είχα γίνει κομμουνιστής, αλλά αυτό που με είχε γοητεύσει πιο πολύ, αυτό που με είχε κυριολεκτικά μαγέψει στο κίνημα ήταν το ότι βρέθηκα (ή νόμισα πως βρέθηκα) πλάι στο τιμόνι της Ιστορίας. Πράγματι, την εποχή εκείνη αποφασίζαμε εντέλει για τις τύχες ανθρώπων και πραγμάτων· και ειδικά στα πανεπιστήμια: την εποχή εκείνη οι κομμουνιστές καθηγητές μετριόνταν στα δάχτυλα του ενός χεριού, κι έτσι τα πρώτα χρόνια τα πανεπιστήμια τα διοικούσαν οι κομμουνιστές φοιτητές σχεδόν μόνοι τους, αποφασίζοντας για το διορισμό των καθηγητών, για τη μεταρρύθμιση της διδασκαλίας και για τα προγράμματα. Η μέθη που ζούσαμε ονομάζεται συνήθως μέθη της εξουσίας, αλλά θα μπορούσα (με λίγη καλή θέληση) να διαλέξω λιγότερο αυστηρές λέξεις: μας είχε κάνει μάγια η Ιστορία· είχαμε μεθύσει στη σκέψη ότι καβαλικεύουμε το άλογο της Ιστορίας και αισθανόμαστε το σώμα του κάτω απ’ τα σκέλια μας· βέβαια, τις περισσότερες φορές όλα αυτά οδηγούσαν σε άγρια δίψα για εξουσία, αλλά (έτσι όπως καθετί ανθρώπινο έχει δύο όψεις) εδώ υπήρχε παράλληλα (και ειδικά σ’ εμάς τους νέους) η ιδεαλιστική ψευδαίσθηση ότι εγκαινιάζουμε εμείς την εποχή όπου ο άνθρωπος (κάθε άνθρωπος) δε θα είναι πια εκτός Ιστορίας ούτε κάτω από την μπότα της Ιστορίας, αλλά θα τη δημιουργεί την Ιστορία και θα την κατευθύνει...."


Ο πρώτος άδολος πολιτικός έρωτας: ο κομμουνισμός...
Ο πρώτος άδολος ανθρώπινος έρωτας: η Λουτσία...
Μήπως να τα συσχετίσουμε; Και τα δύο υπάρχουν ως αντίδοτο στη σκληρή και αβάσταχτη πραγματικότητα, μια παρηγοριά, μια ιδέα. Όταν όμως συν-υπάρχεις, συνεχώς σου ξεφεύγει ... 



"... Ήμουν πεπεισμένος ότι μακριά από το τιμόνι της Ιστορίας δεν υπάρχει ζωή παρά μόνο βλάστηση, πλήξη, εξορία, Σιβηρία. Και ξαφνικά (έπειτα από έξι μήνες Σιβηρία) βρήκα μια εντελώς καινούρια και αναπάντεχη ευκαιρία για ζωή: μπροστά μου απλωνόταν, κρυμμένο κάτω απ’ τα απλωμένα φτερά της Ιστορίας, το ξεχασμένο λιβάδι της καθημερινής ζωής, όπου με περιμένει μια ταπεινή και φτωχή γυναίκα, άξια όμως ν’ αγαπηθεί: η Λουτσία...."











Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου