Πέμπτη 29 Μαΐου 2014

"Στην άκρη του νήματος" Σωτηρία Περβανά

ΙΖΑΜΠΕΛ: Ηρωίδα βγαλμένη από αρχαία τραγωδία




Το μυθιστόρημα της Σωτηρίας Περβανά με τον τίτλο «Στην άκρη του νήματος» μας ξετυλίγει το κουβάρι της ζωής της Ιζαμπέλ. Η Ιζαμπέλ ζει με το παρελθόν της και μεταφέρει το παρελθόν της στο παρόν και το μέλλον. Ένα παρελθόν που αποτελείται από εγκατάλειψη,  χαμένη παιδικότητα, κλεμμένη αθωότητα, ερωτική απογοήτευση, σκληρότητα. Μένει εγκλωβισμένη στο χθες και επιστρέφει συνεχώς σ΄ αυτό, γιατί το κουβαλά μαζί της. Το ζητούμενο είναι αν θα μπορέσει ποτέ ν΄ απαλλαγεί από αυτό. Ζούμε άραγε τη ζωή που επιλέγουμε ή τη ζωή που μας έχουν ορίσει; Μήπως τελικά αυτό που αποκαλούμε πεπρωμένο είναι μια τροχιά από το παρελθόν κι εμείς απλώς οδηγούμε ένα όχημα που κινείται με κεκτημένη ταχύτητα;
Η Ιζαμπέλ δεν είναι άνθρωπος της εποχής της, είναι εκτός εποχής. Ένας άνθρωπος αχρονικός. Πολύ εύστοχα μας την περιγράφει η Περβανά ως μια νεράιδα που πετά από ψηλά… Ένας άνθρωπος που φτάνει στα όριά του, ένας άνθρωπος που προκαλεί τις αντοχές του, που ακροβατεί με το είναι του. Μια…Μήδεια, μια…Ηλέκτρα, μια… Αντιγόνη. μια…Φαίδρα. Ένας άνθρωπος  που παγιδεύεται στις επιλογές της, αλλά μένει σταθερή σ΄ αυτές. Ένας ήρωας της αρχαίας τραγωδίας εύκολα χαρακτηρίζεται υπερβολικός. Αλλά με τι υλικά είναι καμωμένος ένας ήρωας; Με υλικά που δεν είναι καμωμένος ο καθημερινός άνθρωπος. Με υλικά που διαθέτουν μια άκαμπτη υφή. Η εποχή αλλάζει, ο άνθρωπος όμως όχι. Αυτό συνιστά την τραγικότητα του ανθρώπου. Η εποχή τελικά μετατρέπεται σε ένα σκηνικό, που απλώς ντύνει την τραγικότητα του ανθρώπου. Η εποχή που διαδραματίζεται το έργο της Περβανά, η μπελ επόκ της Αθήνας, παίζει ένα ρόλο κομπάρσου. Αν ο άνθρωπος άλλαζε, αν προσαρμοζόταν, αν χαιρόταν με την αλλαγή του, τότε θα επιβίωνε και μάλιστα εύκολα. Αλλά δε θα ήταν ήρωας, θα ήταν ένας χαρακτήρας ανάλαφρος, ίσως και κωμικός. Η Ιζαμπέλ όμως είναι μια … νεράιδα, ένας άγγελος του σκότους, που αντί να πετάει, βυθίζεται στα άπατα της ψυχής.
Πως αλλιώς να ερμηνεύσω το πηγάδι μέσα στο οποίο καταβυθίζεται;  «Κοιτούσε τον θεοσκότεινο πάτο του και προσπαθούσε να μαντέψει το απύθμενο βάθος του. Ούτε οι πιο φωτεινές αχτίδες, που ξεγλιστρούσαν από την αγκαλιά του ουρανού και έπεφταν μέσα στο στοόμιο του πηγαδιού δεν έφταναν να αγγίξουν τον πυθμένα του. Γούρλωνε τα μάτια της η Ιζαμπέλ να δει τι είχε μέσα…».       
Ο ύπνος και τα όνειρα στα οποία βρίσκει καταφύγιο από τη συζυγική της ζωή;  «Την έπαιρνε εκείνος ο ύπνος θάνατος στην αγκαλιά του και τη νανούριζε και σταματούσε πια να μετρά τις ξέπνοες ανασαιμιές και τους γοργούς χτύπους της καρδιάς της. Μόνο στον ύπνο της χαιρόταν και έσπρωχνε τη μέρα να περάσει γρήγορα, να΄ρθει η νύχτα, να ονειρευτεί αυτά που εκείνη ήθελε…».           
Η μητέρα της που αποτελεί ίσως το αρχετυπικό της εγώ, τον ερεβώδη εαυτό της μέσα από τον οποίο  πασχίζει να ερμηνεύσει τα δικά της ερωτηματικά στη ζωή. «…η μοίρα τους έμοιζε να είναι κοινή. Δεν ήθελε να καταντήσει σαν εκείνη. Αλλά,αν τελικά η ψυχή κλροδοτείται, τότε σίγουρα είχε κληρονομήσει την ψυχή της μητέρας της, την τραχιά και σκληροτράχηλη ψυχή της, που δεν πονούσε ούτε μάτωνε πια, έστεκε απλώς κι αγνάντευε από ψηλά τους άλλους να αγωνίζονται να της κάνουν κακό και να μην μπορούν…»
Και ποια μέσα χρησιμοποιεί η ηρωίδα για ν΄ απαλλαγεί από τα συμπλέγματα του παρελθόντος; Ζωγραφική, απομόνωση, συλλογή ηδονικών εμπειριών, κοινωνική άνοδος, καλλιτεχνική καταξίωση, ανταπόδωση του μίσους που κρύβει μέσα της. Επιλέγει μια εγωκεντρική προσέγγιση της ζωής. Λείπει η συλλογική προοπτική, η αγάπη. Έχει υιοθετήσει μια σκληρή εκτίμηση για τη ζωή. Στη ζωή προχωρά ο πιο σκληρός μακριά από συναισθηματισμούς. Δεν προσαρμόζεται στους άλλους, επιθυμεί οι άλλοι να προσαρμοστούν σ΄ αυτή. Ένα παιχνίδι εξουσίας, ένας ανταγωνισμός μέχρι θανάτου. Η μόνη σχέση που διασώζεται είναι η σχέση μητέρας-παιδιού. Μια σχέση φυσικής αναγκαιότητας. Ακόμη και τη Δωροθέα, για την οποία η Ιζαμπέλ τρέφει τόσο ευγενικά αισθήματα, θα μπορούσα να την προσεγγίσω ως μια παραλλαγή της μητέρας.

   Νομίζω ότι η Περβανά δε θέλησε να δώσει ένα μήνυμα ηθικής φύσης στον αναγνώστη, να μιμηθεί δηλαδή ή να αποστραφεί την ηρωίδα της. Δεν δίνει καν λύση στο δράμα. Σε ανθρώπινα δράματα τέτοιου μεγέθους λύση δεν μπορούν να δώσουν ούτε οι διάφοροι από μηχανής θεοί που μας συνήθισε ο αγαπημένος μου Ευριπίδης, ούτε οι διάφορες θρησκείες. Λύση στα δράματα δίνουν οι ίδιοι πρωταγωνιστές, οι υπόλοιποι δίνουν μια διέξοδο, μια ανακούφιση. Η Περβανά μας δίνει έναν ατόφιο, ανόθευτο χαρακτήρα που συνεχώς βυθίζεται αργά, βασανιστικά και μεθυστικά μέσα στην ίδια της την ψυχή. Και μετά καλεί τον αναγνώστη να πάρει ο ίδιος θέση: θα συμφωνήσει ή θα διαφωνήσει με την ηρωίδα, θα την δικαιολογήσει ως στάση ζωής ή θα την απορρίψει;

Δευτέρα 19 Μαΐου 2014

"Δύσκολος" Μένανδρος

ΔΥΣΚΟΛΟΣ





Στο βάθος των θεμάτων που διαπραγματεύονται οι κωμωδίες του Μένανδρου βρίσκεται πάντα ο έρωτας χωρίς ρομαντικότητα και εξιδανίκευση αλλά και χωρίς διαστροφές. Ένας έρωτας που σκοντάφτει σε δυσκολίες και παρεξηγήσεις τις οποίες μέσα από την εξέλιξη της πλοκής θα καταφέρει να ξεπεράσει φθάνοντας πάντα σε ένα αίσιο τέλος.

Η κωμωδία, την οποία ο Μένανδρος συνέθεσε στα 25 του χρόνια, παραπέμπει ευθύς εξαρχής στην επίδραση την οποία άσκησε η ευριπίδεια τραγωδία στην κωμωδιογραφική παραγωγή του 4ου αιώνα. Όπως στον Ίωνα ο θεός Ερμής εισάγει τον θεατή σε μια πλοκή πλούσια σε μηχανορραφίες και περιπλοκές, τον Δύσκολο προλογίζει ο αγροτικός θεός Πάνας και αρχικά εξηγεί στον θεατή, για να χρησιμοποιήσουμε την εύστοχη διατύπωση του Eric W. Handley, εν είδει «λεκτικής σκηνογραφίας» («verbal scene painting») τον τόπο της δράσης (το αττικό χωριό Φυλή) και τη σκηνοθεσία ( από τη μια το σπίτι του δύστροπου Κνήμωνα και του θετού του γιου Γοργία από την άλλη, το σπήλαιο των Νυμφών, από το οποίο εξέρχεται ο Πάνας, στο κέντρο). Εκτίθενται η προϊστορία και η κατάσταση των πραγμάτων έως εκείνη τη στιγμή:

ΠΑΝΑΣ:
…Σε τούτο το χωράφι δεξιά μου
ζει ο Κνήμωνας, μισάνθρωπος μεγάλος,
δύσκολος σ΄ όλους και μισεί τον κόσμο
-τον κόσμο λέω; Τόσα χρόνια τούτος
σ΄ όλη του τη ζωή γλυκιά κουβέντα
δεν είπε σε κανέναν κι ούτε πάλι
χαιρέτησε κανέναν πρώτος, μόνο
τον Πάνα, εμέ, κι αυτό από την ανάγκη,
γιατί ΄μαστε γειτόνοι και περνάει
μπροστά μου, όμως αμέσως μετανιώνει
γι΄ αυτό, καλά το ξέρω. Λοιπόν τέτοιος
όντας αυτός, παντρεύτηκε μια χήρα
που ΄χε χάσει τον άντρα της πριν λίγο
αφήνοντάς της ένα αγόρι, μικρό τότε.
Μαζί της δεν καβγάδιζε μονάχα
τη μέρα, μα και κάμποσο από τη νύχτα
και κακοζούσε. Απόκτησε μια κόρη.
Χειρότερα τα πράγματα γινήκαν.
Μια κι είχε το κακό παρατραβήξει
Κι ήταν σκληρή η ζωή τους κι όλο γκρίνιες,
στο γιο της έφυγε η γυναίκα πάλι
που ΄χε απ΄ τον πρώτο άντρα της. Εκείνος
κατέχει εδώ κοντά ένα κτηματάκι
και ψευτοσυντηρεί τον εαυτό του,
τη μάνα του κι απ΄ τον πατέρα του ένα
δούλο πιστό. Έχει γίνει παλικάρι
τ΄ αγόρι πια κι ο νους του είναι πιο πάνω
από την ηλικία του. Σε μεστώνουν οι
δυσκολίες της ζωής. Ο γέρος μόνος
ζει με τη θυγατέρα του και κάποια
γριά υπηρέτρια. Κουβαλάει ξύλα,
σκάβει, μοχθώντας πάντα, κι αρχινώντας
κι απ΄ τη γυναίκα και τους γειτόνους
αυτούς, μισεί ως τον Χολαργό τους πάντες.
Όμοια με την ανατροφή της η κοπέλα,
δεν ξέρει πονηριές και τις συντρόφισσές μου
Νύμφες τιμάει πολύ και τις φροντίζει,
που μ΄ έκανε και εγώ να την προσέξω.
Ένα παλικαράκι με πατέρα
πάμπλουτο, που ΄χει πλήθος τα χωράφια
εδώ και τα οργώνει, όμως με τρόπους
της πόλης, όταν ήρθε για κυνήγι
με κάποιο φίλο του σ΄ αυτά τα μέρη,
κανόνισα να συναντήσει, τάχα
στην τύχη, το κορίτσι και να νιώσει
μεγάλον έρωτα. Με λίγα λόγια ετούτα.
Τ΄ άλλα ξέχωρα θα τα δείτε ένα προς ένα
αν σας αρέσουν – και θα σας αρέσουν.
Στ. 5-46




Ο πρόλογος του Πάνα κατέστησε σαφές ότι στο κέντρο της δράσης βρίσκεται ο χαρακτήρας του δύστροπου γέροντα Κνήμωνα. Ο ιδιότροπος σε όλη του τη ζωή Κνήμωνας, έχοντας απορρίψει όλους τους ανθρώπους, περνούσε μια φτωχική ζωή στο αγρόκτημά του. Παρά τον μισάνθρωπο χαρακτήρα του ο δύστροπος παντρεύτηκε μια χήρα, η οποία από τον πρώτο της γάμο είχε έναν μικρό γιο (τον Γοργία). Η έκβαση του γάμου δεν έμελλε να είναι ευτυχής: βέβαια η γυναίκα του του χάρισε μια κορούλα· επειδή, όμως, η ζωή με τον δύστροπο γέρο έγινε αφόρητη, μετακόμισε στο γιο της Γοργία, και η κόρη έμεινε με τον πατέρα της. Στο μεταξύ το κορίτσι έχει μεγαλώσει κ τιμά διαρκώς με ευσέβεια και δέος τις Νύμφες· έτσι ο Πάνας θεωρεί ότι έχει ως προστάτης της την υποχρέωση να φροντίσει για αυτήν. Της βρίσκει γαμπρό. Ως πατέρας του κοριτσιού ο Κνήμωνας έχει τον λόγο για την επικείμενη ερωτική σχέση, την οποία δρομολόγησε ο Πάνας. Ο  κακομαθημένος αλλά κατά τα άλλα συμπαθής Σώστρατος ερωτεύτηκε τη Μυρρίνη, την κόρη του Κνήμωνα. Όλες οι προσπάθειες του όμως να συνομιλήσει με τον γέροντα ναυαγούν εξαιτίας της πεισματικής άρνησής του (1η πράξη):

ΚΝΗΜΩΝΑΣ:
Δεν ήταν ο Περσέας ευτυχισμένος
με δυο τρόπους; Φτερωτός γινόταν
και μπρος του ένα πεζό δε συναντούσε.
Κατόπι είχε ένα κόλπο τέτοιο, που όσοι
τον τσάτιζαν, τους έκανε όλους πέτρες.
Ε, ρε και να ΄χα το εργαλείο του τώρα.
πράμα πιο άφθονο παντού δε θα υπήρχε
μόνο κοτρόνια με μορφές ανθρώπων.
Μα τον Ασκληπιό, έχει καταντήσει
μαρτύριο η ζωή. Πατούν το χτήμα,
σου κουβεντιάζουν. Άλλοτε στην άκρη
συνήθιζα να κάθομαι του δρόμου.
Τώρα του χωραφιού το μέρος τούτο
δεν το δουλεύω, ν΄ αποφεύγω τους διαβάτες.
Με κυνηγούν ωστόσο και στους λόφους.
Τι όχλος ανυπόφορος!...
Στ.153-166  

ΣΧΟΛΙΟ: Ο Κνήμων αναφέρεται στο μύθο του Περσέα, σύμφωνα με τον οποίο ο ήρωας για να βρει τη Γοργόνα-Μέδουσα και να την αποκεφαλίσει, κατά διαταγή του Πολυδέκτη, πήρε από τις Νύμφες φτερωτά σανδάλια. Όταν κατάφερε να αποκεφαλίσει τη γοργόνα πήρε το κεφάλι της και με αυτό πέτρωνε όσους τον έβλεπαν.


Ο Σώστρατος κατορθώνει να πάρει με το μέρος του τον Γοργία, τον επιφυλακτικό αρχικά ετεροθαλή αδελφό της Μυρρίνης. Ο Γοργίας δηλώνει πρόθυμος να επηρεάσει με τις δέουσες προφυλάξεις τον Κνήμωνα, ώστε να μην παρεμποδίζει πλέον έναν γάμο μεταξύ της κόρης του και του Σώστρατου.

 Η εξέλιξη της πλοκής, που έβαινε έως τώρα ευθύγραμμα, επιβραδύνεται: η μητέρα του Σώστρατου σχεδιάζει να τελέσει με μεγάλη ακολουθία μια συμποσιακή θυσία στο σπήλαιο των Νυμφών(2η πράξη). Ο Κνήμωνας αισθάνεται τόσο ενοχλημένος από την διοργάνωση και προπάντων από τον φορτικό μάγειρα Σίκωνα, ώστε αποσύρεται θυμωμένος στο σπίτι του. Και εκεί, ωστόσο, δεν πρόκειται να ησυχάσει: η υπηρέτριά του Σιμίχη άφησε να πέσει μέσα στη στέρνα μια αξίνα μαζί με τον κουβά του νερού, και έτσι ο γέροντας κραυγάζοντας δυνατά διαπιστώνει ότι είναι αναγκασμένος να βγάλει ο ίδιος το εργαλείο από το πηγάδι (3η πράξη). Στην προσπάθειά του γκρεμίζεται κι αυτός. Ο Γοργίας και ο Σώστρατος τον σώζουν.

ΣΩΣΤΡΑΤΟΣ:
Με βιάση καθώς μπήκαμε, ο Γοργίας
πηδάει ευθύς μέσα μες στο πηγάδι. Η κόρη
κι εγώ στεκόμασταν άπραγοι από πάνω.
Και τι να κάνουμε; Θρηνούσε εκείνη,
τραβούσε τα μαλλιά της και χτυπούσε
το στήθος της βαριά. Εγώ ο καλός σου
σαν παραστάτης βρισκόμουν κοντά της
και την ικέτευα, την παρακαλούσα
να μην τα κάνει αυτά και την κοιτούσα
σα να ΄ταν άγαλμα πανέμορφο. Όμως
δε  μ΄ ένοιαζε καθόλου για το γέρο
που ΄χε χτυπήσει μέσα στο πηγάδι.
Μα τον τραβούσα πάντα, δίχως κέφι.
Και παρά λίγο να τον αφανίσω.
Μου ΄φυγε τρεις φορές από το χέρι
το σκοινί, ως κοιτούσα θαμπωμένος
την κοπελιά. Αλλά φάνηκε ο Γοργίας
Άτλας σωστός. Με δύναμη βαστούσε
και με κόπο τον έφερε ως απάνω.
Σα βγήκε ο γέρος, έτρεξα εδώ πέρα.
Γιατί πια δεν κρατιόμουνα καθόλου.
Ακόμα λίγο και θα φίλαγα την κόρη.
Την αγαπώ με τόσο πάθος…
Στ. 665 – 687


Το αποτέλεσμα είναι να αλλάξει τρόπο σκέψης ο Κνήμων που σκοπεύει να αποσυρθεί, αφού είναι γέροντας, μεταβιβάζει στον Γοργία το δικαίωμα διαχείρισης της περιουσίας του και δίνει στους μελλόνυμφους, Σώστρατο και Μυρρίνη, την ευχή του (4η πράξη). Έτσι ήδη στο τέλος της 4ης πράξης επιτυγχάνεται μια απόλυτα ικανοποιητική λύση για την πλοκή της κωμωδίας: ο Κνήμωνας αναγνώρισε το σφάλμα στη συμπεριφορά του, χωρίς εντούτοις να αποδεχθεί και την τελευταία συνέπεια και να επιστρέψει στην κοινότητα των πολιτών· ο Σώστρατος βλέπει ότι πέτυχε τον στόχο που επιθυμούσε.

ΚΝΗΜΩΝΑΣ:
Δε θέλω τώρα συμβουλές και τέτοια,
τη γνώμη να μου αλλάξετε, μονάχα
να καταλάβετε. Το μόνο ως τώρα
σφάλμα που έκανα, ήταν πως θαρρούσα
τον εαυτό μου αυτάρκη, πως δεν είχα
κανενός την ανάγκη. Τώρα ως βλέπω
πόσο γοργά μπορεί να τελειώσει
κι αιφνίδια η ζωή, καταλαβαίνω
τι ανόητος ήμουν τότε. Πρέπει πάντα
πλάι σου να ΄χεις κάποιο βοηθό σου.
Τόσο πολύ ΄χε ξαστοχήσει ο νους μου
Βλέποντας τους ανθρώπους ότι ζούσαν
Με το μυαλό στραμμένο προς το κέρδος,
Που, μα τον Ήφαιστο, θαρρούσα ούτε ένας
δε θα  ΄θελε ποτέ καλό του άλλου.
Αυτό ήταν που μ΄ εμπόδιζε. Όμως τώρα
μ΄ έκανε και κατάλαβα ο Γοργίας
με μια του πράξη ευγενική. Έχει σώσει
αυτόν που δεν τον άφησε στην πόρτα
να πλησιάσει του σπιτιού του κι ούτε
τον βοήθησε καν, έστω και λίγο,
που δεν του μίλησε, ούτε μια κουβέντα
γλυκιά δεν του είπε. Κάποιος άλλος
θα ΄χε δίκιο να πει: «Δε μ΄ αφήνεις
να σε ζυγώσω; Δε σε πλησιάζω.
δε μας βοήθησες; Δε σε βοηθάω».
Τι ΄ναι , παιδί μου; Αν τώρα εγώ πεθάνω
-δεν είμαι και πολύ καλά νομίζω-
ή αν ζήσω κι άλλο, θα σε κάνω γιο μου
και κληρονόμο σ΄ όλα τα δικά μου.
Στην κόρη μου σε βάζω κηδεμόνα.
Να την παντρέψεις. Και καλά να ΄μαι,
δε θα μπορέσω να της βρω έναν άντρα,
γιατί κανείς ποτέ δε θα μ΄ αρέσει.
Αν ζήσω ωστόσο, αφήστε με όπως θέλω
να ζω, τ΄ άλλα όλα εσύ να τα φροντίσεις.
Να ΄ναι καλά οι θεοί, είσαι μυαλωμένος
κι είναι σωστό να ΄σαι προστάτης
της αδελφής σου. Από το κτήμα
δωσ΄ της για προίκα το μισό, με τ΄ άλλο
τη μάνα σου κι εμένα να φροντίζεις.
Κόρη μου, ξάπλωσέ με, δε νομίζω
πως πρέπει ο άντρας πιο πολλά να λέει
απ΄ τα΄ αναγκαία. Όμως αυτό να ξέρεις,
γιε μου, δυο λόγια θα σου πω για μένα.
Αν όλοι ήταν καλοί, δε θα υπήρχαν
τα δικαστήρια, μήτε θα βάζαν
ένας τον άλλο φυλακή, δε θα υπήρχε
πόλεμος κι ο καθένας θα ΄ταν τότε
μ΄ όσα του ορίζονταν σωστά, ευχαριστημένος.
Ίσως τούτα να μη σας αρέσουν.
Ζήστε όπως θέλετε. Τώρα στην άκρη
θα πάει ο δύστροπος γερο-γκρινιάρης.
Στ. 705-747    



