Τετάρτη 9 Μαρτίου 2011

ΑΡΧΑΙΟΤΗΤΑ - Ηλέκτρα

ΕΥΡΙΠΙΔΗΣ - ΗΛΕΚΤΡΑ

H Ηλέκτρα, μια γυναίκα βουτηγμένη στο πένθος, αφιερωμένη στους νεκρούς, ζει χωρίς να ζει, χωρίς τη χαρά του έρωτα, ταγμένη στην εκδίκηση. Η παρθένα Ηλέκτρα στέκεται στον αντίποδα της γυναίκας Κλυταιμνήστρας. Και οι δύο είναι σκληρές και αδυσώπητες. Και όμως η πρώτη εκπροσωπεί ένα πρότυπο μάλλον θετικό, ενώ η δεύτερη σαφώς αρνητικό, τουλάχιστον για την εποχή που δημιούργησε τις τραγωδίες. Κι αυτό γιατί η Ηλέκτρα εκφράζει με το σαφέστερο τρόπο την ουσία της πατριαρχικής αντίληψης για τη συγγένεια.

 Το έργο ξεκινά έχοντας για σκηνικό ένα φτωχό αγροτόσπιτο έξω από το Άργος, όπου ζει η Ηλέκτρα παντρεμένη με ένα φτωχό γεωργό. Ο γεωργός περιγράφει τα δεινά του οίκου των Ατρειδών. Πληροφορούμαστε για την επιστροφή του Αγαμέμνονα από την Τροία, την εν ψυχρώ εκτέλεσή του από τη γυναίκα του, την Κλυταιμνήστρα και τον Αίγισθο και τη σωτηρία του Ορέστη από το γέρο παιδαγωγό.Ο Αίγισθος παντρεύτηκε την Κλυταιμνήστρα και μένει μαζί της στο παλάτι. Την Ηλέκτρα την έδωσε γυναίκα σ΄ αυτό το γεωργό, από τον οποίο πληροφορούμαστε πως δεν την άγγιξε, αλλά πως είναι ακόμη παρθένα.

     ΓΕ.  ἣν οὔποθ' ἁνὴρ ὅδε-σύνοιδέ μοι Κύπρις-
       ᾔσχυνεν εὐνῇ· παρθένος δ' ἔτ' ἐστὶ δή.
       αἰσχύνομαι γὰρ ὀλβίων ἀνδρῶν τέκνα
       λαβὼν ὑβρίζειν, οὐ κατάξιος γεγώς.
       στένω δὲ τὸν λόγοισι κηδεύοντ' ἐμοὶ
       ἄθλιον Ὀρέστην, εἴ ποτ' εἰς Ἄργος μολὼν 
       γάμους ἀδελφῆς δυστυχεῖς ἐσόψεται.
          ὅστις δέ μ' εἶναί φησι μῶρον, εἰ λαβὼν
       νέαν ἐς οἴκους παρθένον μὴ θιγγάνω,
       γνώμης πονηροῖς κανόσιν ἀναμετρούμενος
       τὸ σῶφρον, ἴστω καὐτὸς αὖ τοιοῦτος ὤν. 
                                                                                  στ. 43-53

Στη συνέχεια εμφανίζεται η Ηλέκτρα με μια υδρία στο κεφάλι για να γεμίσει νερό από το ποτάμι. Έκδηλη είναι η δυσαρέσκειά της απέναντι στον Αίγισθο, έχει όμως για στήριγμα τη φιλία του γεωργού. Όταν αποχωρούν ο γεωργός και η Ηλέκτρα από τη σκηνή, εμφανίζονται ο Ορέστης και ο Πυλάδης. Σκοπός του Ορέστη είναι να φονεύσει τους φονιάδες του πατέρα του, οδηγημένος από τους χρησμούς του Απόλλωνα. Η Ηλέκτρα, μόλις επιστρέφει, ξαφνιάζεται από την αναπάντεχη παρουσία των δύο ξένων και ετοιμάζεται να τραπεί σε φυγή. Στη στιχομυθία που ακολουθεί πραγματοποιείται το α΄ μέρος της αναγνώρισης: ο Ορέστης αναγνωρίζει την Ηλέκτρα. Αυτή όμως δεν τον αναγνωρίζει, καθώς ήταν μικρή όταν χώρισαν βίαια τα δυα αδέλφια. Ο Ορέστης της αυτοσυστήνεται ως φίλος του αδελφού της και η Ηλέκτρα του εξιστορεί τα παθήματά της και την λαχτάρα της για εκδίκηση.

