Παρασκευή 24 Αυγούστου 2012

Το πέτρινο νυφικό κρεβάτι - Χ.Μούλις



Τα βιβλία του Χάρι Μούλις δεν έχουν για πλεονέκτημά τους την σφιχτή πλοκή, το ενδιαφέρον στόρι, αλλά μια  λογοτεχνική ματιά  προσωπική και υπόγεια, και μια σειρά από εικόνες εσωτερικές, βιωματικές που δύσκολα μπορείς να τις ξεχάσεις. 

Γι΄ αυτό και στο συγκεκριμένο μυθιστόρημα θα ήθελα να σταθώ κυρίως στον τίτλο: "Το πέτρινο νυφικό κρεβάτι". Και στο εξώφυλλο να κείτεται σωριασμένη, ερειπωμένη μια πολιτεία. Το νυφικό κρεβάτι, το σύμβολο του έρωτα, της αναπαραγωγής, της ζωής, έχει πετρώσει. Η πολιτεία έχει πετρώσει, την έχουν καταστρέψει. Η πολιτεία είναι η Δρέσδη που ισοπεδώθηκε κατά το β΄ παγκόσμιο πόλεμο, αλλά και όλες οι άλλες πολιτείες που είχαν την ίδια μοίρα... Όπως η Τροία... Εξάλλου η λογοτεχνία αναγάγει σε σύμβολα πανανθρώπινα τις μεμονωμένες περιπτώσεις.

13 Φεβρουαρίου 1945. - Ο Κόρινθ άκουγε, πάσχιζε ν' α­κούσει, αλλά ανάμεσα στον ίδιο και τα λόγια υπήρχε κάτι άλ­λο και σκέφτηκε, δεν μπορώ να καταλάβω τι λέει. Ήταν ξα­πλωμένοι στο κρεβάτι. Στα βουνά στον ορίζοντα βροντούσε το ρωσικό πυροβολικό. Από το δρόμο περνούσε ασθμαίνο­ντας ένα στρατιωτικό όχημα που έκαιγε ξύλα, κροταλίζοντας πάνω στις ζάντες του, γιατί δεν υπήρχαν λάστιχα πια. Στην πλατεία στη γωνία ακούγονταν διαταγές και κραυγές· η πό­λη ήταν γεμάτη σαν πτηνοπωλείο, τσούρμα προσφύγων που τους είχε ξεριζώσει το μέτωπο κοιμόντουσαν στα πάρκα, στο λιβάδι του ποταμού Έλβα. Ο Χίτλερ καθόταν αφηνιασμένος και εξαντλημένος κάτω από την πρωτεύουσα του που κατέρ­ρεε και καταβρόχθιζε σοκολάτες και γλυκές πίτες, περιτριγυ­ρισμένος από τους αστρολόγους του, τους δήμιους και τους σαμάνους. Ακόμα κι όταν ο ήλιος έλαμπε στο γαλάζιο ουρα­νό πάνω από τη Δρέσδη, δεν υπήρχε ήλιος και ο ουρανός ή­ταν από πέτρα, ένας παλιός τοίχος. Όποιος δεν ζούσε τότε ποτέ δεν θα καταλάβει. Η πόλη ήταν νεκρή προτού πεθάνει-οι δρόμοι και οι εκκλησίες υπήρχαν στο χώρο, αλλά δεν ήταν πια η Γη αυτό όπου υπήρχαν: κάτι έλειπε, δεν ήταν το 1945, ήταν έξω από την Ιοτορία, ήταν εκατό χιλιάδες χρόνια προ Χριστού. Πιο εκπληκτικό από το αν μια μέρα ένας δεινόσαυ­ρος είχε χτίσει τη φωλιά του στην αυλή του Τσβίνγκερ ήταν το γεγονός ότι κανείς δεν είδε ένα τέτοιο ζώο στην πόλη.


Η ιστορία επαναλαμβάνεται ως φάρσα. Ο Ηράκλειτος είπε πως δεν μπορούμε να μπούμε δύο φορές στον ίδιο ποταμό. Ο Μπόρχες όμως έχει διαφορετική άποψη. Ίσως λόγω διανοητικής ηδονής. Ας είναι. Η Δρέσδη λοιπόν αποτελεί το τραγικό σκηνικό του τότε και του τώρα. 
Τώρα: 1956. Ο αμερικανός οδοντίατρος Νόρμαν Κόρινθ μετά από πρόσκληση επισκέπτεται την Δρέσδη για ένα επαγγελματικό συνέδριο. 
Τότε: 1945. Ο αμερικανός στρατιώτης Νόρμαν Κόρινθ συμμετέχει στον βομβαρδισμό της Δρέσδης.

Η ιστορία που αφηγήθηκα δεν είναι αληθοφανής, γιατί μπλέκονται γεγονότα που συνέβησαν σε δύο διαφορετικούς ανθρώπους. Αυτό λέει ο Μπόρχες. Νομίζω ότι δεν είναι άσχετο και με το μυθιστόρημα του Μούλις. Διαβάζω κάπου στο οπισθόφυλλο ότι ο ήρωας καταστρέφει τη γυναίκα με την οποία συνευρίσκεται όπως και τη Δρέσδη...Αποθέωση της αντρικής ματιάς!