Επειδή, όμως, βάσει των κανόνων του αττικού θεάτρου υποχρεωτικά ακολουθεί ακόμα μία πράξη. Ο  σκλάβος Γέτας και ο μάγειρας Σίκων θέλουν να υποβάλλουν τον γέροντα σε μια θεραπεία, για να του αλλάξουν τον δύστροπο χαρακτήρα του. Διαφορετικά, αν στο μέλλον αναγκαστούν να ζήσουν κάτω από την ίδια στέγη με αυτό το τέρας, οι προβλέψεις είναι δυσοίωνες. Ενώ οι υπόλοιποι γιορτάζουν στο εσωτερικό, οι δυο τους βασανίζουν τον ανήμπορο γέροντα, έως ότου στο τέλος δεν του απομένει τίποτα άλλο παρά να συμμετάσχει στη γιορτή. Έτσι το τέλος του Δύσκολου μοιάζει απόλυτα με τις κωμωδίες του 5ου αιώνα, στις οποίες (όπως στους Αχαρνείς, στην Ειρήνη ή στους Όρνιθες του Αριστοφάνη) η έξοδος κορυφώνεται σε μια γιορτή.

ΛΟΓΟΙ ΤΗΣ ΜΙΣΑΝΘΡΩΠΙΑΣ: Ο μισάνθρωπος του Μένανδρου δεν είναι ούτε χαζός ούτε κακούργος, αλλά όπως ο ίδιος μας φανερώνει οφείλει το χαρακτήρα του στην κακή του πείρα από τον κόσμο και τους ανθρώπους· μια πείρα που τον κατέστησε ενάντιο στην κρατούσα κοινωνική κατάσταση, αναγνωρίζοντας ως εχθρούς του όσους εμπλέκονται σε καταστάσεις που τον αφορούν.  Η επιστροφή του δύσκολου στην κοινωνία θα πραγματοποιηθεί εντέλει όχι ως αποτέλεσμα λογικής σκέψης, αλλά λόγω ανάγκης, ως επακόλουθο των ενοχλητικών μεθοδεύσεων του δούλου και του μάγειρα. Όταν ο ίδιος γκρεμίστηκε στο πηγάδι, γκρεμίστηκε μαζί και το ιδεώδες του για απόλυτη αυτάρκεια. Όταν εμπαίζεται με άσχημο τρόπο από τους σκλάβους γίνεται το ευτράπελο θύμα της εμμονής και της αφροσύνης του. Η άρνησή του να φανεί συνετός θα καμφθεί από τον εξαναγκασμό και την αδυναμία του. Θα μπει τελικά στο χορό, θέλοντας και μη, κάνοντας την ανάγκη φιλοτιμία αφού θα του δοθεί και το εύλογο πρόσχημα. Η περίπτωση του Δυσκόλου αποδεικνύει ότι εκείνοι ακριβώς που δεν έχουν το αίσθημα της ανθρώπινης αλληλεγγύης, έχουν καθήκον προς τον εαυτό τους να το αποκτήσουν.


ΝΕΟΙ ΚΑΙΡΟΙ: Ο κωμικός ποιητής της εποχής του Μένανδρου απευθύνεται σε ένα κοινό που χρειάζεται την απόδραση από την τρέχουσα πραγματικότητα, την προσφυγή σε ένα φαντασιακό κόσμο, απαλλαγμένο από οικονομικές δυσχέρειες και ανυπέρβλητα προβλήματα. Αυτή η ανάγκη θα ικανοποιηθεί στη Νέα Κωμωδία όπου όλα τα προβλήματα έχουν μια λύση και όλες οι καταστάσεις μια ευτυχή κατάληξη. Ο Μένανδρος λοιπόν σε αντίθεση με τους παλιούς κωμωδιογράφους που ήταν οδηγοί των συμπολιτών τους, δεν έχει στάση δασκάλου και στηλιτευτή, αλλά με ανεκτικότητα και συμπάθεια δείχνει επιείκεια και κατανόηση, δημιουργώντας μια επιθυμητή για το κοινό του δραματική ψευδαίσθηση

Δευτέρα 28 Απριλίου 2014

Η Ιστορία ως ατραπός διεξόδου σε καιρούς αδιεξόδων

Μαρία Δ. Ευθυμίου

Αναπλ. Καθηγήτρια Ιστορίας

Τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας

Πανεπιστήμιο Αθηνών

Γεννιόμαστε ως Ιστορία: στο κορμί  μας είναι τυπωμένη η βιολογική ιστορία των γενεών που μας γέννησαν˙  στην μορφή μας  αποτυπώνονται τα χαρακτηριστικά των συγγενών μας που  έφυγαν  από την ζωή ή και ζουν ακόμα˙ στις συμπεριφορές μας είναι χαραγμένες -συνιστώντας «χαρακτήρα» και «νοοτροπία»- ατταβιστικές εμπειρίες, αντιδράσεις και στάσεις ζωής των γενεών του παρελθόντος.

Γεννιόμαστε εύθραυστα, θνησιγενή όντα, ωστόσο το παρελθόν που εμπεριέχεται μέσα μας μάς συνδέει με τον βαθύ χρόνο και μας εγκαθιστά στην αιωνιότητα. Ζούμε λιγότερο απ’ τον ελέφαντα ή την χελώνα και περισσότερο απ’ την πεταλούδα, το σύντομο, ωστόσο, πετάρισμά μας σ’ αυτήν την ζωή διαφέρει στο είδος μας, γιατί έχουμε συνείδηση των παραμέτρων της και γιατί μπορούμε να την εντάξουμε στον χρόνο. Και ο χρόνος –η συνείδηση του χρόνου, άρα και του θανάτου- είναι αυτό που μας  καθιστά  συνειδητούς μετόχους της Ιστορίας.

Αν στην παιδική μας ηλικία -καθώς δεν έχουμε συναίσθηση του θανάτου-  η αίσθηση του χρόνου και, επομένως, και  της ιστορικότητάς μας είναι χαλαρή˙ αν στην εφηβεία μας και στην πρώιμη ενηλικίωσή μας ο έρωτας που θα έλθει, απομακρύνοντας την αίσθηση του χρόνου και του θανάτου, μας κάνει να νοιώθουμε αιώνιοι και παντοδύναμοι , το κύλισμα της ζωής, η επαναφορά μας στην κατάσταση του θνητού  και οι συσσωρευμένες εμπειρίες θα μας παράσχουν το συναρπαστικά βαρύ προνόμιο της  συνείδησης της ιστορικότητάς μας. Η συνείδηση αυτή συνδέεται, αφενός, με την συναίσθηση του θανάτου,  τον συσσωρευμένο χρόνο και τις εμπειρίες και ,αφετέρου, με την δυνατότητά μας να παρατηρούμε τον εαυτό μας και τους γύρω μας ζώντας μέσα στις προσωπικές και τις συλλογικές εμπειρίες, την ίδια ώρα που μπορούμε να αποστασιοποιούμαστε από αυτές.

 Ο χρόνος της ζωής μας έχει, εξάλλου, δουλέψει αδυσώπητα προς όφελος της γνώσης και της αυτογνωσίας:  στην γεωγραφία του κορμιού μας διαβάζουμε ήδη, εκατοστό το εκατοστό, την ιστορία της ζωής μας, τις χαρές και τις λύπες της, τις νίκες και τις ήττες της˙ στις συμπεριφορές μας καταγράφεται,  λεπτό προς λεπτό, η ιστορία των  συγκρούσεων και των συμπλεύσεων, των αρμονιών και των δυσαρμονιών μας˙  στα αισθήματά μας  χαράσσεται ανεξίτηλα η ιστορία των σχέσεών μας, οι μεταμορφώσεις των ερμηνειών μας,  τα ομοιοβαρή ή ετεροβαρή των καρδιοχτυπιών μας˙ στις μεταλλασσόμενες ιδεολογίες μας αποτυπώνονται οι σταδιακές συνειδητοποιήσεις των συλλογικοτήτων μας και η ιστορία των ανησυχιών μας  για τις ευρύτερες λειτουργίες της προσωπικής και συλλογικής μας ζωής, στο παρόν και μέλλον.

Όλο και περισσότερο προσμετρούμε τον θάνατο. Όλο και περισσότερο αξιολογούμε την ζωή. Όλο και περισσότερο εξοικειωνόμαστε με τον βαθύτερο κώδικα ανάλυσης και κατανόησης του εαυτού μας και του άλλου. Όλο και βαθύτερα βιώνουμε  την Ιστορία.

Γιατί Ζωή και Ιστορία ταυτίζονται. Στην σύμπλευση αυτή, η μελέτη της Ιστορίας και ο στοχασμός πάνω στην Ιστορία μόνον ως προνόμιο και ευεργεσία μπορούν να θεωρηθούν, μιας και ο έλεγχος του εαυτού μας και της κοινωνίας μας, εξοικειώνοντάς μας με το μεγαλύτερο εργαλείο της Ιστορίας, την παρατήρηση, μας προσφέρει το όργανο προσέγγισης της ζωής των άλλων ανθρώπων τόσο στην συγχρονία, όσο και στην διαχρονία. Τούτο οξύνει τον στοχασμό μας για τις μεγάλες παραμέτρους των ανθρωπίνων συναφειών, προσφέροντας βάθος σκέψης, μεγαλόθυμη αντιμετώπιση του Τώρα και κατασταλαγμένη πνευματική γαλήνη στο Σήμερα.

Με την έννοια αυτή, η Ιστορία, στην διάσταση του μακρού χρόνου, εργαλειοποιώντας την συναισθηματική απόσταση από τα πράγματα και ενισχύοντας την ετερογνωσία, εκκαθαρίζει τις διόδους ερμηνειών του παρόντος, επιτρέποντας στον καθένα ασφαλέστερη αυτογνωσία και αυθεντικότερη κατανόηση του Άλλου. Kαι, επομένως, βαθύτερη κατανόηση  των συλλογικών καταστάσεων, αντιδράσεων και συμπεριφορών.

Η πλευρά αυτή της μελέτης της ιστορίας καθίσταται ιδιαίτερα ευεργετική σε καιρούς κρίσεων, κατά τις οποίες οι συλλογικές αντιδράσεις  γίνονται εξαιρετικά περίπλοκες. Στην συνάφεια μιας κρίσης, η ανθρώπινη εγρήγορση εντείνεται, το αίσθημα ανασφάλειας -το οποίο οι μη ελεγχόμενες καταστάσεις προκαλούν- οξύνει αντιδράσεις και συμπεριφορές, την ίδια ώρα που τα αισθήματα μεταλλάσσονται και μεγιστοποιούνται δίνοντας, ευκολότερα από άλλοτε, χώρο στην βία και την σύγκρουση.

Υπό την έννοια αυτή, ο παρατηρών την ζωή και μελετών την ιστορία  θα μπορούσε να θεωρήσει διανοητικό προνόμιο την εκ του σύνεγγυς εμπειρία των μεταλλάξεων μιάς κοινωνίας σε κάθοδο και κρίση.  Τούτο έχει έτσι, εφόσον η εν κρίση κοινωνία είναι αλλότρια. Όταν, όμως, πρόκειται για την δική σου κοινωνία, το προνόμιο αυτό γίνεται  σπαρακτικά τραγικό και  αβάσταχτα  βαρύ –ένα είδος βασανιστηρίου του παρατηρούντος.

Παιδιά μιάς κρίσης είμαστε όλοι εμείς που βρισκόμαστε στην αίθουσα αυτή. Η κοντινότερη περίοδος της ιστορίας που μας έχει γεννήσει είναι αυτή του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου και των μεταπολεμικών περιπλοκών της ελληνικής πολιτικής και κοινωνικής ζωής. Η περίοδος του Εμφυλίου της δεκαετίας του ‘40 καθόρισε και καθορίζει τις παραμέτρους κάθε κρίσης που η χώρα μας έκτοτε έζησε και ζει, υπαγορεύοντας υποδορίως στάσεις ζωής, αντιδράσεις και συμπεριφορές. Και το λέω τούτο καθώς, κατά την γνώμη μου, οι στρεβλώσεις των ατομικών συναισθημάτων και των  συλλογικών συμπεριφορών που τα γεγονότα του Εμφυλίου γέννησαν είναι αυτές ακριβώς που οδήγησαν την ελληνική κοινωνία  στο να απεμπολήσει τις ευκαιρίες ανόρθωσης των τεσσάρων τελευταίων δεκαετιών και να αυτοσυντριβεί οικονομικά, πολιτικά και ηθικά,  φτάνοντας έως εδώ.

Η αγωνία μου για την αυτοκτονούσα κοινωνία μου είναι αυτή που με ώθησε, εδώ και δεκαετίες, παράλληλα με την μελέτη και την ερευνητική πανεπιστημιακή μου εργασία, να δοθώ με μεγάλη έμφαση στην διδασκαλία της Ιστορίας, τόσο στο φοιτητικό κοινό, όσο και εκτός Πανεπιστημίου. Ο στόχος μου ήταν ιδιοτελής, μιας και ικανοποιούσε την αγωνία μου να πράξω, ως πολίτης, κάτι μπροστά στο κακό που ήταν -εν εμφανή, για εμένα- εξελίξει. Ήταν, όμως, και ανιδιοτελής, μιας και πίστεψα και πιστεύω πως η Ιστορία μπορεί να βοηθήσει μια κοινωνία στις βαριές συζητήσεις που πρέπει να κάνει με τον εαυτό της όταν βρίσκεται σε αδιέξοδο. Ιδιαιτέρως, μάλιστα, όταν η ίδια η κοινωνία  είναι εκείνη που έχει διαμορφώσει το αδιέξοδό της αυτό με την ευθυνοφοβία/ την αδιαφορία/ την θρασύδειλη μετάθεση των ατομικών και συλλογικών ευθυνών/ την ηδονική, συστηματική – πάντα «εν ιερά αγανακτήσει» και ατιμωρητί- καταστροφή των δημοσίων αγαθών/ τους  παλληκαρισμούς αενάως «οργισμένων»  «αγωνιστών» που «μάχονται για τον λαό», δηλ. για τα ιδιοτελή προσωπικά τους συμφέροντα και εκείνα των συντεχνιών τους, προς βλάβην του συνόλου/ την  ανερυθρίαστη στρεψοδικία/  την εξαγιασμένη φυγοπονία/ την αναγωγή της περιφρόνησης των δικαιωμάτων του άλλου σε υπέρτατη αξία. Την ασφαλή συνταγή, δηλαδή, για ένα επαίσχυντο τέλος.  

Δόθηκα στην διδασκαλία της Ιστορίας γιατί πιστεύω πως η μελέτη της Ιστορίας, εντάσσοντάς μας στην γενικότερη ροή των ανθρωπίνων συναφειών στον βαθύ χρόνο, λειτουργεί ανακουφιστικά, καθώς  μας επιτρέπει να συνομιλήσουμε με το Τώρα μας  διεισδυτικότερα,  λιγότερο τραυματικά και, επομένως, αποτελεσματικότερα. Δημιουργώντας μιαν ατραπό στοχαστικής διαφυγής από το Τώρα, η Ιστορία, σε δύσκολους καιρούς,  ανοίγει ορίζοντες που επιτρέπουν την επανατοποθέτηση του εαυτού μας στο Σήμερα, την εκ μέρους μας αναπροσέγγιση της κοινωνίας μας και του κόσμου. Μας οδηγεί, δηλαδή, στην αλλαγή μας ως μονάδες που, με την σειρά της, θα επιτρέψει την  απελευθέρωση της κοινωνίας μας, ως σύνολο, από το τέλμα μέσα στο οποίο αυτή έχει αυτοοδηγηθεί.

 Η βεβαιότητά μου ότι το πρώτο που χρειαζόμαστε, ως  κοινωνία, είναι η εσωτερική μας αλλαγή και αναπροσδιορισμός του καθενός μας είναι αυτή που με έφερε σε δεκάδες Δήμους, Σχολεία, Πανεπιστήμια, Πολιτιστικούς Φορείς, Φυλακές και Κέντρα Αποτοξίνωσης σ’ ολόκληρη τη χώρα, προκειμένου να διδάξω, άνευ υλικής αμοιβής, Κύκλους Παγκόσμιας και Ελληνικής Ιστορίας. Από την πολλή διδασκαλία η φωνή μου αλλοιώθηκε και βράχνιασε, η ψυχή μου, ωστόσο, γέμισε ικανοποίηση κι ομορφιά στο συναπάντημά μου μ’ ένα κομμάτι του ελληνικού λαού γεμάτο φιλομάθεια κι ευγένεια, γενναιοδωρία και στοχασμό. Με γέμισε μ’ ελπίδα πως, ίσως,  μπορεί να υπάρξει ένα διαφορετικό αύριο.

Γι’ αυτό το αύριο το τόσο ακριβό η τόση διδασκαλία. Η τόση βραχνάδα. Μια βραχνάδα που δεν είναι τίποτε άλλο παρά ένας λυγμός για τα δεινά της χώρας μου, για τα όσα μεγάλα και ουσιαστικά πετάξαμε στον κάλαθο των αχρήστων, για τα όσα ρηχά και καταστροφικά υιοθετήσαμε και υπηρετήσαμε. Τόσες χιλιάδες ώρες ομιλίας κατά τις διδασκαλίες μου που δεν ήταν, στην πραγματικότητα, τίποτ’ άλλο παρά ενός λεπτού σιγή για την ελληνική γλώσσα, την σπουδαία γλώσσα μου, που υποβαθμίζεται, τσαλακώνεται και πετιέται/ για την ομορφιά των ασβεστωμένων τοίχων με το γιασεμί που έχουν, πια, μετατραπεί σε χώρους ρύπων και μουτζούρας/ για την μέχρι προ τριακονταετίας  κραταιή ελληνική Δημόσια Εκπαίδευση που καταρρέει αυτοβυθιζόμενη στην βία και την αυθαιρεσία, οι οποίες έχουν, από πολλού, καταστεί κανονικότητες της καθημερινότητάς της.

Ενός λεπτού σιγή για τις ρίζες μου και  για τον τόπο που με γέννησε, με ανέθρεψε και  με διαμόρφωσε.   Την Ελλάδα.


                                                       Αθήνα, 10 Δεκεμβρίου 2013



Σάββατο 26 Απριλίου 2014

"Οι μοιραίοι του Βερολίνου" Αλ. Ίσαρης

Η ΙΝΓΚΕ ΚΑΙ ΕΓΩ 
(όπου εγώ γίνομαι η φωνή του αφηγητή)

Την Ίνγκε τη γνώρισα σε ένα διήγημα του Αλέξανδρου Ίσαρη μέσα σ΄ ένα καραβάκι της λίμνης Τέγκελ, Γερμανίδα. Μια Βερολινέζα δοσμένη σε μια ασπρόμαυρη ζωή, όπως πιστεύω πως και οι περισσότεροι γερμανοί δεν έχουν χρώμα στη ζωή της. Ίσως όταν εισβάλει το χρώμα στη ζωή τους, τότε η ζωή τους ανατρέπεται, όπως και η βάρκα μέσα στη οποία γνώρισα τη Ίνγκε, που δεν ανατράπηκε βέβαια, οδήγησε όμως τη Ίνγκε στην ανατροπή. Μέσα στη βάρκα λοιπόν με τον ήλιο στο πρόσωπό της, στους ώμους της, και τις σκιές μας πάνω στο σώμα της. Πόσο διεγερτικό βρίσκω την σκιά μου πάνω στο σώμα μιας γυναίκας. Αόρατα χέρια να ταξιδεύουν απρόσκλητα σε ξένα κορμιά. Πάνω στη βάρκα εγώ η Ίνγκε και ο Μπρούνο. Ο Μπρούνο, ο σπουδαστής της δραματικής σχολής, που μου ζήτησε μια πληροφορία για τα μινωικά ανάκτορα. Κι εγώ εκτός από την πληροφορία τον γνώρισα και στον Κλάους, τον άντρα της Ίνγκε. Και τον ερωτεύτηκε παράφορα. Η Ίνγκε η δοσμένη στον άντρα της και την εργασία της έγινε ο θεατής ενός έρωτα ασύδοτου και αδηφάγου ανάμεσα στον Μπρούνο και τον Κλάους.Έμπαινε απλώς ως επισκέπτρια στον έρωτά τους και συγκλονιζόταν από τις δονήσεις του. Μεταμορφώθηκε σ΄ ένα πυρακτωμένο ενδιάμεσο, παραγκωνίστηκε και βρέθηκε αποδιωγμένη να σπαρταράει στο δωμάτιο κάποιου ξενοδοχείου με ένα πιστόλι στο χέρι της. Την είχα συναντήσει μερικές μέρες πριν αυτοκτονήσει στο ξενοδοχείο όπου είχε εγκατασταθεί. Μου μιλούσε συνέχεια για συγγραφείς που έδωσαν οι ίδιοι τέλος στη ζωή τους: Βιρτζίνια Γουλφ, Τσέλαν, Παβέζε, Μαγιακόφσκι, Σύλβια Πλαθ, Τουχόλσκι, Κλάους Μαν, Μπένγιαμιν, Χέμινγουέι, Έγκον Φριντέλ, Τσβάιχ, Μισίμα... Δεν μιλώ πια για την Ίνγκε, δεν μιλώ για κεφάλαια πολύτιμα στη ζωή μου. Έχουν όμως τόση δύναμη μέσα τους που ξεπροβάλλουν στη ζωή μου απρόσκλητα ώστε αναγκάζομαι με παντομιμικές χορευτικές αδέξιες φιγούρες να συζητώ μαζί τους. Και προβληματίζομαι...Πόσο κύριοι της μοίρας μας είμαστε; Πόσο προγραμματίζουμε και ελέγχουμε τις φιλίες μας, τις σχέσεις μας, τους έρωτές μας; Μήπως κάποιος κύριος (μπορεί τελικά και με κεφαλαίο Κ) από εκεί ψηλά να σπάει πλάκα με τις διαδρομές που έχει σχεδιάσει για τον καθένα μας;      

Τρίτη 15 Απριλίου 2014

Aλέξανδρος Ίσαρης


Εξομολόγηση, 2001

Ένα διανοητικό σταυρόλεξο πλασμένο με εικόνες .... ανθρώπινα μέλη ... αιδοίο .... στέρνο ... μάτια ... φλέβες, αρτηρίες, αγγεία... η εξομολόγηση δεν έχει μια οργανωμένη παρουσία, είναι αποσπασματική...



