Σάββατο 22 Σεπτεμβρίου 2012

Yπατία η Αλεξανδρινή



Την Υπατία θέλησα να την μελετήσω περισσότερο από μία διάθεση θρησκευτικής αναζήτησης, ίσως και αμφισβήτησης. Γιατί παρουσιάζει μια ιδιαίτερη αντιστροφή στην έννοια του ήρωα-αγίου. Άγιος είναι αυτός (από όσα μάθαμε τουλάχιστον στα θρησκευτικά στο σχολείο) που μαρτύρησε τον αληθινό θεό βρίσκοντας τραγικό θάνατο από τους άπιστους παγανιστές.Τι συμβαίνει όμως όταν ένας παγανιστής (με όλη την αυθαιρεσία που κρύβει ο όρος) βρίσκει τραγικό θάνατο από τους χριστιανούς; Είναι άραγε ένας αντι-άγιος;
Αφορμή για την αναδρομή στη ζωή της Υπατίας στάθηκε το βιβλίο με τον ομώνυμο τίτλο της Maria Dzielska από τις εκδόσεις Ενάλιος. Ένα ιστορικό δοκίμιο που χωρίς να αποφεύγει τις κορώνες μερικές φορές φωτίζει επαρκώς πολλές πτυχές της προσωπικότητας της Υπατίας.
Η Υπατία γεννήθηκε στην Αλεξάνδρεια περίπου το 355 μ.Χ. (αν και υποστηρίζεται από ορισμένους ότι η χρονολογία της γέννησής της ήταν το 370). Κόρη του Θέωνα, ο οποίος ήταν συγγραφέας και φιλόσοφος με ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τα ερμητικά και ορφικά κείμενα. Μαθηματικός, αστρονόμος και φιλόσοφος η ίδια ασχολήθηκε με την ελληνική φιλοσοφία και παιδεία. Γρήγορα απέκτησε φήμη και συγκέντρωσε γύρω της έναν κύκλο μαθητών που αργότερα ανέλαβαν σημαντικές κρατικές και εκκλησιαστικές θέσεις. Ανήκει στους νεοπλατωνιστές και διδάσκει στους μαθητές της να θεωρούν τη φιλοσοφία ως ένα είδος θρησκευτικού μυστηρίου. Μια προοδευτική πορεία από τον αισθητό στο νοητό κόσμο. 
Η Υπατία όμως έμεινε γνωστή στην ιστορία για κάτι άλλο: για το κάλλος και την ωραιότητα, όχι όμως της ψυχής, αλλά του σώματος. Και μάλιστα δολοφονήθηκε άγρια από ένα φανατισμένο όχλο χριστιανών το 415 μ.Χ. Και φυσικά τα όρια του θρύλου και της αλήθειας ανακατεύονται τόσο έντονα που δεν ξέρεις τί ακριβώς να πιστέψεις. 
Η συγγραφέας απορρίπτει το ενδεχόμενο να δολοφονήθηκε η Υπατία λόγω της εκπάγλου και προκλητικής ομορφιάς που αναμόχλευε τα πάθη των αντρών, γιατί ήταν και σε μια ηλικία (άνω των εξήντα όταν δολοφονήθηκε) αρκετά "ώριμη" για φαντασιώσεις αμαρτωλές. Επίσης φαίνεται ότι απορρίπτει και τα αμιγώς θρησκευτικά κίνητρα για τη δολοφονία της. Ερμηνεύει τη δολοφονία της με πιο πολιτικά κίνητρα, καθώς ο πατριάρχης Αλεξανδρείας, Κύριλλος, ήθελε να τη βγάλει από τη μέση για να έχει πιο στέρεη τη δική του εξουσία. Σε μια εποχή θρησκευτικού συγρκητισμού δεν μπορούσε να ευσταθήσει η κατηγορία ότι η Υπατία ήταν παγανίστρια. Την κατηγόρησαν βέβαια και ως μάγισσα, και πάλι όμως και αυτός ο χαρακτηρισμός δεν ήταν ιδιαίτερα επικίνδυνος. Η πολιτική επιρροή όμως που είχε και μάλιστα σε ανθρώπους επιφανείς, όπως ο έπαρχος της Αλεξάνδρειας, ήταν κάτι που προκαλούσε ανησυχία στην εκκλησιαστική άρχουσα τάξη.


παραπέμπω από το λεξικό Σούδα το αντίστοιχο λήμμα


πατία: Θέωνος το γεωμέτρου θυγάτηρ, το λεξανδρέως φιλοσόφου, κα ατ φιλόσοφος κα πολλος γνώριμος: γυν σιδώρου το φιλοσόφου. κμασεν π τς βασιλείας ρκαδίου. γραψεν πόμνημα ες Διόφαντον, τν στρονομικν Κανόνα, ες τ Κωνικ πολλωνίου πόμνημα. ατη διεσπάσθη παρ τν λεξανδρέων, κα τ σμα ατς νυβρισθν καθ' λην τν πόλιν διεσπάρη. τοτο δ πέπονθε δι φθόνον κα τν περβάλλουσαν σοφίαν, κα μάλιστα ες τ περ στρονομίαν: ς μέν τινες π Κυρίλλου, ς δέ τινες δι τ μφυτον τν λεξανδρέων θράσος κα στασιδες. πολλος γρ κα τν κατ' ατος πισκόπων τοτο ποίησαν: τν Γεώργιον σκόπει κα τν Προτέριον. Περ πατίας τς φιλοσόφου. πόδειξις, ς στασιώδεις ο λεξανδρες. ατη ν λεξανδρείᾳ κα γεννήθη κα νετράφη κα παιδεύθη. τν δ φύσιν γενναιοτέρα το πατρς οσα οκ ρκέσθη τος δι τν μαθημάτων παιδεύμασιν π τ πατρί, λλ κα φιλοσοφίας ψατο τς λλης οκ γεννς, περιβαλλομένη δ τρίβωνα γυν κα δι μέσου το στεος ποιουμένη τς προόδους ξηγετο δημοσίᾳ τος κροσθαι βουλομένοις τν Πλάτωνα τν ριστοτέλην λλου του δ τν φιλοσόφων. πρς δ τ διδασκαλικ κα π' κρον ναβσα τς πρακτικς ρετς, δικαία τε κα σώφρων γεγονυα, διετέλει παρθένος, οτω σφόδρα καλή τε οσα κα εειδής, στε κα ρασθναί τινα ατς τν προσφοιτώντων. δ οχ οἷός τε ν κρατεν το ρωτος, λλ' ασθησιν δ παρείχετο κα ατ το παθήματος. ο μν ον παίδευτοι λόγοι φασί, δι μουσικς ατν παλλάξαι τς νόσου τν πατίαν: δ λήθεια διαγγέλλει πάλαι μν διεφθορέναι τ μουσικς, ατν δ προενεγκαμένην τι τν γυναικείων ακν ατο βαλλομένην κα τ σύμβολον πιδείξασαν τς καθάρτου γενέσεως, τούτου μέντοι, φάναι, ρς, νεανίσκε, καλο δ οδενός, τν δ π' ασχύνης κα θάμβους τς σχήμονος πιδείξεως διατραπναί τε τν ψυχν κα διατεθναι σωφρονέστερον. οτω δ χουσαν τν πατίαν, ν τε τος λόγοις οσαν ντρεχ κα διαλεκτικν ν τε τος ργοις μφρονά τε κα πολιτικήν, τε λλη πόλις εκότως σπάζετό τε κα προσεκύνει διαφερόντως, ο τε ρχον- τες ε προχειριζόμενοι τς πόλεως φοίτων πρτοι πρς ατήν, ς κα θήνησι διετέλει γινόμενον. ε γρ κα τ πργμα πόλωλεν, λλ τό γε νομα φιλοσοφίας τι μεγαλοπρεπές τε κα ξιάγαστον εναι δόκει τος μεταχειριζομένοις τ πρτα τς πολιτείας. δη γον ποτε συνέβη τν πισκοποντα τν ντικειμένην αρεσιν Κύριλλον, παριόντα δι το οκου τς πατίας, δεν πολν θισμν ντα πρς τας θύραις, πιμξ νδρν τε κα ππων, τν μν προσιόντων, τν δ πιόντων, τν δ κα προσισταμένων. ρωτήσαντα δ τι εη τ πλθος κα περ ο κατ τν οκίαν θόρυβος, κοσαι παρ τν πομένων, τι προσαγορεύοιτο νν φιλόσοφος πατία κα κείνης εναι τν οκίαν. μαθόντα δ οτω δηχθναι τν ψυχήν, στε φόνον ατ ταχέως πιβουλεσαι, πάντων φόνων νοσιώτατον. προελθούσ γρ κατ τ εωθς πιθέμενοι πολλο θρόοι θηριώδεις νθρωποι, ς ληθς σχέτλιοι, οτε θεν πιν εδότες οτ' νθρώπων νέμεσιν ναιροσι τν φιλόσοφον, γος τοτο μέγιστον κα νειδος προστρεψάμενοι τ πατρίδι. κα βασιλες γανάκτησεν π τούτ, ε μ Αδέσιος δωροδοκήθη. κα τν μν σφαγέων φείλετο τν ποινήν, φ' αυτν δ κα γένος τ φ' αυτο ταύτην πεσπάσατο, κα ξέπλησε δίκην τούτου κγονος. τούτων δ μνήμη τι σζομένη τος λεξανδρεσι συνέστελλεν ες μικρν κομιδ τν περ τν σίδωρον τν λεξανδρέων τιμήν τε κα σπουδήν: τε κα τοιούτου πικρεμαμένου δέους, μως καστοι σπευδον ατ συνεναι θαμ κα τν π το σωφρονοντος στόματος ἰόντων κροσθαι λόγων. πε κα σοι ητορικν προί̈σταντο διατριβν ποιητικν, σπάζοντο τν το φιλοσόφου συχνν μιλίαν. ε γρ κα νάγωγος ν τ τοιατα, λλ τ γε λλ φιλοσόφ κριβείᾳ προσετίθει τι κα κείνοις πιμελέστερον ες τ σφέτερα ατν τεχνύδρια. τά τε γρ λλα διηκρίβωτο κα τν πιδεικνυμένων λόγων τε κα ποιημάτων κρίσιν ποιετο διαφέρουσαν τν λλων. δι κα ν τος πί τινι λογικ κροάσει θεάτροις λίγα μν πνει τος πιδεικνυμένους, κα πάνυ συχάζοντι τ παίν: καιρίως δ μως κα κατ λόγον. θεν παν τ θέατρον, ς επεν, τ κείνου κρίσει γνώμονι διεχρτο τν μεινον χερον λεγόντων. τν δ π' μο γεγονότων κριτικος νδρας πίσταμαι τρες τ λεγόμενα κρίνειν δυναμένους νευ τε μέτρου: το γρ ατο μν κρίσις μολογεται οσα ποιημάτων κα συγγραμμάτων. γ δ κα δημιουργν γομαι τν ατν κατέρων: μόνον ε γυμνασία πρς κάτερον ση γένοιτο κα δι προθυμίας τς σης. να δ τούτων ο φημι τν σίδωρον, λλ κα πολλ λαττοσθαι τν τριν. ο δ κριτα γάπιος, Σεβηριανός, Νόμος. μέτερος δ λικιώτης Νόμος.