     ΗΛ.  λέγοιμ' ἄν, εἰ χρή-χρὴ δὲ πρὸς φίλον λέγειν-
       τύχας βαρείας τὰς ἐμὰς κἀμοῦ πατρός.
       ἐπεὶ δὲ κινεῖς μῦθον, ἱκετεύω, ξένε,
       ἄγγελλ' Ὀρέστῃ τἀμὰ καὶ κείνου κακά,
       πρῶτον μὲν οἵοις ἐν πέπλοις αὐλίζομαι,
       πίνῳ θ' ὅσῳ βέβριθ', ὑπὸ στέγαισί τε
       οἵαισι ναίω βασιλικῶν ἐκ δωμάτων,
       αὐτὴ μὲν ἐκμοχθοῦσα κερκίσιν πέπλους,
       ἢ γυμνὸν ἕξω σῶμα κἀστερήσομαι,
       αὐτὴ δὲ πηγὰς ποταμίους φορουμένη,
       ἀνέορτος ἱερῶν καὶ χορῶν τητωμένη.
       ἀναίνομαι γυναῖκας οὖσα παρθένος,
       ἀναίνομαι δὲ Κάστορ', ᾧ πρὶν ἐς θεοὺς
       ἐλθεῖν ἔμ' ἐμνήστευον, οὖσαν ἐγγενῆ.
       μήτηρ δ' ἐμὴ Φρυγίοισιν ἐν σκυλεύμασιν
       θρόνῳ κάθηται, πρὸς δ' ἕδραισιν Ἀσίδες 
       δμωαὶ στατίζουσ', ἃς ἔπερσ' ἐμὸς πατήρ,
       Ἰδαῖα φάρη χρυσέαις ἐζευγμέναι
       πόρπαισιν. αἷμα δ' ἔτι πατρὸς κατὰ στέγας
       μέλαν σέσηπεν, ὃς δ' ἐκεῖνον ἔκτανεν,
       ἐς ταὐτὰ βαίνων ἅρματ' ἐκφοιτᾷ πατρί,
       καὶ σκῆπτρ' ἐν οἷς Ἕλλησιν ἐστρατηλάτει
       μιαιφόνοισι χερσὶ γαυροῦται λαβών.
       Ἀγαμέμνονος δὲ τύμβος ἠτιμασμένος
       οὔπω χοάς ποτ' οὐδὲ κλῶνα μυρσίνης
       ἔλαβε, πυρὰ δὲ χέρσος ἀγλαϊσμάτων.
                                                       στ. 304-325

Με την επιστροφή του ο γεωργός εκφράζει στην αρχή τη δυσαρέσκειά του να συνομιλεί η γυναίκα του με ξένους, μετά όμως τα καθησυχαστικά λόγια της Ηλέκτρας, πείθεται και εκδηλώνει μάλιστα και τα φιλόξενα αισθήματά του. Στη συνέχεια πηγαίνει να προσκαλέσει το γέρο παιδαγωγό για ν΄ ακούσει και αυτός τις πληροφορίες για τον Ορέστη, που φέρνει ο απεσταλμένος του. Με την εμφιάνιση του παιδαγωγού ολοκληρώνεται και το δεύτερο μέρος της αναγνώρισης. Ο γέροντας αναγνωρίζει τον Ορέστη από ένα σημάδι στο φρύδι που σκίστηκε καθώς έπεσε κυνηγώντας ένα ελαφάκι. Μετά την αναγνώριση σειρά έχει η σκευωρία, το φονικό σχέδιο για τον Αίγισθο.

 {Ορ.}        εἶἑν· φίλας μὲν ἡδονὰς ἀσπασμάτων
       ἔχω, χρόνῳ δὲ καὖθις αὐτὰ δώσομεν.
       σὺ δ', ὦ γεραιέ-καίριος γὰρ ἤλυθες-
       λέξον, τί δρῶν ἂν φονέα τεισαίμην πατρός;
       [μητέρα τε κοινωνὸν ἀνοσίων γάμων;]
       ἔστιν τί μοι κατ' Ἄργος εὐμενὲς φίλων;
       ἢ πάντ' ἀνεσκευάσμεθ', ὥσπερ αἱ τύχαι;
       τῷ ξυγγένωμαι; νύχιος ἢ καθ' ἡμέραν;
       ποίαν ὁδὸν τραπώμεθ' εἰς ἐχθροὺς ἐμούς; 
                                                                     στ. 595-604

Ο Ορέστης με βοηθό τον Πυλάδη αναλαμβάνει το φόνο του Αίγισθου που θυσιάζει εκεί κοντά. Ο γέροντας θα πάει να πει στην Κλυταιμνήστρα ότι η Ηλέκτρα τάχα έχει γεννήσει και πως πρέπει να έρθει για να την εξαγνίσει. Μετά την παρεμβολή του χορικού όπου ασκείται κριτική στους μύθους των ανθρώπων, ότι δηλαδή υπάρχουν για να υποδαυλίζουν τη λατρεία των ανθρώπων στους θεούς, καταφθάνει ο αγγελιοφόρος.Στην αγγελική ρήση εξιστορείται ο τρόπος με τον οποίο ο Ορέστης σκότωσε τον Αίγισθο. Οι άνδρες επιστρέφουν με το πτώμα. Στη συνέχεια προσέρχεται η Κλυταιμνήστρα πάνω σε πολυτελή άμαξα περιστοιχισμένη από σκλάβες της Τροίας.

