Τρίτη 10 Μαΐου 2011

ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ - Μονέ

Oι πίνακες του Μονέ με την πρώτη ματιά φαίνονται μάλλον επιφανειακοί, μια απόδοση εφήμερων εντυπώσεων του φωτός σε διαφορετικές καιρικές συνθήκες: φως του ήλιου πάνω στο νερό, μια αύρα που αναδεύει τα φύλλα στις λεύκες, ομίχλες στο Λονδίνο, και πρωινό, μεσημεριάτικο και βραδινό φως πάνω στον καθεδρικό ναό της Ρουέν ή σε θημωνιές σανού.



Ο Κλωντ Οσκάρ Μονέ γεννήθηκε στο Παρίσι το 1840. Όταν ο Μονέ ήταν πέντε ετών, η οικογένεια μετακόμισε στη Χάβρη, ένα πολυσύχναστο λιμάνι στις εκβολές του Σηκουάνα, κοντά στους θεαματικούς άσπρους βράχους του Ετρετά και Φεκάν. Ο νεαρός Μονέ είχε εντυπωσιαστεί από την κίνηση των πλοίων και τις ποικίλες αλλαγές της θάλασσας, οι οποίες ανταποκρίνονταν στη δική του ευμετάβλητη και συναισθηματική ιδιοσυγκρασία.




Ο Μονέ αναζητούσε την αληθινή φύση των πραγμάτων πίσω από τη φαινομενικότητα της οπτικής παρουσίας τους, εξαντλώντας τις δυνατότητες των χρωμάτων ως τα όριά τους και ψάχνοντας για κείνες τις λεπτές χρωματικές διαφοροποιήσεις που εκφράζουν την πραγματικότητα του κόσμου μέσα στην ίδια τη φύση.


 Στα 1870 ο Μονέ παντρεύτηκε την Καμίγ Ντονσιέ και πήγαν στην Τρουβίλ για το ταξίδι του μέλιτος. Ενώ βρίσκονταν εκεί, ο Μονέ πήγε εκδρομή στη Χάβρη και, για λόγους που κανείς δεν μπόρεσε να εξηγήσει -πιθανώς από φόβο μήπως επιστρατευθεί από το γαλλικό στρατό-έφυγε για την Αγγλία μόλις ξέσπασε ο Γαλλοπρωσικός πόλεμος. Η γυναίκα του βρήκε καταφύγιο σ΄ ένα ζωγράφο, τον Μπουντέν, ενώ αργότερα ακολούθησε τον άντρα της.


 Γυναίκα που διαβάζει 1871

Η γυναίκα που διαβάζει είναι η Καμίγ, καθισμένη στη σκιά ενός δέντρου με το φόρεμά της απλωμένο γύρω της, δημιουργώντας μια τρυφερή αντίθεση με το πράσινο χορτάρι. Η απόδοση της σκιάς ήταν μια ξεχωριστή πρόκληση για τους ιμπρεσιονιστές ζωγράφους:δε θα μπορούσαν, όπως έκαναν οι καλλιτέχνες στο παρελθόν, να σημειώσουν το κιαροσκούρο (μαύρο σε λευκό φόντο), αλλά έπρεπε να βρουν έναν τρόπο απεικόνισης της σκιάς διατηρώντας συνάμα τη φωτεινότητα του χρώματος.


Οι παπαρούνες 1873

Αυτός ο πίνακας αποκλήθηκε διαμάντι του ιμπρεσιονισμού. Οι κόκκινες παπαρούνες δημιουργούν μια ωραία αντίθεση με το βιολετί και το πράσινο της υπόλοιπης εικόνας. Οι μορφές που διασχίζουν το γρασίδι προσθέτουν μια ανθρώπινη διάσταση, ασυνήθιστη για το Μονέ, ο οποίος συχνά την παρέλιπε από τις χρωματικές του συμφωνίες. Οι μορφές είναι η Καμίγ, η γυναίκα του Μονέ, και ο γιος τους Ζαν. Το σπίτι στο βάθος είναι ίσως η κατοικία του Μονέ στο Αρζαντέιγ.



 Η Γυναίκα με την ομπρέλα 1886

 Ο Μονέ ζωγράφισε δύο πίνακες παραλλαγές της θελκτικής αυτής εικόνας, μιας κυρίας με ομπρελίνο. Στον έναν η κοπέλα -κόρη της δεύτερης συζύγου του Σουζάν - κοιτάζει στα δεξιά τον καλλιτέχνη. Στον άλλο κοιτάζει στ΄ αριστερά του.  Όταν ο Μονέ ζωγράφιζε αυτούς τους πίνακες της Σουζάν, σκεφτόταν ίσως την πρώτη του γυναίκα, την Καμίγ, που την είχε ζωγραφίσει σε παρόμοια κάπου δέκα χρόνια πριν.

Σάββατο 7 Μαΐου 2011

ΑΡΧΑΙΟΤΗΤΑ - Εταίρες

Εταίρες - η κοινωνική τους θέση
 
Οι εταίρες πήραν το όνομά τους από το γεγονός δεν πρόσφεραν μονάχα σεξουαλική ικανοποίηση, αλλά γενικότερα συντροφιά στον άντρα, ικανοποιώντας τον πνευματικά και σαρκικά, ενώ ταυτόχρονα κολάκευαν τη ματαιοδοξία του, αφού θα επιδείκνυε μια όμορφη, έξυπνη κι ευχάριστη γυναίκα στους άλλους.


Ο Πλούταρχος αναφέρει ότι οι Αθηναίοι συχνά χρησιμοποιούσαν λέξεις κατ΄ ευφημισμόν, για να υποδηλώσουν κάτι δυσάρεστο ή άπρεπο, έλεγαν π.χ. τους φόρους συντάξεις, το κρατητήριο οίκημα και τις πόρνες εταίρες.

Κείμενο: ἃ δ' οὖ οἱ νεώτεροι τοὺς Ἀθηναίους λέγουσι τὰς τῶν πραγμάτων δυσχερείας ὀνόμασι χρηστοῖς καὶ φιλανθρώποις ἐπικαλύπτοντας ἀστείως ὑποκορίζεσθαι, [3] τὰς μὲν πόρνας ἑταίρας, τοὺς δὲ φόρους συντάξεις, φυλακὰς δὲ τὰς φρουρὰς τῶν πόλεων, οἴκημα δὲ τὸ δεσμωτήριον καλοῦντας.
Πλούταρχος, Σόλων 15.2

Τα μαλλιά φανερώνουν την κοινωνική θέση των εταίρων.  Οι δούλες έχουν κοντά κουρεμένα μαλλιά, ενώ οι εταίρες, επειδή είναι ελεύθερες, έχουν μακριά, όπως προκύπτει και από τις αγγειογραφικές παραστάσεις συμποσιακών σκηνών.

 
Όταν ο Αλέξανδρος έστελνε πίσω στην Ελλάδα τους γέροντες και τους αρρώστους, κάποιος πολεμιστής από τις Αιγές της Μακεδονίας, ο Ευρύλοχος, δήλωσε ασθενής. Η απάτη του όμως αποκαλύφθηκε και στο ερώτημα του Αλέξανδρου γιατί το έκανε, αποκρίθηκε ότι ήταν ερωτευμένος με κάποιαν Τελεσίππα η οποία ακολουθούσε το στράτευμα. Ο Αλέξανδρος ρώτησε για την καταγωγή της και τίνος θυγατέρα ήταν. Όταν έμαθε ότι ήταν εταίρα αλλά ελεύθερη, είπε στον Ευρύλοχο: "Θα σε βοηθήσω να έχεις κοντά σου αυτήν που αγαπάς. Όμως θα πρέπει να πείσουμε τηνΤελεσίππα να σε ακολουθήσει, είτε με επιχειρήματα είτε με δώρα, μια και είναι γεννημένη ελεύθερη".

Κείμενο: ἐπεὶ δέ, τοὺς ἀσθενοῦντας αὐτοῦ καὶ γέροντας εἰς οἶκον ἀποστέλλοντος, Εὐρύλοχος Αἰγαῖος ἐνέγραψεν ἑαυτὸν εἰς τοὺς νοσοῦντας, εἶτα φωραθεὶς ἔχων οὐδὲν κακόν, ὡμολόγησε Τελεσίππας ἐρᾶν καὶ συνεπακολουθεῖν ἐπὶ θάλασσαν ἀπιούσης ἐκείνης, ἠρώτησε τίνων ἀνθρώπων ἐστὶ τὸ γύναιον. ἀκούσας δ’ ὅτι τῶν ἐλευθέρων ἑταιρῶν "ἡμᾶς μὲν" εἶπεν "ὦ Εὐρύλοχε συνερῶντας ἔχεις· ὅρα δ’ ὅπως πείθωμεν ἢ λόγοις ἢ δώροις τὴν Τελεσίππαν, ἐπειδήπερ ἐξ ἐλευθέρων ἐστί".
Πλούταρχος, Αλέξανδρος 41.10

ΠΑΛΑΤΙΝΗ ΑΝΘΟΛΟΓΙΑ

Παλατινή Ανθολογία ή Ανθολογία Ελληνική ονομάζεται η συλλογή ελληνικών επιγραμμάτων πολλών ποιητών από τον 5ο π.Χ. αιώνα έως το Μεσαίωνα
Ένα επίγραμμα του Ρουφίνου μιλάει για κάποια εταίρα με το όνομα Μέλισσα που μαζί με τα κάλλη της έχασε και τα πλούτη της.

5.27 ΡΟΥΦΙΝΟΥ

Ποῦ σοι κεῖνα͵ Μέλισσα͵ τὰ χρύσεα καὶ περίοπτα
   τῆς πολυθρυλήτου κάλλεα φαντασίης;
ποῦ δ΄ ὀφρύες καὶ γαῦρα φρονήματα καὶ μέγας αὐχὴν
   καὶ σοβαρῶν ταρσῶν χρυσοφόρος σπατάλη;
νῦν πενιχρὴ ψαφαρή τε κόμη͵ παρὰ ποσσὶ τραχεῖα·
   ταῦτα τὰ τῶν σπαταλῶν τέρματα παλλακίδων.
Εἰς Μέλισσαν τὴν ἑταίραν

Πού πήγαν Μέλισσα τα χρυσά και περίβλεπτα κάλλη
    της πολυθρύλητης όψης σου;
Πού τα φρύδια και το περήφανο φρόνημα
    κι ο μεγάλος λαιμός σου,
κι η χρυσοφόρα σπατάλη των στιβαρών σου ταρσών;
Μαδημένα τώρα κι αστόλιστα τα μαλλιά, και στα πόδια
    κουρέλια.
Τέτοιο το τέλος των σπάταλων παλλακίδων.
Μετάφραση Α. Λεντάκη


Σ΄ένα άλλο επίγραμμα απευθύνεται στην εταίρα Προδίκη και τονίζει ότι χάθηκε η ομορφιά της, χάθηκε και ο πόθος των αντρών.

5.21 ΡΟΥΦΙΝΟΥ

Οὐκ ἔλεγον͵ Προδίκη· Γηράσκομεν; οὐ προεφώνουν·
   ῞Ηξουσιν ταχέως αἱ διαλυσίφιλοι;
νῦν ῥυτίδες καὶ θρὶξ πολιὴ καὶ σῶμα ῥακῶδες͵
   καὶ στόμα τὰς προτέρας οὐκέτ΄ ἔχον χάριτας.
μήτις σοι͵ μετέωρε͵ προσέρχεται ἢ κολακεύων
   λίσσεται; ὡς δὲ τάφον νῦν σε παρερχόμεθα.
Εἰς Προδίκην ἑταίραν

Δεν έλεγα, Προδίκη, πως γερνάμε;
Δε φώναζα από πριν «γρήγορα θα 'ρθουν
εκείνα που αφανίζουν την αγάπη;»
Ρυτίδες τώρα και κορμί κουρέλι, κόμη
λευκή, στόμα χωρίς τις πρωτινές του χάρες.
Ποιός έρχεται, ακατάδεκτη γυναίκα,
σε σένα πια με κολακείες ή ποιός
σε ικετεύει; Τώρα απ' το πλάι σου περνούμε,
όπως όταν περνούμε πλάι σε τάφο.
Μετάφραση Τάσσου Ρούσσου

Όσο οι εταίρες ήταν νέες και όμορφες, η τιμή τους ήταν υψηλή. Στα γηρατειά τους όμως δεν τις πλησιάζει κανείς.

5.28 ΡΟΥΦΙΝΟΥ

Νῦν μοι Χαῖρε λέγεις͵ ὅτε σου τὸ πρόσωπον ἀπῆλθεν
   κεῖνο τὸ τῆς λύγδου͵ βάσκανε͵ λειότερον·
νῦν μοι προσπαίζεις͵ ὅτε τὰς τρίχας ἠφάνικάς σου
   τὰς ἐπὶ τοῖς σοβαροῖς αὐχέσι πλαζομένας.
μηκέτι μοι͵ μετέωρε͵ προσέρχεο μηδὲ συνάντα·
   ἀντὶ ῥόδου γὰρ ἐγὼ τὴν βάτον οὐ δέχομαι.
Εἰς μειράκιον ἢ Εἰς πόρνην γηράσασαν

Τώρα, ομορφόπαιδο, μου λες «αντίο»,
καθώς τ' ολόλευκό σου πρόσωπο,
πιο στιλπνό κι απ' το μάρμαρο, σε αφήνει·
τώρα με περγελάς, καθώς εκούρεψες
τα παιδικά μαλλιά σου που ακουμπούσαν
στο λαμπρό τράχηλό σου. Καυχησιάρη,
μην έρθεις πια κοντά μου, μήτε
να μ' ανταμώσεις. Τι εγώ δεν ανταλλάζω
τα βάτα με τα τριαντάφυλλα.
Μετάφραση Τ. Ρούσσου

ΡΟΥΦΙΝΟΣ : Τίποτα δεν είναι γνωστό για τον επικούρειο και αισθησιακό Ρουφίνο, 38 μικρά ελεγεία του οποίου συναντάμε στο πέμπτο βιβλίο της Παλατινής Ανθολογίας (Ερωτικά Επιγράμματα). Υφολογικά στοιχεία τον κατατάσσουν στον 2ο ή 3ο μΧ αιώνα ενώ η καταγωγή του μοιάζει να είναι απ' την Έφεσο ή τη Σάμο. 

 

Τετάρτη 4 Μαΐου 2011

ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ - Βέγγος


Ο καλός μας άνθρωπος

Tου Παντελη Μπουκαλα
Είχε το χάρισμα να παίζει τον εαυτό του δίχως να τον παριστάνει και να δίνει τη βέβαιη αίσθηση της φυσικότητας ακόμα κι όταν πρωταγωνιστούσε σε ακραίες, εξωπραγματικές καταστάσεις. Και, χάρισμα πάνω στο χάρισμα, ενώ ήταν ο ξεχωριστός εαυτός του, το απλό και αυτοσχεδιαστικό παίξιμό του, που συχνά-πυκνά παρέκαμπτε τα σενάρια και ανέτρεπε τις σκηνοθετικές οδηγίες, επέτρεπε σε αναρίθμητους ανθρώπους να ταυτίζονται μαζί του, να τον νιώθουν δικό τους, γέλιο από το γέλιο τους και στενοχώρια από τη στενοχώρια τους.
Οσο θυμάμαι, χάρη και στις αλλεπάλληλες τηλεοπτικές προβολές τους, ελάχιστες από τις ταινίες όπου πρωταγωνίστησε ο Θανάσης Βέγγος ήταν καθαρές κωμωδίες, και πάντως δεν χρωστάει σ' αυτές τη σταθερότατα υψηλή δημοτικότητά του, για την οποία δεν φρόντισε καθόλου, με επικοινωνιακά τρυκάκια και άλλα ευτελή. Στα περισσότερα φιλμ, το γέλιο ρίζωνε στη μελαγχολία του ήρωα, ο οποίος, απτόητος παρά τα βάσανα και το κουπί που ακατάπαυστα τραβούσε, δεν λύγιζε ποτέ, όσο κι αν τον εξουθένωνε η συνθήκη του βίου του. Ηταν, δηλαδή, αυτό που θα θέλαμε να είμαστε όλοι όταν ζοριζόμαστε από τα πράγματα: ανθεκτικοί στις αλλεπάλληλες δυσκολίες και, ακόμα πιο δύσκολο, ανεκτικοί με τους γύρω μας, ακόμα και με τους κακότροπους και με τα παράσιτα. Η μια δουλειά μετά την άλλη, λοιπόν, και τρέξιμο, ασταμάτητο τρέξιμο, για να βγει τίμια και με αξιοπρέπεια ο επιούσιος και ταυτόχρονα να μη μείνει αβοήθητο το σόι, συνήθως πολυάριθμο και ραχατλίδικο. Αν θέλουμε να δώσουμε ταυτότητα και ονοματεπώνυμο στη λέξη «βιοπαλαιστής», το πρόσωπο του Βέγγου έρχεται αυθόρμητα στο μυαλό μας. Με τον άλλο ήρωα της φυλής, τον Καραγκιόζη, με τις πονηριές του, δηλαδή, δεν είχε μεγάλη συγγένεια. Μπορεί, ζυγίζοντας με τους δικούς τους αυστηρούς όρους, οι κινηματογραφολόγοι να συμπεράνουν ότι στη γενιά του Θανάση Βέγγου υπήρξαν ηθοποιοί με μεγαλύτερη γκάμα από τη δική του. Ιδιος στο ασπρόμαυρο ξεκίνημά του και στην έγχρωμή συνέχειά του, έδειξε να συναντάει δυσκολίες όταν η πηγαία λαϊκότητά του έπρεπε είτε να περισταλεί είτε να αυτοδιαφημιστεί, σε ρόλους, δηλαδή, όπου πια καλούνταν όχι να είναι ο εαυτός του, αλλά να συμβολίζει τον εαυτό του, έτσι όπως είχε διαμορφωθεί στις αυτοσχεδιαστικότερες ταινίες του. Το αυτοδίδακτο βάθος του όμως δεν χρειαζόταν κανένα λούστρο, ακριβώς όπως η αξιοσύνη του δεν χρειαζόταν καμία διαφήμιση, κανένα επικοινωνιακό τέχνασμα. Πολλοί θα είναι αυτοί, ας πούμε, που θα μάθουν μόλις τώρα, με τον θάνατό του και από τα σχετικά αφιερώματα, πόσο πλήρωσαν και ο πατέρας του και ο ίδιος για την πολιτική επιλογή τους και για τις ιδέες τους. Αλλά ακριβώς αυτή η ευγενική σιωπή διαμόρφωσε τον χαρακτήρα που έλαμψε στο πανί. Δεν χρειάστηκε να σπουδάσει την τέχνη του ο Βέγγος για να νιώσει τι στ' αλήθεια σημαίνει ηθοποιός.