Ο ήρωας επιστρέφει αιχμαλωτισμένος από τύψεις. Η επιστροφή στον τόπο του εγκλήματος δε συνοδεύεται βέβαια από τιμωρία. Αυτό θα είχε too happy end. Αντί να τιμωρηθεί ο ίδιος ο ήρωας, μετατίθεται η τιμωρία στον Σνάιντερχαν. Σ΄ αυτή την αινιγματική φιγούρα. Το alter ego του πρωταγωνιστή. Ο μαύρος του εαυτός. Ο ήρωας θέλει να τον τιμωρήσει σε μια προσπάθεια να εξιλεωθεί ο ίδιος. Τελικά το ταξίδι επιστροφής στη Δρέσδη δεν είναι ένα ταξίδι αυτογνωσίας, είναι μια απέλπιδα προσπάθεια λύτρωσης από τις τύψεις και τις ενοχές. Μοιραία συμπαρασύρει και άλλους μαζί του.


Ο συγγραφέας δεν ενδιαφέρεται για τον πόλεμο, αλλά για τη μοίρα των ανθρώπων...


Θάνατος. Ξύπνημα. Η Μεγάλη Κατσαρίδα είδε πως οι σήραγγες της ποδοπατούνταν απ' όλες τις μεριές και άρχι­σε να πεθαίνει. Για κανέναν άλλο λόγο δεν τις είχε σκάψει, ένα χθόνιο ζώο που διάβαζε χάρτες· επιτέλους αισθανόταν σαν στο σπίτι του μέσα στον κόσμο, είχε γίνει δικός του κό­σμος, κανείς δεν τον αναγνώριζε - τα κατάφερε μέσα σε 12 χρόνια: οι 12 πύλες της ιερής πόλης, της Νέας Ιερουσαλήμ, που τώρα κατέβαινε από τον ουρανό για να έρθει κοντά του, ντυμένη σαν νύφη που στολίστηκε για τον άντρα της, ο κλοιός από φωτιά και νεκρούς που άρχιζε να σφίγγει γύρω από το υπόγειο του -όσα είχε λαχταρήσει, το καυτό, καυλωμένο, βαρβάτο θηρίο, όσα γνώριζε-οι σκοτεινές στρατιές από την Ανατολή, το αστραφτερό μπαζάρ των εισβολέων από τη Δύση, οι οποίοι έκλειναν στοργικά γύρω από αυτόν, ένα νήπιο που έτρωγε γλυκά, ένα σπερματοζωάριο που πέ­θαινε: σαν μέσα σε μια μήτρα.






Τρίτη 14 Αυγούστου 2012

Άμλετ

Σ΄ απελπισιά τον φέρνει η φαντασία


Τον "Άμλετ" του Σαίξπηρ τον διάβασα (σε μετάφραση του Βασίλη Ρώτα) από μια αναζήτηση σχετικά με την ελεύθερη βούληση του ανθρώπου. Είμαι γενικά της άποψης ότι το θείο υπάρχει ανεξάρτητα από τη βούληση του ανθρώπου. Τι συμβαίνει όμως σε αυτό το έργο του Σαίξπηρ; 
Το βασικό μοτίβο του δράματος είναι η εκδίκηση: ο νεαρός Άμλετ είναι το πρόσωπο που θέλει να πάρει εκδίκηση για τον άδικο χαμό του πατέρα του από τον αδελφό του πατέρα του, τον Κλαύδιο, ο οποίος στη συνέχεια παντρεύτηκε και την χήρα του νεκρού. 
Η υπόθεση με οδηγεί στον Ορέστη, ο οποίος βρέθηκε και αυτός σε μια αντίστοιχη θέση. Νεκρός ο πατέρας του, από το χέρι του Αίγισθου, ο οποίος παντρεύεται και την χήρα γυναίκα, την Κλυταιμνήστρα.O Oρέστης τελικά αθωώνεται κατόπιν δίκης από το δικαστήριο του Άρειου Πάγου.
Η λέξη εκδίκηση περιέχει μέσα της τη λέξη δίκη. Άρα μέσω της εκδίκησης αναζητά κάποιος την αποκατάσταση της δικαιοσύνης. Άρα την εκδίκηση θα πρέπει να την αναζητήσουμε μέσα στο πλαίσιο της εποχής που διαπράττεται.
Ο Σαίξπηρ δίνει την εικόνα της εποχής του που είναι ολότελα θρησκευτική, την περιβάλλει με το δέος και την ευλάβεια και την πίστη σε μια ανώτερη δύναμη, σε μια ανώτερη τάξη που ρυθμίζει και την κοσμική ιεραρχία των αξιών.

...Τι είν΄ αυτό
νεκρό κουφάρι εσύ,να ξαναβγαίνεις έτσι
όλος ατσάλι στης σελήνης το αντιφέγγισμα,
κάνοντας ν΄ ασκημαίνει η νύχτα και το θάρρος μας
εμάς των ζωντανών τρελών να συγκλονίζεται
με στοχασμούς φριχτούς που ξεπερνούν τον νου του ανθρώπου;

Ένα αυστηρά ηθικό περιβάλλον έχει ανάγκη και τη συνδρομή της μεταφυσικής για τη διατήρησή του.. Ένα φάντασμα είναι αυτό που δίνει την κατευθυντήρια γραμμή στον Άμλετ. Η θεία Πρόνοια. Κι ένα στρουθί να πέσει υπάρχει ξέχωρη Πρόνοια.
Αλλά  υπάρχει και η ανθρώπινη αδυναμία. Από εδώ  προκύπτει το ανθρώπινο δράμα, γιατί διαρκώς αναβάλλει την εκτέλεση του θεϊκού σχεδίου ενώ φουντώνει διαρκώς και η ανθρώπινη αδυναμία:

Να΄ναι κανείς ή να μην είναι, -αυτό είναι το ζήτημα
τι΄ ναι στο πνεύμα ανώτερο να υποφέρεις
πετριές και σαϊτιές αχρείας τύχης, ή
να παίρνεις τα όπλα ενάντια σ΄ ένα πέλαο βάσανα
κι αντιχτυπώντας να τους δίνεις τέλος;...

