Τρίτη 12 Απριλίου 2011

ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ - Ταξίδι στη Μίλητο



H νέα παραγωγή του Κέντρου Πολιτισμού "Ελληνικός Κόσμος" είναι γεγονός και υπόσχεται ένα πρωτόγνωρο εικονικό ταξίδι χάρη στα πλέον προηγμένα γραφικά. H πόλη της Μιλήτου στις δυτικές ακτές της Μικράς Ασίας, μία από τις σημαντικότερες πόλεις της Ιωνίας, αναβιώνει στην παραγωγή Εικονικής Πραγματικότητας «Διαδραστική Περιήγηση στην Αρχαία Μίλητο».


Η παραγωγή αυτή, στο ειδικό περιβάλλον εμβύθισης της «Θόλου», αξιοποιεί ορισμένα νέα τεχνικά χαρακτηριστικά, που επιτρέπουν πλέον την ανάπτυξη πολλαπλών κατευθύνσεων της ψηφιακής ζωής στον εικονικό χώρο και όχι μιας προδιαγεγραμμένης πορείας.Έτσι μπορούμε να διακρίνουμε αρχιτεκτονικές λεπτομέρειες, να πετάξουμε πάνω από την πόλη και να έχουμε μια πανοραμικά άποψη του πολεδομικού σχεδιασμού της, να απολαύσουμε ρεαλιστική απεικόνιση υφής, φωτισμού και σκιάσεων.


Νέο στοιχείο είναι η ρεαλιστική βλάστηση, η οποία έχει δυναμικά μεταβαλλόμενη συμπεριφορά με βάση τις αντίστοιχες εναλλαγές της φοράς και της έντασης του αέρα στο χώρο. Η παραγωγή ενσωματώνει επίσης σχετικό μοντέλο δυναμικού υπολογισμού της θέσης του ήλιου ανάλογα με το γεωγραφικό μήκος και πλάτος τη δεδομένη χρονική στιγμή στο παρελθόν.

Θόλος: Πειραιώς 254, Ταύρος

Δευτέρα 11 Απριλίου 2011

ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ - Κακογιάννης

Μιχάλης Κακογιάννης, σκηνοθέτης
Με απογοητεύουν όσα βλέπω σήμερα σε αυτόν τον κόσμο που σιγοβράζει
 
 
 Oι σταθμοί του
1943
Αποφοιτά από τη Νομική και εργάζεται στο BBC και λίγο αργότερα ξεκινά τις σπουδές του στις
Δραματικές Τέχνες και
τη σκηνοθεσία.
1947
Αρχίζει την καριέρα του ως ηθοποιός στο Θέατρο της Αγγλίας.
1953
Επιστρέφει στην Ελλάδα, γυρίζει την πρώτη του ταινία το «Κυριακάτικο ξύπνημα». Ακολουθούν η «Στέλλα» και «Το Kορίτσι με τα μαύρα».
1962
Γυρίζει την «Ηλέκτρα», υποψήφια για Οσκαρ καλύτερης ξένης ταινίας και βραβευμένη με 25 διεθνείς διακρίσεις. Aκολουθούν την επόμενη διετία στο θέατρο οι «Τρωάδες» και ο κινηματογραφικός «Ζορμπάς» (τρία Οσκαρ).
1967
Σκηνοθετεί την όπερα «Το Πένθος ταιριάζει στην Ηλέκτρα» στη Metropolitan Opera της Νέας Υόρκης.
1975
Γυρίζει το ντοκιμαντέρ «Αττίλας ’74».
1988
Σκηνοθετεί στη
Γαλλία την όπερα «Η μεγαλοψυχία του Τίτου».
1999
Ο «Βυσσινόκηπος» είναι η τελευταία του ταινία.
2010
Εγκαίνια του Ιδρύματος Μιχάλης Κακογιάννης.

Δημιουργός ταινιών όπως η δυναμική «Στέλλα», «Το κορίτσι με τα μαύρα», το «Τελευταίο ψέμα», ο θρυλικός «Ζορμπάς» (με τα τρία Οσκαρ), η τριλογία (Ηλέκτρα, Τρωάδες, Ιφιγένεια), πολλών θεατρικών παραστάσεων μαζί με όπερες στην Ελλάδα, Αμερική, και πολλές ευρωπαϊκές χώρες, αυτός που έγραψε σενάρια, θεατρικά έργα αλλά και αγαπημένους στίχους όπως «Αγάπη που ’γινες δίκοπο μαχαίρι», ο «σκηνοθέτης των γυναικών» που δημιούργησε μύθους με τις μούσες του, τη Λαμπέτη, τη Μελίνα, την Ειρήνη Παπά, είναι φανερό πως θέλει να γυρίσει στα παιδικά του χρόνια, στην Κύπρο.
Η μητέρα του ήταν η αδυναμία του. «Ομορφο ζευγάρι και οι δυο τους», η Αγγελική και ο Παναγιώτης απέκτησαν τέσσερα παιδιά. «Τη Στέλλα, τη Γιαννούλα, εμένα και τον Γιώργο που έφυγε νωρίς. Ηταν καλλιεργημένοι άνθρωποι αλλά όχι πολύ εύποροι. Δεν αισθάνθηκα ωστόσο ποτέ να στερήθηκα κάτι εκείνα τα χρόνια. Ο πατέρας διαπρεπής ποινικολόγος και η μητέρα υπέροχη με όλους μας, τους άρεσε να βγαίνουν». Βόλτες, χοροί και διακοπές τα καλοκαίρια στις Πλάτρες, ένα θέρετρο στο οποίο πήγαιναν και πολλοί ξένοι. Σμόκιν για τους άντρες, ακριβές κομψές τουαλέτες για τις κυρίες και διάχυτο το Chanel Νο5. Παραδέχεται πως δεν ήταν πολύ καλό παιδί. «Αισθανόμουν πάντα ότι τα κατάφερνα πέρα από την πραγματική μου αξία και με μια μπαμπεσιά. Ειδικά με μαθήματα όπως τα μαθηματικά τα οποία δεν τα σκάμπαζα ποτέ μου. Κατάφερνα όμως να παίρνω καλούς βαθμούς».

Αγάπη μου είναι η τέχνη
Η τέχνη ήταν, όπως λέει, η αγάπη του από τότε. «Ο πατέρας μου όμως, ήταν εντελώς αρνητικός. Η μητέρα μου από την άλλη ήταν μια γυναίκα μάλαμα». Το 1938 αναχώρησε για σπουδές στο Λονδίνο προκειμένου να συνεχίσει την οικογενειακή παράδοση. «Τελείωσα τα νομικά όπως έπρεπε - ήμασταν πειθαρχημένα παιδιά. Ομως άλλαξα πορεία. Δεν αισθανόμουν ικανός να συνεχίσω καριέρα. Με τη βοήθεια ενός ειδικού δασκάλου προετοιμάστηκα για τις εξετάσεις. Δίδασκε σε ένα στούντιο και θυμάμαι ότι είχε ένα πιάνο με ουρά, λάτρευε βλέπετε τη μουσική, όπως κι εγώ. Κοιτώντας τη ζωή μου με μια απόσταση τώρα πια, θα έλεγα ότι ήμουν και πολύ τυχερός. Δεν άξιζα να περάσω τις εξετάσεις της Νομικής τόσο εύκολα».
Καριέρα όμως έκανε και στο ΒΒC, όπου το 1941 μπήκε ως μεταφραστής και εκφωνητής στην Ελληνική Υπηρεσία. Πόλεμος, δύσκολοι καιροί, και ο Μ. Κακογιάννης βρίσκεται σε διπλανό γραφείο με τον Τζορτζ Οργουελ. «Κλειστός άνθρωπος», υπήρξε ένας από τους πολλούς διανοούμενους που γνώρισε στην πορεία του. Ηταν η αρχή.

Η Λαμπέτη, η Μελίνα, η Χέπμπορν και ο Σαρτρ...
Η μουσική ήταν και η πρώτη αδυναμία του Κακογιάννη. Ομως έδωσε μόνο ένα ρεσιτάλ, το 1943. «Αισθανόμουν χάλια. Στο δεύτερο μέρος είχα αποφασίσει πως η καριέρα μου είχε τελειώσει πριν αρχίσει». Στο BBC γνώρισε προσωπικότητες, όπως τον Λόρενς Ολίβιε. «Είχε περιπέτειες στη ζωή του, όπως τον επεισοδιακό χωρισμό του με την Βίβιαν Λη. Επινε πολύ... Ξέρετε επειδή πάντα περίμενα περισσότερα από τους άλλους, μερικούς τους έβρισκα λίγο κουτούς».
Οχι όμως και τον Καζαντζάκη. «Δεν ταίριαζε στα νιάτα μου, αλλά ήταν ξεχωριστός, είχε και χιούμορ. Αστειευόταν ειδικά με τον Σικελιανό που παινευόταν: “και νεκρό μπορώ να αναστήσω”. Κάποτε στους Δελφούς πέθανε ένας ντόπιος και τότε ο Καζαντζάκης του λέει: “Ιδού η ευκαιρία!”. Ο Αγγελος πράγματι πήγε και έμεινε στο σπίτι του θανόντος όλη τη νύχτα. Το πρωί βγήκε χλωμός και κουρασμένος κι όταν τον ρώτησε ο Καζαντζάκης τι έγινε, απάντησε: “Τέτοιο πείσμα!”».
Επιστρέφοντας στην Ελλάδα, ο Μ. Κακογιάννης γύρισε το «Κυριακάτικο ξύπνημα» με τον Δημήτρη Χορν και την Ελλη Λαμπέτη. Την «baby Anna Maniani» όπως έλεγαν στο Εδιμβούργο.
«Ηταν η γοητευτικότερη όλων, χωρίς αμφιβολία», λέει ο Μ. Κακογιάννης. «Δεν ήταν από σόι όπως η Μελίνα, ωστόσο είχε ιδιαίτερη γοητεία. Η Μελίνα ήταν διασκεδαστική, περνούσαμε ώρες τα βράδια σπίτι της. Κουλουριαζόταν στον καναπέ και ήταν πάντα σε χιουμοριστικές φόρμες. Αλλά και η Ειρήνη Παπά ήταν τρομερή. Εκμεταλλεύτηκα τον καλύτερο εαυτό τους».
Ο μύθος της «Στέλλας» έφτασε παντού. Το «Κορίτσι με τα μαύρα» που οι αθηναϊκές εφημερίδες έκριναν πληκτικό, κέρδισε την L’ Humanite η οποία σημείωνε για «αποκάλυψη στο Φεστιβάλ των Καννών». Οσο για τον «Ζορμπά», «δίχασε, ξεσήκωσε, προκάλεσε συγκρούσεις».
Ανάμεσα στις γνωριμίες του και η Κάλλας, με την οποία τα τσούγκρισε στην Αμερική: «Εξαιρετικό λαρύγγι, αλλά δεν θάμπωνε με την εξυπνάδα της». Ούτε ο Ωνάσης τον εντυπωσίασε, ενώ η Τζάκυ «γοητευόταν με τα χρήματα και την κομψότητα. Αντιπαθέστερη όλων ήταν όμως η Σιμόν ντε Μποβουάρ. Κακιά γυναίκα, κολλημένη με τον Σαρτρ. Ασε πια εκείνος. Συνεργαστήκαμε στη μετάφραση των “Τρωάδων” και διαφωνήσαμε».
Μια ξεχωρίζει με πάθος. Την Κάθριν Χέπμπορν. «Συγκινητική γυναίκα. Οταν μου ομολόγησε ότι φορούσε πάντα τα πανταλόνια του Σπένσερ Τρέισι, τον οποίο ποτέ δεν παντρεύτηκε, συγκλονίστηκα. Εκανε στυλ με αυτά, όμως τα βράδια που βγαίναμε ντυνόταν γυναικεία. Δεν ήταν καθόλου κοκέτα. Αλλά είχε χαρακτήρα, προσωπικότητα, εξυπνάδα».

Τώρα σπίτι μου είναι το Ιδρυμα και είναι ανοιχτό συνεχώς σε όλους
Σήμερα αν μπορούσε να γυρίσει μια ταινία που θα προβάλλει την Ελλάδα τι θα έδειχνε; Αν και η κούραση τον βαραίνει όσο περνάει η ώρα, απαντά αμέσως και με πάθος: «Θα ήταν μια ιστορική ταινία για το Βυζάντιο. Εχω έτοιμο το σενάριο στα αγγλικά. Για τη Ζωή την Πορφυρογέννητη. Θα το έπαιζε η Ειρήνη Παπά».
Νέες ταινίες βλέπει σε dvd. Τον ρωτάω αν είδε τον «Κυνόδοντα» του Γιώργου Λάνθιμου που έφτασε τόσο κοντά στο Οσκαρ ξενόγλωσσης ταινίας. «Να μη σας πω καλύτερα. Δεν βρήκα μία ερμηνεία. Ξέρετε, δεν μου αρέσουν να δηλώνονται τα πράγματα. Θα μπορούσε με το ίδιο θέμα να μη δηλώνονται όλα με εικόνες».
Αν και έχει βραβευθεί και τιμηθεί (γεμάτοι οι τοίχοι του γραφείου του), από παλιά έλεγε ότι οι Κάννες είναι μια κλίκα. Ακόμη το πιστεύει: «Μόνο που άλλαξαν τα πρόσωπα». Με κάποιες ταινίες του ο Μ. Κακογιάννης έδειξε μια Ελλάδα πρότυπο. Πώς νιώθει τώρα που ζει σε μια Ελλάδα προς αποφυγήν; «Δεν κυκλοφορώ πια για να έχω την εικόνα αυτή. Το “Κυριακάτικο ξύπνημα” γυρίστηκε σε μια εποχή που η ζωή ήταν επικίνδυνη σε ορισμένες περιοχές της Αθήνας. Ημουν όμως τόσο γοητευμένος όταν πρωτοήρθα, που ακόμη και τα προβλήματά της τα έβλεπα γοητευτικά. Σήμερα την εικόνα της κοινωνίας την έχω από την τηλεόραση. Οταν η οικονομική ανασφάλεια απλώνει τα πλοκάμια της, είναι αναπόφευκτος ο φόβος. Απλώς θεωρώ απαράδεκτο ότι πολλά από όσα συμβαίνουν τώρα δεν τα εντοπίζαμε σε μια Ελλάδα που είχε βγει από έναν πόλεμο και ήταν βυθισμένη στη φτώχεια. Στενότητα υπάρχει και τώρα αλλά υπάρχει και θρασύτητα. Με ενοχλεί η έλλειψη αγωγής».

Eκλεκτικά σνομπ
Τον είχαν χαρακτηρίσει μεγαλοαστό και σνομπ. «Μεγαλοαστός δεν είμαι, ήταν λάθος χαρακτηρισμός. Σνομπ μπορεί να είμαι, αλλά εκλεκτικά όχι κοινωνικά. Τώρα που έχω φτιάξει το Ιδρυμα, η εικόνα αυτή ίσως έχει αλλάξει. Τώρα το σπίτι μου είναι εκείνο και είναι διαρκώς ανοιχτό».
Είναι ευχαριστημένος από την ελληνική πολιτεία; «Οταν συναντώ τον Κάρολο Παπούλια, αισθάνομαι πολύ καλά ως Ελληνας. Νιώθω ότι μου ανοίγει την πόρτα με καλοσύνη, ότι με εκτιμά. Ολοι ήταν φιλικοί μαζί μου, δεν έχω παράπονο, μόνο ένα μικρό: Οτι δεν με συμβουλεύτηκαν ποτέ για θέματα του σινεμά σε συνάρτηση με εκείνα του τουρισμού. Ούτε ο κ. Γερουλάνος. Την οικογένειά του τη γνωρίζω πολύ καλά, αλλά ο ίδιος δεν μου έχει απλώσει το χέρι. Ισως από συστολή».
Πώς περνάει πια ο χρόνος; «Χθες το βράδυ πέρασα καλά βλέποντας τη Δανδουλάκη να παίζει μια γοητευτική, καλοντυμένη, νεάζουσα μεσήλικα». Είναι απ’ αυτά που βλέπει στην τηλεόραση, όπως τα δελτία ειδήσεων. «Μερικές φορές με τρομάζουν. Ανησυχώ με τον Καντάφι, διότι δεν καταλαβαίνω απόλυτα τα παιχνίδια εξουσίας. Με όσα συμβαίνουν στην Ιαπωνία που ξεφεύγουν πια και από τη φαντασία, με τον κλοιό της Μέρκελ. Σαν να μας κυκλώνει ένα γενικό τσουνάμι».

H Ειρήνη Παπά
Τα βράδια στη μονοκατοικία της οδού Μουσών στου Φιλοπάππου δεν περνούν εύκολα. Ομως η Ξένια Καλδάρα και ο σύζυγός της Θοδωρής Αγγελόπουλος είναι σχεδόν μόνιμοι επισκέπτες. «Αυτό το κορίτσι είναι χρυσό, κάνει όλη τη δουλειά στο Ιδρυμα. Θλίβομαι όμως που έχω καιρό να μιλήσω με την Ειρήνη Παπά. Με πληγώνει το γεγονός, το δηλώνω, γιατί την αγαπώ και την εκτιμώ πολύ. Αλλωστε η καριέρα της τελείωσε με μια κωμωδία και με γέλιο. Ετσι πρέπει να είμαστε και στις μεταξύ μας σχέσεις».
Συγκινημένος, θέλει να σταματήσει: «Καταλάβατε ότι κουράστηκα», λέει ευγενικά. Υστερα με προτρέπει να δω τη μητέρα του στην κορνίζα στο τραπέζι απέναντί του. Και τις αδερφές του. Η Στέλλα Σουλιώτη «διετέλεσε και υπουργός επί Μακαρίου» μου θυμίζει, τη Γιαννούλα που ζει στη Ρώμη «βράχος επί των οικονομικών», τα ανίψια του: Αμάντα, Αλέξια και ο Παναγιώτης που «σπούδασε νομικά και ύστερα τα άφησε για να σπουδάσει ζωγράφος», λέει με καμάρι. Αλλωστε και ο ίδιος άλλαξε πορεία. «Δεν ξέρω αν ήθελα δικά μου παιδιά. Τα ανίψια μου είναι σαν δικά μου». Και η ζωή του; «Μοιάζει με επεισοδιακή ταινία».
Επειτα φωνάζει ευγενικά την Εμιλυ να με συνοδέψει ώς τη βαριά εξώπορτα. Το χέρι του -αν και το σώμα αδύναμο- σφίγγει με δύναμη το δικό μου. «Ορεβουάρ καλή μου». Η μαλλιαρή Λούλου που κάθεται ήσυχα ώς εκείνη την ώρα, συνηγορεί κι αυτή με ένα γάβγισμα. Πώς πέρασαν κιόλας δύο ώρες...

Η συνάντηση
Στο φιλόξενο φωτεινό γραφείο στο ισόγειο της οδού Μουσών οι τοίχοι είναι γεμάτοι από βραβεία και διακρίσεις, ενθύμια και εικόνες. Σερβιριστήκαμε ένα φίνο αρωματικό τσάι. Ο Μιχάλης Κακογιάννης δεν έχει όρεξη για γλυκά και βουτήματα του έχει κοπεί τον τελευταίο καιρό όπως λέει- αλλά ρωτάει διαρκώς αν χρειαζόμαστε κάτι. Τα τηλέφωνα δεν σταματούν να χτυπάνε από φίλους που ρωτούν για την υγεία του.
Πηγή: Καθημερινή - Γιώτα Σύκκα

Σάββατο 9 Απριλίου 2011

ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ - Ντελβώ Πωλ


Βέλγος ζωγράφος, γεννήθηκε το 1897 στο Άντχάιτ και πέθανε το 1994 στο Φυρν. Προσχώρησε στον υπερρεαλισμό σχετικά αργά. 



Στο έργο του ελληνικοί ναοί και φλωρεντινοί κήποι συνθέτουν κλασικές αρχιτεκτονικές προοπτικές, όπου συνυπάρχουν πλάι πλάι αχρονικά γυμνά και πρόσωπα με αυστηρές ενδυμασίες.


Στον επόμενο πίνακα, τον Άνθρωπο του δρόμου, το τοπίο είναι οικείο, όπως και ο άνδρας που περπατά με την εφημερίδα, αδιαφορώντας για τον κόσμο γύρω του, αποκομμένος από τον φυσικό του χώρο που δεν είναι άλλος από τους δρόμους της πόλης. Οι γυναίκες από την άλλη δεν είναι αναγνωρίσιμα πρόσωπα. Τα μαλλιά τους έχουν μεταμορφωθεί σε κισσούς που ριζώνουν στο έδαφος, ενώ η στάση τους θυμίζει αναγεννησιακό πίνακα και το απόμακρο βλέμμα τους κάθε άλλο παρά ερωτισμό αποπνέει.

Στη θεματική του ζωγράφου οι σκελετοί εμφανίζονται από το 1941. Τον επόμενο πίνακα, την Κοιμώμενη Αφροδίτη, ο καλλιτέχνης τον φιλοτέχνησε στις Βρυξέλλες το 1944 σε μια περίοδο που η πόλη βομβαρδιζόταν ανελέητα, επιδιώκοντας να δείξει την αγωνία και το άγχος μέσω της αντίθεσης με την ηρεμία της κοιμώμενης Αφροδίτης. Ο καλλιτέχνης δεν αφηγείται την ιστορία της Αφροδίτης, αλλά τη χρησιμοποιεί  απλώς σα σύμβολο της αγάπης και της ζωής, το άκρο αντίθετο του μίσους και του θανάτου, ο οποίος εδώ συμβολίζεται από το σκελετό.

Ο πίνακας χαρακτηρίζεται από αμφισημία. Στο δρόμο επικρατεί πανικός, οι άνθρωποι υψώνουν τα χέρια παρακαλώντας να σωθούν. Τίνος την προσοχή επιδιώκει όμως να τραβήξει η γυναίκα δεξιά και για ποιο λόγο; Μήπως απευθύνεται στην ντυμένη γυναίκα που μοιάζει ασυγκίνητη, προσωποποιώντας ίσως την αδιάφορη αστική τάξη, ζητώντας της να αποτρέψει την ερωτική συνεύρεση του σκελετού με την Αφροδίτη, που υποδηλώνεται από τη στάση των δύο μορφών; Ο Φρόυντ μίλησε για το ένστικτο του θανάτου, αλλά και για την επιθυμία του ανθρώπου να αντισταθεί σε οτιδήποτε απειλεί τη ζωή του. Εδώ απειλή μπορεί να θεωρηθεί ο εχθρός που βομβαρδίζει. Το αντίθετο του θανάτου (σκελετού;) είναι ο Έρωτας (Αφροδίτη), που εξασφαλίζει τη διαιώνιση του είδους.

Στη θεματική του του ζωγράφου εμφανίζονται τα τραίνα από το 1954-1956.


«Ο Ντελβό άντλησε την ικμάδα της ζωγραφικής του από τα βάθη του ανερμήνευτου. Αναζήτησε την ουσία της, εκεί όπου γενεσιουργούνται συμπτώματα και αιτίες: αγωνίες, φοβίες, τραύματα, αυταρέσκειες, ανεκπλήρωτες επιθυμίες, ερωτισμοί, ηδονοθηρικές εμμονές...», επισημαίνει ο Κυριάκος Κουτσομάλλης, διευθυντής του Μουσείου Σύγχρονης Τέχνης. 


Οσοι γνώρισαν τον Ντελβό, ο οποίος έφυγε από τη ζωή το 1994, πλήρης ημερών (ήταν 97 ετών), τον περιγράφουν εξίσου μυστηριώδη, αινιγματικό, μοναχικό και ευαίσθητο με τα έργα του. 