Κυριακή 16 Σεπτεμβρίου 2012

Tο ζώο που ξεψυχά - Φίλιπ Ροθ

  

 Το ζώο που ξεψυχά είναι ένα ολιγοσέλιδο μυθιστόρημα (ίσως ειδολογικά θα μπορούσαμε να το κατατάξουμε και στη νουβέλα) που αναμετριέται με την αντρική σεξουαλικότητα. Μέσα από ένα κείμενο εξομολογητικό, με μια αφήγηση πρωτοπρόσωπη που απευθύνεται σε ένα αμέτοχο εσύ, ξεδιπλώνεται η ερωτική ζωή του Ντέιβιντ Κέπες, καθηγητή στο πανεπιστήμιο της Νέας Υόρκης.Ενδιαφέρουσα, αλλά και συνηθισμένη η διάσταση ανάμεσα στο διανοούμενο (που σκέφτεται με το μυαλό) και στο σώμα (που σκέφτεται με το δικό του μυαλό).
   Το σώμα αποτελεί το όχημα που μας οδηγεί στο θάνατο (λίγο κοινότυπη και μακάβρια η ιδέα αυτή, αλλά και τόσο ρεαλιστική). Αυτό όμως που έχει σημασία είναι η πορεία που το σώμα μας ακολουθεί (ή που εμείς το κάνουμε να ακολουθήσει, αν υποθέσουμε ότι ο νους είναι αυτός που κατευθύνει το σώμα) για να φθάσει τελικά στο θάνατο. Πορεία υπόγεια, πορεία επιφανειακή, πορεία ιπτάμενη... (για να περιοριστώ σε κάποιους αναβαθμούς ανάλογα με το ύψος). 
   Αυτό που με ενοχλεί στο έργο του Ροθ είναι ότι αντιμετωπίζει το σώμα ως μια αυτόνομη οντότητα που κινείται σε υπόγεια μονοπάτια και μάλιστα όσο περνούν τα χρόνια και ο άνθρωπος γερνά, το σώμα βυθίζεται σε ακόμα πιο υπόγειες διαδρομές του πάθους. Βρώμικη υπόθεση το σώμα... Εκεί που νόμιζες ότι ένα μόνο όργανο είχε τόση δύναμη να κάνει ό,τι θέλει, να κατακτά, να κυριαρχεί, βλέπεις ότι υπάρχουν και τόσα άλλα όργανα (φλέβες, έντερα, στομάχια...) που αποστασιοποιούνται από το οργανικό σύνολο και δείχνουν τις ατέλειές τους και τη φθορά τους.
   Δεν θα μπορούσα να αντισταθώ στον πειρασμό να συγκρίνω τη στάση του ήρωα του Ροθ με όσα λέει ο Σοφοκλής στην αρχή της Πολιτείας του Πλάτωνα. Όταν ρωτήθηκε, λοιπόν,από κάποιον ο γέροντας Σοφοκλής σε τί κατάσταση βρίσκεται η ερωτική του ζωή, αυτός του απάντησε πως βιώνει μια ηρεμία, μια νηφαλιότητα σα να έχει δραπετεύσει από έναν σκληρό δυνάστη. Όλες οι ηλικίες έχουν τις χάρες τους (πόσο ονειρικό ακούγεται...)
   Ο ήρωας του Ροθ δε θέλει να ξεφύγει. Ίσως οφείλεται στην ηλικία. Λίγο μετά τα εξήντα δεν είναι εποχή ακόμη ακύρωσης του ερωτικού πόθου. Ίσως οφείλεται και σε ένα υπερτροφικό εγώ, που λόγω επαγγέλματος (καθηγητής), αλλά και λόγω μιας σχετικής δημοσιότητας (παρουσιαστής πολιτιστικής εκπομπής σε τοπικό κανάλι) ζητάει μια διαρκή επιβεβαίωση. Ίσως οφείλεται και στην εποχή. Ο ήρωας έζησε μέσα στα κύματα που σήκωσε η σεξουαλική επανάσταση στη δεκαετία του ΄60. Δηλώνει εξάλλου ότι τα κορίτσια του πεζοδρομίου, μια ομάδα απελευθερωμένων σεξουαλικά κοριτσιών στο πανεπιστήμιο στάθηκε η αφορμή να τον αφήσει η γυναίκα του. 
   Ίσως όμως είναι τελικά αυτή η αντρική νοοτροπία που οδηγεί τον ήρωα του Ροθ να μην θέλει να απαλλαγεί. Ο άντρας είναι ένα ζώο, που διαθέτει δύναμη, δύναμη ερωτική και πόθους. Φοβάται όμως μήπως κάποιο άλλο ζώο βρεθεί πιο δυνατό από τον ίδιο. Και τότε;  Τελειώνω με ένα απόσπασμα από το έργο που ίσως μας βοηθήσει στην απάντηση:  "Κανείς άλλος δεν θα την έχει. Εγώ θα την έχω, θα την παντρευτώ. Θα την αιχμαλωτίσω με αυτό τον τρόπο: με τη σύμβαση". Ο γάμος θεραπεύει τη ζήλεια. Γι΄ αυτό τόσοι άντρες τον αποζητούν. Επειδή δεν είναι σίγουροι για εκείνο το άλλο πρόσωπο, θέλουν να το βάλουν να υπογράψει το συμβόλαιο: Ποτέ δεν θα, και τα λοιπά.

Τα συμπεράσματα δικά σας!

Σάββατο 8 Σεπτεμβρίου 2012

Σειρήνες



Οι σειρήνες είναι γυναικείες θαλασσινές θεότητες, σύμβολα της γυναικείας σαγήνης μέσα από το τραγούδι τους.Παραθέτω σχετικό απόσπασμα από την Οδύσσεια σχετικά με τις σειρήνες. Μιλά ο Οδυσσέας....


