Κυριακή 19 Ιουνίου 2011

ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ - προτάσεις για σινεφίλ

Ο θείος Μπούνμι θυμάται τις προηγούμενες ζωές του

 Σκηνοθεσία: Απιτσατπόνγκ Ουερασεθακούλ
Ερμηνεία: Ταναπάτ Σαϊσαγιμάρ, Τζεντζίρα Πόνγκαπας.
ΚΡΙΤΙΚΗ. Το όνομά του, Απιτσατπόνγκ Ουερασεθακούλ, εκτός από γλωσσοδέτη θυμίζει και ήρωα από τον «Πόλεμο των Αστρων», η ταινία του όμως είναι μια μυσταγωγία. Μια ανασύνθεση ενός φανταστικού κόσμου. Ο «Θείος Μπούνμι θυμάται τις προηγούμενες ζωές του» άλλοτε κυλάει σαν όνειρο και άλλοτε σαν αλλόκοτη επιστημονική φαντασία: ο συνειρμός του θεατή μπορεί να φτάσει μέχρι την «Οδύσσεια του Διαστήματος» και τα φιλοσοφικά σχόλια για την αρχή του κόσμου. Κάποιες άλλες στιγμές, πλέει στον ίδιο ωκεανό του χρόνου με το «Στάλκερ» και τον «Καθρέφτη» του Ταρκόφσκι.
Για τον άνθρωπο της Δύσης, ή τον ξένο με τη μεταφυσική του βουδισμού και τη σκέψη του σιντοϊσμού, ο «Θείος Μπούνμι» είναι σαν ένας γρίφος. Μάταια θα προσπαθήσεις να τον λύσεις. Η πιθανότητα να αποκωδικοποιήσεις το ονειρικό σύμπαν του Ουερασεθακούλ είναι σαν την ελπίδα ότι θα ανοίξεις μια τρύπα στο νερό. Εάν επιμείνεις, ίσως καταφέρεις να αφυδατώσεις τις εικόνες ενός εκστατικού κινηματογράφου. Τελικά, μόνον η εμπειρία της επαφής μαζί του έχει σημασία. Στην ποίηση, κατ’ άλλους στον πειραματισμό του Ουερασεθακούλ, ξαναζούμε μια αίσθηση δικής μας φυγής σε έναν δικό μας μυστικό εσωτερικό κόσμο. Είναι σαν να σε ρουφάει σε μια ψευδαίσθηση ο αντικατοπτρισμός σου στην επιφάνεια του νερού.
Στον «Θείο Μπούνμι που θυμάται τις προηγούμενες ζωές του» ο τίτλος είναι μια σαφής περίληψη της ταινίας. Ο Ουερασεθακούλ κινηματογραφεί τις προηγούμενες μετενσαρκώσεις της ψυχής ενός ανθρώπου (ο Μπούνμι) που πεθαίνει χτυπημένος στα σπλάχνα του από μια αρρώστια. Κινηματογραφεί την έξοδο της ψυχής, η οποία θα μετοικήσει κάπου αλλού, στον ορατό ή στον αόρατο κόσμο των πνευμάτων που μας περιβάλλει, μέχρι να βρει την αιώνια γαλήνη. Ο Μπούνμι αισθάνεται το βάρος των κομμουνιστών που σκότωσε για το καλό της πατρίδας του. «Είναι πολλά πλάσματα εκεί έξω. Πνεύματα και πεινασμένα ζώα που μυρίζονται την αρρώστια μου», λέει σε αυτούς που τον συντροφεύουν σε αυτό το επεισόδιο της αιώνιας οδύσσειας της ψυχής του, σε ένα ταξίδι μέχρι το βάθος ενός σπηλαίου. Εκεί γεννήθηκε, σε μια ζωή την οποία δεν θυμάται. Σαν ζώο ή σαν άνθρωπος, σαν άνδρας ή σαν γυναίκα... Δίπλα του έχει το φάντασμα της νεκρής γυναίκας του, έναν γορίλα στον οποίο έχει μετενσαρκωθεί η ψυχή του γιου του, καθώς και την κουνιάδα του, που είναι ζωντανή.
Στα ασύνδετα αποσπάσματα της αλλόκοτης οδύσσειας του θείου Μπούνμι, ο Ουερασεθακούλ επεξεργάζεται έτοιμες φόρμες (λαϊκούς μύθους και παραμύθια της πατρίδας του, θρησκευτικές παραδόσεις και λατρευτικά) και θραύσματα από την ταραγμένη σύγχρονη πολιτική ιστορία της Ταϊλάνδης.

Του Δημητρη Mπουρα

Νύχτες στου Πασκάλ


Ουγγαρέζικη ταινία γυρισμένη από το σκηνοθέτη Χάμπολτς Χάιντου.

Η Mona είναι μία νεαρή μητέρα που επιστρέφει στην πατρίδα της για να διεκδικήσει την κηδεμονία της μικρής κόρης της. Τότε θα χρειαστεί να διηγηθεί την ιστορία της, ένα παραμύθι που ξεκινά από ένα ξέφρενο πανηγύρι στους δρόμους της Ουγγαρίας, περνά από μία μαγευτική παραλία και καταλήγει στη Γερμανία και την Αγγλία. Στον τελευταίο της σταθμό, στο Λονδίνο, η Mona οδηγείται από ένα παράνομο δίκτυο σωματεμπόρων σε ένα 'μυστικό' κέντρο διασκέδασης της υψηλής κοινωνίας. Το 'Βibliotheque Pascal' στα σκοτεινά δωμάτιά του κρύβει έναν πολυτελή οίκο ανοχής, όπου τα ακραία παιχνίδια διαστροφής είναι εμπνευσμένα από ήρωες της παγκόσμιας λογοτεχνίας. Από την Ιωάννα της Λωραίνης, έως τη Λολίτα και τη Δεισδαιμόνα, η Μόνα βρίσκεται παγιδευμένη σε έναν κόσμο όπου όλες οι φαντασιώσεις μπορούν να γίνουν πραγματικότητα με το κατάλληλο τίμημα.


Τουρνέ στο Παρίσι


του Ματιέ Αμαλρίκ
με τους Ματιέ Αμαλρίκ, Αν Μπενουά, Μιράντα Κολκλασούρ, Αλεξάντερ Κρέιβεν, Άντζελα Ντε Λορέντζο

 
Ο Ζοακίμ, ένας επιτυχημένος πρώην τηλεοπτικός παραγωγός στη Γαλλία, τον οποίο υποδύεται ο ίδιος ο Αμαλρίκ, αφήνει πίσω τη γυναίκα, τα δύο του παιδιά και τους φίλους του για μια νέα καριέρα στην Αμερική. Δε θα αργήσει να επιστρέψει αλλά δε θα είναι μόνος. Συνοδευόμενος από έναν ασυνήθιστο θίασο που τον αποτελούν χυμώδεις καλλιτέχνιδες, με φτερά, ψεύτικες βλεφαρίδες, φανταχτερά κοσμήματα και ….λιγοστά ρούχα, θα ξεκινήσει μια περιοδεία με τελικό προορισμό το Παρίσι. Το σέξι σόου τους με ευφάνταστα νούμερα χορού και τραγουδιού θα σημειώσει πρωτοφανή επιτυχία με ενθουσιώδη υποδοχή από γυναίκες και άνδρες. Όταν, όμως, το θέατρο όπου θα έκαναν την πρεμιέρα τους στο Παρίσι ακυρώνει την εμφάνιση τους, ο Ζοακίμ και τα κορίτσια του θα αναγκαστούν να ξυπνήσουν από το «όνειρο» τους. Ο Ζοακίμ πιστεύοντας ότι “το σόου πρέπει να συνεχίσει” και θέλοντας να τηρήσει την υπόσχεση του στα κορίτσια, σύντομα θα αναλάβει δράση…

Πέμπτη 16 Ιουνίου 2011

ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ - Γλώσσα και Λογοτεχνία

Πως είναι δυνατό η παράδοση να επηρεάσει τη γλώσσα ενός λαού; Η γλώσσα δεν παύει  να είναι ένας ζωντανός οργανισμός, επομένως δέχεται επιδράσεις από τις κοινωνικές ιδιαιτερότητες και το κοινωνικό στάτους γενικότερα. Στην Ελλάδα το βιώσαμε με την γλωσσική αντιπαράθεση ανάμεσα στη δημοτική και καθαρεύουσα, που σαφώς έκρυβε και τις κοινωνικοπολιτικές διαφοροποιήσεις των ανθρώπων. Ας παρακολουθήσουμε ένα άρθρο για μια παρόμοια κατάσταση σήμερα στις αραβικές χώρες.



Η ιδιαιτερότητα της αραβικής λογοτεχνίας

Πολύς ο λόγος για τις αραβικές εξεγέρσεις, και δικαίως. Μέσα από τις εξεγέρσεις αυτές, δεν αλλάζει μόνο ο αραβικός κόσμος, αλλά με τον έναν ή τον άλλον τρόπο ολόκληρος ο πλανήτης. Μια αλλαγή που ακόμα δεν ξέρουμε τι πρόσωπο θα πάρει στις χώρες αυτές, αλλά σίγουρα θα μεταβάλει εκ βάθρων όχι μόνο τις πολιτικοκοινωνικές και οικονομικές δομές, αλλά και την ίδια την κουλτούρα, τις στάσεις, τις νοοτροπίες, την τέχνη. Ελπίζοντας ότι θα διαψευσθούν όσοι εκφράζουν φόβους για μια επικείμενη ισλαμιστική στροφή τους και ποντάροντας στον εκδημοκρατισμό και την πολιτισμική τους αναγέννηση, ας αναφέρουμε κάτι μικρό αλλά μάλλον όχι ασήμαντο από τον κόσμο της λογοτεχνίας.
Σε μια στρογγυλή τράπεζα για τις σχέσεις μεταξύ Ελλάδας και Εγγύς Ανατολής διαμέσου της μετάφρασης, στο πλαίσιο της τρίτης συνάντησης Ελληνόφωνων μεταφρασεολόγων που διοργανώνει ανά διετία ο τομέας Μετάφρασης του Τμήματος Γαλλικής Γλώσσας και Φιλολογίας του ΑΠΘ και τείνει να γίνει θεσμός, η Πέρσα Κουμούτση, μια από τις λίγες, πολύ καλές μεταφράστριες που έχουμε από τα αραβικά, εξηγούσε πώς ορίζεται το εθνικό στις αραβικές λογοτεχνίες, εφόσον όλες χρησιμοποιούν την ίδια γλώσσα, την κλασική αραβική.
Ελεγε λοιπόν ότι η εθνική ιδιαιτερότητα περνά στους διαλόγους, ενώ η αφήγηση παραμένει στα κλασικά αραβικά - και είναι χαρακτηριστικό ότι οι Αραβες θεωρούν τα καθομιλούμενα αραβικά «διαλέκτους», που συνήθως δεν γράφονται. Διτυπία λοιπόν αντίστοιχη με της ελληνικής στο παρελθόν κι αντανακλαστικά ο νους πηγαίνει στα πρώτα βήματα της νεοελληνικής πεζογραφίας, όταν το είδος επέβαλε την καθαρεύουσα και η δημοτική παρεμβαλλόταν λάθρα σχεδόν στους διαλόγους, του Βιζυηνού ή του Παπαδιαμάντη για παράδειγμα - τεκμήριο αυθεντικότητας και εντοπιότητας, προανάκρουσμα της επικράτησης στο μέλλον της λαϊκής γλώσσας στη λογοτεχνία εν γένει.
Υπαρκτή βέβαια η αναλογία, αλλά εξίσου υπαρκτή και μεγαλύτερη η διαφορά. Στην προκειμένη περίπτωση μιλάμε για μια γλώσσα με εκατομμύρια ομιλητές και για μια λογοτεχνία γραμμένη σε όλα τα μήκη και τα πλάτη της αραβικής επικράτειας στη μία αυτή γλώσσα, έστω και με τοπικά/εθνικά/διαλεκτικά στοιχεία στους διαλόγους. Τι μπορεί λοιπόν να σημαίνει σε μια τέτοια κλίμακα αυτό που μας ανήγγειλε η Πέρσα Κουμούτση, ότι στην Αίγυπτο εκδόθηκε, εν μέσω μεγάλων αντιδράσεων, το πρώτο μυθιστόρημα γραμμένο εξ ολοκλήρου στη δημοτική;
Οσο κι αν οι εξελίξεις αυτές μάς φαίνονται οικείες, δεν μπορεί παρά να έχουν εντελώς διαφορετικές ερμηνείες στο πλαίσιο των αραβικών χώρων με τις εθνικές τους ιδιαιτερότητες. Από την άλλη, αυτή η νέα, λαϊκή λογοτεχνία, στον βαθμό που θα υπερνικήσει τα εμπόδια της μακραίωνης παράδοσης, που κάθε άλλο παρά μικρά θα είναι, δεν μπορεί παρά να σχετίζεται με τις βαθιές αλλαγές που συντελούνται σίγουρα εδώ και καιρό στις αραβικές χώρες και πρόσφατα έλαβαν τη μορφή της εξέγερσης. Οπως και να έχει, δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι ο αραβικός κόσμος είναι ένας κόσμος με πλούσια Ιστορία και παράδοση και η δυναμική του σε όλα τα επίπεδα, της λογοτεχνίας συμπεριλαμβανομένης, μπορεί σύντομα να μας εκπλήξει.
Της Τιτικας Δημητρουλια

Τετάρτη 15 Ιουνίου 2011

ΒΙΒΛΙΟ - Ευφράδεια στον βορρά (διήγημα)

Ένα κείμενο - διήγημα της Αγγέλας Καστρινάκη για ανθρώπους οι οποίοι θέλουν να παρασύρονται, αλλά ξέρουν και να αποτραβιούνται από αυτό που τους παρασύρει.Το αέναο παιχνίδι της λογικής και του συναισθήματος. Ο μαγικός κόσμος του ονείρου, αλλά και το εκτυφλωτικό φως της λογικής. Δύσκολο βέβαια, αλλά ίσως ο άνθρωπος της περιπέτειας πρέπει να είναι και ισορροπιστής. 
Aυτή, η αφηγήτρια, η Καίτη, ελληνίδα κάπου στο βορρά, στη Γερμανία. Αυτός, γερμανός, ο Ντίτερ, ένας συμπαθητικός μακρυκάνης. Κι ανάμεσά τους  μια γλυκιά περιπέτεια. Αλλά ανάμεσά τους και η γυναίκα του Ντίτερ. Ένα τρίγωνο, ένα ερωτικό τρίγωνο, σύμφωνα με την Ιψενική εκδοχή. Μόνο που μια πλευρά και μια γωνία πρέπει να εκλείψει. Και αυτή είναι η Καίτη.            Ας παρασυρθούμε λοιπόν........................



Του θύμισε να της μιλά λίγο πιο αργά για να τον καταλαβαίνει καλύτερα. «Ναι», είπε εκείνος και ξανάπιασε την ίδια φράση, επιβραδύνοντας την εκφορά. «Αυτή η λίμνη που βλέπεις γύρω απ' τον πύργο ήταν μια κανονική τάφρος. Τώρα έχουν ρίξει χώμα που συνδέει την είσοδο με τον έξω χώρο. Παλιά είχαν κινητή γέφυρα, ξύλινη, και τη σήκωναν σε περίπτωση ανάγκης».

Στη λιμνούλα, άλλοτε τάφρο, κολυμπούσαν τώρα πάπιες κι επέπλεαν υδρόβια φυτά. Ο πύργος με τα μικρά του παραθυράκια φωτιζόταν λοξά από το φως τού απομεσήμερου. Ήταν δροσερά κάτω απ' τα δέντρα. «Εκεί κάτω θα ψήνονται», σκέφτηκε η Καίτη και μακάρισε για άλλη μια φορά την τύχη της να βρίσκεται στο Βορρά Ιούλιο μήνα.

Έσκυψαν ξανά στο βιβλίο και διάβασαν μερικούς στίχους. Είχε άγνωστες λέξεις κι αυτός της εξηγούσε υπομονετικά, με τεράστιες παρεκβάσεις. Τα γόνατά του εξείχαν καμιά εικοσαριά πόντους πιο έξω απ' τα δικά της: τόσο το υπολόγισε, έτσι όπως καθόταν δίπλα του στο παγκάκι, και ήταν τόσο λεπτά τα πόδια του ώστε διακρινόταν το κόκαλο μέσα από το παντελόνι.

«Πάμε να περπατήσουμε;» της πρότεινε. Από τον πύργο είχαν αρχίσει να βγαίνουν κι οι άλλοι για βόλτα στο γύρω δασάκι. Μπήκαν στο αυτοκίνητό του. «Θα σε πάω σε μια αληθινή λίμνη» τής είπε.

Μόλις έξω απ' το χωριό, άρχιζαν δάση με ομοιόμορφα δέντρα πάνω σε ομαλά λοφάκια, που εναλλάσσονταν με πράσινα χωράφια. Σε όλο το μήκος του δρόμου υπήρχε ένα χαμηλό δίχτυ, καμιά εικοσαριά πόντους, «για τα βατράχια και τα άλλα μικρά ζώα», όπως της εξήγησε. Περπάτησαν σε ένα μονοπάτι ­ η ξύλινη πινακίδα στην αρχή τούς πληροφορούσε για όλες τις δυνατές κατευθύνσεις και τα χιλιόμετρα ­ κι έφτασαν στη λίμνη. Τα σκούρα μπλε μάτια του την κοιτούσαν διερευνητικά. Αν ήταν πολύ διεισδυτικά ή απλώς ασυνήθιστα, δεν μπορούσε να το πει με σιγουριά.

Αλλά δεν είχε τόση σημασία.

Ήταν ωραίο και αναπάντεχο που περπατούσε με ένα λεπτό γίγαντα γύρω σε μια λίμνη του Βορρά, κάτω από ψηλόλιγνα δέντρα. «Πώς τα λέτε;» τον ρώτησε, αλλά αμέσως ξέχασε τη λέξη. Κάθισαν σε ένα παγκάκι.


Της το είπε με έναν τρόπο περίεργο. Δεν ήταν η κλασική δήλωση, όπως τη μαθαίνει κανείς στα βιβλία, όπως ακούγεται στα τραγούδια, όπως την ξέρει ακόμα και όποιος δεν γνωρίζει τίποτε άλλο σε αυτή τη γλώσσα. Ήταν μια άλλη διατύπωση, ίσως μια πιο σπάνια παραλλαγή, μπορεί και μια δική του εφεύρεση, μια προσωπική φράση. Να ήταν κάτι παραπάνω άραγε ή κάτι λιγότερο; «Μου είσαι τόσο αγαπητή», μετέφρασε στον νου της. Όχι, αυτό δεν σήμαινε τίποτα. Κάτι άλλο υπήρχε σ' αυτή τη φράση, κάτι πιο ενδιαφέρον, που δεν αποδίδεται με ακρίβεια, και που δεν θα το μάθαινε, τουλάχιστον τώρα. Είχε ρίξει λοξά το κεφάλι και την κοιτούσε στα μάτια, το χέρι του άγγιζε θερμά το δικό της.

Χαμογελώντας του επανέλαβε τη φράση, προσθέτοντας στο τέλος «επίσης». Το λευκό του πρόσωπο φωτίστηκε κι έγινε ακόμα λευκότερο. Του ξαναείπε τη φράση, τοποθετώντας τώρα το «επίσης» σε άλλο σημείο. Έτσι ακουγόταν σωστότερα. Αυτός έσκυψε και τη φίλησε στην άκρη των χειλιών. Απορώντας, γύρισαν κι οι δύο να κοιτάξουν τη λίμνη που άστραφτε.

«Αλήθεια;».

«Αλήθεια!», είπε εκείνη. «Γιατί γελάς;».

«Η προφορά σου είναι θαύμα. Κάνε μου τη χάρη και ξαναπές το!».

Το ξαναείπε, προσπαθώντας να μιμηθεί τον δικό του τόνο. Πιασμένοι απ' το χέρι έκαναν τον γύρο της μικρής λίμνης. Το να φιληθούν ήταν κάπως περίπλοκο, γιατί εκείνος έπρεπε να σκύψει αρκετά, κι η ίδια να σηκωθεί στις μύτες. Είχε πολύ γούστο.

«Πάμε να φάμε κάπου οι δυο μας;».

Τον κοίταξε παραξενεμένη.

«Θα της τηλεφωνήσω να της πω ότι θα αργήσω».

Πήγαν σε ένα αγροτικό πανδοχείο με καμιά δεκαριά ξύλινους πάγκους κάτω απ' τα δέντρα. Ήπιε μια μπίρα σε πελώριο ποτήρι κι έφαγε, με μεγάλη περιέργεια, έναν κιμά σχεδόν ωμό ή μπορεί και ολότελα ωμό. Οι συμπατριώτες του γύρω θορυβούσαν, όπως θα έκαναν και οι δικοί της, αλλά αυτοί θορυβούσαν ακατάληπτα κι ήταν σαν πυρόξανθα τελώνια του παραμυθιού. Όλα ήταν πράγματι παράξενα, κι ιδιαίτερα ο Ντίτερ που της κρατούσε το χέρι όσο δεν ασχολιόταν με την πίπα του.

Όταν σηκώθηκαν, είχε βγει το φεγγάρι κι ο τόπος μύριζε φρεσκοκομμένο χόρτο. Παραπέρα υπήρχε στάβλος με αγελάδες.

Τις επόμενες μέρες το έσκαγαν συχνά από τον πύργο, όταν τέλειωναν τη δουλειά, και κάναν βόλτες στις γύρω εξοχές. Της άρεσε το μικρό του αυτοκίνητο, όπου με δυσκολία βόλευε τα μακριά του πόδια, και ο τρόπος που οδηγούσε. Κάτι διαφορετικό υπήρχε στις κινήσεις του, που απολάμβανε να το κοιτάει, της φαινόταν ­ και έτσι το ονόμαζε ­ «μια καλλιτεχνική ποιότητα». Έμαθε κι αυτή να φοράει πάντα τη ζώνη της.

Επισκέπτονταν μικρές μεσαιωνικές πόλεις κι έπιναν καφέ στα κάστρα. Τα χέρια τους, ακουμπισμένα δίπλα δίπλα, στα τραπέζια όπου έτρωγαν, είχαν τέτοια διαφορά χρώματος, σαν να ανήκαν σε άλλη φυλή. Εκείνος «λάτρευε το χρώμα της» και μεμψιμοιρούσε που δεν τον είχε δει ποτέ ο ήλιος της Μεσογείου.


Η Καίτη πήρε φόρα κι άρχισε να μιλά τη γλώσσα του, να κατασκευάζει έννοιες συνδυάζοντας δύο λέξεις μαζί κι έπειτα να ρωτάει «ήταν σωστό;», ενώ αυτός πάντα απαντούσε «ακριβώς». Δεν τον πίστευε, αλλά ενθουσιαζόταν με τη φλυαρία της. Ούτε στη γλώσσα της δεν μιλούσε τόσο. Για την ακρίβεια, στη γλώσσα της ειδικά δεν μιλούσε τόσο. Εκεί ζύγιζε με ζυγαριά ακριβείας τις λέξεις και διύλιζε προσεκτικά κάθε νόημα. Εδώ απολάμβανε μια χαρούμενη αυθαιρεσία. Είχε δικαίωμα να λέει οτιδήποτε. Κανένας ­ ούτε ο εαυτός της ­ δεν την έλεγχε αν ανταποκρίνεται ακριβώς στη σκέψη της ή στο αίσθημα. (Τι ένιωθε άλλωστε; Το ήξερε;). Οι λέξεις δεν είχαν πολύ βάρος κι έτσι έφευγαν γρήγορα απ' το στόμα της. Ο φόβος να μη λέει ανοησίες δεν υπήρχε. Τώρα ό,τι και να 'λεγε ήταν χαριτωμένο· ο Ντίτερ διαρκώς γελούσε. Οι κοινοτοπίες επιτρέπονταν. Πώς να μη λέει κανείς κοινοτοπίες, όταν βασική μέριμνά του είναι απλώς να εκφράζεται, να βάζει το ρήμα στη σωστή του θέση, να πετυχαίνει το γένος των ονομάτων και τη σωστή πτώση. Κι αφού αυτή έλεγε κοινοτοπίες· μπορούσε να λέει κι ο άλλος, δεν χρειαζόταν να είναι πάντα πολύ σοφός. Ποιος ξέρει άλλωστε αν ήταν ή αν δεν ήταν, αν ήταν βαθύνους ή λιγάκι απλοϊκός, αν ήταν πράγματι φορέας της βαθιάς κουλτούρας του τόπου του (μα πρέπει να ήταν!) ή διέθετε μόνο μια επαρκή μέση παιδεία. Ήταν ένας συμπαθητικός μακρυκάνης κι έλεγε πολύ τρυφερά στο αυτί της την ακατάληπτη φράση του. Α, ναι, αυτή η φράση ήταν η πιο ωραία εκδοχή της μεγάλης κοινοτοπίας. Η Καίτη είχε αρχίσει να βεβαιώνεται ως προς αυτό. Άλλωστε την επαναλάμβανε σαν ηχώ του, κι αυτό ήταν το πιο ωραίο. Του το είπε μια φορά:

«Σε όλη μου τη ζωή δεν το έχω πει τόσες φορές, όσο τις λίγες μέρες εδώ».

«Κι εγώ το ίδιο», είπε εκείνος.

Τόσες φορές: αυτό ήταν ήδη μια ανακρίβεια. Γιατί ήταν κάτι που συστηματικά απέφευγε στη γλώσσα της ή το έλεγε διστακτικά και πιέζοντας τον εαυτό της, ενώ εδώ έβγαινε αυθόρμητα, με μια πρωτόγνωρη εντυπωσιακή άνεση. Σαν να 'ταν γεννημένη με μια παραλλαγή της φράσης «σ' αγαπώ» στα χείλη. Ήταν τόσο ευχάριστο το αίσθημα, ώστε κάποτε ονειρευόταν ­ το έβλεπε στον ύπνο της, πράγματι ­ να μην ξανακατέβει κάτω στην πατρίδα και στη γλώσσα της· εδώ πάνω ήταν πολύ ωραία, πολύ ευχάριστα, πολύ ελεύθερα.

Το βράδυ καθυστερούσαν αρκετές φορές τον αποχαιρετισμό μέσα στο αυτοκίνητό του. Της άρεσε να ψηλαφεί τις αρθρώσεις του, να φέρνει γύρω τους τονισμένους κόμπους του σώματός του. Το φεγγάρι εν τω μεταξύ διένυε σεβαστή απόσταση πίσω απ' τα φυλλώματα.

Μια νύχτα βρέθηκαν κάτω από τα φουσκωτά παπλώματα ενός πανδοχείου. Αυτός γελούσε όλη την ώρα καλόκαρδα. Κι η Καίτη αναρωτιόταν αν η παιδική του διάθεση είχε να κάνει με το πελώριο οστεώδες σώμα του, που δεν ήταν εύκολο ίσως να το κατευθύνει, ή ήταν κανένα ιδιαίτερο χαρακτηριστικό των τελωνίων του Βορρά. Μια στιγμή σκέφτηκε και τη θρησκεία, στις ασυνείδητες επιρροές της, γιατί ­ από όσο είχε εννοήσει με τα λόγια ­ ήταν κι εκείνος στα θρησκευτικά εξίσου αδιάφορος. Πάντως η ωραία ακατάληπτη φράση ακουγόταν με γλυκιά συχνότητα και κυρίως λεγόταν απ' την ίδια. Α ναι, το καλύτερο ήταν που μπορούσε επιτέλους να μιλάει. Ο γλωσσοδέτης είχε ως εκ θαύματος λυθεί.

«Λέω να μείνω εδώ», του είπε κάποτε χαμογελώντας.

Εκείνος το σκέφτηκε παραπάνω από όσο όφειλε:

«Ή να κατέβω εγώ στα μέρη σου», είπε.

Αυτή η εκδοχή δεν της ήταν, πάντως, το ίδιο ευχάριστη.


Μια μέρα την πλησίασε με ύφος παράξενο:

«Η γυναίκα μου θέλει να σε γνωρίσει», είπε.

Η Καίτη έμεινε να κοιτάζει το βιβλίο που εκείνη τη στιγμή κρατούσε στα χέρια της.

«Κι εγώ το σκεφτόμουν», είπε τέλος.

Έκλεισαν λοιπόν μέσω του Ντίτερ ραντεβού σε ένα ζαχαροπλαστείο στην πλατεία της γειτονικής πόλης.

«Πες της πως θα φοράω ριγέ μπλούζα».

Η κυρία που την πλησίασε φαινόταν να κρατά την αυτοκυριαρχία της περισσότερο από την Καίτη, που αισθανόταν να έχει γίνει κατακόκκινη.

«Είκοσι μέρες τώρα είναι εξαφανισμένος», είπε. «Σκέφτηκα να γνωρίσω αυτήν που τόσο τον απασχολεί».

Μιλούσε αργά και καθαρά, όχι υπερβολικά αργά, σαν να απευθύνεται σε ξένη, αλλά με μια ταχύτητα που έμοιαζε να είναι η φυσική της. Ο τόνος της ήταν ίδιος με του Ντίτερ· τα σύμφωνα έβγαιναν λεία απ' το στόμα της απαλύνοντας κάθε τραχύτητα της γλώσσας.

«Σε μια βδομάδα φεύγω», έκανε αμήχανα η Καίτη.

Η άλλη χαμογέλασε, κι η Καίτη βαθύτατα απόρησε τι γύρευε αλήθεια ο Ντίτερ μαζί της τρεις βδομάδες. Όλα όσα είχαν ζήσει τής φάνηκαν αιφνιδίως μη πραγματικά, σαν να είχαν συμβεί μέσα σε όνειρο. Δεν θυμόταν τίποτα από όσα είχαν ειπωθεί ανάμεσά τους κι όλες οι βόλτες τα απομεσήμερα και τα βράδια ήταν σαν να είχαν συμβεί σε άλλο πρόσωπο.

«Πες μου, τον θέλεις αληθινά;», ρώτησε η γυναίκα του Ντίτερ και η φωνή της ελαφρώς έσπασε.

Η Καίτη συγκρατήθηκε για να μη φωνάξει «όχι». Ξαφνικά άλλωστε και το «όχι» στην ξένη γλώσσα τής φάνηκε εξίσου ψεύτικο με το «ναι». Ήθελε να της πιάσει το χέρι και να της πει χαμηλόφωνα στα ελληνικά «μην ανησυχείς», αλλά αντί γι' αυτό κοιτούσε τον καφέ που της είχαν φέρει άφωνη. Ωστόσο έπρεπε να μιλήσει το συντομότερο:

«Ήταν ευχάριστο», είπε, «αλλά εδώ τελειώνει. Έχει τελειώσει κιόλας».

Άκουγε τη φωνή της και παράλληλα αναρωτιόταν σαν πόσα λάθη να έκανε άραγε σε αυτές τις λίγες φράσεις. Τίποτα δεν ακουγόταν στη σωστή του θέση. Η άλλη ωστόσο φαινόταν κάπως ανακουφισμένη.

«Άραγε να σκέφτεται κι εκείνος το ίδιο;» είπε σαν μιλώντας στον εαυτό της.

«Μου φαίνεται, ναι», έκανε η Καίτη κουνώντας καταφατικά το κεφάλι.

Η γυναίκα του Ντίτερ βάλθηκε να μιλάει για τη ζωή τους, για τη δουλειά της και για ένα ταξίδι που είχαν προγραμματίσει και που δεν ήξερε, τώρα, αν θα πραγματοποιούνταν. Είχε πάντα τον ίδιο ήρεμο τόνο και την ελαφριά επιβράδυνση, που η Καίτη την εκλάμβανε σαν τρυφερή χειρονομία προς εκείνη. Μίλησε κι η ίδια για τη χώρα της και πόσο της άρεσε εδώ, στον δροσερό και πράσινο τόπο, με τα περιποιημένα χωριά και τις καλοχτισμένες πόλεις, όπου προστατεύεται το περιβάλλον και υπάρχει μέριμνα ακόμα και για τα βατράχια των αγρών.

«Δεν είναι πάντα έτσι», παρατήρησε η γυναίκα του Ντίτερ.

«Ναι», είπε η Καίτη, «πράγματι, κι εγώ άλλωστε δεν μπορώ να φανταστώ τον εαυτό μου μακριά απ' την Ελλάδα».

Έδωσαν τα χέρια.

«Μιλάς καλά γερμανικά. Μπράβο!».

Η Καίτη δαγκώθηκε και παρέμεινε πάλι βουβή στη φιλοφρόνηση.

Ο Ντίτερ ξαφνιάστηκε αρχικά με την αλλαγή της, αλλά δεν δυσκολεύτηκε να την καταλάβει. Του την εξήγησε κιόλας, μιλώντας σχεδόν με ευφράδεια. Κι εκείνος, είπε, είχε συλλάβει τον εαυτό του να γοητεύεται από την ίδια την επιθυμία του να της μάθει τη γλώσσα, και να θέλγεται ιδιαίτερα από τα λάθη της και από την τραγουδιστή προφορά της, όπως απ' το σκούρο δέρμα της. Η Καίτη πολύ τον εκτίμησε. Γιατί εκτός που ήξερε να παρασύρεται, ήξερε και να βλέπει τον εαυτό του από απόσταση. Τον αποχαιρέτησε συγκινημένη. Ανακάλυπτε τώρα την πιο σημαντική τους ομοιότητα.

ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ - Πρόγραμμα Φεστιβάλ Φιλίππων-Θάσου

 
Το Φεστιβάλ είναι αφιερωμένο φέτος στη μουσική του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη. Στα τραγούδια του θεού, στα κείμενά του.

Όπως αναφέρεται στο πρόγραμμα του Φεστιβάλ, που διοργανώνουν ο δήμος Καβάλας σε συνεργασία με το δήμο Θάσου “τα επτά σημεία, οι επτά τόποι του Φεστιβάλ θα υποδεχτούν, σύνθετες, μουσικούς, τραγουδιστές, τραγουδοποιούς, ηθοποιούς. Όλοι θα κρατούν στην αγκαλιά τους ένα μπουκέτο, ένα κείμενο από τον κήπο του Παπαδιαμάντη. Κάθε δημιουργός, μαζί με το προσωπικό του έργο, θα φέρει, θα παρουσιάσει στη γιορτή και το δώρο του. Με τον τρόπο που αγαπά. Θα το ξεδιπλώσει, θα το απλώσει, θα μας το δώσει. Θα γιορτάσουμε, μαζί με την υπόλοιπη Ελλάδα, τα 100 χρόνια από τον θάνατο του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη.
Το Φεστιβάλ θα απλωθεί στο Αρχαίο Θέατρο Φιλίππων, στο Απεντομωτήριο (στον προαύλιο χώρο), στο Κάστρο, στην Παλιά Μουσική, κάτω από τον Φάρο, στο Λιμάνι, στο θεατράκι του Μωχάμετ Άλη. Αλλά και σε ναούς, ταβέρνες και καΐκια, εκεί όπου άγιασε ο Παπαδιαμάντης.
Στο φέρι της γραμμής «ΚΑΒΑΛΑ –ΠΡΙΝΟΣ»
Στη Θάσο – μιας και το φετινό Φεστιβάλ ξαναγίνεται Φιλίππων – Θάσου”.


Έναρξη με τον Σταύρο Ξαρχάκο
Η έναρξη του Φεστιβάλ θα γίνει στις 2 Ιουλίου, στο Αρχαίο Θέατρο Φιλίππων με τη μεγάλη συναυλία του Σταύρου Ξαρχάκου. Ένα πρόγραμμα με έργα Χατζιδάκη,Θεοδωράκη, Ξαρχάκου. Και ερμηνευτές τον Γιάννη Χαρούλη και τη Νατάσσα Μποφίλιου. Ο ίδιος ο συνθέτης θα μελοποιήσει και θα παρουσιάσει ένα κείμενο του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη, αποκλειστικά για το Φεστιβάλ.

Στο Αρχαίο Θέατρο Φιλίππων οι τρεις παραστάσεις του Εθνικού Θεάτρου:
«Σκηνοβάτες» (29 & 30 Ιουλίου), σε σκηνοθεσία Σταμάτη Φασουλή
«Ηρακλής Μαινόμενος» του Ευριπίδη (12 & 13 Αυγούστου) σε σκηνοθεσία Μιχαήλ Μαρμαρινού
«Παραμύθι χωρίς όνομα» της Πηνελόπης Δέλτα (22 Αυγούστου), από την Παιδική Σκηνή, σε σκηνοθεσία Τάκη Τζαμαργιά.

Το Κ.Θ.Β.Ε. με τη θερινή του παραγωγή – αφιέρωμα στα πενήντα χρόνια της ιστορίας του – μιας ιστορίας η οποία σχετίζεται άμεσα με την ιστορία του Φεστιβάλ Φιλίππων. «Μικρά Διονύσια» σε σύνθεση κειμένων Κώστα Γεωργουσόπουλου και σκηνοθεσία Γιάννη Ρήγα & Γρηγόρη Καραντινάκη (21, 22 Ιουλίου).


Επίσης, στους Φιλίππους:
«Υπηρέτης δύο Αφεντάδων» του Κάρλο Γκολντόνι (16 & 17 Ιουλίου), με τον Βασίλη Χαραλαμπόπουλο σε σκηνοθεσία Γιάννη Κακλέα από το ΔΗΠΕΘΕ Κρήτης
«Οθέλλος» του Ουίλλιαμ Σαίξπηρ (24 & 25 Ιουλίου) με τον Γιώργο Κιμούλη και τον Κωνσταντίνο Μαρκουλάκη σε συνεργασία με την Culture Factory
«Ειρήνη» του Αριστοφάνη (5 & 6 Αυγούστου) με τον Πέτρο Φιλιππίδη από τη Θεατρική Διαδρομή
«Άμλετ» του Σαίξπηρ (9 Ιουλίου) με τον Αιμίλιο Χειλάκη σε σκηνοθεσία Θέμη Μουμουλίδη από την 5η εποχή


Λήξη του Φεστιβάλ
Συναυλία Μαρία Φαραντούρη – Αλκίνοος Ιωαννίδης στις 20 Αυγούστου. Αποκλειστικά για την συγκεκριμένη παράσταση ο Αλκίνοος Ιωαννίδης θα μελοποιήσει από το ΙΖ κεφάλαιο έως το φινάλε, τη «Φόνισσα», που θα αποδώσει η Μαρία Φαραντούρη.


Στην πόλη της Καβάλας
στο Κάστρο…
«Αλαφροΐσκιωτοι»: Η Δραματική Σχολή του Εθνικού Θεάτρου θα παρουσιάσει το διήγημα του Παπαδιαμάντη «Αλαφροΐσκιωτοι» σε σκηνοθεσία της καθηγήτριάς τους, Μαριτίνας Πάσσαρη. Παραγωγή – Παραγγελία Φεστιβάλ Φιλίππων (20 & 21 Ιουλίου)

κάτω από τον Φάρο, μέσα στη θάλασσα…
«Όνειρο στο κύμα» του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη: Η Λυδία Φωτοπούλου με την Λίλα και τον Δημήτρη Σωτηρίου και δύο χορευτές θα παρουσιάσουν το «Όνειρο στο κύμα».
Παραγωγή – Παραγγελία Φεστιβάλ Φιλίππων (10 Αυγούστου)

στο Απεντομωτήριο… (στον προαύλιο χώρο)
«Ο Αμερικάνος» του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη. Ο Θανάσης Σαράντος θα παρουσιάσει το έργο «Ο Αμερικάνος», στο Απεντομωτήριο (27 Ιουλίου)
«Θαλασσινοί Έρωτες» του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη.
Σκηνοθεσία Μίρκα Γεμεντζάκη (17 Αυγούστου)

στο Κάστρο…
Δήμητρα Γαλάνη & Vassilikos – Συναυλία (18 Ιουλίου)

στις φυλακές του Κάστρου…
Η μουσική ομάδα ήχων της Καβάλας Αθύρ παρουσιάζει την παράστασή της στις φυλακές του Κάστρου
στο φέρι Καβάλα – Θάσος…
Οι ηθοποιοί Νένα Μεντή, Ελένη Κοκκίδου, Μάκης Παπαδημητρίου, Δημήτρης Λιγνάδης, Σοφία Φιλιππίδου και Νίκος Κουρής διαβάζουν κείμενα του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη για τη Θάλασσα. Τα βάσανα, τους έρωτες, τους καημούς της. Στο φέρι μπόουτ της γραμμής ΚΑΒΑΛΑ – ΘΑΣΟΣ, που θα ναυλωθεί και θα διασκευαστεί ειδικά για την περίσταση (31 Ιουλίου ή 1 Αυγούστου)
σε ναούς *, ταβέρνες ** …
Οι ηθοποιοί Μηνάς Χατζησάββας, Καρυοφυλλιά Καραμπέτη, Νίκος Καραθάνος, Γιώργος Γάλλος διαβάζουν κείμενα του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη σε προαύλια ναών και σε ταβέρνες. (14 Αυγούστου)
(* Αγ. Ιωάννης, Παναγία, Προφήτης Ηλίας)
(** οι χώροι των παραστάσεων θα ανακοινωθούν σύντομα)
Συναυλία του μουσικού σχήματος «Εν Χορδαίς». Ένα ταξίδι στον μουσικό κόσμο του Παπαδιαμάντη, μέσα από τραγούδια και μουσικές εμπνευσμένες από το έργο του, καθώς και νέες συνθέσεις μελών του, που εμπνέονται από αυτό. Θεατράκι Μωχάμετ Άλη (8 Αυγούστου)
στο λιμάνι της πόλης, πλάι στους Αιγύπτιους ψαράδες…
Μουσικοί από την Καβάλα – και μαθητές (όπως και στο περυσινό αφιέρωμα για τονΓιώργο Χειμωνά) θα διαβάσουν κείμενα και θα τραγουδήσουν πάνω στα σταθμευμένα καΐκια στο λιμάνι της πόλης, πλάι στους Αιγύπτιους ψαράδες.
Η ερασιτεχνική θεατρική ομάδα X-οδός της Καβάλας θα παρουσιάσει μια παράσταση βασισμένη σε διηγήματα του Παπαδιαμάντη.
Οι αδελφοί Πέτρος και Γρηγόρης Παπαεμμανουήλ και η Βυζαντινή Χορωδία «Δομέστικοι της Δράμας» θα παρουσιάσουν τον «Βυζαντινό Παπαδιαμάντη». Παλιά Μουσική (11 Ιουλίου)
στην Παλιά Μουσική…
«Έρμη στα ξένα». Ο Βασίλης Παπαβασιλείου διαβάζει το διήγημα του Α. Π. «Έρμη στα ξένα».
«Υπό την βασιλικήν δρύν». Ο Χρήστος Χατζηπαναγιώτης διαβάζει το διήγημα του Α. Π. «Υπό την βασιλικήν δρύν»
* η ημερομηνία θα ανακοινωθεί σύντομα
Μάνος Ελευθερίου
Ηλίας Παπαδημητρακόπουλος
Βασίλης Βασιλικός

Ειδικά για το Φεστιβάλ…
Όπως τα προηγούμενα δύο χρόνια, ο Μάνος Ελευθερίου και ο Ηλίας Παπαδημητρακόπουλος γράφουν και παρουσιάζουν κείμενα, ειδικά για το Φεστιβάλ. Εφέτος, γράφει και παρουσιάζει το κείμενο του «Η Θάσος του Παπαδιαμάντη» ο Βασίλης Βασιλικός.
Το Φεστιβάλ ξαναγίνεται «Φιλίππων-Θάσου»
Παλιά Μουσική (6 Ιουλίου)
Η Πειραματική Σκηνή του ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. Καβάλας θα παρουσιάσει μια δική του παραγωγή – αφιέρωμα στον Παπαδιαμάντη.
Κάστρο (4 & 5 Αυγούστου)
* Ενδεχομένως να υπάρξουν μικρές αλλαγές σε ημερομηνίες ή σε χώρους παραστάσεων.

ΑΡΧΑΙΟ ΘΕΑΤΡΟ ΘΑΣΟΥ
«Άμλετ» του Ουίλλιαμ Σαίξπηρ (16 Ιουλίου) με τον Αιμίλιο Χειλάκη σε σκηνοθεσία Θέμη Μουμουλίδη (5η εποχή)
«Υπηρέτης δύο Αφεντάδων» του Κάρλο Γκολντόνι (23 Ιουλίου), με τον Βασίλη Χαραλαμπόπουλο σε σκηνοθεσία Γιάννη Κακλέα (ΔΗΠΕΘΕ Κρήτης)
«Το μόνον της ζωής του ταξείδιον» του Γεωργίου Βιζυηνού (27 Ιουλίου) σε θεατρική διασκευή και σκηνοθεσία Δήμου Αβδελιώδη
«Σκηνοβάτες» (3 Αυγούστου) σε σκηνοθεσία Σταμάτη Φασουλή (Εθνικό Θέατρο)
«Ειρήνη» του Αριστοφάνη (7 Αυγούστου) με τον Πέτρο Φιλιππίδη (Θεατρική Διαδρομή)
«Το γάλα» (10 Αυγούστου) του Βασίλη Κατσικονούρη, σε σκηνοθεσία Άννας Βαγενά (Θέατρο “Μεταξουργείο”)
«Ηρακλής Μαινόμενος» του Ευριπίδη (17 Αυγούστου) σε σκηνοθεσία Μιχαήλ Μαρμαρινού (Εθνικό Θέατρο)
«Παραμύθι χωρίς όνομα» της Πηνελόπης Δέλτα (22 Αυγούστου) σε σκηνοθεσία Τάκη Τζαμαργιά (Παιδική Σκηνή Εθνικού Θεάτρου)

ΘΕΟΛΟΓΟΣ ΘΑΣΟΥ
«Αλαφροΐσκιωτοι». Η Δραματική Σχολή του Εθνικού Θεάτρου θα παρουσιάσει το διήγημα του Παπαδιαμάντη «Αλαφροΐσκιωτοι» σε σκηνοθεσία της καθηγήτριάς τους, Μαριτίνας Πάσσαρη
* η ημερομηνία θα ανακοινωθεί σύντομα


ΣΥΝΑΥΛΙΕΣ
Δήμητρα Γαλάνη – Vassilikos (20 Ιουλίου)
Χειμερινοί Κολυμβητές – Αργύρης Μπακιρτζής (30 Ιουλίου)
(Ο Μιχάλης Σιγανίδης Θα παρουσιάσει ειδικά για το Φεστιβάλ μια σύνθεση του για τον Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη)

Τρίτη 14 Ιουνίου 2011

ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ - Ντέιμιεν Χερστ

Το βιβλίο Ο ΧΑΡΤΗΣ ΚΑΙ Η ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑ του Μισέλ Ουελμπέκ αρχίζει με μια περιγραφή ενός ζωγραφικού πίνακα του πρωταγωνιστή-καλλιτέχνη στον οποίο παριστάνει τον Ντέιμεν Χερστ με τον Τζεφ Κουνς: "Τον Χερστ, κατά βάθος, ήταν εύκολο να τον πιάσει: μπορούσε να τον κάνει βάναυσο, κυνικό του τύπου έχω τόσα λεφτά που σας χέζω όλους. Μπορούσε να τον κάνει επαναστατημένο καλλιτέχνη (ωστόσο πλούσιο) που εργάζεται στοιχειωδώς με θέμα τον θάνατο. Τέλος πάντων το πρόσωπό του είχε κάτι αιματώδες και βαρύ, τυπικά εγγλέζικο, που τον έκανε να μοιάζει με οπαδό της Άρσεναλ. Με δυο λόγια είχε διάφορες όψεις που όμως μπορούσαν να συνδυαστούν σε ένα συνεκτικό, αντιπροσωπευτικό πορτρέτο ενός Βρετανού καλλιτέχνη της γενιάς του". Αυτά σχετικά με τη μυθοπλαστική προσέγγιση του Χερστ.


Ο Ντέιμιεν Χερστ είναι βρετανός καλλιτέχνης (γενν.1965), ο πιο γνωστός εκπρόσωπος της ομάδας σύγχρονης τέχνης "Νέοι Βρετανοί Καλλιτέχνες". Το θέμα που κυριαρχεί στη δουλειά του Χερστ είναι ο θάνατος και γενικά η αισθητική του θανάτου. Στην πιο γνωστή σειρά των έργων του Φυσική Ιστορία, πτώματα ζώων διατηρούνται, μερικές φορές τεμαχισμένα στα δύο, σε δεξαμενές με φορμαλδεϋδη. 



Το 1994 ο Χερστ διοργάνωσε μια έκθεση νέων καλλιτεχνών στη γκαλερί Σέρπανταϊν του Λονδίνου.  η οποία σημείωσε τεράστια επιτυχία και απογείωσε τη φήμη του. Στην έκθεση ο Χερστ συμμετείχε με δύο έργα, το ένα από τα οποία με τίτλο the physical impossibility of death in the mind of someone living (=Το φυσικό αδύνατο του θανάτου στο μυαλό κάποιου που ζει) αποτελούνταν από μια γυάλινη δεξαμενή η οποία περιείχε έναν τεράστιο καρχαρία 4 μέτρων διατηρημένο σε φορμαλδεϋδη.




 Σε έκθεση στην γκαλερί Τέιτ το 1995 παρουσίασε μερικά από τα πιο κλασσικά έργα του, με βασικό θέμα τη φθορά και την αποσύνθεση, συμπεριλαμβανομένου του Mother and child divided, το οποίο αποτελούνταν από τέσσερις δεξαμενές από γυαλί και ατσάλι οι οποίες περιείχαν τεμαχισμένα κομμάτια αγελάδας διατηρημένα στη φορμόλη.




Στο Μακεδονικό Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης, στη Θεσσαλονίκη, παρουσιάζεται ώς τα τέλη Ιουλίου η ενότητα των έργων του Ντέιμιαν Χερστ  με τίτλο «Νew Religion», σε επιμέλεια της Αρτέμιδος Ποταμιάνου. Περιλαμβάνει κυρίως μεταξοτυπίες, ένα γλυπτό και μία εγκατάσταση με φωτογραφίες. Στα περισσότερα έργα της έκθεσης, ονόματα Αποστόλων και κεφάλαια της Βίβλου εικονογραφούνται με χάπια και μπουκαλάκια για φαρμακευτικά σκευάσματα. Το μόνο που απουσιάζει είναι τα νεκρά ζώα στη φορμόλη.



 
– Πώς αποφασίσατε να κάνετε μια έκθεση με θέματα θρησκευτικά;
– Η επιστήμη είναι η νέα θρησκεία. Σε αυτήν καταφεύγουν συχνά οι σημερινοί άνθρωποι για να βρουν ανακούφιση από τον σωματικό ή υπαρξιακό πόνο, για να εξασφαλίσουν καλύτερη υγεία, παντοτινή νεότητα, να ζητήσουν προστασία, να νιώσουν –έστω και ως ψευδαίσθηση που διαρκεί όσο η επήρεια ενός χαπιού– δυνατοί. Η θρησκεία, η επιστήμη, η τέχνη και ο έρωτας είναι με τον τρόπο τους ένα φωτεινό μονοπάτι, που υποτίθεται ότι μας καθοδηγεί μέσα στα σκοτάδια της ύπαρξης. Στην εποχή μας, η επιστήμη φαίνεται σχεδόν να υπερνικάει τα υπόλοιπα.
– Τα χάπια αποπνέουν την αίσθηση της ψυχρότητας που νιώθουμε να μας διαπερνά σε ένα νοσοκομείο. Η θρησκεία, αντιθέτως, συνδέεται με το συναίσθημα, με τη θέρμη. Δεν βρίσκονται σε αντιπαράθεση;
– Ηθελα ακριβώς να δείξω ότι δεν είναι τόσο ξένες οι έννοιες της θρησκείας και της επιστήμης, να διερευνήσω τα μεταξύ τους σύνορα, που φέρνουν πιο κοντά το ψυχρό και το κλινικό με το συναίσθημα και την πίστη. Εικόνες χαπιών αντί Αποστόλων, σκευάσματα με μεταφυσικές προεκτάσεις. Ολα πια είναι μπλεγμένα στις ημέρες μας.
– Πολλοί από τους επισκέπτες της έκθεσης μάλλον περιμένουν να δουν ζώα μέσα σε φορμόλη. Αντ’ αυτού είναι σαν να έχουν πάει σε συνέδριο φαρμακευτικών ειδών. Λέτε να απογοητευτούν;
– Η λογική της έκθεσης είναι ότι πρόκειται για μια ενότητα έργων που μπορεί να ταξιδέψει πολύ εύκολα από χώρα σε χώρα χωρίς μεγάλο κόστος μεταφοράς και ασφαλίστρων. Το κεντρικό της έκθεμα είναι ένα μεγάλο κουτί με συρτάρια, το οποίο συνοδεύεται από πολλές μεταξοτυπίες. Δεν είναι ένα αναδρομικό αφιέρωμα, αλλά μια γεύση της δουλειάς μου που εμπεριέχει ωστόσο όλα τα θέματα που με απασχολούν.
– Στη Θεσσαλονίκη, η έκθεσή σας έχει ορισμένες εικόνες που κάποιοι μπορεί να θεωρήσουν προσβλητικές. Τι θα κάνατε αν ένας πιστός κατέστρεφε ένα έργο σας.
– Θα το επιδιόρθωνα. Στο Μεξικό είχα κάνει μια έκθεση με τίτλο «Ο θάνατος του Θεού» και είχα μιλήσει με τις θρησκευτικές αρχές, για να μη δημιουργηθούν θέματα. Οταν ένας καλλιτέχνης έχει στο μυαλό του μια ιδέα, ό,τι και αν του πουν δεν μπορούν να τον σταματήσουν. Θα βρει χιλιάδες άλλους τρόπους να πει το ίδιο πράγμα. Μπορώ να βγάλω τους σταυρούς και να ξαναπώ το ίδιο.
– Ποια είναι η άποψή σας για την αγορά της τέχνης, την οποία ξαφνιάσατε με την προσωπική δημοπρασία των έργων σας το 2008 από τον οίκο Sotheby’s; Πολλοί πιστεύουν ότι οι καλλιτεχνικές αξίες πια υπαγορεύονται από συμφέροντα, ότι οι επιμελητές και οι έμποροι στήνουν ολόκληρα χρηματιστηριακά παιχνίδια.
– Δεν συμφωνώ. Ολοι είναι χρήσιμοι στο στερέωμα της τέχνης, παρότι ορισμένοι νόμιζαν ότι ήθελα να καταργήσω τους ενδιάμεσους κρίκους, δημοπρατώντας μόνος τα έργα μου. Οι πλειστηριασμοί έργων από ζώντες καλλιτέχνες είναι το επόμενο βήμα στην αγορά της τέχνης. Ετσι και αλλιώς, ζούμε σε μια καπιταλιστική κοινωνία.
Νομίζω ότι ο Καρλ Μαρξ είχε πει πως ο λόγος για τον οποίον αγοράζεται η τέχνη είναι πως κάποιοι πιστεύουν ότι θα επενδύουν χρήματα σε ένα σκοπό που θα τους αποφέρει ακόμη περισσότερα. Αν όμως η τέχνη είναι κάτι ανεκτίμητο και μοναδικό, όσα λεφτά και αν δώσεις για να την αγοράσεις, πάλι κερδισμένος είσαι.
-– Παρακολουθείτε ειδήσεις; Ξέρετε τι συμβαίνει στην Ιαπωνία, στην Ελλάδα, στη Συρία, αυτήν τη στιγμή;
– Εχω επαφή με την ειδησεογραφία, όμως ένας καλλιτέχνης βλέπει τα πράγματα συχνά από μια οικουμενική ή αισθητική πλευρά. Βλέπεις, λ.χ., μια φωτογραφία στην εφημερίδα με μια γυναίκα να ουρλιάζει, και σου κολλάει η εικόνα στο μυαλό, λες μέσα σου να κάνω ένα έργο γι’ αυτό, και μετά η είδηση έχει περάσει. Με ενδιαφέρει πιο πολύ να αποτυπώσω την πανανθρώπινη φρίκη, τον διαχρονικό φόβο και όχι μεμονωμένα περιστατικά του που συμβαίνουν τώρα. Κάποτε ήθελα να κάνω ένα πίνακα με τη φράση «Ο Τόνι Μπλερ είναι ψεύτης». Μα όλοι τους οι πολιτικοί είναι ψεύτες. Τι αξία θα είχε τελικά; Η εικόνα ενός χάμπουργκερ μου φαίνεται πιο διαχρονική από έναν τέτοιο σχολιασμό.
– Ο Μπλερ πάντως εκμεταλλεύτηκε την αύρα της Cool Britania, του ρεύματος της δεκαετίας του ’90, με τους Young British Artists στους οποίους ανήκατε. Τότε ήσασταν πολύ πιο κοντά και με τον συλλέκτη Σαάτσι.
– Ο Μπλερ όπως και ο συλλέκτης Σαάτσι έπαιξαν ρόλο στο να δημιουργηθεί η Cool Britania. Η τέχνη δεν δημιουργείται ποτέ στο κενό ούτε συλλαμβάνεται με τεχνητή γονιμοποίηση. Οι Young British Artists ήταν απότοκο της εποχής της Θάτσερ. Οταν εξετάζεις την ιστορία, καταλήγεις σε πολύ πιο χρήσιμα συμπεράσματα αν μία από τις παραμέτρους της έρευνας είναι και η τέχνη.
– Τι θα λέγατε στους κατοίκους μιας χώρας με οικονομική κρίση;
– Το αυτονόητο. Βγάλτε λεφτά.

Πέμπτη 9 Ιουνίου 2011

ΒΙΒΛΙΟ - βραβείο Orange


Το βραβείο Orange δημιουργήθηκε το 1996 και βραβεύει γυναίκες συγγραφείς από όλο τον κόσμο για την καλύτερη νουβέλα της χρονιάς γραμμένη στα αγγλικά από γυναίκα. Η νικήτρια λαμβάνει δώρο μία επιταγή 30.000 δολαρίων.

Σε μια πρωτοεμφανιζόμενη και μόλις 25 ετών συγγραφέα, την Τέα Ομπρεχτ, απονεμήθηκε το εφετινό λογοτεχνικό βραβείο Οραντζ 2011. 



Η συγγραφέας, που γεννήθηκε στο Βελιγράδι και ζει στη Νέα Υόρκη, έκανε την έκπληξη και πλέον γίνεται η πιο νέα ηλικιακά νικήτρια στη δεκαεξάχρονη ιστορία του σημαντικού αυτού βραβείου, το οποίο κάθε χρόνο τιμά μια γυναίκα συγγραφέα για το καλύτερο και πιο πρωτότυπο μυθιστόρημα γραμμένο στην αγγλική γλώσσα.
To πρώτο μυθιστόρημά της με τίτλο «The tiger's wife» (Η γυναίκα του τίγρη) απέσπασε τα εγκωμιαστικά σχόλια της κριτικής επιτροπής στην τελετή που έγινε στο Royal Festival Hall του Λονδίνου, το βράδυ της Τετάρτης 8 Ιουνίου.
Η Μπέτανι Χιουζ, πρόεδρος της κριτικής επιτροπής, είπε ότι αυτό το πραγματικά «νέο λογοτεχνικό ταλέντο» έγραψε ένα «πολύ θαρραλέο βιβλίο». «Ψάχναμε ένα βιβλίο που να το διακρίνει ένα είδος αλχημείας, που θα άλλαζε εμάς τους ίδιους ως αναγνώστες αλλά και τον τρόπο με τον οποίο βλέπουμε τον κόσμο. ''Η γυναίκα του τίγρη'' το καταφέρνει αυτό, είναι ένα πολύ ξεχωριστό βιβλίο».
Η βράβευση της Ομπρεχτ (συνοδεύτηκε και με το χρηματικό έπαθλο των 30.000 στερλινών) είναι πράγματι αξιοπρόσεκτη. Κυρίως εξαιτίας της ηλικίας της αλλά και του γεγονότος ότι κέρδισε τελικά την ιρλανδή Εμα Ντόναχιου και το μυθιστόρημά της «Το δωμάτιο» (Ψυχογιός, 2011) που μέχρι την τελευταία στιγμή εθεωρείτο το φαβορί στη βραχεία λίστα (η Ντόναχιου ήταν και στην τελική λίστα του Μπούκερ 2010), όπως επίσης και το δυνατό μυθιστόρημα της αμερικανίδας Νικόλ Κράους, «Great House», που αναμένεται τους επόμενους μήνες από τις εκδόσεις Μεταίχμιο.
Οι εκδότες της Τέα Ομπρεχτ είχαν το χειρόγραφο του βιβλίου από το 2008, όταν ακόμα η συγγραφέας παρακολουθούσε τα σεμινάρια δημιουργικής γραφής στο Πανεπιστήμιο Κορνέλ της Νέας Υόρκης. H ίδια ήρθε για πρώτη φορά στο επίκεντρο των λογοτεχνικών συζητήσεων πέρυσι, όταν το αμερικανικό περιοδικό «New Yorker» τη συμπεριέλαβε (και εκεί ως νεότερη) στη λίστα των καλύτερων συγγραφέων κάτω των 40 ετών, μόνο με μερικά διηγήματά της δημοσιευμένα.
Η Τέα Ομπρεχτ γεννήθηκε το 1985 στο Βελιγράδι της ενωμένης τότε Γιουγκοσλαβίας και μετά τις πολεμικές συρράξεις έφυγε με τους γονείς της για την Κύπρο και ακολούθως για την Αίγυπτο, πριν τελικά μεταναστεύσουν όλοι για τις ΗΠΑ όταν η συγγραφέας ήταν 12 ετών.
«Η γυναίκα του τίγρη» ασχολείται με τη φρίκη και τις συνέπειες των εμφύλιων συγκρούσεων στα Βαλκάνια συνταιριάζοντας μια φαντασία (μυθικών και φολκλορικών διαστάσεων) με τον πιο σκληρό ρεαλισμό. Στο μυθιστόρημα περιγράφεται η (μάλλον αυτοβιογραφική) κοπιαστική προσπάθεια μιας νεαρής γιατρού, της Νατάλια, να βρει τον πολυαγαπημένο της παππού αλλά και μια σχεδόν σουρεαλιστική ιστορία ενός τίγρη που δραπετεύει απ' έναν τοπικό ζωολογικό κήπο και σπέρνει τον τρόμο στους κατοίκους του χωριού Γκαλίνα με τις νυχτερινές επιδρομές του».
Η πρόεδρος της κριτικής επιτροπής συνέχισε λέγοντας ότι «το βιβλίο μας υπενθυμίζει πόσο εύκολα μπορούμε να κυλήσουμε στη βαρβαρότητα, όπως επίσης το εύρος και το βάθος της ανθρώπινης αγάπης. «Η Ομπρεχτ ανυψώνει τη μυθοπλασία και μας βοηθά να θυμόμαστε ότι ακριβώς οι ιστορίες, που αφηγούμαστε για τους εαυτούς μας και τους άλλους είναι αυτές που κάνουν εμάς αυτό που είμαστε και τον κόσμο αυτό που είναι». 


Στο παρελθόν το βραβείο έχουν λάβει σημαντικές συγγραφείς: 

Μπάρμπαρα Κινγκσλόβερ (2010)
Μέριλιν Ρόμπινσον (2009)
Ρόουζ Τριμέιν (2008)
Τσιμαμάντα Αντίτσι το 2007 για το «Δακρυσμένος ήλιος» (Ψυχογιός, 2008)
Ζέιντι Σμιθ το 2006 για το «Στην ομορφιά που χάνεται» (Ψυχογιός, 2007)
Λάιονελ Σράιβερ το 2005 για το «Πρέπει να μιλήσουμε για τον Κέβιν» (Μεταίχμιο, 2010)
Αντρεα Λίβι το 2004 για το «Μικρό νησί» (Μίνωας, 2005)

Πρώτη βραβευθείσα το 1996 ήταν η Ελεν Ντάνμορ με το «Ανάμεσα σε δύο κόσμους» (Ψυχογιός, 1998).

Τετάρτη 8 Ιουνίου 2011

ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ - Άνσγουορθ


 Ο Μπάρι Ανσγουορθ γεννήθηκε το 1930 στη βορειοανατολική Αγγλία και σπούδασε στο Πανεπιστήμιο του Μάντσεστερ. Εχει εργαστεί στη Γαλλία, την Ελλάδα και την Τουρκία. Εχει στο ενεργητικό του δεκαπέντε μυθιστορήματα, στην πλειονότητά τους με ιστορική θεματολογία. Ηταν τρεις φορές υποψήφιος για το βραβείο Μπούκερ. Το κέρδισε το 1992 για την «Ιερή πείνα» (Νεφέλη).

Από τις εκδόσεις Νεφέλη κυκλοφορούν επίσης: «Θρησκευτικό δράμα», «Ρουμπίνι στον αφαλό», «Τα τραγούδια των βασιλέων», «Το νησί του Πασχάλη», «Χάνοντας τον Νέλσον».
Από τις εκδόσεις Καστανιώτη κυκλοφορεί το «Μετά τον Αννίβα» και από τις εκδόσεις Πατάκη «Η γη των θαυμάτων».
Με τα Ελληνικά μπορείς να πεις τα πάντα

Ο Βρετανός συγγραφέας Μπάρι Ανσγουορθ τονίζει ότι οφείλει πολλά στην παραμονή του στη χώρα μας πριν από μισόν αιώνα

Συνέντευξη στον Ηλια Μαγκλινη


Το πρώτο του βιβλίο ο Βρετανός Μπάρι Ανσγουορθ άρχισε να το γράφει στην Ελλάδα. Ηταν στις αρχές της δεκαετίας του ’60 και ο Ανσγουορθ ζούσε στη χώρα μας διδάσκοντας αγγλικά στην Αθήνα. «Αρχικά είχα σκοπό να μείνω για λίγο», μας είπε όταν τον συναντήσαμε στο Κολλέγιο Derree της Αγίας Παρασκευής, όπου θα έδινε μια ομιλία, στο πλαίσιο του κύκλου διαλέξεων Κίμων Φράιερ. «Τελικώς έμεινα ένα χρόνο», συνέχισε. «Η διδασκαλία των αγγλικών μού έδινε το περιθώριο για περιπάτους και εκδρομές, αλλά και για γράψιμο».
Οπως ανέφερε και στην ομιλία του στο Deree, η πρώτη γραφή του πρώτου του μυθιστορήματος ολοκληρώθηκε «σε ένα νοικιασμένο σπίτι, στο Χορευτό. Το σπίτι βρισκόταν πάνω στην παραλία – η θάλασσα απείχε μόλις πενήντα μέτρα ή κάτι τέτοιο. Μπορούσες να διακρίνεις το περίγραμμα της Σκιάθου και της Σκοπέλου, κάποιες μέρες τις έβλεπες, κάποιες άλλες απλώς τις φανταζόσουν ότι ήταν εκεί. Αυτή η αλληλεπίδραση ανάμεσα στο πραγματικό και το επινοημένο, σε αυτό που γνωρίζουμε και σε αυτό που υποθέτουμε, έμελλε να αποκτήσει μεγάλη σημασία για μένα όταν στράφηκα στη συγγραφή ιστορικών μυθιστορημάτων, όταν προσπάθησα πλέον να διαχωρίσω το γεγονός από τη φαντασία μέσα από τις πολλαπλές εκδοχές του παρελθόντος. Είναι σε αυτή τη συγχώνευση, ή μάλλον στη σύγχυση, μια γόνιμη σύγχυση, που γεννιούνται οι μύθοι».
Ο Μπάρι Ανσγουορθ, συγγραφέας δημοφιλών ιστορικών μυθιστορημάτων όπως η «Ιερή πείνα», το «Νησί του Πασχάλη» (μεταφέρθηκε στον κινηματογράφο με πρωταγωνιστές τους Μπεν Κίνγκσλεϊ και Ελεν Μίρεν), «Χάνοντας τον Νέλσον» κ.ά., τονίζει ότι οφείλει πολλά σε εκείνη την παραμονή του στην Ελλάδα πριν από μισόν αιώνα. «Είμαι υποχρεωμένος απέναντι στην Ελλάδα, διότι εδώ αποφάσισα να ασχοληθώ με το ιστορικό μυθιστόρημα. Γιατί; Διότι η ίδια η χώρα με ώθησε να αισθανθώ το βάρος της Ιστορίας. Απέκτησα αυτό το αίσθημα της διάρκειας, της συνέχειας. Βρισκόμουν σε έναν πολιτισμό που είχε επιβιώσει και την ίδια στιγμή συντριβεί, που είχε πολεμήσει, είχε θριαμβεύσει μα και ηττηθεί, κι όλο αυτό, παρά τα χάσματα, ήταν μια συνέχεια. Απέκτησα αυτό το αίσθημα ότι όλα αυτά ήταν εδώ για πάντα. Ηθελα να γιορτάσω αυτή την αίσθηση γράφοντας ιστορικά μυθιστορήματα».
Αναφορές στον ΕμφύλιοΤα πρώτα μυθιστορήματα, ωστόσο, δεν ήταν ιστορικά, το δεύτερο όμως, με τον τίτλο «The Greeks have a word for it», διαδραματίζεται στη χώρα μας, στους κύκλους του Βρετανικού Συμβουλίου στην Αθήνα και περιέχει σαφείς αναφορές στην εποχή του Εμφυλίου. Τον ρωτάμε για τον αινιγματικό τίτλο: σε ποια ελληνική λέξη αναφερόταν; Γελάει. «Καλή ερώτηση. Δεν έχω ιδέα. Να πω την αλήθεια, άλλο τίτλο είχα επιλέξει, αλλά ο εκδότης μου με πήρε τηλέφωνο μια μέρα και μου είπε ενθουσιασμένος ότι ενώ ξυριζόταν σκέφτηκε αυτό τον τίτλο. Είναι όντως ένας θαυμάσιος τίτλος, διότι υποδηλώνει ότι με την ελληνική γλώσσα μπορείς να πεις τα πάντα».
Το πρώτο ιστορικό μυθιστόρημα ήρθε το 1980 και ήταν το «Νησί του Πασχάλη», το οποίο διαδραματίζεται σε ένα ελληνικό νησί την εποχή της παρακμής της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. «Το νησί δεν κατονομάζεται στο βιβλίο, αλλά εγώ είχα στο νου μου τη Σάμο», μας πληροφορεί. «Οταν το βιβλίο μεταφέρθηκε στο σινεμά, έγιναν γυρίσματα στη Σύμη και τη Ρόδο. Και είχαμε το εξής πρόβλημα: οι Ελληνες κομπάρσοι δεν ήθελαν να φορέσουν τουρκικές στολές και φορεσιές και να σηκώσουν τουρκικές σημαίες, δεδομένου ότι το έργο διαδραματιζόταν επί τουρκοκρατίας. Χάθηκαν χιλιάδες δολάρια και πολλές μέρες γυρισμάτων μέχρι να πειστούν – με μια καλή αύξηση στον μισθό τους».
Το «Νησί του Πασχάλη» ήταν υποψήφιο για το βραβείο Μπούκερ, ήταν η αριστουργηματική «Ιερή πείνα» όμως, με θέμα το δουλεμπόριο κατά τον 18ο αιώνα, που κατέκτησε το βαρύτιμο έπαθλο – από κοινού, με τον «Αγγλο ασθενή» του Μάικλ Οντάατζε. «Η ιδέα της “Ιερής πείνας”», λέει ο συγγραφέας, «προήλθε από το κίνητρο για κέρδος, αυτή την ιερή πείνα, που προωθούσε τότε η κυρία Θάτσερ στη βρετανική κοινωνία. Τέτοιο κίνητρο είχαν και οι δουλέμποροι τον 18ο αιώνα. Η Αγγλία είχε τη μερίδα του λέοντος χρησιμοποιώντας το λιμάνι του Λίβερπουλ για να πηγαίνουν τα πλοία στη δυτική Αφρική. Βλέπουμε και σήμερα αυτό το κίνητρο για κέρδος πού μας έχει οδηγήσει. Γενικά, σημείο αφετηρίας για τα βιβλία μου είναι μια ιστορική περίοδος καμπής: οι εποχές της μεταβολής, της αλλαγής γίνονται ένα είδος καθρέφτη για εμάς σήμερα».
Σε αντίθεση με τους περισσότερους συγγραφείς ιστορικών μυθιστορημάτων, και με εξαίρεση το βιβλίο του με θέμα μια απόκρυφη πτυχή του λόρδου Νέλσον, ο Ανσγουορθ δεν επιλέγει ως ήρωές του μεγάλες προσωπικότητες της Ιστορίας. Προτιμά τους αφανείς, τους ανώνυμους. «Μου δίνει μεγαλύτερη ελευθερία από το να ασχολούμαι με βασιλείς, πρωθυπουργούς, στρατηγούς. Εχουν γραφεί πολλά γι’ αυτούς έτσι κι αλλιώς. Εξ άλλου, με απασχολεί το πώς η Ιστορία εισβάλλει στον ατομικό άνθρωπο, αλλά εκείνη τη στιγμή δεν το καταλαβαίνει. Θα σας πω το εξής: ήμουν εννέα ετών, το 1939, όταν ξέσπασε ο πόλεμος. Στη βορειοανατολική Αγγλία ήμουν όταν έπεφταν οι γερμανικές βόμβες, κοντά στα σύνορα με τη Σκωτία. Είχαμε καταφύγια σε κάθε σπίτι, που στην ουσία δεν χρησίμευαν και σε πολλά, ψυχολογικό ήταν το θέμα κυρίως. Θυμάμαι τους προβολείς στον νυχτερινό ουρανό, να ψάχνουμε για κομμάτια από τις βόμβες, τα κρατάγαμε για σουβενίρ. Ωστόσο, δεν είχαμε καμία αίσθηση της Ιστορίας και της μεγάλης αλλαγής που συντελούνταν ολόγυρά μας, ζούσαμε απλώς την κάθε μέρα. Αυτό συμβαίνει λοιπόν: ζεις τη ζωή σου, έχεις να επιβιώσεις, έχεις σκοτούρες, την ίδια στιγμή όμως μπορεί η Ιστορία, ανυποψίαστα, να σε αλλάζει δραστικά – όπως συμβαίνει και σήμερα με την οικονομική κρίση. Η σπουδή της Ιστορίας είναι μια διεργασία σοφίας, κατόπιν εορτής όμως».
Το επόμενο βιβλίο του Ανσγουορθ θα κυκλοφορήσει το φθινόπωρο. Διαδραματίζεται στη βορειοανατολική Αγγλία στις απαρχές της βιομηχανικής επανάστασης. Ουσιαστικά, είναι μια επιστροφή στην ιδιαίτερη πατρίδα του. «Γεννήθηκα λίγο πιο έξω από το Ντάραμ της βοειοανατολικής Αγγλίας. Προέρχομαι από οικογένεια ανθρακωρύχων και πάντα ήθελα να γράψω γι’ αυτή την κοινότητα. Και πάλι επέλεξα μια εποχή που βρίσκεται σε ένα μεταίχμιο: το πέρασμα στη βιομηχανική εποχή. Οπως οι μαύροι δούλοι στην “Ιερή πείνα”, έτσι και αυτοί οι άνθρωποι, μολονότι ελεύθεροι κατά τα άλλα, εργάζονταν σαν σκλάβοι, κάτω από άθλιες, ασυνθήκες. Αυτό είναι ένα μεγάλο κομμάτι της ιστορίας του παγκόσμιου καπιταλισμού: οι δούλοι έκαναν καλό για τη ναυτιλία μας, τα ορυχεία για τη βιομηχανία μας. Πάντα ο σκοπός να αγιάζει τα μέσα, όλα χάριν του ωφελιμισμού».

από την Καθημερινή