«Δέσμιος της αισθηματικής του παιδείας, έγκλειστος στη φυλακή των περιορισμών, των τραυματικών ερωτικών του εμπειριών, υπερπροστατευμένος μέσα στα τείχη που η μητέρα του ύψωσε γύρω του, παγιδευμένος στο περιβάλλον των απαγορεύσεων και των ενοχών που οι θείες του δημιούργησαν -εδώ προφανώς βρίσκονται οι αιτίες που υποκίνησαν τη δημιουργία αυτού του κλειστού ζωγραφικού σύμπαντος, το οποίο στοιχειώνεται από οπτασίες, παραισθήσεις και φαντάσματα», προσθέτει ο Κ. Κουτσομάλλης. 


Παρασκευή 8 Απριλίου 2011

ΑΡΧΑΙΟΤΗΤΑ - Σατυρικό δράμα

Το Σατυρικό δράμα είναι είδος δραματικής ποίησης που δημιουργήθηκε αλλά και καλλιεργήθηκε παράλληλα με τα άλλα δύο είδη του δράματος, την Τραγωδία και την Κωμωδία. Το όνομα του είδους αυτού προήλθε από τον χορό του δράματος αυτού που αποτελείτο από υποδυόμενους Σατύρους, των οποίων η ωμή φυσικότητα και η αχαλίνωτη ευθυμία τους προσέδιδαν στο όλο δράμα ένα ιδιαίτερο χαρακτηριστικό. Οι ποιητές και οι ηθοποιοί του σατυρικού δράματος ήταν οι ίδιοι με αυτούς της τραγωδίας όπως και η δομή, τα θέματα και οι χαρακτήρες. Αντίθετα η φύση του σατυρικού χορού που χαρακτηριζόταν από ερωτική ροπή και αδηφαγία αποτελεί μια γελοιογραφική ανατροπή κάθε ηρωικού πνεύματος.

Μπροστά το χορό των Σατύρων παρουσιάζονταν υποδυόμενοι θεοί, ημίθεοι, και άρχοντες πόλεων με κυρίαρχη όμως εμφάνιση του Διονύσου καθώς και άλλοι που σχετίζονταν μ΄ εκείνον όπως ο Ερμής, ο Ήφαιστος κ.λπ. Από τους ημίθεους συχνά παρουσιάζονταν ο Ηρακλής, ο Θησέας, ο Οδυσσέας, ο Προμηθέας, ο Σίσυφος κ.ά. Ενώπιον αυτών που έφεραν μεγαλοπρεπή περιβολή η εμφάνιση των Σατύρων με τις προβιές και τα δερμάτινα ράκη δημιουργούσαν στους θεατές μια αλλόκοτη και περισσότερο κωμική εντύπωση. 

Για τους αρχαίους ο Αισχύλος ήταν ο μεγαλύτερος σατυρικός δραματουργός. Τα σωζόμενα αποσπάσματα δείχνουν ότι αυτός ο κατεξοχήν σεμνός ποιητής μπορούσε να πραγματευτεί επίσης ελαφρά και αστεία θέματα με εξαιρετική επιδεξιότητα.

 Και ο Σοφοκλής φημιζόταν ως μεγάλος σατυρικός δραματουργός. Οι Ιχνευταί και ορισμένα αποσπάσματα άλλων σατυρικών δραμάτων δείχνουν πράγματι μια εξαιρετική κωμική φλέβα. Η υπόθεση του σατυρικού δράματος «Ιχνευταί» ή «Ιχνευταί Σάτυροι» αναφέρεται στην κλοπή των βοδιών του Απόλλωνα από το νεογέννητο Ερμή και στην προσπάθεια των Ιχνευτών Σατύρων να τα εντοπίσουν με την καθοδήγηση του πατέρα τους Σιληνού.



Το σατυρικό δράμα «Κύκλωψ », που έγραψε ο Ευριπίδης με άγνωστο το έτος που διδάχτηκε (παίχτηκε), είναι το μόνο σατυρικό έργο του που έχει διασωθεί πλήρες.


Ο Σιληνός και οι Σάτυροι, ταξιδεύοντας στη θάλασσα για να βρουν το Διόνυσο, που τον είχαν αρπάξει ληστές Τυρρηνοί, παρασυρμένοι από τον άνεμο, έφτασαν στη Σικελία. Εκεί πιάστηκαν από τον Κύκλωπα Πολύφημο, που τους κρατά σκλάβους του, βοσκούς των κοπαδιών του και υπηρέτες. Ξαφνικά ο Σιληνός παρατηρεί ότι στην ακρογιαλιά έχει αράξει καράβι ελληνικό. Είναι ο Οδυσσέας με τους συντρόφους του, που έρχονται από την Τροία και βγαίνουν στη στεριά για να πάρουν προμήθειες. Ο Οδυσσέας δίνει στο Σιληνό κρασί και ζητά ως αντάλλαγμα τυρί και αρνιά. Τότε εμφανίζεται ο Κύκλωπας, που επιστρέφει από την Αίτνα, όπου είχε πάει για κυνήγι. Όλοι τρομάζουν, μα ο Οδυσσέας αποφασίζει να τον αντιμετωπίσει. Ο Κύκλωπας κατηγορεί τον Οδυσσέα και τους συντρόφους του για ληστές, υπόνοια που τροφοδοτεί και ο Σιληνός. Ο Οδυσσέας του αποκαλύπτει την αλήθεια και τον παρακαλεί να τους λυπηθεί. Αλλά ο Κύκλωπας είναι αποφασισμένος να ικανοποιήσει τη λαιμαργία του τρώγοντάς τους και τους βάζει μέσα στη σπηλιά. Πραγματικά ο Οδυσσέας διηγείται πώς ο γίγαντας καταβρόχθισε δύο συντρόφους του και προτείνει στους Σατύρους να τους πάρει μαζί του, αν τον βοηθήσουν να εκδικηθεί τον Κύκλωπα, τυφλώνοντάς τον. Έτσι και γ'ινεται. Ο Κύκλωπας μεθά με άφθονο κρασί, που του δίνει ο Οδυσσέας, και μπαίνει στη σπηλιά να κοιμηθεί. Ο Οδυσσέας τον ακολουθεί, πυρώνει το δαυλί και το βυθίζει στο μάτι του Κύκλωπα. Το τέρας σηκώνεται ουρλιάζοντας και βγαίνει από τη σπηλιά τυφλό και αιμόφυρτο, φοβερίζοντας να τους σκοτώσει. Ο Οδυσσέας με τους συντρόφους του φεύγει, παίρνοντας μαζί του και τους Σατύρους, χαρούμενους που θα ξαναβρουν το Διόνυσο.

ΒΙΒΛΙΟ - 100 χρόνια Gallimard


Η γαλλικής έμπνευσης, διάκριση του «πνεύματος του οίνου» σε «καλό» (bon) και «μεγάλο» (grand) ισχύει αντίστοιχα και για το «πνεύμα των εκδόσεων». Χωρίς απλουστευτικές διαθέσεις, αλλά με αυστηρά (όχι «εστέτ») κριτήρια, ο περιηγητής μιας «φανταστικής έκθεσης εκδοτικών οίκων» (κάτι ανάλογο, σαν τη «Βιβλιοθήκη» του Μπόρχες ή τις «Βιβλιοθήκες γεμάτες φαντάσματα» του Μπονέ) προσανατολίζεται εξαρχής στα τέσσερα σημεία του εκδοτικού ορίζοντα: 
  • τις εκδόσεις Penguin, που επέφεραν πραγματική επανάσταση στον χώρο του βιβλίου,
  • τις εκδόσεις Suhrkamp, που στεγάζουν μεταπολεμικά, στα χρώματα του ουράνιου τόξου, σχεδόν όλους τους συγγραφείς και φιλοσόφους, εντός κι εκτός Γερμανίας, 
  • τις εκδόσεις Feltrinelli, που ανεδείχθησαν χάρις στο εκδοτικό (και πολιτικό) δαιμόνιο του ιδρυτή τους, ο οποίος στο βιβλιοπωλείο της Ρώμης διατηρούσε μέχρι και φλιπεράκι, 
  • και, ασφαλώς, τις εκατονταετείς πλέον, εκδόσεις Gallimard: τον «Μεγάλο Εκδοτικό του Μεγάλου Εθνους».
 Θα μπορούσε βάσιμα να ισχυριστεί κανείς (ακόμα κι ένας μη γαλλόφωνος francophile) ότι στις εκδόσεις Gallimard στεγάζεται όχι απλώς το έργο των σημαντικότερων Γάλλων και ξένων συγγραφέων (από το οποίο δεν απουσιάζουν ούτε οι δικοί μας: Καβάφης, Σεφέρης, Ρίτσος, Ελύτης, Βασιλικός, Καραπάνου κ. ά.), αλλά ό, τι περικλείεται ανάμεσα στο «πνεύμα», το «Geist» και το «esprit», και η ίδια ιστορία των εκδόσεων από μόνη της εκφράζει ένα esprit de corps: του ιδρυτή τους, Γκαστόν Γκαλιμάρ (και των διαδόχων του, Κλοντ και Αντουάν, που πρόσφατα συγκρούστηκε με την Google για την ψηφιοποίηση των βιβλίων), του Αντρέ Ζιντ και του Πολ Κλοντέλ, της συντροφιάς της Νέας Γαλλικής Επιθεώρησης (Nouvelle Revue Francaise, πιο γνωστής με τον λογότυπο nrf), και όλων όσοι πέρασαν όχι μόνο από τα γραφεία του εκδότη και το περίφημο «δωμάτιο του συγγραφέα», το οποίο «θα είναι εξοπλισμένο με σεκρετέρ, τηλέφωνα, αναπαυτικές πολυθρόνες, ένα μπαρ και θα βλέπει στον κήπο», όπως το περιέγραφε ο Γκαστόν Γκαλιμάρ στον Βαλερί Λαρμπό, αλλά και από τα ιστορικά παρισινά cafe, την Brasserie Lipp, στο Boulevard St. -Germain και το Bar Du Pont-Royal, στη Rue de Montalbert.
Οι εκδόσεις θα ξεκινήσουν με την ουτοπία ενός εκδοτικού εγχειρήματος, που φιλοδοξεί να οργανώσει μια «κοινοπραξία χωρίς κερδοσκοπικές διαθέσεις για την έκδοση ωραίων βιβλίων», όπως έγραφε ο Αντρέ Ζιντ στον Πολ Κλοντέλ, αρχές του 1909. Ομως, χάρις στον Γκαστόν Γκαλιμάρ θ’ ανοίξει το σημαντικότερο κεφάλαιο στην ιστορία του γαλλικού, και ευρύτερα ευρωπαϊκού, πνεύματος, ακόμα κι όταν κάποια «επεισόδια» θα ταράξουν ενδιάμεσα την πορεία του εκδοτικού (μ. ά. ο συγκεντρωτισμός του εκδότη, οι διαμάχες μεταξύ Ζιντ και Κλοντέλ, τα σκοτεινά χρόνια της γερμανικής Κατοχής, η πρόσκαιρη αποχώρηση του Σαρτρ), ενώ η «Βιβλιοθήκη της Πλειάδος», όπως και η περίφημη Serie Noire, υπό τη διεύθυνση του Μαρσέλ Ντυαμέλ, αλλά ακόμα και ο «Χάρι Πότερ», θα επιβεβαιώσουν την απόλυτη κυριαρχία των εκδόσεων Γκαλιμάρ.
Μαζί με τα δημοσιεύματα του διεθνούς Τύπου, μία έκθεση στην Εθνική Βιβλιοθήκη της Γαλλίας και ένα ντοκιμαντέρ που προβλήθηκε πρόσφατα στο γαλλογερμανικό arte μάς φέρνουν πιο κοντά στην 100ή επέτειο του εκδοτικού «αστερισμού των Πλειάδων».
Bon anniversaire, Gallimard!
Πηγή: Καθημερινή

Τετάρτη 6 Απριλίου 2011

ΒΙΒΛΙΟ - η αναγνωστική συμπεριφορά των ελλήνων

Το κοινό των αναγνωστών είναι τελικά γένους θηλυκού, όπως συνηθίζουµε τα τελευταία χρόνια; Η 3η Πανελλήνια Ερευνα που διενήργησε η Metron Analysis για λογαριασµό του Εθνικού Κέντρου Βιβλίου, τους µήνες Νοέµβριο και ∆εκέµβριο του 2010, δίνει την εξής απάντηση:  

Είναι πολύ περισσότερες οι γυναίκες που διαβάζουν, αλλά διαβάζουν σχεδόν αποκλειστικά µυθιστορήµατα – όπως επίσης βιβλία ψυχολογίας και θρησκείας. 
  
Είναι επίσης πολύ περισσότερες οι γυναίκες που ανήκουν στο τµήµα του πληθυσµού, το οποίο διαβάζει από ένα έως εννέα βιβλία τον χρόνο.   

Από κει και πέρα τα πράγµατα περιπλέκονται: ένα 9,4% των γυναικών δηλώνει ότι διαβάζει πάνω από 10 βιβλία τον χρόνο, αλλά το ίδιο δηλώνει και το 6,8% των ανδρών. 

Οι άνδρες, επίσης, διαβάζουν περισσότερο απότις γυναίκες ιστορία, φιλοσοφία, κοινωνικές επιστήµες, αρχαίους συγγραφείς, πολιτικά βιβλία, βιβλία ταξιδιών, αποκρυφισµού, θετικών επιστηµών.

Η έρευνα πραγµατοποιήθηκε σε σταθµισµένο δείγµα 1.500 ανθρώπων και έχει εξαιρετικό ενδιαφέρον. ∆είχνει λ.χ., επιβεβαιώνοντας δύο παλιότερες έρευνες που έγιναν για λογαριασµό του ΕΚΕΒΙ (1999και 2004), ότι η ανάγνωση δεν είναι υπόθεση λίγων χιλιάδων ανθρώπων, όπως συνηθίζει να λέει τµήµα των επαγγελµατιών του βιβλίου. Σχεδόν 800.000 άνθρωποι διαβάζουν πάνω από 10 βιβλία τον χρόνο (αυξήθηκαν κατά 80.000 σε µία δεκαετία), ενώ αυξήθηκε σηµαντικά το ποσοστό των ασθενέστερων αναγνωστών, όσων διαβάζουν έστω ένα βιβλίο τον χρόνο. Υπάρχει βέβαια πάντα ένα 40% του πληθυσµού που κυριολεκτικά δεν ανοίγει βιβλίο. 
Η έρευνα δείχνει ότι οι βιβλιόφιλοι δεν είναι άνθρωποι που µένουν κλεισµένοι στο σπίτι διαβάζοντας,όπως θέλει το γνωστό κλισέ. Αντίθετα συµµετέχουν περισσότερο από τον µέσο όρο στην πολιτιστική ζωή:διαβάζουν εφηµερίδες,ακούν ραδιόφωνο,πηγαίνουν σινεµά, θέατρο, επισκέπτονται εκθέσεις, αρχαιολογικούς χώρους περισσότερο από άλλους. Επίσης βγαίνουν έξω περισσότερο, σε εστιατόρια, καφέ, µπαρ, κέντρα µε ζωντανή µουσική, ενώ πηγαίνουν περισσότερο και σε γυµναστήρια.Το µόνο που κάνουν λιγότερο είναι να βλέπουν τηλεόραση. Ο γενικός πληθυσµός παρακολουθεί κατά µέσον όρο 3 ώρες και 18 λεπτά τηλεόραση, οι ασθενέστεροι αναγνώστες 2 ώρες και 45 λεπτά και οι συστηµατικότεροι αναγνώστες 2 ώρες και 11 λεπτά.

Κατά τα άλλα, η στάση του κοινού απέναντι στο βιβλίο έχει να κάνει πολύ µε το επίπεδο εκπαίδευσης, το αν µένει κανείς σε πόλη ή χωριό. Σχετίζεται επίσης µε το φύλο αλλά και τη γλωσσοµάθεια ή και την προηγούµενη διαµονή σε χώρες του εξωτερικού. Τελευταία παίζει (αρνητικό) ρόλο και η επιµήκυνση του χρόνου εργασίας αφού σε αυτούς που δηλώνουν ότι δεν διαβάζουν καθόλου βιβλία ο µέσος όρος χρόνου εργασίας είναι 48,4 ώρες την εβδοµάδα.

«Η έρευνα δείχνει ότι οι συστηµατικοί αναγνώστες µπορεί να µην αυξήθηκαν, αποκτούν όµως καλύτερα ποιοτικά χαρακτηριστικά και γίνονται πιο συνειδητοί», καταλήγει ο υπεύθυνος για τις στατιστικές έρευνες του ΕΚΕΒΙ Σωκράτης Καµπουρόπουλος. 
πηγή: τα νέα

Δευτέρα 4 Απριλίου 2011

ΒΙΒΛΙΟ - Μαγκλίνης

Τίτλος: η ανάκριση, Συγγραφέας: Ηλίας Μαγκλίνης

 Mε το έργο "η ανάκριση" του Ηλία Μαγκλίνη συντελείται η αποενοχοποίση του δικτατορικού συμπλέγματος. Η μαζική υστερία, ο συλλογικός ενθουσιασμός, η ηρωοποίηση προσώπων - θυμάτων που δαιμόνιζε και δαιμονίζει την κοινωνία, τη σκέψη, την τέχνη, χάνεται. Στη θέση της αναδύεται το προσωπικό δράμα, ένα δράμα που προσπαθεί να ξεχαστεί, να σκεπαστεί, αλλά ολοένα και ανασύρεται στην επιφάνεια 




Είναι σα να βλέπεις την Αφροδίτη σανδαλίζουσα και ξεχνάς ότι είναι θεά, ότι της αρμόζει σεβασμός, αλλά σκανδαλίζεσαι και στοιχειώνουν τα όνειρά σου.
Ενδιαφέρουσα είναι η αρχή του έργου - νουβέλας όπου ο πατέρας γίνεται αθέατος  μάρτυρας της ερωτικής αυτοϊκανοποίησης της κόρης του, για να καταλάβουμε ότι αργότερα αναλογικά και πολύ πιο σκληρά θα γίνει αυτή ένας φανερός, ηδονοθηρικός(;), μάρτυρας των αποκαλύψεων του πατέρα της.