Και  η εκδίκση πρέπει να έρθει όχι σε στιγμή κάθαρσης και λυτρωμού του Κλαύδιου, αλλά όταν θα είναι μεθυσμένος, οργισμένος ή σε αιμόμιχτο κρεβάτι.
Τελικά είναι ελεύθερο πνεύμα ο Άμλετ; Έχει τόση ελευθερία ο Άμλετ, όση ελευθερία μπορεί να δώσει σε έναν άνθρωπο η πίστη....


Κλείνοντας δεν μπορώ παρά να αναφέρω και αυτή την εγκιβωτισμένη σκηνή, το θέατρο μέσα στο θέατρο, που δίνει μια μοντέρνα πινελιά σε μια κλασσική φόρμα.

Παρασκευή 10 Αυγούστου 2012

Το στρίψιμο της βίδας - Χένρυ Τζαίημς

  

 Όταν διάβαζα  τη νουβέλα του Χένρυ Τζαίημς "Το στρίψιμο της βίδας", έτυχε να παρακολουθήσω εκείνες τις μέρες και την τελευταία ταινία σε σκηνοθεσία του Γούντυ Άλλεν με τίτλο "Μεσάνυχτα στο Παρίσι". Και τι μου έμεινε; Το πολυεπίπεδο της προσέγγισης των έργων. 
  Στην ταινία ο πρωταγωνιστής έμπαινε στην εποχή που ήθελε με βασικό διαβατήριο τη θέλησή του. Στηνόταν σε ένα σημείο του Παρισιού και μια συγκεκριμένη ώρα, λίγο μετά τα μεσάνυχτα, περνούσε το αυτοκίνητου του χρόνου που τον μετέφερε σε άλλο χρόνο, όπου συναντούσε τους ήρωες των ονείρων του, από τον Χεμινγουέι έως τον Μπουνουέλ. Βασική προύπόθεση είπαμε για αυτό το ταξίδι του ήταν η επιθυμία του, η νοσταλγία για το παρελθόν.
  Στη νουβέλα, η πρωταγωνίστρια, η γκουβερντάνα, βλέπει και αυτή φαντάσματα. Έχει προσληφθεί σε ένα σπίτι για να φροντίσει και να διαπαιδαγωγήσει ένα κορίτσι και τον αδελφό της, αλλά αισθάνεται να περικυκλώνεται από ανεπιθύμητες οπτασίες: την προηγούμενη γκουβερντάνα που είχε πεθάνει,την Τζέσσελ, και έναν υπηρέτη, τον Κουίντ, που ομοίως και αυτός είχε πεθάνει. Εύλογα εγείρεται πάλι το ερώτημα: γιατί άραγε βλέπει φαντάσματα η ηρωίδα; Της σάλεψε; Της έστριψε η βίδα, για να στηρίξουμε και τον τίτλο της νουβέλας; 
  Ας επιχειρήσω μια  ρομαντική ερμηνεία, όσο κι αν η νουβέλα αποπνέει μια μαύρη ατμόσφαιρα...Η ηρωίδα βλέπει φαντάσματα από αγάπη, από αγάπη για τα παιδιά. Για να έχει λόγο ύπαρξης μέσα στο σπίτι, για να αισθάνεται ότι προσφέρει ασφάλεια στους δύο ανήλικους μαθητές της. Τα φαντάσματα είναι οι κίνδυνοι που περιτριγυρίζουν τα πιο αδύναμα μέλη μιας κοινωνίας και ο παιδαγωγός είναι υπεύθυνος για την απομάκρυνσή τους. 
  Τελικά ήταν τρελή η ηρωίδα; Το έργο τελειώνει χωρίς να μας δίνει μια απάντηση. Πιστεύω και πάλι ότι η ηρωίδα είναι τόσο τρελή όσο τρελός είναι και ένας γονιός που σκαρφίζεται κινδύνους που ελλοχεύουν γύρω από το παιδί του. Και όμως κίνδυνοι υπάρχουν. Φαντάσματα όμως;
  Η ταινία του Γούντυ Άλλεν τελειώνει με μια κατάφαση. Ο πρωταγωνιστής δέχεται το παρόν, ένα παρόν όμως έτσι όπως του αρέσει. Η νουβέλα όμως του Χένρυ Τζαίημς επιδέχεται ποικίλες ερμηνείες.Όλα τα πρόσωπα του έργου έχουν δίκιο από την πλευρά τους. Ακόμη ίσως κι εγώ!



Τρίτη 7 Αυγούστου 2012

Mεταμόρφωση-Κάφκα

Το καφκικό τοπίο προβάλλεται σε όλο του το μεγαλείο στη "Μεταμόρφωση"


Στη «μεταμόρφωση» του Κάφκα ο ήρωας, Γκρέγκορ Σάμσα, ξυπνά ένα πρωινό για να πάει στη δουλειά του και με φρίκη αποκαλύπτει πως έχει μεταμορφωθεί σε μια πελώρια κατσαρίδα.
Μόλις ο Γκρέγκορ Σάμσα ξύπνησε ένα πρωινό από εφιαλτικό όνειρο, βρέθηκε στο κρεβάτι του μεταμορφωμένος σε μια πελώρια κατσαρίδα. Ξαπλωμένος ένιωθε την πλάτη του σκληρή σαν πολεμική ασπίδα κι έβλεπε, όταν ύψωνε λίγο το κεφάλι, τη σκούρα και θολωτή κοιλιά του γεμάτη σκληρές πτυχώσεις, απ΄ όπου η κουβέρτα, που ήταν έτοιμη να γλιστρήσει στο πάτωμα, μόλις και μετά βίας κρατιόταν ακόμα. Αμέτρητα ποδαράκια, αξιοθρήνητα λεπτά σε σύγκριση με τα συνηθισμένα πόδια που είχε άλλοτε, σπάραζαν απελπιστικά μπροστά στα μάτια του.
«Τι μου συνέβη;» σκέφτηκε. Πάντως δεν ήταν όνειρο. Το δωμάτιό του, ένα δωμάτιο συνηθισμένο, μόνο που ήταν μικρό, στεκόταν ήσυχο ανάμεσα στους τέσσερις γνώριμους τοίχους. Πάνω από το τραπέζι, όπου ήταν σκορπισμένα δειγματολόγια από υφάσματα –ο Σάμσα ήταν εμπορικός αντιπρόσωπος-κρεμόταν η εικόνα που είχε κόψει εδώ και λίγο καιρό από ένα εικονογραφημένο περιοδικό και την είχε βάλει σε μια όμορφη επίχρυση κορνίζα. Παρουσίαζε μια κυρία με γούνινι καπέλο και μποά που καθόταν στητά και πρόβαλλε στο θεατή ένα βαρύ γούνινο μανσόν, όπου μέσα κρυβόταν όλο σχεδόν το χέρι της.
Σε λίγο η ματιά του Γκρέγκορ στράφηκε προς το παράθυρο. Ο άσχημος καιρός –άκουγε κανείς  στάλες βροχής να χτυπούν το περβάζι- τον έκανε πέρα για πέρα μελαγχολικό. «Πως θα μπορούσα να κοιμηθώ ακόμα λίγο και να ξεχάσω αυτές τις τρέλες;» συλλογίστηκε…
Η πρώτη του αντίδραση είναι να κλειστεί στο δωμάτιό του περιμένοντας ίσως να περάσει ο εφιάλτης που βιώνει. Δύσκολα εξάλλου μπορούσε να μετακινηθεί. Ο νέος σωματότυπος απαιτούσε άλλου είδους επιδεξιότητα στις κινήσεις. Η ώρα όμως περνούσε. Η προκαθορισμένη ώρα για να πάει στη δουλειά του πέρασε κι άρχισαν να τον αναζητούν. Πρώτα μέσα από το σπίτι η οικογένειά του. Αλλά και από την εταιρεία που δούλευε κατέφθασε κι ο διαχειριστής γυρεύοντάς τον.
Ο Γκρέγκορ δε χρειαζόταν παρά ν΄ ακούσει την καλημέρα του επισκέπτη και να καταλάβει ποιος ήταν  -ο ίδιος ο διαχειριστής. Γιατί λοιπόν καταδικάστηκε ο Γκρέγκορ να υπηρετεί μια επιχείρηση, όπου η πιο τιποτένια αμέλεια προκαλούσε τον πιο μεγάλη υποψία; Όλοι λοιπόν οι υπάλληλοι κι ο καθένας χωριστά ήταν παλιάνθρωποι; Ανάμεσά τους δεν υπήρχε ούτε ένας πιστός κι αφοσιωμένος άνθρωπος, που αν δε δούλευε δυο ώρες από την πρωινή υπηρεσία του θα ΄φτανε στην τρέλα κι ακριβώς για ένα τέτοιο λόγο δε θα μπορούσε να σηκωθεί από το κρεβάτι;   
Ο Γκρέγκορ Σάμσα, ο ήρωας κατσαρίδα, καθυστερούσε  οπότε οι υπόλοιποι άνοιξαν την πόρτα κι αντίκρισαν το θέαμα. Μπροστά τους είχαν ένα …τέρας. Ο διαχειριστής τρέπεται σε φυγή και η οικογένειά του (ο πατέρας, η μητέρα και η αδελφή του) δεν αντέχουν να τον βλέπουν. Ο ήρωας-κατσαρίδα μένει πλέον φυλακισμένος στο δωμάτιό του.. Αποτελεί ένα ξένο σώμα δίχως φροντίδα, δίχως αγάπη. Βέβαια ανέκαθεν δεν είχε δημιουργηθεί κάποια ιδιαίτερη σχέση ανάμεσα στον Γκρέγκορ και την οικογένειά του πέρα από την οικονομική.
Η φροντίδα του Γκρέγκορ τότε δεν ήταν τίποτε άλλο παρά μια προσπάθεια να κάνει την οικογένεια, που έπεσε στην οικονομική καταστροφή, να ξεχάσει, όσο γινόταν πιο γρήγορα, τη συμφορά. Κι έτσι άρχισε να δουλεύει με αφάνταστο ζήλο και σε μια βραδιά από μικρός υπάλληλος έγινε εμπορικός αντιπρόσωπος κι έτσι απόκτησε πολύ διαφορετικές δυνατότητες για να κερδίσει χρήματα. Τα αποτελέσματα της εργασίας του με τις διάφορες προμήθειες ήταν τα μετρητά, που τα σώριαζε στο τραπέζι της κατάπληκτης κι ευτυχισμένης οικογένειας. Ήταν τότε όμορφοι καιροί, που ποτέ δεν ξαναγύρισαν, τουλάχιστον με την ίδια λάμψη. Παρόλα αυτά ο Γκρέγκορ αργότερα κέρδιζε πάλι πολλά κι ήταν σε θέση να σηκώσει τα βάρη ολόκληρης της οικογένειας.
Τώρα, στη νέα του κατάσταση, φυλακισμένος στο δωμάτιό του, τις νύχτες που δεν τον έπιανε ύπνος καθόταν στο παράθυρο, γιατί ίσως μόνο αυτό υποσχόταν την ελευθερία του, με τη θέα έξω από αυτό. Ο Γκρέγκορ δεν αποτελεί για την οικογένεια του έναν άνθρωπο, αλλά ένα ζώο, ένα τέρας. Είναι μια απειλή. Δεν έπρεπε να τον μεταχειρίζονται και ως εχθρό, αλλά έπρεπε να καταπνίξουν κάθε αηδία και να υπομένουν. Μια συμφορά στο σπίτι τους που έπρεπε να υπομένουν.  Μια συμφορά που έπρεπε να κρύψουν από τους άλλους. Κι όταν κάποια στιγμή το τέρας-κατσαρίδα εμφανίζεται στους νοικάρηδες του σπιτιού, η ντροπή είναι μεγάλη.
«Πρέπει να φύγει» φώναξε η αδελφή, «αυτό είναι το μοναδικό μέσο για να γλιτώσουμε, πατέρα. Πρέπει να ξεπεράσεις τη σκέψη πως αυτό εδώ είναι ο Γκρέγκορ. Άλλωστε, αν ήταν ο Γκρέγκορ, ήδη από καιρό θα καταλάβαινε πως δεν μπορούν να ζουν άνθρωποι με ένα τέτοιο ζώο και τότε θα έφευγε με τη δική του θέληση. Δε θα΄ χαμε αδελφό, αλλά θα μπορούσαμε να συνεχίσουμε τη ζωή μας και θα τιμούσαμε τη μνήμη του. Τώρα όμως δε γίνεται τίποτα. Αυτό το ζώο τώρα μας κυνηγά, πετάει έξω τους εργένηδες, θέλει να κυριαρχήσει  σε όλο το σπίτι και να μας διώξει στο δρόμο…
Τη λύση στο δράμα έρχεται να δώσει ο θάνατος. Ένας θάνατος ευχάριστος, γλυκός, λυσιμελής. Ήρθε ο θάνατος, γιατί έπρεπε να έρθει. Η εξαφάνιση του Γκράγκορ-τέρατος ήταν η μόνη λύση.
«Και τώρα» είπε ο κύριος Σάμσα «πρέπει να ευχαριστήσουμε το Θεό». Έκανε το σταυρό του κι οι τρεις γυναίκες τον μιμήθηκαν αμέσως…    Κατόπιν βγήκαν κι οι τρεις από το σπίτι –πράγμα που είχε μήνες να γίνει- και με τον ηλεκτρικό πήγαν στο ύπαιθρο, έξω από την πόλη. Το βαγόνι τους λουζόταν από τον ήλιο και αστραφτοκοπούσε. Ακουμπισμένοι άνετα στα καθίσματά τους, έπιασαν συζήτηση για τα μελλοντικά τους σχέδια που δε φαίνονταν, αν τα έβλεπε κανείς με προσεχτικό μάτι, κι άσχημα. Οι καταστάσεις και των τριών, χωρίς να το πει ποτέ ο ένας στον άλλο, ήταν πολύ ευνοϊκές κι έδειχναν πως στο μέλλον θα δώσουν πολλά πράγματα…




Όπως αναφέρει ο Κάφκα στα ΜΠΛΕ ΤΕΤΡΑΔΙΑ «ένα πρώτο σημάδι αρχόμενης γνώσης είναι η επιθυμία να πεθάνεις. Τούτη η ζωή φαίνεται αφόρητη, μια άλλη άφταστη. Δεν ντρέπεται κανείς πια να πεθάνει. Παρακαλεί, από το παλιό κελί, που το μισεί, να μεταφερθεί σε ένα άλλο, που θα μάθει να το μισεί. Ένα κατάλοιπο πίστης δρα εδώ, κατά την μεταφορά ο κύριος θα περνά τυχαία από το διάδρομο, θα δει τον φυλακισμένο και θα πει: Αυτόν να μην τον ξαναφυλακίσετε, θα΄ ρθει σε μένα.

Παρασκευή 3 Αυγούστου 2012

Ο καθρέφτης στο έργο του Μπόρχες


   Ο εντοπισμός συμβόλων και η συζήτηση σχετικά με αυτά συνιστά σαφώς μια εξαίσια πράξη αποδόμησης ενός κειμένου και μια αυθαίρετη κίνηση πρόσληψης του νοήματος. Παρόλα αυτά είναι και μια αναπόφευκτη, ίσως και επιβεβλημένη, τακτική για συγγραφείς που έχουν αποκρυσταλλώσει το προσωπικό τους ύφος. Και ένας από αυτούς είναι και ο Μπόρχες.
  Αυτό που με τράβηξε πιο πολύ στον καθρέφτη ως σύμβολο είναι ότι αποτελεί έναν αντικατοπτρισμό, που αναπαράγει ένα είδωλο. Άρα αυτό σημαίνει ότι από μόνος του δεν είναι ούτε καλός ούτε κακός. Ανάλογα με αυτό που αντικατοπτρίζει παίρνει και το νόημά του.  Για τον Μπόρχες όμως η αντανάκλαση της σωματικής του υπόστασης στον καθρέφτη υπήρξε από πολύ τρυφερή ηλικία πηγή έντονης ανησυχίας, η οποία εξελίχθηκε σε φοβία. «Πάντοτε φοβόμουν τους καθρέφτες. Είχα τρεις μεγάλους καθρέφτες  στο δωμάτιό μου όταν ήμουν παιδί και τους φοβόμουν πάρα πολύ, γιατί έβλεπα τον εαυτό μου μέσα στο θαμπό φως – τον έβλεπα τριπλό, και τρόμαζα στη σκέψη ότι αυτές οι τρεις φιγούρες θα άρχιζαν να κινούνται από μόνες τους...».
  Όταν οι καθρέφτες έχασαν την τρομακτική τους διάσταση,με το πέρασμα σαφώς της ηλικίας, έγιναν στο λογοτεχνικό σύμπαν του Μπόρχες εμβλήματα του «άλλου», του ομοιώματος μας ή ακόμα του τι θα μπορούσε να συμβεί στην αντίπερα όχθη της πραγματικότητας.

   Ένας αιρεσιάρχης στο διήγημα Tlon, Uqbar, Orbis tertius αναφέρει:
"Οι καθρέφτες και η συνουσία είναι απεχθείς, γιατί πολλαπλασιάζουν τον αριθμό των ανθρώπων..."   Τα παραπάνω λόγια χρησιμοποιεί ο Μπόρχες μεταπλάθοντας λογοτεχνικά την εξής περίπου διατύπωση: "Για έναν από τους Γνωστικούς, το ορατό σύμπαν είναι μια ψευδαίσθηση ή (ακριβέστερα) ένα σόφισμα. Οι καθρέφτες και η πατρότητα είναι απεχθείς, γιατί το πολλαπλασιάζουν και το διασπείρουν"

   Άρα στην ουσία ο φόβος δημιουργείται για οτιδήποτε υπάρχει πέρα από τη βούλησή μας. Αυτό που δημιουργώ το ελέγχω, ενώ αυτό που αναπαράγεται πέρα από τη θέλησή μου, αυτό τελικά είναι το επικίνδυνο.

   Μήπως όμως τελικά ο συγγραφέας μαθαίνει να ζει με αυτό το είδωλο που ο ίδιος δημιούργησε και ο φόβος του, που εκλογικεύεται κάποια στιγμή, εξαφανίζεται και αυτός; Ο δημιουργός και το alter ego. O καθρέφτης δεν είναι και τόσο κακός, όταν τα βρίσκεις με τον εαυτό σου!

Ο Μπόρχες κι εγώ
Στον άλλον, στον Μπόρχες, συμβαίνουν όλα. Εγώ, περπατώ στο Μπουένος Άιρες και σταματώ, ίσως πια μηχανικά, για να κοιτάξω την καμάρα μιας ει­σόδου και την καγκελόπορτα. Νέα του Μπόρχες λαβαίνω με το ταχυδρομείο και βλέπω τ' όνομα του σε μια τριανδρία καθηγητών ή σ' ένα βιογραφικό λε­ξικό. Εμένα μ' αρέσουν οι κλεψύδρες, οι χάρτες, η τυπογραφία του 18ου αι­ώνα, η γεύση του καφέ και η πεζογραφία του Στίβενσον ο άλλος, μοιράζε­ται μαζί μου αυτές τις προτιμήσεις, αλλά μ' έναν τρόπο ματαιόδοξο που τις μετατρέπει σε καμώματα θεατρίνου. Θα 'ταν υπερβολικό να πω ότι οι σχέσεις μας είναι εχθρικές· εγώ ζω, εγώ αφήνομαι να ζω, μόνο και μόνο για να μπο­ρεί ο Μπόρχες να υφαίνει τη λογοτεχνία του, κι αυτή η λογοτεχνία με δικαι­ώνει...

   

Πέμπτη 26 Ιουλίου 2012

Ο άνθρωπος που τον έλεγαν Πέμπτη-Τσέστερτον

Τι θα συνέβαινε αν ένας ελέφαντας έκανε ένα πήδημα ως τον ουρανό σαν ακρίδα;