                                                          ... τη φωνή τους
ν΄ ακούσω μόνο εγώ, μα δέστε με γερά που να πονέσω
ορθά με το σκοινί, απ΄ τη θέση μου να μη μετασαλεύω,
πα στο κατάρτι, να ΄ναι πάνω του δεμένα τα σκοινιά μου.
Κι αν σας φωνάζω να με λύσετε και σας παρακαλιέμαι,
αρπάχτε τα σκοινιά και σφιχτέ τα πιο ακόμα στο κορμί μου."
Την ώρα που όλα αυτά ξεδιάλυνα μιλώντας στους συντρόφους,
καθώς αγέρας πρίμος έσπρωχνε το καλοσκαρωμένο
καράβι, το νησί αντικρίσαμε σε λίγο των Σειρήνων.
Μεμιάς ο αγέρας καταλάγιασε και χύθηκε γαλήνη
τρογύρα απάνεμη, και κοίμισε κάποιος θεός το κύμα.
Τότε πετάχτηκαν οι σύντροφοι και τα πανιά μαϊνάραν,
κι ως στο βαθύ το πλοίο τ΄ απίθωσαν, στα τορνευτά
κάθισαν ελάτινα κουπιά και γέμιζαν αφρούς το κύμα γύρα.
Κι εγώ από μια τρανή κερόπιτα με κοφτερό μαχαίρι
μικρά κομμάτια κόβω κι άρχισα μες στα γερά μου χέρια
να τα μαλάζω, ως που ζεστάθηκαν, καθώς κι η δύναμη μου
και του Ήλιου η πύρα τ΄ ουρανόδρομου τα δάμαζε από πάνω.
Κι ως όλων των συντρόφων βούλωσα τ΄ αφτιά με τούτο, εκείνοι
σφιχτά με δέσαν χεροπόδαρα μες στο καράβι ολόρθο
πα στο κατάρτι, κι ήταν πάνω του δεμένα τα σκοινιά μου·
μετά καθίσαν και τη θάλασσα με τα κουπιά χτυπούσαν.
Μα ως το άρμενο το γοργοθάλασσο, στη φόρα που ΄χε πάρει,
πια είχε ζυγώσει τόσο, που η φωνή ν΄ ακούγεται του ανθρώπου,
το ΄δαν αυτές που ερχόταν κι άρχισαν να ψιλοτραγουδούνε:
"Έλα κοντά, Οδυσσέα περίλαμπρε, των Αχαιών η δόξα!
Το πλοίο σου στο νησί μας άραξε, ν΄ ακούσεις τη φωνή μας·
κανείς ως τώρα δεν προσπέρασε με μελανό καράβι,
τη μελοστάλαχτη απ΄ τα χείλη μας φωνή πριχού γρικήσει·
κι ως φράθη πια κι ο νους του επλούτυνε, κινάει και φεύγει πάλε.
Από βουλή θεών τα που ΄συραν οι Τρώες κι οι Αργίτες πάθη
στης Τροίας τον κάμπο τα κατέχουμε μιαν άκρη ως άλλη, ακόμα
κι όσα στη γης ακέρια γίνουνται την πολυθρόφα απάνω."
Έτσι μιλούσαν με αηδονόλαλη φωνή, και λαχταρούσε
μένα η καρδιά ν΄ ακούει, και γύρευα να λύσουν τα σκοινιά μου,
στους άλλους με τα φρύδια γνέφοντας· μα αυτοί λαμνοκοπούσαν
σκυμμένοι, και πετάχτη ο Ευρύλοχος μεμιάς κι ο Περιμήδης
και με σκοινιά με δέναν πιότερα και πιο γερά με σφίγγαν.
Κι ως τέλος το νησί προσπέρασαν γοργά, και των Σειρήνων
μηδέ η φωνή στ΄ αφτιά μας έφτανε μηδέ και το τραγούδι,
οι γκαρδιακοί σύντροφοι μου έβγαλαν το που τους είχα βάλει
κερί στ΄ αφτιά και πήραν κι έλυσαν και μένα απ΄ τα δεσμά μου.
 




Ενδιαφέρουσα όμως και η υπόγεια προσέγγιση του Κάφκα, από ένα αφήγημα που διάβασα, αν δεν απατώμαι, στα Μπλε τετράδια:

H σιωπή των Σειρήνων

Απόδειξη ότι ανεπαρκή ή και παιδιάστικα τεχνάσματα μπορεί να σώσουν κάποιον από τον κίνδυνο.
Ο Οδυσσέας, για να προστατευτεί από τις Σειρήνες, βούλωσε τα αυτιά του με κερί κι έβαλε να τον δέσουν στο κατάρτι. Φυσικά, οποιοσδήποτε άλλος ταξιδιώτης πριν απ’ αυτόν θα μπορούσε να κάνει το ίδιο, εκτός από όσους γήτευαν οι Σειρήνες ακόμα κι από μεγάλη απόσταση· αλλά ήταν γνω­στό σε όλο τον κόσμο ότι τέτοια πράγματα δεν πρόσφεραν καμιά βοήθεια. Το τραγούδι των Σειρήνων διαπερνούσε τα πάντα κι ο πόθος όσων γοητεύονταν μπορούσε να σπάσει πολύ πιο ισχυρά δεσμά από αλυσίδες και κατάρτια. Ο Οδυσσέας δεν το σκέφτηκε αυτό, αν και μάλλον το είχε ακούσει. Είχε από­λυτη εμπιστοσύνη σε μια χούφτα κερί και σε μια οργιά αλυσίδα, και με αθώα έκσταση κίνησε για να συναντήσει τις Σειρήνες με το μικρό του πλήρωμα.
Τώρα οι Σειρήνες διαθέτουν ένα όπλο πιο θανατηφόρο απ’ το τραγούδι τους, κι αυτό είναι η σιωπή τους. Και παρότι, ομολογουμένως, τέτοιο πράγ­μα δεν έχει συμβεί ποτέ, δεν είναι αδιανόητο να ξεφύγει κανείς από το τρα­γούδι τους· από τη σιωπή τους όμως αποκλείεται. Μπροστά στο θρίαμβο που νιώθει κανείς σαν τις νικά με τη δύναμή του και την επακόλουθη ανάταση που συντρίβει τα πάντα, καμιά επίγεια δύναμη δεν παραμένει ακέραιη.
Όταν λοιπόν τις ζύγωσε, οι γοητευτικές τραγουδίστριες δεν τραγούδησαν, είτε γιατί σκέφτηκαν ότι αυτός ο εχθρός θα υποτασσόταν μόνο με τη σιωπή τους είτε γιατί η μακαριότητα που ήταν ζωγραφισμένη στο πρόσωπο του Οδυσσέα, που σκεφτόταν μονάχα το κερί και τις αλυσίδες του, τις έκανε να ξεχάσουν τό τραγούδι.
Μα ο Οδυσσέας, αν μπορεί να το πει κανείς έτσι, δεν άκουσε τη σιωπή τους· νόμισε ότι τραγουδούσαν κι ότι μόνος αυτός δεν άκουγε το τραγούδι τους. Είδε φευγαλέα το λαρύγγι τους ν’ ανεβοκατεβαίνει, το στήθος τους να φουσκώνει, τα μάτια τους γεμάτα δάκρυα, τα χείλη τους μισανοιγμένα, αλλά πίστεψε ότι αυτά συνόδευαν τους σκοπούς που πέθαιναν γύρω του ανάκουστοι. Σε λίγο, όμως, όλα αυτά σβήστηκαν καθώς στύλωσε το βλέμμα του στον ορίζοντα· οι Σειρήνες κυριολεκτικά εξαφανίστηκαν μπροστά στην αποφασι­στικότητά του, και ακριβώς τη στιγμή που βρέθηκαν κοντά του εκείνος δεν τις αναγνώριζε πια.
Μα εκείνες, γλυκύτερες από ποτέ, τέντωσαν το λαιμό τους και γύρισαν, άφησαν τα κρύα μαλλιά τους να κυματίσουν στον άνεμο και έμπηξαν τα νύχια τους στα βράχια ξεχνώντας τα πάντα. Δεν ήθελαν πια να γοητεύουν το μόνο που ήθελαν ήταν να κρατήσουν όσο πιο πολύ μπορούσαν την ακτι­νοβολία που χυνόταν από τα μάτια του Οδυσσέα.
Αν οι Σειρήνες είχαν συνείδηση, θ’ αφανίζονταν αυτοστιγμεί. Αλλά έμει­ναν έτσι όπως ήταν˙ το μόνο που συνέβη ήταν ότι τους ξέφυγε ο Οδυσσέας.
Παραδίδεται επίσης ένας κωδίκελος για τα προαναφερθέντα. Λέγεται ότι ο Οδυσσέας ήταν τόσο πολυμήχανος, τόσο ξεφτέρι, που ούτε η θεά της μοί­ρας δεν διαπερνούσε την πανοπλία του. Ίσως είχε παρατηρήσει, αν και εδώ η ανθρώπινη αντίληψη είναι έξω από τα νερά της, ότι οι Σειρήνες ήταν σιω­πηλές και χρησιμοποίησε αυτό το τέχνασμα απέναντι σ’ αυτές και τους θεούς σαν ασπίδα.

Τελικά πόσο φοβάται ο άντρας τη γυναίκα;