Παραθέτω την κριτική του Δημήτρη Αθηνάκη.
...Σαν μια συνέχεια του «Σώμα με σώμα» (εκδ. Πόλις), ο Ηλίας Μαγκλίνης γράφει την «Ανάκριση». Ο πόνος, το παρελθόν, το παρόν, το αίμα -κι όλ’ αυτά στα άκρα τους- μπλέκονται στη νουβέλα, παραμένοντας έννοιες και καταστάσεις διακριτές. Η Μαρίνα -που προτυπώνει τη Μαρίνα Αμπράμοβιτς, περφόρμερ της τέχνης του σωματικού πόνου-, περφόρμερ κι αυτή του ίδιου κινήματος, προσπαθεί και καταφέρνει να μπει στο μυαλό και την ψυχή του πατέρα της ο οποίος κακοποιήθηκε φριχτά από τα ΕΑΤ/ΕΣΑ της οδού Μπουμπουλίνας.
Συγκεντρώνοντας βιβλία με λεπτομερείς αφηγήσεις για την εποχή και τα βασανιστήρια, μαζεύοντας αναμνήσεις όπως ο θάνατος της μητέρας της που της κόστισε ένα ολόκληρο σύμπαν, παλεύει με νύχια και με δόντια ν’ ανακρίνει τον πατέρα της και να τον εξωθήσει ν’ αναγνωρίσει την οδύνη και την προσβολή -ψυχική και σωματική-, να επιστρέψει σ’ όλ’ αυτά και να τα ξεπεράσει, να φτάσει στο σημείο να βγάλει από τα βάθη του ό,τι τον έχει σημαδέψει αλλά και φορές φορές τον έχει κάνει περήφανο. Όπως και να ‘χει, ο ανακρινόμενος, κάθε ώρα και στιγμή, Κωστής βάζει τα δυνατά του να μην υποκύψει, όπως είχε κάνει τότε, όπως ποτέ δεν υπέκυψε – τουλάχιστον στο κοινώς φαίνεσθαι. Ωστόσο, η πάλη της Μαρίνας είναι αφενός επώδυνη και αφετέρου έμμονη.
Επιδιώκοντας ενδεχομένως ν’ αγαπήσει τον πατέρα της απ’ την αρχή, τον φέρνει στ’ άκρα, ώστε αυτός να την παρακαλέσει σχεδόν γονατιστός να τον αφήσει ήσυχο· ώστε αυτός ν’ αναγκαστεί να παραδεχτεί, με πάσα ακρίβεια, ό,τι πέρασε τότε, ίσως και ν’ αναμετρηθεί με την αγωνιστική και πολύπαθη παρακαταθήκη του δικού του πατέρα.
Παρ’ όλ’ αυτά, δεν είναι κάποιο είδος σαδίστριας. Η πολυαγαπημένη κόρη, η δύστροπη αυτή ψυχή δεν θέλει να μετατρέψει τον πατέρα της σε έργο τέχνης, απλώς και μόνο για να δημιουργήσει το αυθεντικότερο κομμάτι του καλλιτεχνικού της βιογραφικού. Έχοντας περάσει μέσα από αυτοτιμωρίες -στα όρια ενός ιδιότυπου ερωτισμού, ο οποίος ενυπάρχει σ’ όλο σχεδόν το κείμενο- ενώπιον έκπληκτου κοινού χάριν της τέχνης, έχει συνειδητοποιήσει ότι το βάθος αυτό της τέχνης δεν είναι απαραίτητα και η αλήθεια που ψάχνει. Η αλήθεια που αναζητά το θλιμμένο αυτό κορίτσι, όπως το ίδιο την αντιλαμβάνεται, είναι στους γονείς της: στη μητέρα, την οποία έχασε διά παντός, και στον πατέρα που χρόνια και χρόνια έχασε το καθαρό του βλέμμα, τη γαλήνια θέαση της ζωής. Αυτό η Μαρίνα το γνωρίζει πολύ καλά, όπως και τη χυδαία καθώς και ακραία σεξουαλική ατίμωση που δέχτηκε ο πατέρας της στη φυλακή, κάτι που ποτέ δεν παραδέχτηκε. Ήρθε όμως η ώρα. Η ανάκριση κρίνεται επιτυχής· ανακρινόμενος και ανακριτής ακόμη περισσότερο.
Σαν μια παλιννόστηση στα επικαλυμμένα γεγονότα του παρελθόντος, ο Μαγκλίνης χειρίζεται την ενσώματη γραφή με αξιοσημείωτο τρόπο. Αποφεύγοντας τις εύκολες λύσεις, επιλέγοντας την πυκνογραμμένη αφήγηση, επιτυγχάνει να σκιαγραφήσει την πρόσφατη εγχώρια Ιστορία, απ’ τα έγκατα μιας πολύπαθης οικογένειας που θέλει ν’ αποφύγει το χάσμα μεταξύ παρόντος και παρελθόντος, δίχως ν’ αρνείται τίποτε, απαλείφοντας ταυτόχρονα ό,τι συνηθισμένα γλυκανάλατο θα μπορούσε να τον παγιδεύσει. Η επιτυχία όλου του εγχειρήματος έγκειται βέβαια στο ότι ο συγγραφέας, με γλώσσα ώριμη και καλά φιλτραρισμένη, αγγίζει τη γύμνια και θωπεύει το πάθος όλων αυτών που θέλει ν’ αφηγηθεί, επιστρέφει στο σώμα ως κινούν όχημα του κόσμου, καθιστώντας την «Ανάκριση» ένα κείμενο τόσο καλά δομημένο όσο και περιέχον τη δόση του ακραία ανθρώπινου που η λογοτεχνία καλείται να φέρει.

[Η κριτική δημοσιεύτηκε αρχικά στο δεύτερο τεύχος του "Α-βιβλίο" της "Απογευματινής", Παρασκευή 23/1/2009]