   Ένα ερώτημα ικανό στην αρχή για να ερεθίσει τη φαντασία, τη μυθιστορηματική μας φαντασία. Τον Τσέστερτον τον διάβασα γιατί αποτελεί αγαπημένο συγγραφέα του Μπόρχες. Αυτή υπήρξε η αφορμή γνωριμίας. Άρα και ο τρόπος προσέγγισης του έργου του θα είναι καθαρά "μπορχεσιανός". Θα αναγάγω το μυθιστόρημα στην αντίθεση ανάμεσα στο πραγματικό και το φανταστικό επίπεδο.
   Στο πραγματικό επίπεδο διακρίνουμε μια συνωμοτική ομάδα των 6+1(η αριθμητική απεικόνισή τους είναι προσωπική). Έχουμε έξι ανθρώπους, που τα ονόματά τους τα αντλούν από τις ημέρες της εβδομάδας. ο κύριος Δευτέρα, ο κύριος Τρίτη... Ο ήρωας του μυθιστορήματος, ο Σίαμ, εκλέγεται ως κύριος Πέμπτη. Αρχηγός είναι ένας ιδιόρρυθμος και χαρισματικός με το όνομα ο κύριος Κυριακή. Άρα ένας κύκλος έχει ολοκληρωθεί. Η συνωμοτική αυτή ομάδα είναι το ανώτατο συμβούλιο των αναρχικών, ο προγραμματιστής των επόμενων κινήσεών τους. Και η απόφαση που παίρνουν είναι να σκοτώσουν δύο υψηλά ιστάμενα πρόσωπα: τον πρόεδρο της Γαλλίας και τον Τσάρο. Μην ξεχνάμε εξάλλου ότι ο Τσέστερτον είναι Άγγλος.
   Στο φανταστικό επίπεδο έχουμε την αντιστροφή και αποδόμηση του πραγματικού επιπέδου. Τα έξι μέλη της ομάδας αποδεικνύεται ότι δεν είναι αναρχικοί-σύμβολα της καταστροφής και αταξίας του κόσμου, αλλά είναι αστυνομικοί-σύμβολα της ασφάλειας και τάξης. Η πρωτοτυπία του έργου έγκειται στον τρόπο αποδόμησης του πραγματικού: η συνωμοτική ομάδα δεν είναι παρά μια μασκαράτα, μια ομάδα μεταμφιεσμένων, καλοπροαίρετων πλην όμως ανόητων ανθρώπων, που σταδιακά αποκαλύπτουν το πραγματικό τους πρόσωπο.Το κωμικό στοιχείο μπλέκεται περίεργα και ευχάριστα με το τραγικό. Πως αλλιώς μπορείς να αντιμετωπίσεις τη σκηνή κατά την οποία ο καθηγητής με τις πατερίτσες επιδίδεται σε έναν αγώνα δρόμου για να προφταίνει διαρκώς τον Σάιμ; Ή εκείνο το μπουλούκι των αναρχικών που κινείται με μια αξιοζήλευτη τάξη και συγχρονισμό, που ταιριάζει περισσότερο σε μια στρατιωτική παράταξη παρά σε μια ομάδα αναρχικών.
   Όσο για τον μυστηριώδη κύριο Κυριακή...Τον εξέλαβα σαν την πατρική φιγούρα που είναι επιφορτισμένος να διατηρεί την ισορροπία του κόσμου. Δεν υπάρχουν στον κόσμο που ζούμε, στον υλικό κόσμο, οι καθαρές έννοιες, οι Πλατωνικές ιδέες. Η καθημερινότητα κυλιέται ανάμεσα στο καλό και το κακό, το όμορφο και το άσχημο, το ευφυές και το ανόητο...Δεν μπορούμε όμως ν΄ αφήσουμε και τη ζωή να πάρει το δρόμο της άναρχα, μοιραία. Υπάρχει ανάγκη ισορροπίας. Κι ο άνθρωπος έχει ανάγκη να βλέπει κάποια πρόσωπα, όχι βλοσυρά  κι απόμακρα, αλλά οικεία κι ενθουσιώδη, δοσμένα σε ένα αγώνα, ίσως και σ΄ ένα παιχνίδι να διατηρήσουν αυτή την ισορροπία. Η μέτρια δύναμη εκφράζεται με αγριότητα, η υπερβολική δύναμη με ελαφράδα. Ο φίλος αρχηγός. Που δεν φοβάται το κακό. 
   Ανάμεσα δηλαδή στα δύο άκρα, την αναρχία και την αστυνομία, την αταξία και την τάξη, προβάλλεται μία γέφυρα μεταξύ τους. Το είπε εξάλλου και ο θείος Πλάτων, ότι το Αγαθόν ταυτίζεται με το Είναι, και με ότι συνέχει το Είναι. Κρατάω μία παρατήρηση από το οπισθόφυλλο ότι το έργο είναι μια ηθική παραβολή που ο κάθε αναγνώστης ερμηνεύει με το δικό του τρόπο.

Δευτέρα 23 Ιουλίου 2012

Στο μυαλό...του συγγραφέα

ένα κείμενο για ...ανικανοποίητους αναγνώστες
που το βιβλίο είναι απλώς ένα ... ερέθισμα

Υπάρχει άραγε ένα βιβλίο που με απογοήτευσε; Ένας συγγραφέας που το βιβλίο του με απογοήτευσε, επειδή το βιβλίο του δε μου άρεσε; 
Θα μπορούσα τότε να μπω στο μυαλό του συγγραφέα και να επιφέρω τις ανάλογες διορθώσεις. Δύσκολο εγχείρημα, το αποτέλεσμα όμως ορατό. Τόσο απλά!
Υπάρχει άραγε ένα βιβλίο που με γοήτευσε; Θα μπορούσα τότε να μπω στο μυαλό του συγγραφέα και να βιώσω όλη αυτή τη διανοητική διεργασία συγγραφής του βιβλίου. Το θέμα είναι πώς μπορεί να γίνει αυτό...