Γυναίκα σε κόκκινο ουρανό, 1999

Μάτια κλειστά .... ένας τρόπος να ξυπνάς το πάθος ... και να κινητοποιείς τις αισθήσεις μέχρι τα βάθη του εαυτού σου...




Νάρκισσος με σταφύλι, 1997

Η ωραιότητα του σώματος προϋποθέτει μοναξιά ... η ομορφιά φυλακισμένη σε ένα σώμα...

Δευτέρα 14 Απριλίου 2014

"Μισάνθρωπος" Μολιέρος


Ο Μολιέρος (1622-1673) ασχολήθηκε από νωρίς με το θέατρο, αν και οι πρώτες προσπάθειές του ήταν αποτυχημένες. Αργότερα περιοδεύοντας ως ηθοποιός και θιασάρχης στη νότια Γαλλία για 13 χρόνια θα αναπτύξει τις ικανότητές του τόσο του κωμικού ηθοποιού όσο και του κωμωδιογράφου. Η επιτυχία του θα έχει ως αποτέλεσμα να κερδίσει την εύνοια του βασιλιά. Θα τον φθονήσουν γι΄ αυτό και θα αντιμετωπίσει τις επιθέσεις πολλών αντιζήλων.
Ο Μολιέρος αναζητά τους ήρωές του μέσα από την εποχή του. Σπουδάζει το χαρακτήρα, το ήθος, τις επιλογές των προσώπων, τις παρεκκλίσεις τους από το κοινωνικά αποδεκτό. Οι ήρωες του Μολιέρου είναι άτομα παθολογικά, κοινωνικώς ασθενούντα. Κινούμενα εκτός ορίων παράγουν το γέλιο. Ο Μολιέρος επιμένει στο ελάττωμα, το τρωτό σημείο του χαρακτήρα. Αυτό προκαλεί την κριτική του, αυτό παραμορφώνει, για να το διορθώσει με τη δύναμη του γέλιου, απογυμνώνοντας έτσι τον ήρωά του. Ο αριστοτελικός ορισμός της κωμωδίας ως μιμήσεως πράξης φαύλης έχει άμεση σχέση με την μολιερική κωμωδιογραφία.
Τον Ιούνιο του 1666 ο Μολιέρος εξέδωσε την κωμωδία Ο Μισάνθρωπος (Le Misanthrope), μία σάτιρα σχετικά με την υποκριτική ευγένεια και την ανέντιμη κολακεία στην βασιλική αυλή αλλά και στα σαλόνια του Παρισιού.
Η ασυνήθιστα έντονα αυτοβιογραφικά αποτυπωμένη φιγούρα του Αλσεστ, του πρωταγωνιστή του Μισάνθρωπου, αντικατοπτρίζει την απέχθεια του Μολιέρου και την μη θέληση του να ενταχθεί στη ζωή της βασιλικής αυλής, όπου κυριαρχούσε το ψεύδος, η υποκρισία, οι ίντριγκες και η κολακεία.
        Ο Μολιέρος με τον Μισάνθρωπο δεν σκιαγραφεί μόνο μια κοινωνία κι ένα σύστημα ασκώντας κριτική, αλλά κι έναν ανθρώπινο χαρακτήρα διαχρονικό  που αντιτάσσεται στη διάβρωση, τη χυδαιότητα, την υποκρισία, τα ύποπτα συμφέροντα και τον αμοραλισμό. Ασυμβίβαστος επιτίθεται προς όλους και προς όλα εως τη στιγμή που αναγκάζεται να αποχωρήσει απο την κοινωνία αυτή για να μπορέσει "να ζήσει ως τίμιος άνθρωπος".

