Δευτέρα 23 Ιουνίου 2014

«Τίμων ο Μισάνθρωπος» – ΛΟΥΚΙΑΝΟΣ


Ο Λουκιανός (120 μ.Χ.) είχε στα χέρια του σχετική παράδοση για τον μισάνθρωπο που είχε και ο Μένανδρος και με την φαντασία του και την ευρηματικότητά του έδωσε την δική του πλοκή στο έργο.

ΠΛΟΚΗ ΤΟΥ ΕΡΓΟΥ: Ο Τίμων  σκάβει με την αξίνα στο χωράφι του. Σε μια στιγμή, τον πιάνει το παράπονο και κοιτώντας προς τον ουρανό, διαμαρτύρεται στους θεούς και ειδικά στον Δία, για την αδικία που του συνέβη. Μιλάει με λόγια πικρά και σκληρά, στηλιτεύοντας την θεϊκή αδιαφορία και οκνηρία, που επέφερε και την απαξίωση των θεών απ' τους ανθρώπους. Ψηλά στον ουρανό (εκεί τοποθετεί ο Λουκιανός τους θεούς), ο Δίας κι ο Ερμής παρακολουθούν τον μονόλογο του Τίμωνα, συζητούν μεταξύ τους και σχολιάζουν τα λόγια του. Ο Δίας, αφού πληροφορείται απ' τον Ερμή, πως ο Τίμων, όσο ήταν πλούσιος δεν παρέλειπε να τιμά τους θεούς με θυσίες, αποφασίζει να του επιστρέψει τα πλούτη του (εδώ, ο Λουκιανός καταλογίζει στους θεούς υστεροβουλία). Δίνει λοιπόν εντολή στον Ερμή, να πάρει μαζί του τον τυφλό Πλούτο και τον Θησαυρό και να επισκεφτούν τον Τίμωνα, παρ' ότι η Πενία έχει τις δικές της αντιρρήσεις κι αποφασίζει ν' αποχωριστεί τον Τίμωνα, παίρνοντας μαζί της τον Κόπο και την Σοφία. Ο Τίμων, σκάβοντας ανακαλύπτει τον θησαυρό και περιχαρής αποφασίζει να πάρει την εκδίκησή του απ' τους κόλακες, οι οποίοι μαθαίνοντας τα νέα, σπεύδουν να τον συναντήσουν...]


Και ένα μικρό επεισόδιο........ δύο πρόσωπα......ΤΙΜΩΝ - ΔΗΜΕΥΣ

Τίμων: Να, έρχεται και τρίτος: Ο ρήτορας Δημέας, που κρατάει ψήφισμα στα χέρια και λέει ότι είναι συγγενής μου. Αυτός, ενώ με δικά μου χρήματα πλήρωσε 16 τάλαντα για να μην μπει φυλακή επειδή χρωστούσε και δεν τα έδινε κι εγώ τον λυπήθηκα και τον ελευθέρωσα, όταν προχθές κληρώθηκε να μοιράζει τα θεωρικά κι εγώ πήγα να ζητήσω το ποσό μου, είπε πως δεν με ήξερε για πολίτη.
Δημέας: Γεια σου Τίμωνα! Μεγάλη δόξα της γενιάς μας, στήριγμα της Αθήνας και προμαχώνα της Ελλάδος! Εδώ και ώρα, ο λαός και οι δυο βουλές, έχουν συγκεντρωθεί και σε περιμένουν. Πριν όμως, άκουσε το ψήφισμα που έχω γράψει για σένα: «Επειδή ο Τίμων ο Εχεκρατίδης από τον Κολυττό, όχι μόνο καλός και αγαθός είναι, αλλά και σοφός όσο κανένας άλλος στην Ελλάδα, πράττει πάντα για την πόλη τα πιο σωστά κι επειδή έχει νικήσει στην Ολυμπία, την ίδια μέρα, στην πυγμαχία και στην πάλη, στο τρέξιμο, στο άρμα...».
Τίμων: Μα εγώ δεν έχω πάει ποτέ στη Ολυμπία, ούτε σαν θεατής!
Δημέας: Και τί σημασία έχει αυτό; Θα πας αργότερα! Είναι καλύτερα να προσθέτουμε κάτι τέτοια. «...Και ανδραγάθησε υπέρ της πόλεως πέρυσι στις Αχαρνές και τσάκισε δύο τμήματα Πελοποννήσιων...».
Τίμων: Μα τί λες; Ούτε στον κατάλογο δεν ήμουν γραμμένος, επειδή δεν είχα όπλα!
Δημέας: Είσαι πολύ μετριόφρων Τίμωνα, αλλά εμείς θα ήμασταν αχάριστοι αν τα ξεχνούσαμε όλα αυτά. «...Ακόμη και με ψηφίσματα και συμβουλές δεν πρόσφερε μικρές υπηρεσίες στην πόλη. Για όλα αυτά, η βουλή και ο δήμος και η Ηλιαία χωριστά κατά φυλές και οι δήμοι ξεχωριστά ο καθένας, και όλοι μαζί να στήσουν χρυσό άγαλμα του Τίμωνα, δίπλα στην Αθηνά στην Ακρόπολη, με κεραυνό στο δεξί χέρι και ακτίνες στο κεφάλι. Και να τον στεφανώσουν με επτά χρυσά στεφάνια σήμερα κατά την παράσταση νέων τραγωδιών στα Διονύσια. Πρέπει για χάρη του, σήμερα να γιορταστούν τα Διονύσια. Την πρόταση έκανε ο Δημέας ο ρήτορας, στενός συγγενής και μαθητής του. Γιατί ο Τίμων είναι άριστος ρήτορας και όλα τ' άλλα όσα θα ήθελε να είναι». Αυτό είναι το ψήφισμα για σένα. Εγώ μάλιστα, ήθελα να σου φέρω και τον γιο μου, που προς τιμήν σου τον έχω ονομάσει Τίμωνα.
Τίμων: Μα καλά... Πώς έχεις παιδί, αφού εσύ, καθ' όσον γνωρίζω, είσαι άγαμος;
Δημέας: Μα θα πάρω γυναίκα, την χρονιά που μας έρχεται. Θα κάνω παιδί και το παιδί που θα γεννηθεί -και θα είναι φυσικά αγόρι- από τώρα το ονομάζω Τίμωνα.
Τίμων: Δεν ξέρω ποια γυναίκα θα σε πάρει, μετά απ' το βρομόξυλο που θα σου δώσω.
[Ο Τίμων χτυπάει τον Δημέα.]
Δημέας: Τί είναι τούτο πάλι; Επιχειρείς να γίνεις τύραννος και χτυπάς τους ελεύθερους πολίτες, ενώ εσύ ούτε γνήσια ελεύθερος είσαι, αλλά ούτε και πολίτης; Μα γρήγορα θα τιμωρηθείς για όλα και γιατί έβαλες φωτιά στην Ακρόπολη.
Τίμων: Η Ακρόπολη δεν έχει καεί άθλιε. Είναι ολοφάνερο λοιπόν ότι με συκοφαντείς.
Δημέας: Έγινες πλούσιος όμως, επειδή έσκαψες κρυφά κι έφτασες στον οπισθόδομο του Παρθενώνα.
Τίμων: Ούτε κι αυτός έχει σκαφτεί, επομένως ούτε κι αυτό θα γίνει πιστευτό.
Δημέας: Θα σκαφτεί αργότερα. Εσύ όμως, έχεις τώρα όλα όσα ήταν εκεί μέσα.
Τίμων: Ε δεν υποφέρεσαι! Πάρε κι άλλη!
Δημέας: Ωχ, η πλάτη μου!
Τίμων: Μη σκούζεις, γιατί θα φας κι άλλες. Εξάλλου, θα ήμουν εντελώς γελοίος, αν δεν τσάκιζα ένα ελεεινό ανθρωπάκι σαν εσένα, ενώ κατέσφαξα άοπλος δύο τμήματα Σπαρτιατών. Μάταιη θα ήταν και η νίκη μου στην πυγμαχία και στην πάλη στους Ολυμπιακούς Αγώνες..

Τετάρτη 18 Ιουνίου 2014

"Ανάθεμά σε, Ντοστογιέφσκι" Ατίκ Ραχιμί


Ο Ατίκ Ραχιμί ανήκει σε μια πλειάδα συγγραφέων που τους ... έδιωξε η πολιτική κατάσταση στην πατρίδα τους και από τη νέα τους ... πατρίδα στηλιτεύει τα κακά που βίωσε ο ίδιος, αλλά και συνεχίζουν να βιώνουν οι συμπατριώτες τους. Με αυτό ως σκεπτικό το μυθιστόρημά του κινείται σε δύο (τουλάχιστον) επίπεδα. Σε ένα πρώτο επίπεδο έχουμε ένα φόνο. Ο ήρωας του μυθιστορήματος με το όνομα Ρασούλ σκοτώνει τη νάνα Αλία, γιατί όπως ο ίδιος πιστεύει εξωθεί αυτή σε πορνεία την αρραβωνιαστικιά του. Ο ήρωας επηρεασμένος από τον Ρασκόλνικοβ, τον ήρωα του Ντοστογιέφσκι, ταυτίζεται μαζί του και ακολουθεί τα ενοχικά σύνδρομα που ταλανίζουν και εκείνον. Μέσα στη σύγχυσή του δεν κατορθώνει ούτε να κλέψει τα κοσμήματα της νάνα Αλία και να βοηθήσει με αυτό τον τρόπο την οικογένεια της αρραβωνιαστικιάς του, αλλά και αυτόν τον ίδιο. Μια γυναίκα καλυμμένη με τσαντόρ εμφανίζεται στο σπίτι της νεκρής και μέχρι το τέλος δεν αποκαλύπτεται η ταυτότητά της.  Κατά ένα παράξενο τρόπο και το πτώμα της νεκρής εξαφανίζεται και η στάση των υπολοίπων δηλώνει ότι η νεκρή απλώς το έχει σκάσει. Σε ένα σημείο δηλαδή το μυθιστόρημα αποκτά και στοιχεία αστυνομικού δράματος χωρίς όμως να ολοκληρώνονται... Κι αυτό συμβαίνει γιατί αυτό που ενδιαφέρει το συγγραφέα είναι το δεύτερο επίπεδο. Η πολιτική ματιά του Ραχιμί. Εκεί που εστιάζει ο συγγραφέας είναι η πολιτική κατάσταση στο Αφγανιστάν και συγκεκριμένα στην Καμπούλ. Μίση, εμφύλιος πόλεμος, θρησκευτικός φανατισμός, υποβάθμιση της γυναίκας....Όταν υπάρχουν μαζικοί σκοτωμοί τι σημασία αποκτά ένας μεμονωμένος φόνος που ούτε καν τα κίνητρα δεν είναι προσδιορισμένα; Σε ένα τέτοιο περιβάλλον ο φόνος που πραγματοποίησε ο Ρασούλ δεν είναι ποινικοποιήσιμος. Ποινικοποιήσιμες είναι οι ... ανατρεπτικές του ιδέες. Ανατρεπτικός άρα και κολάσιμος είναι όχι επειδή σκότωσε, αλλά επειδή είναι κομμουνιστής ... γι΄αυτό εξάλλου διαβάζει και το ρώσο Ντοστογιέφσκι... Ο ίδιος από μόνος του γυρεύει την τιμωρία του και απευθύνεται επανειλημμένως στις δικαστικές αρχές της χώρας του. Προσπαθεί να δώσει νόημα στη ζωή του μέσα από ένα φόνο. Στη χώρα του όμως επικρατεί ανηθικότητα που ο δικός του φόνος φαντάζει τόσο μικρός και ασήμαντος, που αρχίζουμε όλοι να αμφιβάλουμε (ακόμη και ο ίδιος ο ήρωας) αν πράγματι συντελέστηκε. Χρειάζεται να επιμείνει για να πάρει διαστάσεις η δίκη του και να αρχίζουν να ευαισθητοποιούνται και άλλοι γύρω του. Απαιτείται επιμονή στην ατομική πρωτοβουλία και τόλμη σε τέτοια ανελεύθερα καθεστώτα για να υπάρξει ελπίδα για κάποια αλλαγή....
Ενδιαφέροντα τα μηνύματα που θέλησε να μας περάσει ο Ατίκ Ραχιμί, δεν θεώρησα όμως πρωτότυπη τη βασική του ιδέα, να ταυτίζεται δηλαδή κάποιος με τον ήρωα ενός μυθιστορήματος, όσο κι αν είναι αληθοφανής, γιατί στα ανελεύθερα καθεστώτα τα βιβλία είναι η μόνη διέξοδος για τους πνευματικά ανήσυχους ανθρώπους. Επίσης με κούρασε η γραφή του Ραχιμί μέχρι να καταλήξει στη λύση του δράματος. Πιστεύω πως η μικρότερη φόρμα που υιοθέτησε στα προηγούμενα έργα του "Στάχτη και χώμα" και "Η πέτρα της υπομονής" του ταιριάζουν περισσότερο. Ειδικά το γεγονός ότι με ενθουσίασε το έργο του "Η πέτρα της υπομονής" είχε για αποτέλεσμα να με απογοητεύσει ... ελαφρώς... το τελευταίο του... ¨Ανάθεμά σε, Ντοστογιέφσκι"... 

Τετάρτη 11 Ιουνίου 2014

"Φαίδρα" Μαργαρίτα Λυμπεράκη


Τη "Φαίδρα" της Μαργαρίτας Λυμπεράκη τη διάβασα περισσότερο από περιέργεια να δω τις μεταλλαγές που μπορεί να υποστεί ένας αρχαιοελληνικός μύθος. Η γυναίκα Φαίδρα αποτελεί μια λογοτεχνική περσόνα. Είναι η ερωτευμένη γυναίκα, μιας κάποιας ηλικίας, που ο έρωτάς της όμως δεν βρίσκει ανταπόκριση από άντρα νεώτερης ηλικίας. Η Φαίδρα ενσαρκώνει την ερωτική απογοήτευση. Ο Ευριπίδης στην τραγωδία του με τον τίτλο "Ιππόλυτος" μας δίνει την δική του εκδοχή. Η Φαίδρα του είναι μια γυναίκα της εποχής του, αλλά και της προσωπικής του αντίληψης. Είναι μια γυναίκα έρμαιο των παθών της, που όμως από τη στιγμή που δεν βρίσκει ανταπόκριση από το νεαρό Ιππόλυτο, αποφασίζει να αυτοκτονήσει. Δεν αντέχει τον κοινωνικό στιγματισμό. Αλλά και όχι μόνο αυτό. Με το γράμμα που αφήνει στον άντρα της Θησέα ενοχοποιεί τον Ιππόλυτο ότι τάχα αποπειράθηκε να τη βιάσει.Ένα ερωτικό πάθος δηλαδή θυσιασμένο στο βωμό της κοινωνικής νόρμας της γυναίκας. 
Η Μαργαρίτα Λυμπεράκη έγραψε ένα σενάριο για την ομώνυμη ταινία του Ζυλ Ντασέν στηριγμένη στο μύθο της Φαίδρας όπως μας την παρουσίασε ο Ευριπίδης, αλλά έλαβε υπόψη της και δύο άλλες παραμέτρους: την εποχή της και την ηθοποιό η οποία θα ενσάρκωνε τη Φαίδρα. Αρχικά για την εποχή να αναφέρουμε ότι βρισκόμαστε στις  αρχές της δεκαετίας του 1960, την περίοδο που φουντώνει η διαμάχη των οικογενειών του Νιάρχου  και του Ωνάση. Και κατά δεύτερον η ηθοποιός είναι η Μελίνα Μερκούρη με την εξωστρεφή πληθωρικότητά της. Το αποτέλεσμα είναι να υπάρχουν και πραγματικά γεγονότα στο έργο της Λυμπεράκη: το δυστύχημα του γιου Αλέξη-Ιππόλυτου, ύστερα από την κατάρα του πατέρα, και η αυτοκτονία της Φαίδρας. Πράγματι ο Αλέξανδρος Ωνάσης σκοτώθηκε σε δυστύχημα με το αεροπλάνο του, όπως επίσης και η Ευγενία Νιάρχου αυτοκτόνησε. Επίσης, από τη στιγμή που υπάρχει και η Μελίνα, που τη θαυμάζει η Λυμπεράκη, όπως εξάλλου και η ίδια το δηλώνει, πως είναι δυνατόν να μην είναι ερωτεύσιμη; Στο έργο πράγματι της Λυμπεράκη ο έρωτας της Φαίδρας βρίσκει ανταπόκριση από το νεαρό Αλέξη. Ένας έρωτας όμως με τραγική κατάληξη.
Όταν καταπιάνεται κάποιος με τραγικούς μύθους νομίζω ότι πρέπει να τους πάει ... παραπέρα. Να δημιουργήσει ένα δικό του μύθο. Η Μαργαρίτα Λυμπεράκη νομίζω ότι το πέτυχε, χρειάστηκε όμως και τη συνδρομή του Ζυλ Ντασέν και της μαγείας του κινηματογράφου. Το δικό του μύθο πλάθει και ο Ρίτσος που στην "Τέταρτη Διάσταση" γράφει τη δική του θεατρική Φαίδρα. Μου απομένει να διαβάσω τη Φαίδρα του Σενέκα και του Ρακίνα για να ολοκληρώσω την άποψή μου....     


Παρασκευή 6 Ιουνίου 2014

"Με μολύβι φάμπερ νούμερο δύο" Άλκη Ζέη



Ο μυθιστοριογράφος μου φέρνει στο νου την εικόνα ενός μαριονετίστα, ο οποίος με τα δάχτυλά του κινεί με τα νήματα τις μαριονέτες του, καθορίζει τις κινήσεις του, χαρίζει τη φωνή του στις κούκλες του, δίνει ζωή από τη ζωή του....Μια φανταστική ζωή! Βρίσκεται έξω από το κάδρο και προσγειώνεται σε αυτό μόνο για να το κάνει να αναπνεύσει. Ένας μικρός θεός μικρών πραγμάτων. Και μετά πάλι απογειώνεται. Τι γίνεται όμως όταν ο δημιουργός έχει να μιλήσει για τη ζωή του; Πόσο ελεύθερος αισθάνεται για να μιλήσει για τον εαυτό του, όταν ο ίδιος γίνεται πλέον μια μαριονέτα στα χέρια ενός άλλου μαριονετίστα; Πάντοτε με απασχολούσε το ερώτημα γιατί κάποιος επιθυμεί να κάνει έναν απολογισμό της ζωής του. Έφτασε άραγε στο τέλος ενός δρόμου; Και επιθυμεί να ξεκινήσει κάποιον καινούργιο; Για απάντηση ας σταθώ σε αυτή την παραμορφωτική διάσταση που δίνει η ... μνήμη στον Μπόρχες, όταν καλείται να γράψει. Ποια σχέση υπάρχει ανάμεσα στο "πραγματικό" και το "γραπτό"; Και ποιο είναι τελικά ποιο αληθινό; Το "πραγματικό" ή το "γραπτό"; Τελικά ... ζω για να τη διηγούμαι....Είναι η ηδονή της αφήγησης...Γι΄αυτό νομίζω ότι και η Άλκη Ζέη επέλεξε να μας εξιστορήσει τα παιδικά της και νεανικά της χρόνια. Για να μεθύσει η ίδια, αλλά και να μεθύσει και εμάς τους αναγνώστες μέσα από το μεγεθυντικό φακό του χρόνου που κυλά. Μια συναρπαστική ακροβασία ανάμεσα στο πραγματικό και το φανταστικό. Είναι η εποχή όπου ο Κάρολος γίνεται το ίδιο το  θέατρο. Είναι η εποχή των μύθων από τους  οποίους δεν θέλεις να ξεφύγεις ποτέ. Είναι η εποχή που η Σάμος γίνεται η χώρα του παραμυθιού και ο πατέρας ένα μικροαστικό φόβητρο. Είναι η εποχή που η μικρή Άλκη ξεκινά το συγγραφικό παιχνίδι κι αυτή με τις μαριονέτες. Είναι η εποχή που ερωτεύεται το Γιώργο Σεβαστίκογλου. Είναι ένα παραμύθι της μικρής Άλκης Ζέη που μας το αφηγείται τώρα που δεν είναι και τόσο μικρή. Γιατί η αφήγηση είναι μια απόλαυση! 

Τρίτη 3 Ιουνίου 2014

"Τίμων ο Αθηναίος" Σαίξπηρ


Ο Σαίξπηρ  κινείται σε ένα κοινόχρηστο θέμα με τη διαφορά ότι το εντάσσει μέσα στο οικονομικό σύστημα της εποχής του και το φωτίζει από την κοινωνική συγκρότηση της εποχής αυτής. Είναι η εποχή που εμφανίζονται στη χώρα έντονες αντινομίες από το πέρασμα στην εμπορευματική οικονομική ζωή. Το έργο μελετά τις ανθρώπινες σχέσεις όπως διαμορφώνονται από αυτή τη νέα δομή. Ο Τίμων και οι φίλοι του ανήκουν σε μια κοινωνική τάξη που βρίσκεται σε παρακμή. Ο Τίμων  από την πλευρά του στηρίζει τη φιλοσοφία της ζωής σε έναν ηθικό κώδικα που απορρέει από την πίστη πως ο κόσμος είναι αμετακίνητος και σταθερός.  Οι «φίλοι» του όμως έχουν προσχωρήσει στο νέο πνεύμα που πηγάζει από την αντίληψη πως ο κόσμος αλλάζει και ο ηθικός κώδικας συγκροτείται με βάση τις ανταλλακτικές σχέσεις και την κυμαινόμενη αξία των αγαθών της αγοράς. Κι όταν ο Τίμων χάσει τα υπάρχοντά του, υποχρεωτικά θα αρνηθεί και τον ηθικό του κώδικα. Είναι προδομένος, επειδή έμεινε αναχρονιστικά δεμένος σε έναν ξεπερασμένο κώδικα ζωής. Ένας άνθρωπος που πίστεψε σε ιδανικό, με τον τρόπο που πιστεύει πάντα ο αληθινός ιδεολόγος, δεν μπορεί πια να ζήσει έπειτα απ’ την καταστροφή του ιδανικού του: φεύγει απ’ τους ανθρώπους και καταριέται την ανθρωπότητα. Λέει κατάρες φοβερές για μικρούς και μεγάλους, γι’ αθώους κι ενόχους, για γεννημένους κι αγέννητους. Αυτός που τον γνωρίσαμε σεμνό, καλόκαρδο και γλυκομίλητο, ξεστομίζει τώρα φοβερά κι αισχρά αναθέματα και φεύγει απ’ την Αθήνα, με μόνο εφόδιό του το μίσος. Εκεί, στην άγρια φύση, που καταφεύγει για να κρύψει την ύπαρξή του από μάτια ανθρώπινα, δε βλέπει πια τίποτα που να μπορεί να τον κρατήσει στη ζωή. Για να μας δείξει ο ποιητής πως δεν είναι ο χαμός του πλούτου που έκανε τον ήρωα του δυστυχισμένο, του βάζει μπροστά του πάλι μεγάλο θησαυρό, που μ’ αυτόν μπορεί πάλι να έχει δόξες, μεγαλεία, ακόμη και να εκδικηθεί. Έρχονται οι άρχοντες της Αθήνας και του προσφέρουν την ανώτατη εξουσία.
ΤΙΜΩΝ ΚΑΙ ΓΕΡΟΥΣΙΑΣΤΕΣ
Β΄ ΓΕΡ.   Τίμων, σε χαιρετάει η γερουσία της Αθήνας.
ΤΙΜΩΝ    Ευχαριστώ·  κι ας ήταν να τους στείλω την πανούκλα
              πίσω, αν  μπορούσα να την έπιανα απ’ τους ίδιους.
Α΄ ΓΕΡ.   Ω, ξέχασε ό,τι μας λύπει κι εμάς για λόγου μας
               σε βάρος σου. Οι γερουσιαστές με αγάπη ομόφωνη
               σε ικετεύουν να γυρίσεις στην Αθήνα·
               κι έχουν σκεφτεί ειδικά αξιώματα, που μένουν
               ελεύθερα, να πιάσουν πιο καλά σε σένα τόπο.
Β΄ ΓΕΡ.   Ομολογούν πως φέρθηκαν αχάριστα όλοι τους
               σε σένα χοντρικά· και τώρα η πολιτεία,
               που σπάνια κάνει αποκατάσταση, όμως νιώθοντας
               στον ίδιο τον εαυτό της τι’ ναι να της λείπει
               του Τίμωνα η βοήθεια, συναισθάνεται όλο
               το σφάλμαν της που αρνήθη συνδρομή στον Τίμωνα·
               και στέλνει εμάς μ’ έκφραση λύπης κι ανταπόδοση
               πιο καρποφόρα απ’ όσο η προσβολή βαραίνει
               και ζυγιασμένη με το δράμι·  ναι, και πλούτο
               σωρούς κι αγάπη τόση που να βγάλουν
               τ’ άδικα που σου κάναν και να γράψουν μέσα σου
               γράμματα αγάπης για να τους διαβάζεις πάντοτε
               δικούς σου.
ΤΙΜΩΝ   Με γοητεύετε·  μ’ εκπλήσσετε ως το ακρόχειλο
             των δακρύων: δανείστε μου καρδιά τρελού και μάτια
              γυναίκας και θα κλάψω τούτες τις παρηγοριές,
              άξιοι γερουσιαστές.
Α΄ ΓΕΡ.   Για τούτο ευαρεστήσου, γύρισε μαζί μας,
              να γίνεις της Αθήνας μας – δικιάς μας και δικιάς σου-
               ο αρχηγός, δεχτός μ’ ευχαριστίες, ντυμένος
               μ’ απόλυτη εξουσία, και το καλό σου τ’ όνομα
               να ζει στο μεγαλείο: κι αμέσως θ’ αποκρούσουμε
               τις άγριες επιθέσεις του Αλκιβιάδη·
               που σαν παράγριος κάπρος ξεριζώνει την
               ειρήνη της πατρίδας του.
Β΄ ΓΕΡ.   Και φοβερίζοντας κουνάει το σπαθί του
                κατά το τείχος της Αθήνας.
Α΄ ΓΕΡ.   Για τούτο, Τίμων –
ΤΙΜΩΝ   Ε, ναι, το θέλω, κύριοι· θέλω, κύριοι, ακούστε:
             αν ο Αλκιβιάδης σφάζει τους πατριώτες μου,
            να μάθει ο Αλκιβιάδης απ’ τον Τίμωνα
            τούτο: το πως ο Τίμων αδιαφορεί.
            Όμως αν διαγουμίσει την ωραία Αθήνα μας
            και πιάσει τους γερόντους μας απ’ τις γενιάδες
            και ρίξει τις αγνές παρθένες μας στη λάσπη
            του αισχρού, χτηνώδους, παλαβού πολέμου, τότε
            ας μάθει, και να ειπείτε πως το λέει ο Τίμων,
            από σπλαχνιά για τους γερόντους και τη νιότη μας,
 πως δε μπορώ να κάνω αλλιώς παρά του λέω
 πως δε με νοιάζει κι ας το πάρει στο χειρότερο·
 αδιαφορώ για τις λεπίδες τους ενόσω
 έχετε σεις λαιμούς γι’ αυτές· όσο για μένα
 κι ένα σουβλί μες στον ανήσυχο ομαλό
 εγώ το δοξάζω, το λατρεύω πάνω κι από
 τον πιο σεβάσμιον λαιμό μες στην Αθήνα.
 Ναι, κι έτσι σας αφήνω
 στην προστασία των μακάριων θεών σαν κλέφτες
 στους φύλακές τους.
ΤΙΜΩΝ        Μα εγώ ΄γραφα το επίγραμμα του τάφου μου· αύριο
                  θα φαίνεται· η πολυκαιρινή μου αρρώστια.
                  η υγεία κι η ζωή, αρχίζει να διορθώνεται:
                  το τίποτα θα μου τα φέρει όλα. Δρόμο!
                  Ζείτε συνέχεια· ο Αλκιβιάδης να’ ναι
                  πληγή για σας, εσείς γι’ αυτόν κι έτσι να πάει!
Α΄ ΓΕΡ.         Του κακού ό,τι να ειπούμε.
ΤΙΜΩΝ         Μα εγώ αγαπάω τον τόπο μου κι ούτε ευχαρίστηση
                   μου φέρνει η συφορά η κοινή καθώς
                   φήμη κοινή το διάδωσε.
Α΄ ΓΕΡ.         Καλός αυτός ο λόγος.
ΤΙΜΩΝ         Τα χαιρετίσματά μου στους καλούς πατριώτες μου –
Α΄ ΓΕΡ.         Τέτοια ταιριάζουν λόγια να λαλούν τα χείλη σου.
Β΄ ΓΕΡ.         Στ’ αφτιά μας μπαίνουν σαν τρανοί θριαμβευτές
                      στις πύλες που αντηχούν το χειροκρότημα.
ΤΙΜΩΝ         Να μου τους χαιρετίσετε· και πέστε πως
                      για να τους αλαφρώσω από τα βάσανά τους,
                      φόβους από χτυπιές του εχτρού, ζημιές τους, πόνους τους,
                      καημούς του πόθου κι άλλα περιστατικά
                      που το ευκολόσπαστο της φύσης πλοίο τραβάει
                      στο αβέβαιο της ζωής ταξίδι, θέλω να τους κάνω
                      μια χάρη, θα τους μάθω πώς να την προλάβουν
                      την άγρια οργή του Αλκιβιάδη.
Β΄ ΓΕΡ.         Αυτό μ’ αρέσει: θα γυρίσει πίσω!
ΤΙΜΩΝ         Έχω ένα δέντρο μέσα στην αυλή μου
                      που με καλεί ατομική μου χρεία να το ρίξω
                      και θα το κόψω σύντομα· πέστε στους φίλους μου,
                      πέστε το στην Αθήνα, με σειρά στις τάξεις
                      από τα πάνω ως κάτω σε όλους, όσοι θέλουν
                      τη θλίψη να τη σταματήσουν, ας βιαστούν
                      να τρέξουν, πριν αγγίξει πέλεκυς το δέντρο μου,
                      με τους χαιρετισμούς μου.
                      Μη μου ξανάρθετε· μα πέστε στην Αθήνα
                      πως έχει φτιάσει ο Τίμων κατοικιά του αιώνια
                      κατάνακρα στην αρμυρόβρεχτην αχτήν,
                      όπου καθημερινά με τάραχο αφρισμένο
                      η φουσκοθαλασσιά θα τη σκεπάζει· εκεί να’ ρθείτε
                      να ιδείτε στην ταφόπετρά μου τον χρησμό σας.
     Πικρή φωνή μου, όχι άλλο· χεόλη μου, σιωπή.
       Ό,τι στραβό, ας το σιάξει αρρώστια και πληγή:
     τάφους να φτιάχνουν οι άνθρωποι, με θάνατο βραβεία.
      Σβήσε, ήλιε μου. Του Τίμωνα τελειώνει η βασιλεία.


Ο Τίμων δεν δέχεται τίποτα, δεν θέλει τίποτα ν’ ακούσει, δεν έχει παρά μόνον ειρωνεία γι’ αυτούς και τις προτάσεις τους. Στο θάνατο μόνο αποβλέπει και γι’ αυτόν ετοιμάζεται.

Πέμπτη 29 Μαΐου 2014

"Στην άκρη του νήματος" Σωτηρία Περβανά

ΙΖΑΜΠΕΛ: Ηρωίδα βγαλμένη από αρχαία τραγωδία




Το μυθιστόρημα της Σωτηρίας Περβανά με τον τίτλο «Στην άκρη του νήματος» μας ξετυλίγει το κουβάρι της ζωής της Ιζαμπέλ. Η Ιζαμπέλ ζει με το παρελθόν της και μεταφέρει το παρελθόν της στο παρόν και το μέλλον. Ένα παρελθόν που αποτελείται από εγκατάλειψη,  χαμένη παιδικότητα, κλεμμένη αθωότητα, ερωτική απογοήτευση, σκληρότητα. Μένει εγκλωβισμένη στο χθες και επιστρέφει συνεχώς σ΄ αυτό, γιατί το κουβαλά μαζί της. Το ζητούμενο είναι αν θα μπορέσει ποτέ ν΄ απαλλαγεί από αυτό. Ζούμε άραγε τη ζωή που επιλέγουμε ή τη ζωή που μας έχουν ορίσει; Μήπως τελικά αυτό που αποκαλούμε πεπρωμένο είναι μια τροχιά από το παρελθόν κι εμείς απλώς οδηγούμε ένα όχημα που κινείται με κεκτημένη ταχύτητα;
Η Ιζαμπέλ δεν είναι άνθρωπος της εποχής της, είναι εκτός εποχής. Ένας άνθρωπος αχρονικός. Πολύ εύστοχα μας την περιγράφει η Περβανά ως μια νεράιδα που πετά από ψηλά… Ένας άνθρωπος που φτάνει στα όριά του, ένας άνθρωπος που προκαλεί τις αντοχές του, που ακροβατεί με το είναι του. Μια…Μήδεια, μια…Ηλέκτρα, μια… Αντιγόνη. μια…Φαίδρα. Ένας άνθρωπος  που παγιδεύεται στις επιλογές της, αλλά μένει σταθερή σ΄ αυτές. Ένας ήρωας της αρχαίας τραγωδίας εύκολα χαρακτηρίζεται υπερβολικός. Αλλά με τι υλικά είναι καμωμένος ένας ήρωας; Με υλικά που δεν είναι καμωμένος ο καθημερινός άνθρωπος. Με υλικά που διαθέτουν μια άκαμπτη υφή. Η εποχή αλλάζει, ο άνθρωπος όμως όχι. Αυτό συνιστά την τραγικότητα του ανθρώπου. Η εποχή τελικά μετατρέπεται σε ένα σκηνικό, που απλώς ντύνει την τραγικότητα του ανθρώπου. Η εποχή που διαδραματίζεται το έργο της Περβανά, η μπελ επόκ της Αθήνας, παίζει ένα ρόλο κομπάρσου. Αν ο άνθρωπος άλλαζε, αν προσαρμοζόταν, αν χαιρόταν με την αλλαγή του, τότε θα επιβίωνε και μάλιστα εύκολα. Αλλά δε θα ήταν ήρωας, θα ήταν ένας χαρακτήρας ανάλαφρος, ίσως και κωμικός. Η Ιζαμπέλ όμως είναι μια … νεράιδα, ένας άγγελος του σκότους, που αντί να πετάει, βυθίζεται στα άπατα της ψυχής.
Πως αλλιώς να ερμηνεύσω το πηγάδι μέσα στο οποίο καταβυθίζεται;  «Κοιτούσε τον θεοσκότεινο πάτο του και προσπαθούσε να μαντέψει το απύθμενο βάθος του. Ούτε οι πιο φωτεινές αχτίδες, που ξεγλιστρούσαν από την αγκαλιά του ουρανού και έπεφταν μέσα στο στοόμιο του πηγαδιού δεν έφταναν να αγγίξουν τον πυθμένα του. Γούρλωνε τα μάτια της η Ιζαμπέλ να δει τι είχε μέσα…».       
Ο ύπνος και τα όνειρα στα οποία βρίσκει καταφύγιο από τη συζυγική της ζωή;  «Την έπαιρνε εκείνος ο ύπνος θάνατος στην αγκαλιά του και τη νανούριζε και σταματούσε πια να μετρά τις ξέπνοες ανασαιμιές και τους γοργούς χτύπους της καρδιάς της. Μόνο στον ύπνο της χαιρόταν και έσπρωχνε τη μέρα να περάσει γρήγορα, να΄ρθει η νύχτα, να ονειρευτεί αυτά που εκείνη ήθελε…».           
Η μητέρα της που αποτελεί ίσως το αρχετυπικό της εγώ, τον ερεβώδη εαυτό της μέσα από τον οποίο  πασχίζει να ερμηνεύσει τα δικά της ερωτηματικά στη ζωή. «…η μοίρα τους έμοιζε να είναι κοινή. Δεν ήθελε να καταντήσει σαν εκείνη. Αλλά,αν τελικά η ψυχή κλροδοτείται, τότε σίγουρα είχε κληρονομήσει την ψυχή της μητέρας της, την τραχιά και σκληροτράχηλη ψυχή της, που δεν πονούσε ούτε μάτωνε πια, έστεκε απλώς κι αγνάντευε από ψηλά τους άλλους να αγωνίζονται να της κάνουν κακό και να μην μπορούν…»
Και ποια μέσα χρησιμοποιεί η ηρωίδα για ν΄ απαλλαγεί από τα συμπλέγματα του παρελθόντος; Ζωγραφική, απομόνωση, συλλογή ηδονικών εμπειριών, κοινωνική άνοδος, καλλιτεχνική καταξίωση, ανταπόδωση του μίσους που κρύβει μέσα της. Επιλέγει μια εγωκεντρική προσέγγιση της ζωής. Λείπει η συλλογική προοπτική, η αγάπη. Έχει υιοθετήσει μια σκληρή εκτίμηση για τη ζωή. Στη ζωή προχωρά ο πιο σκληρός μακριά από συναισθηματισμούς. Δεν προσαρμόζεται στους άλλους, επιθυμεί οι άλλοι να προσαρμοστούν σ΄ αυτή. Ένα παιχνίδι εξουσίας, ένας ανταγωνισμός μέχρι θανάτου. Η μόνη σχέση που διασώζεται είναι η σχέση μητέρας-παιδιού. Μια σχέση φυσικής αναγκαιότητας. Ακόμη και τη Δωροθέα, για την οποία η Ιζαμπέλ τρέφει τόσο ευγενικά αισθήματα, θα μπορούσα να την προσεγγίσω ως μια παραλλαγή της μητέρας.

   Νομίζω ότι η Περβανά δε θέλησε να δώσει ένα μήνυμα ηθικής φύσης στον αναγνώστη, να μιμηθεί δηλαδή ή να αποστραφεί την ηρωίδα της. Δεν δίνει καν λύση στο δράμα. Σε ανθρώπινα δράματα τέτοιου μεγέθους λύση δεν μπορούν να δώσουν ούτε οι διάφοροι από μηχανής θεοί που μας συνήθισε ο αγαπημένος μου Ευριπίδης, ούτε οι διάφορες θρησκείες. Λύση στα δράματα δίνουν οι ίδιοι πρωταγωνιστές, οι υπόλοιποι δίνουν μια διέξοδο, μια ανακούφιση. Η Περβανά μας δίνει έναν ατόφιο, ανόθευτο χαρακτήρα που συνεχώς βυθίζεται αργά, βασανιστικά και μεθυστικά μέσα στην ίδια της την ψυχή. Και μετά καλεί τον αναγνώστη να πάρει ο ίδιος θέση: θα συμφωνήσει ή θα διαφωνήσει με την ηρωίδα, θα την δικαιολογήσει ως στάση ζωής ή θα την απορρίψει;

Δευτέρα 19 Μαΐου 2014

"Δύσκολος" Μένανδρος

ΔΥΣΚΟΛΟΣ





Στο βάθος των θεμάτων που διαπραγματεύονται οι κωμωδίες του Μένανδρου βρίσκεται πάντα ο έρωτας χωρίς ρομαντικότητα και εξιδανίκευση αλλά και χωρίς διαστροφές. Ένας έρωτας που σκοντάφτει σε δυσκολίες και παρεξηγήσεις τις οποίες μέσα από την εξέλιξη της πλοκής θα καταφέρει να ξεπεράσει φθάνοντας πάντα σε ένα αίσιο τέλος.

Η κωμωδία, την οποία ο Μένανδρος συνέθεσε στα 25 του χρόνια, παραπέμπει ευθύς εξαρχής στην επίδραση την οποία άσκησε η ευριπίδεια τραγωδία στην κωμωδιογραφική παραγωγή του 4ου αιώνα. Όπως στον Ίωνα ο θεός Ερμής εισάγει τον θεατή σε μια πλοκή πλούσια σε μηχανορραφίες και περιπλοκές, τον Δύσκολο προλογίζει ο αγροτικός θεός Πάνας και αρχικά εξηγεί στον θεατή, για να χρησιμοποιήσουμε την εύστοχη διατύπωση του Eric W. Handley, εν είδει «λεκτικής σκηνογραφίας» («verbal scene painting») τον τόπο της δράσης (το αττικό χωριό Φυλή) και τη σκηνοθεσία ( από τη μια το σπίτι του δύστροπου Κνήμωνα και του θετού του γιου Γοργία από την άλλη, το σπήλαιο των Νυμφών, από το οποίο εξέρχεται ο Πάνας, στο κέντρο). Εκτίθενται η προϊστορία και η κατάσταση των πραγμάτων έως εκείνη τη στιγμή:

ΠΑΝΑΣ:
…Σε τούτο το χωράφι δεξιά μου
ζει ο Κνήμωνας, μισάνθρωπος μεγάλος,
δύσκολος σ΄ όλους και μισεί τον κόσμο
-τον κόσμο λέω; Τόσα χρόνια τούτος
σ΄ όλη του τη ζωή γλυκιά κουβέντα
δεν είπε σε κανέναν κι ούτε πάλι
χαιρέτησε κανέναν πρώτος, μόνο
τον Πάνα, εμέ, κι αυτό από την ανάγκη,
γιατί ΄μαστε γειτόνοι και περνάει
μπροστά μου, όμως αμέσως μετανιώνει
γι΄ αυτό, καλά το ξέρω. Λοιπόν τέτοιος
όντας αυτός, παντρεύτηκε μια χήρα
που ΄χε χάσει τον άντρα της πριν λίγο
αφήνοντάς της ένα αγόρι, μικρό τότε.
Μαζί της δεν καβγάδιζε μονάχα
τη μέρα, μα και κάμποσο από τη νύχτα
και κακοζούσε. Απόκτησε μια κόρη.
Χειρότερα τα πράγματα γινήκαν.
Μια κι είχε το κακό παρατραβήξει
Κι ήταν σκληρή η ζωή τους κι όλο γκρίνιες,
στο γιο της έφυγε η γυναίκα πάλι
που ΄χε απ΄ τον πρώτο άντρα της. Εκείνος
κατέχει εδώ κοντά ένα κτηματάκι
και ψευτοσυντηρεί τον εαυτό του,
τη μάνα του κι απ΄ τον πατέρα του ένα
δούλο πιστό. Έχει γίνει παλικάρι
τ΄ αγόρι πια κι ο νους του είναι πιο πάνω
από την ηλικία του. Σε μεστώνουν οι
δυσκολίες της ζωής. Ο γέρος μόνος
ζει με τη θυγατέρα του και κάποια
γριά υπηρέτρια. Κουβαλάει ξύλα,
σκάβει, μοχθώντας πάντα, κι αρχινώντας
κι απ΄ τη γυναίκα και τους γειτόνους
αυτούς, μισεί ως τον Χολαργό τους πάντες.
Όμοια με την ανατροφή της η κοπέλα,
δεν ξέρει πονηριές και τις συντρόφισσές μου
Νύμφες τιμάει πολύ και τις φροντίζει,
που μ΄ έκανε και εγώ να την προσέξω.
Ένα παλικαράκι με πατέρα
πάμπλουτο, που ΄χει πλήθος τα χωράφια
εδώ και τα οργώνει, όμως με τρόπους
της πόλης, όταν ήρθε για κυνήγι
με κάποιο φίλο του σ΄ αυτά τα μέρη,
κανόνισα να συναντήσει, τάχα
στην τύχη, το κορίτσι και να νιώσει
μεγάλον έρωτα. Με λίγα λόγια ετούτα.
Τ΄ άλλα ξέχωρα θα τα δείτε ένα προς ένα
αν σας αρέσουν – και θα σας αρέσουν.
Στ. 5-46




Ο πρόλογος του Πάνα κατέστησε σαφές ότι στο κέντρο της δράσης βρίσκεται ο χαρακτήρας του δύστροπου γέροντα Κνήμωνα. Ο ιδιότροπος σε όλη του τη ζωή Κνήμωνας, έχοντας απορρίψει όλους τους ανθρώπους, περνούσε μια φτωχική ζωή στο αγρόκτημά του. Παρά τον μισάνθρωπο χαρακτήρα του ο δύστροπος παντρεύτηκε μια χήρα, η οποία από τον πρώτο της γάμο είχε έναν μικρό γιο (τον Γοργία). Η έκβαση του γάμου δεν έμελλε να είναι ευτυχής: βέβαια η γυναίκα του του χάρισε μια κορούλα· επειδή, όμως, η ζωή με τον δύστροπο γέρο έγινε αφόρητη, μετακόμισε στο γιο της Γοργία, και η κόρη έμεινε με τον πατέρα της. Στο μεταξύ το κορίτσι έχει μεγαλώσει κ τιμά διαρκώς με ευσέβεια και δέος τις Νύμφες· έτσι ο Πάνας θεωρεί ότι έχει ως προστάτης της την υποχρέωση να φροντίσει για αυτήν. Της βρίσκει γαμπρό. Ως πατέρας του κοριτσιού ο Κνήμωνας έχει τον λόγο για την επικείμενη ερωτική σχέση, την οποία δρομολόγησε ο Πάνας. Ο  κακομαθημένος αλλά κατά τα άλλα συμπαθής Σώστρατος ερωτεύτηκε τη Μυρρίνη, την κόρη του Κνήμωνα. Όλες οι προσπάθειες του όμως να συνομιλήσει με τον γέροντα ναυαγούν εξαιτίας της πεισματικής άρνησής του (1η πράξη):

ΚΝΗΜΩΝΑΣ:
Δεν ήταν ο Περσέας ευτυχισμένος
με δυο τρόπους; Φτερωτός γινόταν
και μπρος του ένα πεζό δε συναντούσε.
Κατόπι είχε ένα κόλπο τέτοιο, που όσοι
τον τσάτιζαν, τους έκανε όλους πέτρες.
Ε, ρε και να ΄χα το εργαλείο του τώρα.
πράμα πιο άφθονο παντού δε θα υπήρχε
μόνο κοτρόνια με μορφές ανθρώπων.
Μα τον Ασκληπιό, έχει καταντήσει
μαρτύριο η ζωή. Πατούν το χτήμα,
σου κουβεντιάζουν. Άλλοτε στην άκρη
συνήθιζα να κάθομαι του δρόμου.
Τώρα του χωραφιού το μέρος τούτο
δεν το δουλεύω, ν΄ αποφεύγω τους διαβάτες.
Με κυνηγούν ωστόσο και στους λόφους.
Τι όχλος ανυπόφορος!...
Στ.153-166  

ΣΧΟΛΙΟ: Ο Κνήμων αναφέρεται στο μύθο του Περσέα, σύμφωνα με τον οποίο ο ήρωας για να βρει τη Γοργόνα-Μέδουσα και να την αποκεφαλίσει, κατά διαταγή του Πολυδέκτη, πήρε από τις Νύμφες φτερωτά σανδάλια. Όταν κατάφερε να αποκεφαλίσει τη γοργόνα πήρε το κεφάλι της και με αυτό πέτρωνε όσους τον έβλεπαν.


Ο Σώστρατος κατορθώνει να πάρει με το μέρος του τον Γοργία, τον επιφυλακτικό αρχικά ετεροθαλή αδελφό της Μυρρίνης. Ο Γοργίας δηλώνει πρόθυμος να επηρεάσει με τις δέουσες προφυλάξεις τον Κνήμωνα, ώστε να μην παρεμποδίζει πλέον έναν γάμο μεταξύ της κόρης του και του Σώστρατου.

 Η εξέλιξη της πλοκής, που έβαινε έως τώρα ευθύγραμμα, επιβραδύνεται: η μητέρα του Σώστρατου σχεδιάζει να τελέσει με μεγάλη ακολουθία μια συμποσιακή θυσία στο σπήλαιο των Νυμφών(2η πράξη). Ο Κνήμωνας αισθάνεται τόσο ενοχλημένος από την διοργάνωση και προπάντων από τον φορτικό μάγειρα Σίκωνα, ώστε αποσύρεται θυμωμένος στο σπίτι του. Και εκεί, ωστόσο, δεν πρόκειται να ησυχάσει: η υπηρέτριά του Σιμίχη άφησε να πέσει μέσα στη στέρνα μια αξίνα μαζί με τον κουβά του νερού, και έτσι ο γέροντας κραυγάζοντας δυνατά διαπιστώνει ότι είναι αναγκασμένος να βγάλει ο ίδιος το εργαλείο από το πηγάδι (3η πράξη). Στην προσπάθειά του γκρεμίζεται κι αυτός. Ο Γοργίας και ο Σώστρατος τον σώζουν.

ΣΩΣΤΡΑΤΟΣ:
Με βιάση καθώς μπήκαμε, ο Γοργίας
πηδάει ευθύς μέσα μες στο πηγάδι. Η κόρη
κι εγώ στεκόμασταν άπραγοι από πάνω.
Και τι να κάνουμε; Θρηνούσε εκείνη,
τραβούσε τα μαλλιά της και χτυπούσε
το στήθος της βαριά. Εγώ ο καλός σου
σαν παραστάτης βρισκόμουν κοντά της
και την ικέτευα, την παρακαλούσα
να μην τα κάνει αυτά και την κοιτούσα
σα να ΄ταν άγαλμα πανέμορφο. Όμως
δε  μ΄ ένοιαζε καθόλου για το γέρο
που ΄χε χτυπήσει μέσα στο πηγάδι.
Μα τον τραβούσα πάντα, δίχως κέφι.
Και παρά λίγο να τον αφανίσω.
Μου ΄φυγε τρεις φορές από το χέρι
το σκοινί, ως κοιτούσα θαμπωμένος
την κοπελιά. Αλλά φάνηκε ο Γοργίας
Άτλας σωστός. Με δύναμη βαστούσε
και με κόπο τον έφερε ως απάνω.
Σα βγήκε ο γέρος, έτρεξα εδώ πέρα.
Γιατί πια δεν κρατιόμουνα καθόλου.
Ακόμα λίγο και θα φίλαγα την κόρη.
Την αγαπώ με τόσο πάθος…
Στ. 665 – 687


Το αποτέλεσμα είναι να αλλάξει τρόπο σκέψης ο Κνήμων που σκοπεύει να αποσυρθεί, αφού είναι γέροντας, μεταβιβάζει στον Γοργία το δικαίωμα διαχείρισης της περιουσίας του και δίνει στους μελλόνυμφους, Σώστρατο και Μυρρίνη, την ευχή του (4η πράξη). Έτσι ήδη στο τέλος της 4ης πράξης επιτυγχάνεται μια απόλυτα ικανοποιητική λύση για την πλοκή της κωμωδίας: ο Κνήμωνας αναγνώρισε το σφάλμα στη συμπεριφορά του, χωρίς εντούτοις να αποδεχθεί και την τελευταία συνέπεια και να επιστρέψει στην κοινότητα των πολιτών· ο Σώστρατος βλέπει ότι πέτυχε τον στόχο που επιθυμούσε.

ΚΝΗΜΩΝΑΣ:
Δε θέλω τώρα συμβουλές και τέτοια,
τη γνώμη να μου αλλάξετε, μονάχα
να καταλάβετε. Το μόνο ως τώρα
σφάλμα που έκανα, ήταν πως θαρρούσα
τον εαυτό μου αυτάρκη, πως δεν είχα
κανενός την ανάγκη. Τώρα ως βλέπω
πόσο γοργά μπορεί να τελειώσει
κι αιφνίδια η ζωή, καταλαβαίνω
τι ανόητος ήμουν τότε. Πρέπει πάντα
πλάι σου να ΄χεις κάποιο βοηθό σου.
Τόσο πολύ ΄χε ξαστοχήσει ο νους μου
Βλέποντας τους ανθρώπους ότι ζούσαν
Με το μυαλό στραμμένο προς το κέρδος,
Που, μα τον Ήφαιστο, θαρρούσα ούτε ένας
δε θα  ΄θελε ποτέ καλό του άλλου.
Αυτό ήταν που μ΄ εμπόδιζε. Όμως τώρα
μ΄ έκανε και κατάλαβα ο Γοργίας
με μια του πράξη ευγενική. Έχει σώσει
αυτόν που δεν τον άφησε στην πόρτα
να πλησιάσει του σπιτιού του κι ούτε
τον βοήθησε καν, έστω και λίγο,
που δεν του μίλησε, ούτε μια κουβέντα
γλυκιά δεν του είπε. Κάποιος άλλος
θα ΄χε δίκιο να πει: «Δε μ΄ αφήνεις
να σε ζυγώσω; Δε σε πλησιάζω.
δε μας βοήθησες; Δε σε βοηθάω».
Τι ΄ναι , παιδί μου; Αν τώρα εγώ πεθάνω
-δεν είμαι και πολύ καλά νομίζω-
ή αν ζήσω κι άλλο, θα σε κάνω γιο μου
και κληρονόμο σ΄ όλα τα δικά μου.
Στην κόρη μου σε βάζω κηδεμόνα.
Να την παντρέψεις. Και καλά να ΄μαι,
δε θα μπορέσω να της βρω έναν άντρα,
γιατί κανείς ποτέ δε θα μ΄ αρέσει.
Αν ζήσω ωστόσο, αφήστε με όπως θέλω
να ζω, τ΄ άλλα όλα εσύ να τα φροντίσεις.
Να ΄ναι καλά οι θεοί, είσαι μυαλωμένος
κι είναι σωστό να ΄σαι προστάτης
της αδελφής σου. Από το κτήμα
δωσ΄ της για προίκα το μισό, με τ΄ άλλο
τη μάνα σου κι εμένα να φροντίζεις.
Κόρη μου, ξάπλωσέ με, δε νομίζω
πως πρέπει ο άντρας πιο πολλά να λέει
απ΄ τα΄ αναγκαία. Όμως αυτό να ξέρεις,
γιε μου, δυο λόγια θα σου πω για μένα.
Αν όλοι ήταν καλοί, δε θα υπήρχαν
τα δικαστήρια, μήτε θα βάζαν
ένας τον άλλο φυλακή, δε θα υπήρχε
πόλεμος κι ο καθένας θα ΄ταν τότε
μ΄ όσα του ορίζονταν σωστά, ευχαριστημένος.
Ίσως τούτα να μη σας αρέσουν.
Ζήστε όπως θέλετε. Τώρα στην άκρη
θα πάει ο δύστροπος γερο-γκρινιάρης.
Στ. 705-747    



Επειδή, όμως, βάσει των κανόνων του αττικού θεάτρου υποχρεωτικά ακολουθεί ακόμα μία πράξη. Ο  σκλάβος Γέτας και ο μάγειρας Σίκων θέλουν να υποβάλλουν τον γέροντα σε μια θεραπεία, για να του αλλάξουν τον δύστροπο χαρακτήρα του. Διαφορετικά, αν στο μέλλον αναγκαστούν να ζήσουν κάτω από την ίδια στέγη με αυτό το τέρας, οι προβλέψεις είναι δυσοίωνες. Ενώ οι υπόλοιποι γιορτάζουν στο εσωτερικό, οι δυο τους βασανίζουν τον ανήμπορο γέροντα, έως ότου στο τέλος δεν του απομένει τίποτα άλλο παρά να συμμετάσχει στη γιορτή. Έτσι το τέλος του Δύσκολου μοιάζει απόλυτα με τις κωμωδίες του 5ου αιώνα, στις οποίες (όπως στους Αχαρνείς, στην Ειρήνη ή στους Όρνιθες του Αριστοφάνη) η έξοδος κορυφώνεται σε μια γιορτή.

ΛΟΓΟΙ ΤΗΣ ΜΙΣΑΝΘΡΩΠΙΑΣ: Ο μισάνθρωπος του Μένανδρου δεν είναι ούτε χαζός ούτε κακούργος, αλλά όπως ο ίδιος μας φανερώνει οφείλει το χαρακτήρα του στην κακή του πείρα από τον κόσμο και τους ανθρώπους· μια πείρα που τον κατέστησε ενάντιο στην κρατούσα κοινωνική κατάσταση, αναγνωρίζοντας ως εχθρούς του όσους εμπλέκονται σε καταστάσεις που τον αφορούν.  Η επιστροφή του δύσκολου στην κοινωνία θα πραγματοποιηθεί εντέλει όχι ως αποτέλεσμα λογικής σκέψης, αλλά λόγω ανάγκης, ως επακόλουθο των ενοχλητικών μεθοδεύσεων του δούλου και του μάγειρα. Όταν ο ίδιος γκρεμίστηκε στο πηγάδι, γκρεμίστηκε μαζί και το ιδεώδες του για απόλυτη αυτάρκεια. Όταν εμπαίζεται με άσχημο τρόπο από τους σκλάβους γίνεται το ευτράπελο θύμα της εμμονής και της αφροσύνης του. Η άρνησή του να φανεί συνετός θα καμφθεί από τον εξαναγκασμό και την αδυναμία του. Θα μπει τελικά στο χορό, θέλοντας και μη, κάνοντας την ανάγκη φιλοτιμία αφού θα του δοθεί και το εύλογο πρόσχημα. Η περίπτωση του Δυσκόλου αποδεικνύει ότι εκείνοι ακριβώς που δεν έχουν το αίσθημα της ανθρώπινης αλληλεγγύης, έχουν καθήκον προς τον εαυτό τους να το αποκτήσουν.


ΝΕΟΙ ΚΑΙΡΟΙ: Ο κωμικός ποιητής της εποχής του Μένανδρου απευθύνεται σε ένα κοινό που χρειάζεται την απόδραση από την τρέχουσα πραγματικότητα, την προσφυγή σε ένα φαντασιακό κόσμο, απαλλαγμένο από οικονομικές δυσχέρειες και ανυπέρβλητα προβλήματα. Αυτή η ανάγκη θα ικανοποιηθεί στη Νέα Κωμωδία όπου όλα τα προβλήματα έχουν μια λύση και όλες οι καταστάσεις μια ευτυχή κατάληξη. Ο Μένανδρος λοιπόν σε αντίθεση με τους παλιούς κωμωδιογράφους που ήταν οδηγοί των συμπολιτών τους, δεν έχει στάση δασκάλου και στηλιτευτή, αλλά με ανεκτικότητα και συμπάθεια δείχνει επιείκεια και κατανόηση, δημιουργώντας μια επιθυμητή για το κοινό του δραματική ψευδαίσθηση