Πως το λέει ο Κάφκα; Ο ήρωάς του ένα πρωινό βρέθηκε μεταμορφωμένος σε μια πελώρια κατσαρίδα. Εγώ μια νύχτα βρέθηκα μεταμορφωμένος σε έναν ήχο, ένα βογκητό. Κι έπειτα ντύθηκα, το παρουσιαστικό μου, και γίνομαι ένα γράμμα. Και βυθίζομαι στο βιβλίο που διαβάζω, γίνομαι ένα με το κείμενο, ένα γράμμα ίδιο με τόσα άλλα γράμματα κι αρχίζω να περιπλανιέμαι στις λέξεις, τις προτάσεις, τις παραγράφους. Ένας λαβύρινθος ιδεών. Πόρτες ανοίγουν, κάνω να μπω, κλείνουν απότομα. Τουλάχιστον διατηρώ μια επίγνωση της πραγματικότητας, εδώ όλα είναι μια βιτρίνα. Η ουσία βρίσκεται στο μυαλό του συγγραφέα. Συναντώ κάποιους ήρωες, σα μαριονέτες, σα φιγούρες σ΄ ένα θέατρο σκιών. Τους χαιρετώ, δε μου μιλούν, αυτοί απαγγέλλουν τα λόγια τους, το ρόλο που έχουν μάθει. Όλα γύρω μου είναι τόσο τακτοποιημένα, που φοβάμαι μήπως ανακαλύψουν τη φάρσα μου. Πως είμαι ένας παρείσακτος, ένα λάθος τυπογραφικό, ένα λάθος για να με εξαφανίσουν. Θα προλάβω να φτάσω στο δημιουργό ή θα με προλάβει ο διορθωτής κειμένων; Τελικά τόση ώρα δε μετακινήθηκα ούτε ένα εκατοστό. Απλώς διέγραψα έναν κύκλο γύρω από τον εαυτό μου. Μένω σταθερός, οι σελίδες είναι που γυρνάνε σα μέρες. Ξεκινάω πάλι. Ξέρω ότι στη διαδρομή θα συναντήσω και κάποιους σαν κι εμένα που γυροφέρνουν σα λάθη μέσα σ΄ αυτή την ιστορία. Δε θα ενωθώ όμως μαζί τους. Δεν είμαι άνθρωπος για να είμαι δυνατός μέσα από την ένωση, τη συνύπαρξη. Είμαι ένα γράμμα που ψάχνει το δρόμο για τον δημιουργό. Ίσως για να κατανοήσω τον τρόπο δημιουργίας, ίσως και για ν΄ αλλάξω κάτι στο δημιούργημα. Θα μου πεις βέβαια γιατί δεν παρέμεινα άνθρωπος, να συναντήσω ανθρώπινα το δημιουργό, ζωντανά, και να του εκθέσω τις απόψεις μου. Σου απαντώ, λοιπόν, πως θα ήταν πολύ επιφανειακό. Ο αγαπητός δημιουργός το πολύ να χαμογελούσε με συγκατάνευση. Ενώ τώρα κινούμαι υπόγεια, πάω να γίνω κομμάτι της σκέψης του. Πάω να γίνω ο ίδιος ο συγγραφέας. Προς τα πού όμως να κατευθυνθώ; Σ΄ ένα βιβλίο τόσων σελίδων από πού ξεκινά η έμπνευση; Γιατί δεν πιστεύω ότι όλες οι σελίδες είναι εξίσου εμπνευσμένες. Μήπως στο τέλος; Γιατί πολλές φορές κι όταν δεν μου αρέσει ένα βιβλίο, διαβάζω το τέλος, για να έχω μια γνώμη για το σύνολο του έργου. Από τότε όμως που διάβασα το"ένα κάποιο τέλος", νομίζω ότι αναθεώρησα σχετικά τις απόψεις μου. Ένα τέλος, από τα πολλά, από τα άπειρα. Ο συγγραφέας δίνει ένα τέλος που αντικατοπτρίζει μια στιγμή, δεν ικανοποιεί τις προσδοκίες ενός μέσου αναγνώστη. Σα να περιμένεις μια θάλασσα για να κολυμπήσεις και βρίσκεις ...μία βρύση, στην οποία απλώς ξεδιψάς. Οπότε τί; Οπότε θα πάω στον τίτλο. Ο τίτλος συμπυκνώνει, ο τίτλος φωτίζει, ο τίτλος ερεθίζει, ο τίτλος... Εκεί θα συναντήσω τον ποταμό της έμπνευσης, έναν ποταμό φωτιάς, εκεί θα βρω το στόμιο του σπηλαίο, που θα με οδηγήσει στο κέντρο της σύλληψης του δημιουργού. Πως δεν το σκέφτηκα τόση ώρα; Ο τίτλος βρίσκεται σε θέση περίοπτη, θα τον βρω και εύκολα. Ναι, ήδη διακρίνω αμυδρά το περίγραμμα των γραμμάτων. Πλησιάζω πιο εύκολα απ΄ όσο θα περίμενα, γιατί μπορώ να τον προσεγγίσω από πολλούς δρόμους. Το μόνο που φοβάμαι είναι μήπως συναντήσω και άλλους πολλούς περίεργους εκεί, σαν σε συντριβάνι που ρίχνουν κέρματα για να πραγματοποιηθεί μια ευχή τους. Τελικά φθάνω βράδυ, μεσάνυχτα, την ώρα που μου αρέσει να διαβάζω, μέσα στη σιγαλιά. Ευτυχώς υπάρχει ένας μόνο άνθρωπος. Τον βλέπω από μακρυά, δεν τον αναγνωρίζω. Ο συγγραφέας; Εγώ όμως, όπως είπα, ψάχνω να βρω το δρόμο για το συγγραφέα, όχι τον ίδιο το συγγραφέα. Κοντεύω...Είναι μια γυναίκα...Πρόσωπο κρυμμένο και...γυμνή. Μήπως τελικά ονειρεύομαι; Αλλά ποια είναι τελικά η πραγματικότητα; Ακούω μουσική, κάτι ανάμεσα σε ταγκό και βαλς, καθώς οι μουσικές μου γνώσεις δεν μου επέτρεπαν πάντοτε να τα διαχωρίσω. Χορεύουμε...Χορεύουμε γυμνοί ένα χορό ερωτικό κι απογειωνόμαστε... Ανοίγω τα μάτια μου κι είμαι στο κρεβάτι. Δίπλα η γυναίκα μου και κάτω στο πάτωμα πεσμένο το βιβλίο. Τελικά το βιβλίο είναι ...ερέθισμα.