«Ξέρεις από βέσπα»; H θρυλική ατάκα του Θανάση Bέγγου που πέρασε στην κουβέντα μας, από την ταινία του 1967 «Tρελός, παλαβός και Bέγγος», ασπρόμαυρη παραγωγή «Tαινίες Γέλιου - Θ. Bέγγος» (από το δίτομο «Eλληνικός Kινηματογράφος» Aγγελος Pούβας - Xρήστος Σταθακόπουλος - Eλληνικά Γράμματα, Aθήνα 2005). 

Tης Eλενης Mπιστικα 

«Ξέρεις από βέσπα;» φώναζε, καβάλα στη βέσπα ο Θανάσης Bέγγος στην ταινία «Tρελλός, παλαβός και Bέγγος» του 1967, σε σκηνοθεσία δική του. Προσπαθούσε να φτάσει το ανοιχτό αμάξι και να ρωτήσει «πώς σταματά η βέσπα στην κατηφόρα;». O οδηγός, νομίζοντας ότι ο ανθρωπάκος τού έκανε φιγούρα και ήθελε να τον προσπεράσει με τη βέσπα, πάταγε γκάζι, από πίσω, κολλητός ο Bέγγος, ώσπου στη στροφή του δρόμου έφυγε έξω και «φυτεύθηκε», το κεφάλι κάτω στο χώμα, τα πόδια επάνω σε ακροβατικό ψαλίδι! «Ξέρεις από βέσπα;» η ατάκα αυτή του Θανάση Bέγγου πέρασε στο καθημερινό λεξιλόγιο των Eλλήνων το 1967. «Ξέρεις από βέσπα;» ρωτάει όποιος δεν ξέρει τι του γίνεται έναν που κι αυτός τα ’χει... μεσάνυχτα! Tώρα όμως, που ο ελληνικός κινηματογράφος και το θέατρο έχασαν τον Θανάση Bέγγο και η κοινωνία τον αγαπημένο της κωμικό ηθοποιό, αλλά και υπέροχο άνθρωπο, καλόκαρδο, γελαστό, έτοιμο πάντα να προσφέρει και να τρέξει να βοηθήσει, θα μάθουμε.
Πρέπει να μάθουμε να ζούμε χωρίς το γέλιο και την καλοσύνη του Θανάση Bέγγου, τόσο στο λευκό πανί όσο και στη σκηνή, όπου «O τρελλός του Λούνα Παρκ» του Γιώργου Λαζαρίδη ήταν η μεγάλη του επιτυχία. Xάνουμε και τον υποδειγματικό πολίτη που, ύστερα από το δικό του σοβαρό ατύχημα σε διάβαση τρένου, πρωταγωνίστησε αφιλοκερδώς σε σποτ για τους κινδύνους που πρέπει να γνωρίζουμε, για να τους αποφύγουμε, στις διαβάσεις αμαξοστοιχιών, φυλασσόμενων και μη. Eκείνον τον φύλαξε τότε ο Θεός. «Eγώ έφταιγα», είχε πει, ενώ τον μετέφεραν στο νοσοκομείο, πάντα τίμιος και πονετικός – μη βλάψει όχι άνθρωπο, ούτε μυρμήγκι. Aυτή ήταν η ζωή του και οι ρόλοι του στις κωμωδίες που άφησαν εποχή και του έδωσαν το 1993, στο Φεστιβάλ Eλληνικού Kινηματογράφου Θεσσαλονίκης, τον τίτλο του «πιο κινηματογραφικού ηθοποιού της μεγάλης οθόνης», η σταθερή αξία για 40 ολόκληρα χρόνια, με 117 ταινίες! Tο 1927 γεννήθηκε στο Nέο Φάληρο και ως νέος, δούλεψε σε βυρσοδεψείο, στην κατεργασία δερμάτων. Eκανε το στρατιωτικό του εξόριστος στη Mακρόνησο λόγω των φρονημάτων του, και το 1954 ο Nίκος Kούνδουρος τον πήρε να παίξει στην ταινία του «Mαγική Πόλι». Eίχε βρει τον δρόμο του ο Θανάσης Bέγγος που, ύστερα από μικρούς ρόλους, στράφηκε στην κωμωδία, στο θέατρο και στον κινηματογράφο. Hταν ο τέλειος συνδυασμός τού ποιοτικού με τον εμπορικό ηθοποιό. Eβγαζε γέλιο, κάθε ταινία του «έκοβε» εισιτήρια, ο κόσμος έκανε ουρές στα ταμεία στην καλή εποχή του ελληνικού κινηματογράφου. Mετά ήρθαν πάλι οι ρόλοι αξιώσεων, έπαιξε σε ταινίες του Παντελή Bούλγαρη και του Θόδωρου Aγγελόπουλου και στην Eπίδαυρο «Eιρήνη» 1995 και «Aχαρνής» 1998. Eπαιξε και σε τηλεοπτικές παραγωγές, αλλά τον... στένευε η μικρή οθόνη στο διαρκές τρέξιμό του... Eνα βαρύ εγκεφαλικό «έγραψε» τα γράμματα του Tέλους, για τον Eλληνα Kαλό μας Aνθρωπο, και μένουμε, όλοι εμείς, που μας αποκαλούσε «Kαλούς του Aνθρώπους» χωρίς γέλιο, χωρίς την πηγή του γάργαρου ταλέντου του. Στο συλλυπητήριο μήνυμά του ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας υπογραμμίζει ότι «ο θάνατός του αφήνει δυσαναπλήρωτο κενό». 



Tου Αθανασιου Ελλις
Πέρα από το άφθονο γέλιο που μας χάρισε και τις σπαρταριστές σκηνές που θα μείνουν ανεξίτηλα χαραγμένες στις μνήμες όλων μας, ο Θανάσης Βέγγος επί μισό αιώνα μάς δίδαξε, με τον δικό του αυθεντικό τρόπο, τις αρετές του ήθους, της ανθρωπιάς, της αντοχής στις κακουχίες. Μας εισήγαγε στον κόσμο της φτώχειας, αλλά και της σκληρής εργασίας, της αγνής περηφάνειας και του ονείρου μιας καλύτερης ζωής.
Με τη λιτή ζωή του και τη σπάνια καλοσύνη του, μας δίδαξε ότι τα χρήματα δεν είναι το παν. Δεν είναι η ευτυχία. Ο αγνός «καλός μας άνθρωπος» δεν επιχείρησε να αποστασιοποιηθεί από την ταπεινή καταγωγή του. Ηταν περήφανος γι’ αυτήν. Δεν περιορίστηκε στο γέλιο. Ταυτόχρονα, μας έκανε να σκεφτούμε και να προβληματιστούμε. Μας ταξίδεψε στη μεταπολεμική φτώχεια της Ελλάδας, τη μετεμφυλιακή κοινωνική αδικία, αλλά και τον μεταπολιτευτικό ηθικό της ξεπεσμό. Ως νεαρός φοιτητής στο Παρίσι, τη δεκαετία του ’80, παρακολούθησα ένα αφιέρωμα στον ελληνικό κινηματογράφο. Εκεί, στην κατάμεστη αίθουσα του κέντρου Ζορζ Πομπιντού, μετά την προβολή της ταινίας «Τι έκανες στον πόλεμο Θανάση;» άκουσα για πρώτη φορά να μιλούν για έναν «αντιπολεμικο ύμνο» και τότε συνειδητοποίησα ότι, πέρα από το πηγαίο χιούμορ του που γενναιόδωρα μοιραζόταν μαζί μας, ο Βέγγος ήταν και ένας κοινωνικός στοχαστής.
Ακέραιος χαρακτήρας, γήινος, μιλούσε στην ψυχή μας. Αυτοδίδακτος και αυτοδημιούργητος, αποδείχθηκε και ένας σεμνός ιδιότυπος φιλόσοφος της ζωής. Οχι μέσα από υπερβολές μιας δήθεν διανόησης, αλλά μέσα από μια αφοπλιστικά αληθινή διεισδυτική καταγραφή των αντίξοων συνθηκών της καθημερινότητας του απλού ανθρώπου.
Υποδύθηκε και ταυτίστηκε με τον βιοπαλαιστή που υπομένει τις πιο σκληρές δοκιμασίες, αλλά στο τέλος τα καταφέρνει. Ενα παράδειγμα από το οποίο καλείται να διδαχθεί και ο σύγχρονος Ελληνας. Ο Θανάσης Βέγγος έδωσε με τον δικό του ξεχωριστό τρόπο τη μάχη κατά της αδικίας. Μας έδειξε τον άνθρωπο που προσπαθεί, αποτυγχάνει, πονάει, αλλά δεν υποκύπτει. Που δεν τα περιμένει όλα από τους άλλους. Που επινοεί, επιμένει, αντέχει, οραματίζεται και, τελικά, επιτυγχάνει.
Τον περιέγραψαν, και δίκαια, ως λαϊκό ποιητή. Ηταν σύμβολο ήθους και ανθρωπιάς. Τόσο με τις ταινίες του όσο και με τη ζωή του, λειτούργησε ως αντίβαρο στην ελαφρότητα της κατανάλωσης, της ανούσιας ζωής που αναλώνεται στην αγορά άχρηστων ρούχων, υποδημάτων, παιχνιδιών, ηλεκτρικών συσκευών. Με όλα δηλαδή τα ασήμαντα που καταπιάνονται οι δήθεν επιτυχημένοι, που είναι αμφίβολο κατά πόσον είναι και ευτυχισμένοι.
Ο θάνατός του τη συγκεκριμένη χρονική στιγμή ήρθε να μας υπενθυμίσει τις αρετές που εκπροσωπούσε στη ζωή του και πρόβαλλε στις ταινίες του και να τις καταθέσει απέναντι στην ελαφρότητα των πριγκιπικών γάμων και την ιλαροτραγωδία του γυάλινου κόσμου των παρδαλών καπέλων των κυριών που στη συντριπτική τους πλειοψηφία δεν έχουν παράξει τίποτα, απλά έτυχε να κληρονομήσουν ή να παντρευτούν περιουσίες, συχνά αμφιβόλου προελεύσεως.
Ο μεγάλος κωμικός, που αγαπήθηκε περισσότερο από κάθε άλλον Ελληνα ηθοποιό, δεν έζησε εύκολα. «Στη γαλέρα της ζωής μου τράβηξα άγριο κουπί» είπε σε μια δραματική κατάθεση ψυχής πριν από μερικά χρόνια. Μπορεί στις ταινίες του να έτρεχε σκυφτός, αλλά στην πραγματικότητα είχε ψηλά το κεφάλι. Δεν τον έβρισκες σε βίλες και κότερα νεόπλουτων ούτε σε κοινωνικές συνευρέσεις ρηχών ανθρώπων, με σάπια ήθη. Δεν υπήρξε κοσμικός. Δεν συμμετείχε στο «πάρτι λεηλάτησης» της χώρας. Ηταν αξιοπρεπής και στον βαθμό που του αναλογούσε έπλασε έντιμους χαρακτήρες και ευγενικές συμπεριφορές γεμάτες ανθρωπιά και συμπόνια. Εδωσε στην Ελλάδα πολύ περισσότερα από αυτά που πήρε. Του χρωστάμε...

Τρίτη 3 Μαΐου 2011

ΒΙΒΛΙΟ - Βραβεία Θερβάντες

Το βραβείο Θερβάντες είναι λογοτεχνικό βραβείο που απονέμεται από το 1976 από το υπουργείο πολιτισμού της Ισπανίας σε συγγραφέα που γράφει στην καστιλιάνικη γλώσσα. Είναι το εγκυρότερο και σημαντικότερο βραβείο της ισπανόφωνης λογοτεχνίας. Απονέμεται ετησίως σε συγγραφείς που το σύνολο του έργου τους κρίνεται ότι εμπλούτησε περισσότερο τον πολιτισμό της Ισπανίας και της ισπανόφωνης Αμερικής.

Ακολυθεί κατάλογος με τους βραβευθέντες:

1990 Adolfo Bioy Casares                                                                                     Αργεντινή
1991 Francisco Ayala                                                                                         Ισπανία
1992 Dulce María Loynaz Κούβα
1993 Miguel Delibes Ισπανία
1994 Mario Vargas Llosa Περού
1995 Camilo José Cela Ισπανία
1996 José García Nieto Ισπανία
1997 Guillermo Cabrera Infante Κούβα
1998 José Hierro Ισπανία
1999 Jorge Edwards Χιλή
2000 Francisco Umbral Ισπανία
2001 Álvaro Mutis Κολομβία
2002 José Jiménez Lozano Ισπανία
2003 Gonzalo Rojas Χιλή
2004 Rafael Sánchez Ferlosio Ισπανία
2005 Sergio Pitol Μεξικό
2006 Antonio Gamoneda Ισπανία
2007 Juan Gelman Αργεντινή
2008 Juan Marsé Ισπανία
2009 José Emilio Pacheco Μεξικό
2010 Ana María Matute Ισπανία

AΡΧΑΙΟΤΗΤΑ - Λαοδάμεια

Η Λαοδάμεια ανήκει στη χορεία εκείνη των γυναικών που οι άντρες χάθηκαν στον πόλεμο (π.χ. Ανδρομάχη), αλλά ταυτόχρονα σχετίζεται και με την ανάβαση του νεκρού από τον Κάτω Κόσμο (π.χ. Άλκηστις). Έρωτας και Θάνατος.


Η Λαοδάμεια ήταν κόρη του Ακάστου, βασιλιά της Ίφικλου και σύζυγος του Πρωτεσίλαου, που μόλις πάτησε τη γη της Τροίας έπεσε νεκρός από το κοντάρι του Έκτορα. Η συμφορά ήταν μεγάλη και για τους Αχαιούς και για την οικογένειά του. Ο Πρωτεσίλαος είχε υποχρεωθεί να συμμετάσχει στην εκστρατεία την επομένη κιόλας του γάμου του, αφήνοντας τη γυναίκα του να θρηνεί απαρηγόρητη την απουσία του και το σπίτι του μισόχτιστο.  


Τοῦ δὲ καὶ ἀμφιδρυφὴς ἄλοχος Φυλάκῃ ἐλέλειπτο                         700
καὶ δόμος ἡμιτελής· τὸν δ᾽ ἔκτανε Δάρδανος ἀνὴρ
νηὸς ἀποθρῴσκοντα πολὺ πρώτιστον Ἀχαιῶν.
Οὐδὲ μὲν οὐδ᾽ οἳ ἄναρχοι ἔσαν, πόθεόν γε μὲν ἀρχόν·
ἀλλά σφεας κόσμησε Ποδάρκης ὄζος Ἄρηος
Ἰφίκλου υἱὸς πολυμήλου Φυλακίδαο                                                   705
αὐτοκασίγνητος μεγαθύμου Πρωτεσιλάου
ὁπλότερος γενεῇ· ὁ δ᾽ ἅμα πρότερος καὶ ἀρείων
ἥρως Πρωτεσίλαος ἀρήϊος· οὐδέ τι λαοὶ
δεύονθ᾽ ἡγεμόνος, πόθεόν γε μὲν ἐσθλὸν ἐόντα·
τῷ δ᾽ ἅμα τεσσαράκοντα μέλαιναι νῆες ἕποντο.                               710

 Ομήρου Ιλιάδα Β 701-710 

Ο τραγικός ποιητής Ευριπίδης έγραψε ένα έργο με τον τίτλο Πρωτεσίλαος από το οποίο έχουν σωθεί ελάχιστα αποσπάσματα. 

" Εκείνον π΄ αγαπώ να τον προδώσω δεν μπορώ, μ΄ όλο που είναι πεθαμένος ".
απόσπασμα 657

"Η μοίρα του είναι εκείνηπου σε περιμένει κι εσένα κι όλους τους θνητούς"
απόσπασμα 651

"Θα ΄πρεπε να επιτρέπονται δεσμοί ανάμεσα σε γυναίκες"
απόσπασμα 655

Την ιστορία του Πρωτεσίλαου και της Λαοδάμειας τη γνωρίζουμε και από τον Λουκιανό, το μεγάλο είρωνα των μύθων, που περιέλαβε στους νεκρικούς διαλόγους το παζάρεμα του Πρωτεσίλαου με τον Πλούτωνα. Ο Πρωτεσίλαος τσακώνεται με τον Πλούτωνα και τον παρακαλεί να του επιτρέψει ν΄ ανέβει στον επάνω κόσμο, έστω και μια μέρα, γιατί είναι σφόδρα ερωτευμένος με τη γυναίκα του τη Λαοδάμεια. Ζητά μάλιστα να τον μεταμορφώσει Ο Ερμής και να τον κάνει όμορφο νεαρό, όπως ήταν στα νιάτα του.


28(23)  ΠΡΩΤΕΣΙΛΑΟΥ, ΠΛΟΥΤΩΝΟΣ ΚΑΙ ΠΕΡΣΕΦΟΝΗΣ
 
[1] ΠΡΩΤΕΣΙΛΑΟΣ
Ὦ δέσποτα καὶ βασιλεῦ καὶ ἡμέτερε Ζεῦ καὶ σὺ Δήμητρος θύγατερ͵ μὴ ὑπερίδητε δέησιν ἐρωτικήν.
ΠΛΟΥΤΩΝ
Σὺ δὲ τίνων δέῃ παρ΄ ἡμῶν; ἢ τίς ὢν τυγχάνεις;
ΠΡΩΤΕΣΙΛΑΟΣ
Εἰμὶ μὲν Πρωτεσίλαος ὁ Ἰφίκλου Φυλάκιος συστρατιώτης τῶν Ἀχαιῶν καὶ πρῶτος ἀποθανὼν τῶν ἐπ΄ Ἰλίῳ. δέομαι δὲ ἀφεθεὶς πρὸς ὀλίγον ἀναβιῶναι πάλιν.
ΠΛΟΥΤΩΝ
Τοῦτον μὲν τὸν ἔρωτα͵ ὦ Πρωτεσίλαε͵ πάντες νεκροὶ ἐρῶσιν͵ πλὴν οὐδεὶς ἂν αὐτῶν τύχοι.
ΠΡΩΤΕΣΙΛΑΟΣ
Ἀλλ΄ οὐ τοῦ ζῆν͵ Ἀϊδωνεῦ͵ ἐρῶ ἔγωγε͵ τῆς γυναικὸς δέ͵ ἣν νεόγαμον ἔτι ἐν τῷ θαλάμῳ καταλιπὼν ᾠχόμην ἀποπλέων͵ εἶτα ὁ κακοδαίμων ἐν τῇ ἀποβάσει ἀπέθανον ὑπὸ τοῦ Ἕκτορος. ὁ οὖν ἔρως τῆς γυναικὸς οὐ μετρίως ἀποκναίει με͵ ὦ δέσποτα͵ καὶ βούλομαι κἂν πρὸς ὀλίγον ὀφθεὶς αὐτῇ καταβῆναι πάλιν.
ΠΛΟΥΤΩΝ
[2] Οὐκ ἔπιες͵ ὦ Πρωτεσίλαε͵ τὸ Λήθης ὕδωρ;
ΠΡΩΤΕΣΙΛΑΟΣ
Καὶ μάλα͵ ὦ δέσποτα· τὸ δὲ πρᾶγμα ὑπέρογκον ἦν.
ΠΛΟΥΤΩΝ
Οὐκοῦν περίμεινον· ἀφίξεται γὰρ κἀκείνη ποτὲ καὶ οὐδὲ σὲ ἀνελθεῖν δεήσει.
ΠΡΩΤΕΣΙΛΑΟΣ
Ἀλλ΄ οὐ φέρω τὴν διατριβήν͵ ὦ Πλούτων· ἠράσθης δὲ καὶ αὐτὸς ἤδη καὶ οἶσθα οἷον τὸ ἐρᾶν ἐστιν.
ΠΛΟΥΤΩΝ
Εἶτα τί σε ὀνήσει μίαν ἡμέραν ἀναβιῶναι μετ΄ ὀλίγον τὰ αὐτὰ ὀδυρόμενον;
ΠΡΩΤΕΣΙΛΑΟΣ
Οἶμαι πείσειν κἀκείνην ἀκολουθεῖν παρ΄ ὑμᾶς͵ ὥστε ἀνθ΄ ἑνὸς δύο νεκροὺς λήψῃ μετ΄ ὀλίγον.
ΠΛΟΥΤΩΝ
Οὐ θέμις γενέσθαι ταῦτα οὐδὲ γέγονε πώποτε.
ΠΡΩΤΕΣΙΛΑΟΣ
[3] Ἀναμνήσω σε͵ ὦ Πλούτων· Ὀρφεῖ γὰρ δι΄ [3] Ἀναμνήσω σε͵ ὦ Πλούτων· Ὀρφεῖ γὰρ δι΄ αὐτὴν ταύτην τὴν αἰτίαν τὴν Εὐρυδίκην παρέδοτε καὶ τὴν ὁμογενῆ μου Ἄλκηστιν παρεπέμψατε Ἡρακλεῖ χαριζόμενοι.
ΠΛΟΥΤΩΝ
Θελήσεις δὲ οὕτως κρανίον γυμνὸν ὢν καὶ ἄμορφον τῇ καλῇ σου ἐκείνῃ νύμφῃ φανῆναι; πῶς δὲ κἀκείνη προσήσεταί σε οὐδὲ διαγνῶναι δυναμένη; φοβήσεται γὰρ εὖ οἶδα καὶ φεύξεταί σε καὶ μάτην ἔσῃ τοσαύτην ὁδὸν ἀνεληλυθώς.
ΠΕΡΣΕΦΟΝΗ
Οὐκοῦν͵ ὦ ἄνερ͵ σὺ καὶ τοῦτο ἴασαι καὶ τὸν Ἑρμῆν κέλευσον͵ ἐπειδὰν ἐν τῷ φωτὶ ἤδη ὁ Πρωτεσίλαος ᾖ͵ καθικόμενον ἐν τῇ ῥάβδῳ νεανίαν εὐθὺς καλὸν ἀπεργάσασθαι αὐτὸν͵ οἷος ἦν ἐκ τοῦ παστοῦ.
ΠΛΟΥΤΩΝ
Ἐπεὶ Φερσεφόνῃ συνδοκεῖ͵ ἀναγαγὼν τοῦτον αὖθις ποίησον νυμφίον· σὺ δὲ μέμνησο μίαν λαβὼν ἡμέραν.


Κατά μία άλλη εκδοχή, που μας παραθέτει ο Ύγινος, η Λαοδάμεια παρακάλεσε τους θεούς του κάτω κόσμου για να πάρει άδεια ο Πρωτεσίλαος για τρεις ώρες. Όταν όμως έφυγε για δεύτερη φορά ο Πρωτεσίλαος, ο πόνος της Λαοδάμειας ήταν αβάσταχτος.

 CIII.  PROTESILAVS.
Achiuis fuit responsum, qui primus litora Troianorum attigisset periturum. cum Achiui classes applicuissent, ceteris cunctantibus Iolaus Iphicli et Diomedeae filius primus e naui prosiluit, qui ab Hectore confestim est interfectus; quem cuncti appellarunt Protesilaum, quoniam primus ex omnibus perierat.
      2  quod uxor Laodamia Acasti filia cum audisset eum perisse, flens petit a diis ut sibi cum eo tres horas colloqui liceret. quo impetrato a Mercurio reductus tres horas cum eo collocuta est; quod iterum cum obisset Protesilaus, dolorem pati non potuit Laodamia.

Αγγλική μετάφραση (Mary Grant)
An oracle warned the Achaeans that the man who first reached the shore of the Trojans would perish. When the Greek fleet had neared shore, and the others were delaying, Iolaus, son of Iphiclus and Diomedia, was first to leap from his ship, and was promptly killed by Hector. All called him Protesilaus, since he was the first of all to die. When his wife Laodamia, daughter of Acastus, heard that he had died, she wept and begged the gods that she be allowed to speak with him for three hours. It was granted, and when he was led back by Mercury, she spoke with him for three hours. But when Protesilaus died a second time, Laodamia, could not endure her grief.

 
Ο Ύγινος επίσης μας λέει ότι η Λαοδάμεια επειδή δεν μπορούσε να αντέξει την απουσία του συζύγου της κατασκεύασε ένα ομοίωμα του, ένα άγαλμα, και περνούσε τις νύχτες μαζί του. Μια μέρα ένας υπηρέτης έστησε αυτί στην πόρτα της Λαοδάμειας και πεπεισμένος ότι εκείνη έκρυβε κάποιον εραστή, το είπε στον πατέρα της. Ο πατέρας βρήκε το άγαλμα στο κρεβάτι και έδωσε διαταγή να το κάψουν. Η Λαοδάμεια ρίχτηκε στις φλόγες και κάηκε ζωντανή.
 
CIV.  LAODAMIA.
Laodamia Acasti filia amisso coniuge cum tres horas consumpsisset quas a diis petierat, fletum et dolorem pati non potuit. itaque fecit simulacrum aereum simile Protesilai coniugis et in thalamis posuit sub simulatione sacrorum, et eum colere coepit.
      2  quod cum famulus matutino tempore poma ei attulisset ad sacrificium, per rimam aspexit uiditque eam ab amplexu Protesilai simulacrum tenentem atque osculantem; aestimans eam adulterum habere Acasto patri nuntiauit.
      3  qui cum uenisset et in thalamos irrupisset, uidit effigiem Protesilai; quae ne diutius torqueretur, iussit signum et sacra pyra facta comburi, quo se Laodamia dolorem non sustinens immisit atque usta est.
Αγγλική μετάφραση (Mary Grant)
When Ladomia, daughter of Acastus, after her husband’s loss had spent the three hours which she had asked from the gods, she could not endure her weeping and grief. And so she made a bronze likeness of her husband Protesilaus, put it in her room under pretense of sacred rites, and devoted herself to it. When a servant early in the morning had brought fruit for the offerings, he looked through a crack in the door and saw her holding the image of Protesilaus in her embrace and kissing it. Thinking she had a lover he told her her father Acastus. When he came and burst into the rom, he saw the statue of Protesilaus. To put an end to her torture he had the statue and the sacred offerings burned on a pyre he had made, but Laodamia, not enduring her grief, threw herself on it and was burned to death.



Δευτέρα 2 Μαΐου 2011

ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ - Σάμπατο

Ο Ερνέστο Σάμπατο, μετά τον Χόρχε Λουίς Μπόρχες, υπήρξε ο μεγαλύτερος Αργεντινός συγγραφέας. Είναι πλέον νεκρός -σε περίπου δύο μήνες θα έκλεινε έναν αιώνα ζωής- αλλά θα παραμείνει πάντα ζωντανός στην παγκόσμια ιστορία της λογοτεχνίας. 


 Γεννήθηκε στις 24 Ιουνίου 1911 από Ιταλό πατέρα και Ιταλοαλβανίδα μητέρα. Σπούδασε φυσική και φιλοσοφία στο πανεπιστήμιο Λα Πλάτα και εκτός από το γράψιμο ασχολήθηκε και με τη ζωγραφική. Το 1984 τιμήθηκε με το βραβείο Θερβάντες, την υψηλότερη διάκριση για συγγραφικό έργο στην ισπανική γλώσσα.
Διετέλεσε πρόεδρος της Εθνικής Επιτροπής για τους Εξαφανισθέντες (Conadep) και κατέγραψε τα εγκλήματα της δικτατορίας του 1976-83 στο βιβλίο "Ποτέ ξανά".
Το 1979 τιμήθηκε με τον τίτλο του Ιππότη της Λεγεώνας της Τιμής στη Γαλλία, όπου το βιβλίο του "Αββαδών ο εξολοθρευτής" είχε ανακηρυχθεί καλύτερο ξενόγλωσσο μυθιστόρημα.
Aπό τα πιο γνωστά έργα του είναι τα "Τούνελ", "Άνθρωποι και γρανάζια", "Μια πολύπλοκη ύπαρξη", "Ο συγγραφέας και η καταστροφή", "Περί ηρώων και τάφων" και "Ετεροδοξία".


Ο θάνατος τον βρήκε στο σπίτι του, το περασμένο Σάββατο, στο Σάντος Λουγκάρες, ένα προάστιο έξω από το Μπουένος Αϊρες. Η νεκρώσιμος ακολουθία εψάλη σε μια λέσχη πνευματικών ανθρώπων της ίδιας πόλης, όπου έπινε τον καφέ του και έπαιζε ντόμινο με τους φίλους του. Το χώμα του Σάντος Λουγκάρες υποδέχθηκε τη σορό αυτού του σημαντικού συγγραφέα και πολίτη. Το τελευταίο δεκαπενθήμερο έπασχε από βρογχίτιδα, όπως ανακοίνωσε η φίλη του Ελβίρα Γκονζάλες Φράγκα. Η «El Pais» ανακοίνωσε την αλγεινή είδηση, χαρακτηρίζοντάς τον ως τον «τελευταίο κλασικό συγγραφέα της Αργεντινής».
Αρκεσαν μόνο τρία μυθιστορήματα («Το τούνελ», «Περί ηρώων και τάφων», «Αβαδδών ο εξολοθρευτής») για να αναγνωριστεί διεθνώς. Ολα τραγωδίες για τον εικοστό αιώνα της Αργεντινής, υπό τη βαριά σκιά της διακυβέρνησης του Χουάν Περόν (1946-'55), με τα εν κρυπτώ βασανιστήρια, και της επτάχρονης δικτατορίας (1976-'83) του στρατηγού Βιντέλα. Με την αποκατάσταση της δημοκρατίας, ο πρόεδρος της Αργεντινής Ραούλ Αλφονσίν (1983-'89) τού εμπιστεύτηκε τη θέση του προέδρου της Εθνικής Επιτροπής για την Εξαφάνιση Προσώπων, γνωστής με τα αρχικά CONADEP. Σε 30.000 υπολογίζονται οι εξαφανισθέντες από τις ωμότητες του βιντελικού στρατιωτικού καθεστώτος! Υστερα από αυτή την εμπλοκή του, έγραψε το 1984 το καταγγελτικό βιβλίο «Nunca Mas» («Ποτέ ξανά»).
Στις 26 Ιανουαρίου 2006 ο Σάμπατο ένωσε τη φωνή του με τους Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες, Μάριο Μπενεντέτι και Πάμπλο Μιλανές, ζητώντας την αυτοδιάθεση του Πουέρτο Ρίκο και τάχθηκαν υπέρ της ανεξαρτησίας του νησιού και της μη ένωσής του με τις ΗΠΑ.
Τα τρία μυθιστορήματά του και τα μοναδικά μυθοπλαστικά του έργα «Το τούνελ» (1948), «Περί ηρώων και τάφων» (1961) και «Αβαδδών ο εξολοθρευτής» (1974) συγκροτούν μια άτυπη τριλογία. Οσο προχωράει η ανάγνωση γίνεται συνειδητό ότι πρωταγωνιστής είναι ο ίδιος ο συγγραφέας σε ρόλο σχολιαστή. Η μυθοπλασία του Σάμπατο υπακούει στο «ολικό μυθιστόρημα», το οποίο δυνητικά χωράει τα πάντα: μυθιστορία, φιλοσοφικό στοχασμό -περνάει από τη μεταφυσική, τον υπαρξισμό και τον μαρξισμό-, ιστορικές και πολιτικές αναφορές, ψυχολογικές αναλύσεις, αυτοβιογραφία, χρονικό.
Πώς, όμως, διαμορφώθηκε πολιτικά, ιδεολογικά και αισθητικά ο σημαντικός συγγραφέας, ο οποίος συνήθως έκρυβε το βλέμμα του πίσω από φιμέ μυωπικά γυαλιά και φορούσε ανοιχτά πουκάμισα; Γεννήθηκε στις 24 Ιουνίου 1911 στην πόλη Ρόχας του Μπουένος Αϊρες. Ηταν το προτελευταίο από τα έντεκα παιδιά ενός Ιταλού μετανάστη από την Καλαβρία. Στις φλέβες της μητέρας του κυλούσε κατά το ήμισυ ιταλικό και αλβανικό αίμα. Σπούδασε φυσικομαθηματικά στο Πανεπιστήμιο της Λα Πλάτα, όπου πήρε διδακτορικό στη φυσική. Κατά τη διάρκεια των σπουδών του, ασπάστηκε τον κομμουνισμό και αναδείχθηκε γενικός γραμματέας την Ομοσπονδίας Νέων Κομμουνιστών.
Αμφισβήτηση
Το 1934 αμφισβήτησε το καθεστώς του Στάλιν. Τότε, το Κ.Κ. Αργεντινής αποφάσισε να τον στείλει για δύο χρόνια στη Μόσχα, στο Διεθνές Πανεπιστήμιο Λένιν, για να τον επαναφέρει στον ορθό δρόμο. «Είτε θα επανερχόσουν στην ορθή γραμμή είτε θα κατέληγες σε κάποιο γκουλάγκ ή σε ψυχιατρική κλινική», θυμόταν ο Ερνέστο Σάμπατο. Τα καλά γαλλικά που μιλούσε, τα έμαθε στο Παρίσι του 1938 ως υπότροφος του Εργαστηρίου Ζολιό -Κουρί. Εκεί δεν θα γνωρίσει μόνο τα επιστημονικά πειράματα, αλλά και το κίνημα του υπερρεαλισμού, μέσω των Αντρέ Μπρετόν, Ρομπέρτο Μάτα και Βιλφρέντο Λαμ. Δεν είχε ακόμη ξεσπάσει ο Β' Παγκόσμιος Πόλεμος, όταν θα ταξιδέψει στις ΗΠΑ για να συνεχίσει τις σπουδές του στο ΜΙΤ.
Οταν έπεσε η κυβέρνηση του Περόν, ο Ερνέστο Σάμπατο πήρε θέση για την περονική διακυβέρνηση με δύο πολεμικού χαρακτήρα κείμενα: «Το άλλο πρόσωπο του περονισμού» και «Η περίπτωση Σάμπατο. Βασανιστήρια και ελευθερία του Τύπου». Την ίδια χρονιά (1956), έπειτα από πρόταση του Αλμπέρ Καμί στον οίκο «Γκαλιμάρ», εκδόθηκε στα γαλλικά το «Τούνελ». Οι Γάλλοι θα του απονείμουν και το βραβείο Μεντισίς για το μυθιστόρημα «Αβαδδών ο εξολοθρευτής», ενώ θα πάρει από τα χέρια του Φρανσουά Μιτεράν το Βραβείο της Λεγεώνας της Τιμής. Από την τροπαιοθήκη του δεν απουσίαζε το Θερβάντες, το μεγαλύτερο βραβείο στην ισπανική γλώσσα. Δεν πήρε ποτέ το Νόμπελ, αν και το όνομά του έπαιζε σχεδόν κάθε χρονιά στις λίστες των υποψηφίων.
Εζησε παντρεμένος επί εξήντα χρόνια με τη Ματίλντε Κουμίνσκι-Ρίχτερ (πέθανε το 1998), με την οποία απέκτησε δύο γιους, τον πολιτικό Χόρχε Φεντερίκο (πέθανε το 1995) και τον ντοκιμαντερίστα Μάριο.  

ΕΡΑΣΤΗΣ ΤΟΥ ΤΑΝΓΚΟ
Ηταν δηλωμένη η αγάπη του για το τάνγκο, που το όριζε ως «εκείνη τη λυπημένη σκέψη που χορεύεται». «Το τάνγκο είναι παγκόσμιο, λόγω ακριβώς της πειθούς που αναδίνει η απόλυτη εντοπιότητά του», εξηγούσε. Από τους συνθέτες του ξεχώρισε τον Κάρλος Γκαρντέλ και τους δίσκους του «Μαδρεσέλβα εν φλορ» και «Καμινίτο».
Ποτέ δεν αρνήθηκε τις νέες τεχνολογίες, εξ ου και χρησιμοποίησε από την αρχή το Διαδίκτυο για να συζητήσει θέματα του ενδιαφέροντός του, όπως ήταν οι συνθήκες διαβίωσης των παιδιών του Τρίτου Κόσμου. Ηταν ο πρώτος συγγραφέας στην Αργεντινή που κυκλοφόρησε σε μορφή ηλεκτρονικού βιβλίου το δοκίμιό του «La Resistencia» (2000) στη διεύθυνση www.clarin.com.ar. 
από την Ελευθεροτυπία

Κυριακή 1 Μαΐου 2011

ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ - Γιώργος Συμπάρδης

 H Κυριακάτικη Καθημερινή (5-5) δημοσίευσε δύο άρθρα για το συγγραφέα Γιώργο Συμπάρδη. Αυτή η σύμπτωση της επιλογής του θέματος με οδήγησε στην αναδημοσίευσή τους:

Αν η κριτική διαθέτει έναν ρόλο, είναι να επισημαίνει το μη προφανές: Το ότι αν και άνετα μπορούμε να τοποθετήσουμε τον Γιώργο Συμπάρδη ανάμεσα στους πέντε, ας πούμε, σημαντικότερους μυθιστοριογράφους της μεταδικτατορικής περιόδου, ελάχιστοι είναι εκείνοι που γνωρίζουν το έργο του έξω από τη στενή λογοτεχνική συντεχνία. Το γιατί αποτελεί ένα σύνθετο συνδυασμό παραγόντων. Ο εξηνταεξάχρονος Γιώργος Συμπάρδης εμφανίστηκε αργά - το 1987 σε ηλικία σαράντα δύο ετών με τη νουβέλα «Μέντιουμ». Και κατόπιν σε πολύ αραιά διαστήματα - έντεκα χρόνια αργότερα το 1998, με το μυθιστόρημα «Ο άχρηστος Δημήτρης», και δεκατρία χρόνια αργότερα, με τη σημερινή «Υπόσχεση γάμου» (Μεταίχμιο, σελ. 483). Από μια πρώτη σκοπιά το έργο του διαβάζεται δύσκολα γιατί στην επιφάνεια των ιστοριών του νομίζεις πως δεν συμβαίνει τίποτε. Ο ίδιος μιλάει, τέλος, στον Τύπο σπάνια - όχι πως το αποφεύγει αλλά ούτε και το επιδιώκει. Δεν έχει επομένως καταγραφεί στη συνείδηση ακόμα και του στενότερου κύκλου των συστηματικών αναγνωστών. Ο Γιώργος Συμπάρδης είναι ωστόσο ένας σημαντικός πεζογράφος, γιατί κατορθώνει να θίξει με τον τρόπο της λογοτεχνίας τα ουσιαστικότερα - την παράδοξη αίσθηση της ροής του χρόνου, το αγκάθι της απροσδιόριστης έλξης και απώθησης στις ανθρώπινες σχέσεις, την αίσθηση του οικείου και του βασανιστικού που δημιουργεί η καθημερινότητα.
Η «Υπόσχεση γάμου» εκτυλίσσεται στην Καλλιθέα, στο Φάληρο, στα Πετράλωνα, στον Ταύρο. Στις σελίδες της παρελαύνουν γύρω στα τριάντα πρόσωπα - άντρες, γυναίκες, παιδιά, μεσήλικες, εργαζόμενοι, συνάδελφοι, φίλοι, γονείς, πεθερικά. Τι είναι εκείνο που κάνει κάποιους ανθρώπους να βρίσκονται αιωνίως κολλημένοι ο ένας πάνω στον άλλο κι άλλους να διασταυρώνονται απλώς και να φεύγουν; Η «Υπόσχεση γάμου» είναι ένα πυκνότατα υφασμένο χρονικό χειρονομιών, κινήσεων, εντυπώσεων και υποθέσεων. Είναι μια πιστή καταγραφή επιθυμιών, προσδοκιών, πρωτοβουλιών και διαψεύσεων. Είναι μια έντεχνη αφήγηση μετακινήσεων, αμφιβολιών, συγκαλύψεων και αντιδράσεων. Γιατί τη διαβάζουμε; Γιατί ο συγγραφέας βάζει ένα στοίχημα και το πετυχαίνει. Να δημιουργήσει μέσα από τα περίπου αδιάφορα για τα οποία μιλάει, έναν ρυθμό που παραπέμπει στην αδιαφανώς τετριμμένη λέξη ζωή. Παντού κυριαρχεί το πολυφυές, το αδιευκρίνιστο και το ασύμβατο. Ο πράος Ζαχαρίας Μπαρλαμπάς με το λεπτότατο ευγενικό μουστακάκι, είναι ένας συγκινητικά εξυπηρετικός άνθρωπος που την ίδια στιγμή σε τρελαίνει με την απροσμέτρητη αβουλία του (και τη βαθιά κρυμμένη στις σπάνιες σεξουαλικές συνευρέσεις, επιθετικότητά του). Και τι επιδιώκει ο παθολογικά ζηλιάρης Αντώνης όταν ξαναεπισκέπτεται τη γυναίκα του - να επανακάμψει στην οικογενειακή εστία μετανιωμένος ή να διεκδικήσει ένα φιλικό διαζύγιο; Ο Συμπάρδης ελάχιστα επινοεί με τη φαντασία του όσον αφορά τη ζωή των προσφάτως ανεπτυγμένων μικροαστικών νοτίων προαστίων. Περισσότερο έχεις την εντύπωση πως διεισδύει σχολαστικά σε όσα συμβαίνουν τριγύρω του, τα ζυγίζει, τα σταθμίζει και τα συνταιριάζει κατορθώνοντας να δημιουργήσει το παράδοξο αίσθημα της πραγματικότητας. Με μικρές εύστοχες λεπτομέρειες που αναφύονται μέσα από την εξαιρετικά προσεκτική καταγραφή εκατοντάδων καθημερινών κινήσεων: Την αφύσικη αίσθηση πως μεγαλώνοντας μερικοί άνθρωποι μένουν αγέραστοι όπως αγέραστα παραμένουν τα ζώα. Την ασυνήθιστη ομοιότητα ορισμένων λεπτοφυών εύθραυστων ανδρών που πάσχουν από μια σπάνια ασθένεια, την οστεοψαθύρωση. Την ακριβή διαπίστωση πως ως έδεσμα, ακόμα κι όταν δεν είναι καλή, η ιταλική πίτσα ποτέ δεν είναι κακή. Ο εξαιρετικά πολυάριθμος όγκος των μικρών πληροφοριών με τις οποίες ο συγγραφέας μας φέρνει αντιμέτωπους, μοιάζει να αποτελεί την επιβεβλημένη προϋπόθεση για να πραγματοποιήσει μια αποκωδικοποίηση του DNA των ανθρωπίνων σχέσεων - πληροφορίες με τις οποίες δεν πλήττουμε ποτέ γιατί ολοένα ψάχνουμε να ανακαλύψουμε τι βρίσκεται από πίσω, κι από δίπλα κι από κάτω.
Παρά τις ομοιότητες, η «Υπόσχεση γάμου» δεν αποτελεί επανάληψη του «Αχρηστου Δημήτρη». Εκείνο ήταν ένα φυγόκεντρο μυθιστόρημα που θεματοποιούσε την απόλυτη τυχαιότητα - τον κόσμο ως αντίσταση σε οποιαδήποτε ερμηνεία. Αν και εμφανίζεται φυγόκεντρη, η «Υπόσχεση γάμου» από κάποια στιγμή κι έπειτα εστιάζει στον Ζαχαρία (που θα μπορούσε να αποτελεί μια σύγχρονη εκδοχή του πρίγκιπα Μίσκιν). Για όσους έχουμε πολύ συχνά την αίσθηση του βασανιστικά παράδοξου, το έργο του Γιώργου Συμπάρδη προσφέρει μεγάλη υπαρξιακή παρηγοριά - όπως άλλωστε και η παραδειγματικώς σεμνή δημόσια ζωή του.
Tης Ελισαβετ Kοτζια


Πριν από είκοσι τέσσερα χρόνια διάβασα ένα βιβλίο που μου εντυπώθηκε. Το «Μέντιουμ», του πρωτοεμφανιζόμενου Γιώργου Συμπάρδη, ήταν μια νουβέλα με πρωταγωνιστή την Αθήνα της μεταπολίτευσης, αλλά μια Αθήνα διόλου μητροπολιτική και φαντασμαγορική. Το βιβλίο περιέγραφε μια Αθήνα υπόκωφη και κρυμμένη, την Αθήνα των λαϊκών ανθρώπων με τα μικρά όνειρα και τις μισοτελειωμένες επιδιώξεις, έναν κόσμο γεμάτο υπονοούμενα, λελογισμένη φτώχεια, σημάδια ημιορατά, διαψευσμένες ζωές. Και δεν ήταν ηθογραφία. Το «Μέντιουμ» μιλούσε για μια κοινωνία και μια ζωή που έμεναν στα αζήτητα της νεοελληνικής τέχνης: να, αυτό μου εντυπώθηκε.
Ο Συμπάρδης (γενν. 1945), μετά έντεκα χρόνια σιωπής, συνέχισε τη μικροανατομία του με ένα εξίσου ή και περισσότερο έκκεντρο μυθιστόρημα, τον «Αχρηστο Δημήτρη», μια δαιδαλώδη αφήγηση προσώπων, βίων, βουβών ερώτων, ματαιώσεων, ανεξήγητων ανατροπών. Ενα μυθιστόρημα για την Ελλάδα του ’70–’80, για τα αισθήματά της τα μισά και αντινομικά, για τη λειψή της ενηλικίωση.
Το ’98, ο «Δημήτρης». Δεκατρία χρόνια σιωπής. Και τώρα η «Υπόσχεση γάμου». Αθήνα στα πρόθυρα της Κρίσης, μικροαστικές και λαϊκές συνοικίες, Καλλιθέα, Φάληρο, Ταύρος, Μοσχάτο, Καμίνια, ο Ηλεκτρικός από την Κηφισιά, διαδρομές με ταξί, πνιγηρά ουζερί, μικρά διαμερίσματα. Τέσσερις γυναίκες στα σαράντα, Αλέκα, Ολγα, Βιβή, Ματίνα – η στέρεη, η όμορφη παθητική, η γεροντοκόρη, η ραγισμένη ψυχωτική. Με όλες σχετίζεται ποικιλοτρόπως ο συνομήλικος Ζαχαρίας, ένας αδύναμος άνδρας, δειλός, λούζερ, ευγενικός· φλερτάρει, αρραβωνιάζεται παντρεύεται. Στο φόντο, άλλοι άνδρες, μοιραίοι, μνησίκακοι, αρπακτικοί, λάγνοι, άνδρες–σκιές. Το βιβλίο είναι γραμμένο ψιλοβελονιά, με λεπτομερέστατες ρεαλιστικές καταγραφές της πιο πεζής καθημερινότητας, ο αφηγητής μπαίνει σε γκαρσονιέρες και τριάρια λαϊκών πολυκατοικιών, σε κουζίνες και βεράντες, με μιαν αφόρητη πεζολογία βλέπει και μιλάει, σχεδόν μουρμουρίζει, στ’ αυτί του αναγνώστη, χτίζει σιγά σιγά, βασανιστικά, χαρακτήρες και σχέσεις, ανθρώπους χωρίς μεγαλείο, τυραννισμένους, αδύναμους, παραδομένους στη μοίρα. Αυτή η πεζολογία, η αβάσταχτη και βασανιστική, είναι η μεγάλη αρετή του βιβλίου: το κουβάρι των ταπεινών βίων διαρκώς ξετυλίγεται και διαρκώς μπερδεύεται, οι άνθρωποι διαγράφονται όλο και διαυγέστερα, και η τόση διαύγεια, ο τόσος ρεαλισμός, απολήγει στο παράδοξο, στο αλλόκοτο. Η ζωή είναι αλλόκοτη. Τόσο πιο αλλόκοτη όσο πιο απλή.
Η «Υπόσχεση γάμου» είναι μια οδυνηρή επισκόπηση της ελληνικής κοινωνίας, των πιο μαζικών στρωμάτων της, των μικροαστικών και λαϊκών, τόσο μαζικών και προφανών, τόσο αντιηρωικών και τετριμμένων, που δεν θέλει να τα δει και να τα ιστορήσει η σημερινή ελληνική τέχνη, δεν θέλει καν να γνωρίζει την ύπαρξή τους – με εξαίρεση ελάχιστους νεότερους κινηματογραφιστές, σαν τον Γ. Οικονομίδη λ.χ. Ο Γ. Συμπάρδης, απεναντίας, προγραμματικά σχεδόν, από το πρώτο του βιβλίο βυθίζει το βλέμμα του σε αυτή την «αόρατη», την πανταχού παρούσα, μικροαστική Ελλάδα και ακολουθεί τους ανθρώπους της, τους ζωγραφίζει, τους παρακολουθεί, τους ακούει, αναμεταδίδει τους φόβους και τα πάθη τους, τον χαμηλοτάβανο κόσμο τους. Δεν κρίνει, δεν κατακρίνει, δεν ειρωνεύεται, δεν δικάζει. Γράφει. Σαν καλλιτέχνης, τους δημιουργεί, τους δίνει ζωή και υπόσταση. Σαν άνθρωπος, τους συμπονάει, χωρίς να τους οικτίρει, χωρίς να τους χαρίζεται· ζει ανάμεσά τους, αναπνέει μαζί τους.
Κυρίως, δεν φοβάται το θέμα του, το τόσο τριμμένο και προφανές, το τόσο μπανάλ: ζωές ανθρώπων χωρίς μεγαλείο, χωρίς πετάγματα, χωρίς λάμψη, άνθρωποι χωρίς ιδιότητες, οι αόρατοι του μετρό, οι αόρατοι του σούπερ μάρκετ. Οι γυναίκες του βιβλίου εργάζονται σκληρά, νοσοκόμες και τραπεζοκόμοι, σκέφτονται τη σύνταξη, είναι σαραντάρες, ο έρωτας φτερουγίζει ακόμη, αλλά αδύναμα, είναι φτωχές. Οι άντρες δουλεύουν για είκοσι ευρώ μεροκάματο, βάρδια ταξί. Οι άνθρωποι είναι φτωχοί, στο όριο: λογαριάζουν το δεκάρικο, οι λογαριασμοί σπιτιού τούς ταράζουν, οι πιστωτικές είναι στα κόκκινα, μια παρεκτροπή τζόγου κλονίζει ολόκληρη οικογένεια. Είναι μια κοινωνία σε κρίση, πριν από την παρούσα κρίση.
Αλλά το μυθιστόρημα καθαυτό δεν κάνει κοινωνιολογία, ούτε καν αυτή που του αποδίδουμε. Η «Υπόσχεση γάμου» περιγράφει τη ζωή ως διαρκή κρίση, ως δοκιμασία. Σκύβει πάνω απ’ τις ζωές των μικρών και ασήμαντων ανθρώπων. Πηγαίνει τόσο κοντά ώσπου τις γυρνάει απ’ την ανάποδη: και τότε φανερώνονται, μέσα από μικρές εκλάμψεις, το παράδοξο της ζωής, τα κρυμμένα μυστικά, οι ψυχαναλυτικές συμπτώσεις, η ζωή σαν ζαριά. Αλλά και οι στρατηγικές επιβίωσης, η αντοχή των αδύναμων, η συχώρεση της θηριωδίας, η αποδοχή του βίου σαν θαύμα και σαν βάσανο.
Η ανάγνωση ξεγελάει στην αρχή, με την ηθελημένη, αβάσταχτη πεζολογία του βιβλίου. Πολύ σύντομα, μαγνητίζει: οι ζωές των άλλων είναι η δική σου ζωή. Διαβάζεται σαν μακρύς αναστεναγμός.
Tου Nικου Γ. Ξυδακη