Στον «Μισάνθρωπο» δραματοποιεί την αποστροφή του Αλσέστ προς το συνάνθρωπο, δημιουργώντας ένα γοητευτικό ήρωα, που σαρκάζει τα ελαττώματα των άλλων. Ο Αλσέστ είναι γεμάτος μίσος χωρίς εξαίρεση.
ΑΛΣΕΣΤ (η σχέση του με τους άλλους):…Δεν ξέρω τι μυαλά κουβαλάτε εσύ κι άλλοι που κάνετε τους μοντέρνους, πάντως εγώ τις σιχαίνομαι αυτές τις δήθεν κοινωνικότητες. Γιατί να ξεγοφιάζεσαι στις υποκλίσεις, γιατί να στεγνώνει η γλώσσα σου από τα ψεύτικα λόγια και γιατί να ορκίζεσαι φιλίες με τον ίδιο τρόπο και στους άξιους και τους γελοίους;  Τι σας πιάνει όλους εσάς τους μοντέρνους; Γιατί ξοδεύετε λέξεις και συναισθήματα με την ίδια ευκολία στον έντιμο και τον απατεώνα; Η εκδήλωση ψεύτικων αντιδράσεων οικειότητας είναι ειδικότητα της πόρνης, όχι του τίμιου ανθρώπου. Οι αντιδράσεις μας στους άλλους πρέπει να έχουν διαβαθμίσεις: αν δείχνουμε ότι τους εκτιμάμε όλους, είναι σίγουρο πως δεν εκτιμάμε κανέναν. Εσύ τι να πω! Τώρα τελευταία τους αντιμετωπίζεις όλους με τόση διαστροφική κοινωνικότητα, που μου απαγορεύεις να σε θεωρώ και δικό μου φίλο. Εγώ καταδικάζω όποιον θέλει να γίνει αρεστός σε όλους και τους φέρεται με τον ίδιο ευγενικό τρόπο, γιατί θέλω να με ξεχωρίζουν και να μ΄ επιλέγουν γι΄ αυτό που είμαι. (μύθος αισώπου με το Διογένη).
Ο Μολιέρος υποπτεύθηκε πως ένας απόλυτα αρνητικός τύπος θα ήταν για την κωμωδία καταστροφή και γι΄ αυτό τον έκανε τρωτό στον έρωτα. Και ως ερωτευμένος με πρόσωπο που συγκεντρώνει κάθετι από τα αρνητικά που μισεί, γίνεται γελοίος.
ΑΛΣΕΣΤ (πως ορίζει τον έρωτα): Ο έρωτας που νιώθω για τη νεαρή χήρα κάθε άλλο παρά με τυφλώνει. Βλέπω τα ελαττώματά της και, παρόλο το πάθος μου γι΄ αυτήν, είμαι ο πρώτος που τα κατακρίνω. Βέβαια, της έχω μεγάλη αδυναμία, γιατί είναι τόσο χαριτωμένη που, όσα τρωτά κι αν έχει, βρίσκει τρόπους υπέροχους να τα καλύπτει. Όμως κι εγώ έχω τόση φλόγα μέσα μου γι΄ αυτήν, που θα κάψει στην ψυχή της όλα τα ελαττώματα και θα την ξανακάνει άσπιλη.
ΑΛΣΕΣΤ (απευθυνόμενος την αγαπημένη του Σελιμέν): …Το μόνο που είπα είναι να κρατάτε την καρδιά σας λιγότερο εύκολη και να δείχνετε πιο αυστηρή. Ξέρω πως, όπου πάτε, γοητεύετε τους άντρες, εκείνοι σας πλησιάζουν, κι εσείς δεν τους αποθαρρύνετε. Αντίθετα, τους δίνετε ελπίδες κι εκείνοι μαζεύονται γύρω σας, όλο και περισσότεροι κάθε φορά. Νομίζω πως, αν η φιλαρέσκειά σας ήταν πιο συγκρατημένη, οι θαυμαστές γύρω σας θα μειώνονταν. Αλήθεια, κυρία μου, πείτε μου τι έχει πάνω ο τυχερός Κλιτάντρ και σας αρέσει τόσο; Γιατί δείχνετε να τον εκτιμάτε; Μήπως σας μάγεψε το μακρύ νύχι στο μικρό του δάχτυλο; Μήπως σα θάμπωσε η πανάκριβη ξανθή περούκα του; Μήπως γοητευτήκατε απ΄ τις δαντέλες του και τις κορδέλες του; Μήπως σας κατάκτησε με τα μοντέρνα ρούχα του; Μήπως σας συγκίνησε το γαργαρό του γέλιο και η ψιλή φωνούλα του; Πάντως, του δείχνετε αδυναμία!
Και στο τέλος η νεαρή χήρα προδίδει τον Αλσέστ. Χωρίς αμφιβολία ο τύπος αυτός δραματουργικά μπορεί να είναι τραγικός, όπως και ο Τίμων ο Αθηναίος του Σαίξπηρ. Ο Σαίξπηρ  όμως παρουσίασε τη μισανθρωπία του ήρωά του ως προδοσία από τη φιλία. Η εξέγερση του Αλσέστ όμως είναι ένα κάμωμα, ένα σκέρτσο, μια ιδιοτροπία, χωρίς βέβαια αυτό να σημαίνει πως οι αιτίες που την προκαλούν είναι ανύπαρκτες. Ο Αλσέστ είναι αλαζόνας. Γι΄ αυτό είναι ένας κωμικός τύπος.
ΑΛΣΕΣΤ(προδομένος): Μην κάνετε πως δεν καταλαβαίνετε! Κανονικά, έπρεπε να είστε κατακόκκινη από ντροπή. Ξέρω πως με προδώσατε, κι έχω αποδείξεις αυτής της άθλιας απιστίας σας! Να γιατί είμαι τόσο ταραγμένος. Οι φριχτές μου υποψίες, που τις ονομάζατε αδικαιολόγητες, αποδείχτηκαν αληθινές. Παρ΄ όλες τις διαβεβαιώσεις, εμένα κάποιο προαίσθημα μού έλεγε να φοβάμαι. Βέβαια, μη φανταστείτε πως θ΄ ανεχτώ την προσβολή που μου κάνατε: σίγουρα θα εκδικηθώ! Ξέρω πως τα αισθήματα κανένας δεν τα εξουσιάζει, γιατί πάντα η καρδιά βρίσκει τον τρόπο να κάνει το δικό της. Εάν, λοιπόν, ήσασταν ειλικρινής μαζί μου, το θέμα θα είχε τελειώσει: αν είχατε απορρίψει το αίσθημά μου, δεν θα είχα τώρα λόγο να είμαι θυμωμένος μαζί σας. Όμως εσείς υποκρινόσασταν, κάνατε πως δεχόσασταν το πάθος μου: αυτό είναι δολιότητα, είναι προδοσία! Τώρα που η λογική δεν ελέγχει πια τις πράξεις μου, δεν ξέρω πού θα μ΄ οδηγήσει ο θυμός μου!

Ο μολιερικός Αλσέστ φτάνει με τη συμπεριφορά του στα άκρα, αρνούμενος όχι μόνο τους φίλους του, αλλά και την Σελιμέ, με την οποία είναι ερωτευμένος, για να καταλήξει στο τέλος αναχωρητής και μόνος.

Σάββατο 12 Απριλίου 2014

Joel Peter Witkin

Ένα ποίημα του Αλέξανδρου Ίσαρη μας οδηγεί με λέξεις στο μυστηριώδες έργο του φωτογράφου Joel Peter Witkin:

Αυτός ο κούφιος Ηρακλής
Δίπλα στα ματωμένα πόδια μιας παρθένας
Σημαίνει το χρόνο που σαν νυχτερίδα
Σκαρφαλώνει στο σεντόνι τ΄ ουρανού.
Ο νάνος αυτοκράτορας της Κίνας
Κρατά στεφάνι ξύλινο
Και μια μαϊμού χαϊδεύει τ΄ αχαμνά του.
Η βάση του σταυρού γυρίζει προς τα δεξιά
Και τα βυζιά του τέρατος κρέμονται
Πάνω από δίσκο με καρφιά.
Γενειοφόρος δεσποινίς και Έρωτες με σλιπ
Να το κεφάλι του Ιωάννη
Σε δίσκο με ρόδα κόκκινα







Βλέπω την Κλεοπάτρα με σώμα περιπάτου
Πάνω σε άλογο που μούχλιασε.
Στο πάνω μέρος σκελετοί με στρογγυλά οπίσθια.
Ασπρόμαυρες οι χάριτες με πέη βρεφικά
Η μια σε στάση αθλητή,η άλλη σαν Μαινάδα
Κι η τρίτη να ανέρχεται σε θρόνο.
Σε τρίποδα πανύψηλο βιδωμένη
Κι ανάμεσα σε κύκλους τρέμοντες
Γαμπρός χωρίς κοιλιά.
Κούκλα ιαπωνική κοιτά τους όρχεις ενός γίγαντα.
Με μηχανή κινείται το σώμα του νεκρού
Που μπήγει τα βέλη του στο σώμα του αγίου.







Κουτσουρεμένος Πάνας πήρε φως
Δίπλα στο φέγγος της καρδιάς του αστραπές.
Χύθηκαν τα μυαλά του ποιητή
Μυρίζει φονικό.
Δυο μούμιες γέροι φιλιούνται παθιασμένα
Μ΄ ένα φιλί παντοτινό.


Από τις ρώγες κρέμεται ο αθλητής του μποξ
Κρατώντας κρίνους και άνθη του αγρού.
Στου ταυρομάχου το αιδοίο
Αμήχανο το βλέμμα τριγυρίζει
Με βαλς αργό ο κλόουν
Μπήγει στη μύτη τα καρφιά.
Του Γκόγια ο στηθόδεσμος 
Μπροστά στα σύννεφα της Σιέρα Μάντρε θάλλει
Και ο φαλλός του Κρόνου αριστερά
Μια λεχώνα απειλεί που έχει τα μάτια της κλειστά.
Ο Μωλ έγινε μάρμαρο φοράει βέλο
Κι είναι στα χέρια του ο Χριστός
Σαν νεογέννητο πρησμένο και φριχτό.
Στο βάθος η Αφροδίτη αναδύεται
Με άγγελο που της χτενίζει τα μαλλιά
Ανθρώπινος υπόνομος με φωτοστέφανα
Μιας άλλης ομορφιάς
Στη ράχη της ασχήμιας.







Μια άλλη ομορφιά στη ράχη της ασχήμιας....πιθανώς! (σχόλιο δικό μου)