ΚΛ. ἔκβητ' ἀπήνης, Τρῳάδες, χειρὸς δ' ἐμῆς
       λάβεσθ', ἵν' ἔξω τοῦδ' ὄχου στήσω πόδα.
       σκύλοισι μὲν γὰρ θεῶν κεκόσμηνται δόμοι
       Φρυγίοις, ἐγὼ δὲ τάσδε, Τρῳάδος χθονὸς
       ἐξαίρετ', ἀντὶ παιδὸς ἣν ἀπώλεσα
       σμικρὸν γέρας, καλὸν δὲ κέκτημαι δόμοις.
  Ηλ.  οὔκουν ἐγώ-δούλη γὰρ ἐκβεβλημένη
       δόμων πατρῴων δυστυχεῖς οἰκῶ δόμους-
       μῆτερ, λάβωμαι μακαρίας τῆς σῆς χερός;
  Κλ. δοῦλαι πάρεισιν αἵδε, μὴ σύ μοι πόνει.
  Ηλ. τί δ'; αἰχμάλωτόν τοί μ' ἀπῴκισας δόμων,
       ᾑρημένων δὲ δωμάτων ᾑρήμεθα,
       ὡς αἵδε, πατρὸς ὀρφαναὶ λελειμμέναι.
  Κλ.  τοιαῦτα μέντοι σὸς πατὴρ βουλεύματα 
       ἐς οὓς ἐχρῆν ἥκιστ' ἐβούλευσεν φίλων.
       λέξω δὲ . . . καίτοι δόξ' ὅταν λάβῃ κακὴ
       γυναῖκα, γλώσσῃ πικρότης ἔνεστί τις.
       ὡς μὲν παρ' ἡμῖν, οὐ καλῶς· τὸ πρᾶγμα δὲ
       μαθόντας, ἢν μὲν ἀξίως μισεῖν ἔχῃς,
       στυγεῖν δίκαιον· εἰ δὲ μή, τί δεῖ στυγεῖν;
                                                                                στ. 998-1017



Ο Ορέστης και οι υπόλοιποι κρύβονται στο σπίτι. Ακολουθεί αγώνας λόγων ανάμεσα στη μητέρα και την κόρη. Η Κλυταιμνήστρα επιχειρηματολογεί πωες συγκεκριμένοι λόγοι την οδήγησαν να δολοφονήσει τον Αγαμέμνονα. Πρώτα η άσκοπη θυσία της Ιφιγένειας για χάρη της απιστίας της Ελένης. Και δεύτερο η επιστροφή του Αγαμέμνονα με την Κασσάνδρα στη συζυγική του κλίνη. Η Ηλέκτρα δεν πείθεται. Της καταλογίζει απερισκεψία και μια αδικαιολόγητη ωραιοπάθεια κατά την απουσία του άντρα της της που δεν αρμόζουν σε φρόνιμη γυναίκα. Επίσης της καταλογίζει και αδιαφορία, καθώς δεν εμπιστεύτηκε το παλάτι στα παιδιά της, παρά το χάρισε ως προίκα στον Αίγισθο.Στη συνέχεια η Κλυταιμνήστρα μπαίνει μέσα στο σπίτι όπου και συντελείται το φονικό. Συγκλονισμένα και μετανιωμένα βγαίνουν τα δύο αδέλφια και θρηνούν για τις συμφορές. Λύση στο δράμα δίνουν οι από μηχανής θεοί Διόσκουροι. Αναφέρουν πως ο σοφός Απόλλωνας έδωσε άσοφες μαντείες. Στη συνέχεια ορίζουν να παντρευτεί η Ηλέκτρα, η παρθένα Ηλέκτρα, τον Πυλάδη. Ο Ορέστης θα μεταβεί στην Αθήνα και, αφού αγκαλιάσει το ξόανο της Αθηνάς της Παλλάδας στον Παρθενώνα για να τρομάξουν οι Ερινύες  και ν ΄ απαλλαγεί απ΄ αυτές στη συνέχεια θα δικαστεί στον Άρειο Πάγο και θ΄ αθωωθεί. Οι Διόσκουροι αποχωρούν για να σώσουν από το κύμα κάποια καράβια στη Σικελία. Το έργο κλείνει με το σπαρακτικό αποχωρισμό του Ορέστη και της Ηλέκτρας. 




Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου