Δευτέρα, 28 Απριλίου 2014

Η Ιστορία ως ατραπός διεξόδου σε καιρούς αδιεξόδων

Μαρία Δ. Ευθυμίου

Αναπλ. Καθηγήτρια Ιστορίας

Τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας

Πανεπιστήμιο Αθηνών

Γεννιόμαστε ως Ιστορία: στο κορμί  μας είναι τυπωμένη η βιολογική ιστορία των γενεών που μας γέννησαν˙  στην μορφή μας  αποτυπώνονται τα χαρακτηριστικά των συγγενών μας που  έφυγαν  από την ζωή ή και ζουν ακόμα˙ στις συμπεριφορές μας είναι χαραγμένες -συνιστώντας «χαρακτήρα» και «νοοτροπία»- ατταβιστικές εμπειρίες, αντιδράσεις και στάσεις ζωής των γενεών του παρελθόντος.

Γεννιόμαστε εύθραυστα, θνησιγενή όντα, ωστόσο το παρελθόν που εμπεριέχεται μέσα μας μάς συνδέει με τον βαθύ χρόνο και μας εγκαθιστά στην αιωνιότητα. Ζούμε λιγότερο απ’ τον ελέφαντα ή την χελώνα και περισσότερο απ’ την πεταλούδα, το σύντομο, ωστόσο, πετάρισμά μας σ’ αυτήν την ζωή διαφέρει στο είδος μας, γιατί έχουμε συνείδηση των παραμέτρων της και γιατί μπορούμε να την εντάξουμε στον χρόνο. Και ο χρόνος –η συνείδηση του χρόνου, άρα και του θανάτου- είναι αυτό που μας  καθιστά  συνειδητούς μετόχους της Ιστορίας.

Αν στην παιδική μας ηλικία -καθώς δεν έχουμε συναίσθηση του θανάτου-  η αίσθηση του χρόνου και, επομένως, και  της ιστορικότητάς μας είναι χαλαρή˙ αν στην εφηβεία μας και στην πρώιμη ενηλικίωσή μας ο έρωτας που θα έλθει, απομακρύνοντας την αίσθηση του χρόνου και του θανάτου, μας κάνει να νοιώθουμε αιώνιοι και παντοδύναμοι , το κύλισμα της ζωής, η επαναφορά μας στην κατάσταση του θνητού  και οι συσσωρευμένες εμπειρίες θα μας παράσχουν το συναρπαστικά βαρύ προνόμιο της  συνείδησης της ιστορικότητάς μας. Η συνείδηση αυτή συνδέεται, αφενός, με την συναίσθηση του θανάτου,  τον συσσωρευμένο χρόνο και τις εμπειρίες και ,αφετέρου, με την δυνατότητά μας να παρατηρούμε τον εαυτό μας και τους γύρω μας ζώντας μέσα στις προσωπικές και τις συλλογικές εμπειρίες, την ίδια ώρα που μπορούμε να αποστασιοποιούμαστε από αυτές.

 Ο χρόνος της ζωής μας έχει, εξάλλου, δουλέψει αδυσώπητα προς όφελος της γνώσης και της αυτογνωσίας:  στην γεωγραφία του κορμιού μας διαβάζουμε ήδη, εκατοστό το εκατοστό, την ιστορία της ζωής μας, τις χαρές και τις λύπες της, τις νίκες και τις ήττες της˙ στις συμπεριφορές μας καταγράφεται,  λεπτό προς λεπτό, η ιστορία των  συγκρούσεων και των συμπλεύσεων, των αρμονιών και των δυσαρμονιών μας˙  στα αισθήματά μας  χαράσσεται ανεξίτηλα η ιστορία των σχέσεών μας, οι μεταμορφώσεις των ερμηνειών μας,  τα ομοιοβαρή ή ετεροβαρή των καρδιοχτυπιών μας˙ στις μεταλλασσόμενες ιδεολογίες μας αποτυπώνονται οι σταδιακές συνειδητοποιήσεις των συλλογικοτήτων μας και η ιστορία των ανησυχιών μας  για τις ευρύτερες λειτουργίες της προσωπικής και συλλογικής μας ζωής, στο παρόν και μέλλον.

Όλο και περισσότερο προσμετρούμε τον θάνατο. Όλο και περισσότερο αξιολογούμε την ζωή. Όλο και περισσότερο εξοικειωνόμαστε με τον βαθύτερο κώδικα ανάλυσης και κατανόησης του εαυτού μας και του άλλου. Όλο και βαθύτερα βιώνουμε  την Ιστορία.

Γιατί Ζωή και Ιστορία ταυτίζονται. Στην σύμπλευση αυτή, η μελέτη της Ιστορίας και ο στοχασμός πάνω στην Ιστορία μόνον ως προνόμιο και ευεργεσία μπορούν να θεωρηθούν, μιας και ο έλεγχος του εαυτού μας και της κοινωνίας μας, εξοικειώνοντάς μας με το μεγαλύτερο εργαλείο της Ιστορίας, την παρατήρηση, μας προσφέρει το όργανο προσέγγισης της ζωής των άλλων ανθρώπων τόσο στην συγχρονία, όσο και στην διαχρονία. Τούτο οξύνει τον στοχασμό μας για τις μεγάλες παραμέτρους των ανθρωπίνων συναφειών, προσφέροντας βάθος σκέψης, μεγαλόθυμη αντιμετώπιση του Τώρα και κατασταλαγμένη πνευματική γαλήνη στο Σήμερα.

Με την έννοια αυτή, η Ιστορία, στην διάσταση του μακρού χρόνου, εργαλειοποιώντας την συναισθηματική απόσταση από τα πράγματα και ενισχύοντας την ετερογνωσία, εκκαθαρίζει τις διόδους ερμηνειών του παρόντος, επιτρέποντας στον καθένα ασφαλέστερη αυτογνωσία και αυθεντικότερη κατανόηση του Άλλου. Kαι, επομένως, βαθύτερη κατανόηση  των συλλογικών καταστάσεων, αντιδράσεων και συμπεριφορών.

Η πλευρά αυτή της μελέτης της ιστορίας καθίσταται ιδιαίτερα ευεργετική σε καιρούς κρίσεων, κατά τις οποίες οι συλλογικές αντιδράσεις  γίνονται εξαιρετικά περίπλοκες. Στην συνάφεια μιας κρίσης, η ανθρώπινη εγρήγορση εντείνεται, το αίσθημα ανασφάλειας -το οποίο οι μη ελεγχόμενες καταστάσεις προκαλούν- οξύνει αντιδράσεις και συμπεριφορές, την ίδια ώρα που τα αισθήματα μεταλλάσσονται και μεγιστοποιούνται δίνοντας, ευκολότερα από άλλοτε, χώρο στην βία και την σύγκρουση.

Υπό την έννοια αυτή, ο παρατηρών την ζωή και μελετών την ιστορία  θα μπορούσε να θεωρήσει διανοητικό προνόμιο την εκ του σύνεγγυς εμπειρία των μεταλλάξεων μιάς κοινωνίας σε κάθοδο και κρίση.  Τούτο έχει έτσι, εφόσον η εν κρίση κοινωνία είναι αλλότρια. Όταν, όμως, πρόκειται για την δική σου κοινωνία, το προνόμιο αυτό γίνεται  σπαρακτικά τραγικό και  αβάσταχτα  βαρύ –ένα είδος βασανιστηρίου του παρατηρούντος.

Παιδιά μιάς κρίσης είμαστε όλοι εμείς που βρισκόμαστε στην αίθουσα αυτή. Η κοντινότερη περίοδος της ιστορίας που μας έχει γεννήσει είναι αυτή του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου και των μεταπολεμικών περιπλοκών της ελληνικής πολιτικής και κοινωνικής ζωής. Η περίοδος του Εμφυλίου της δεκαετίας του ‘40 καθόρισε και καθορίζει τις παραμέτρους κάθε κρίσης που η χώρα μας έκτοτε έζησε και ζει, υπαγορεύοντας υποδορίως στάσεις ζωής, αντιδράσεις και συμπεριφορές. Και το λέω τούτο καθώς, κατά την γνώμη μου, οι στρεβλώσεις των ατομικών συναισθημάτων και των  συλλογικών συμπεριφορών που τα γεγονότα του Εμφυλίου γέννησαν είναι αυτές ακριβώς που οδήγησαν την ελληνική κοινωνία  στο να απεμπολήσει τις ευκαιρίες ανόρθωσης των τεσσάρων τελευταίων δεκαετιών και να αυτοσυντριβεί οικονομικά, πολιτικά και ηθικά,  φτάνοντας έως εδώ.

Η αγωνία μου για την αυτοκτονούσα κοινωνία μου είναι αυτή που με ώθησε, εδώ και δεκαετίες, παράλληλα με την μελέτη και την ερευνητική πανεπιστημιακή μου εργασία, να δοθώ με μεγάλη έμφαση στην διδασκαλία της Ιστορίας, τόσο στο φοιτητικό κοινό, όσο και εκτός Πανεπιστημίου. Ο στόχος μου ήταν ιδιοτελής, μιας και ικανοποιούσε την αγωνία μου να πράξω, ως πολίτης, κάτι μπροστά στο κακό που ήταν -εν εμφανή, για εμένα- εξελίξει. Ήταν, όμως, και ανιδιοτελής, μιας και πίστεψα και πιστεύω πως η Ιστορία μπορεί να βοηθήσει μια κοινωνία στις βαριές συζητήσεις που πρέπει να κάνει με τον εαυτό της όταν βρίσκεται σε αδιέξοδο. Ιδιαιτέρως, μάλιστα, όταν η ίδια η κοινωνία  είναι εκείνη που έχει διαμορφώσει το αδιέξοδό της αυτό με την ευθυνοφοβία/ την αδιαφορία/ την θρασύδειλη μετάθεση των ατομικών και συλλογικών ευθυνών/ την ηδονική, συστηματική – πάντα «εν ιερά αγανακτήσει» και ατιμωρητί- καταστροφή των δημοσίων αγαθών/ τους  παλληκαρισμούς αενάως «οργισμένων»  «αγωνιστών» που «μάχονται για τον λαό», δηλ. για τα ιδιοτελή προσωπικά τους συμφέροντα και εκείνα των συντεχνιών τους, προς βλάβην του συνόλου/ την  ανερυθρίαστη στρεψοδικία/  την εξαγιασμένη φυγοπονία/ την αναγωγή της περιφρόνησης των δικαιωμάτων του άλλου σε υπέρτατη αξία. Την ασφαλή συνταγή, δηλαδή, για ένα επαίσχυντο τέλος.  

Δόθηκα στην διδασκαλία της Ιστορίας γιατί πιστεύω πως η μελέτη της Ιστορίας, εντάσσοντάς μας στην γενικότερη ροή των ανθρωπίνων συναφειών στον βαθύ χρόνο, λειτουργεί ανακουφιστικά, καθώς  μας επιτρέπει να συνομιλήσουμε με το Τώρα μας  διεισδυτικότερα,  λιγότερο τραυματικά και, επομένως, αποτελεσματικότερα. Δημιουργώντας μιαν ατραπό στοχαστικής διαφυγής από το Τώρα, η Ιστορία, σε δύσκολους καιρούς,  ανοίγει ορίζοντες που επιτρέπουν την επανατοποθέτηση του εαυτού μας στο Σήμερα, την εκ μέρους μας αναπροσέγγιση της κοινωνίας μας και του κόσμου. Μας οδηγεί, δηλαδή, στην αλλαγή μας ως μονάδες που, με την σειρά της, θα επιτρέψει την  απελευθέρωση της κοινωνίας μας, ως σύνολο, από το τέλμα μέσα στο οποίο αυτή έχει αυτοοδηγηθεί.

 Η βεβαιότητά μου ότι το πρώτο που χρειαζόμαστε, ως  κοινωνία, είναι η εσωτερική μας αλλαγή και αναπροσδιορισμός του καθενός μας είναι αυτή που με έφερε σε δεκάδες Δήμους, Σχολεία, Πανεπιστήμια, Πολιτιστικούς Φορείς, Φυλακές και Κέντρα Αποτοξίνωσης σ’ ολόκληρη τη χώρα, προκειμένου να διδάξω, άνευ υλικής αμοιβής, Κύκλους Παγκόσμιας και Ελληνικής Ιστορίας. Από την πολλή διδασκαλία η φωνή μου αλλοιώθηκε και βράχνιασε, η ψυχή μου, ωστόσο, γέμισε ικανοποίηση κι ομορφιά στο συναπάντημά μου μ’ ένα κομμάτι του ελληνικού λαού γεμάτο φιλομάθεια κι ευγένεια, γενναιοδωρία και στοχασμό. Με γέμισε μ’ ελπίδα πως, ίσως,  μπορεί να υπάρξει ένα διαφορετικό αύριο.

Γι’ αυτό το αύριο το τόσο ακριβό η τόση διδασκαλία. Η τόση βραχνάδα. Μια βραχνάδα που δεν είναι τίποτε άλλο παρά ένας λυγμός για τα δεινά της χώρας μου, για τα όσα μεγάλα και ουσιαστικά πετάξαμε στον κάλαθο των αχρήστων, για τα όσα ρηχά και καταστροφικά υιοθετήσαμε και υπηρετήσαμε. Τόσες χιλιάδες ώρες ομιλίας κατά τις διδασκαλίες μου που δεν ήταν, στην πραγματικότητα, τίποτ’ άλλο παρά ενός λεπτού σιγή για την ελληνική γλώσσα, την σπουδαία γλώσσα μου, που υποβαθμίζεται, τσαλακώνεται και πετιέται/ για την ομορφιά των ασβεστωμένων τοίχων με το γιασεμί που έχουν, πια, μετατραπεί σε χώρους ρύπων και μουτζούρας/ για την μέχρι προ τριακονταετίας  κραταιή ελληνική Δημόσια Εκπαίδευση που καταρρέει αυτοβυθιζόμενη στην βία και την αυθαιρεσία, οι οποίες έχουν, από πολλού, καταστεί κανονικότητες της καθημερινότητάς της.

Ενός λεπτού σιγή για τις ρίζες μου και  για τον τόπο που με γέννησε, με ανέθρεψε και  με διαμόρφωσε.   Την Ελλάδα.


                                                       Αθήνα, 10 Δεκεμβρίου 2013



Σάββατο, 26 Απριλίου 2014

"Οι μοιραίοι του Βερολίνου" Αλ. Ίσαρης

Η ΙΝΓΚΕ ΚΑΙ ΕΓΩ 
(όπου εγώ γίνομαι η φωνή του αφηγητή)

Την Ίνγκε τη γνώρισα σε ένα διήγημα του Αλέξανδρου Ίσαρη μέσα σ΄ ένα καραβάκι της λίμνης Τέγκελ, Γερμανίδα. Μια Βερολινέζα δοσμένη σε μια ασπρόμαυρη ζωή, όπως πιστεύω πως και οι περισσότεροι γερμανοί δεν έχουν χρώμα στη ζωή της. Ίσως όταν εισβάλει το χρώμα στη ζωή τους, τότε η ζωή τους ανατρέπεται, όπως και η βάρκα μέσα στη οποία γνώρισα τη Ίνγκε, που δεν ανατράπηκε βέβαια, οδήγησε όμως τη Ίνγκε στην ανατροπή. Μέσα στη βάρκα λοιπόν με τον ήλιο στο πρόσωπό της, στους ώμους της, και τις σκιές μας πάνω στο σώμα της. Πόσο διεγερτικό βρίσκω την σκιά μου πάνω στο σώμα μιας γυναίκας. Αόρατα χέρια να ταξιδεύουν απρόσκλητα σε ξένα κορμιά. Πάνω στη βάρκα εγώ η Ίνγκε και ο Μπρούνο. Ο Μπρούνο, ο σπουδαστής της δραματικής σχολής, που μου ζήτησε μια πληροφορία για τα μινωικά ανάκτορα. Κι εγώ εκτός από την πληροφορία τον γνώρισα και στον Κλάους, τον άντρα της Ίνγκε. Και τον ερωτεύτηκε παράφορα. Η Ίνγκε η δοσμένη στον άντρα της και την εργασία της έγινε ο θεατής ενός έρωτα ασύδοτου και αδηφάγου ανάμεσα στον Μπρούνο και τον Κλάους.Έμπαινε απλώς ως επισκέπτρια στον έρωτά τους και συγκλονιζόταν από τις δονήσεις του. Μεταμορφώθηκε σ΄ ένα πυρακτωμένο ενδιάμεσο, παραγκωνίστηκε και βρέθηκε αποδιωγμένη να σπαρταράει στο δωμάτιο κάποιου ξενοδοχείου με ένα πιστόλι στο χέρι της. Την είχα συναντήσει μερικές μέρες πριν αυτοκτονήσει στο ξενοδοχείο όπου είχε εγκατασταθεί. Μου μιλούσε συνέχεια για συγγραφείς που έδωσαν οι ίδιοι τέλος στη ζωή τους: Βιρτζίνια Γουλφ, Τσέλαν, Παβέζε, Μαγιακόφσκι, Σύλβια Πλαθ, Τουχόλσκι, Κλάους Μαν, Μπένγιαμιν, Χέμινγουέι, Έγκον Φριντέλ, Τσβάιχ, Μισίμα... Δεν μιλώ πια για την Ίνγκε, δεν μιλώ για κεφάλαια πολύτιμα στη ζωή μου. Έχουν όμως τόση δύναμη μέσα τους που ξεπροβάλλουν στη ζωή μου απρόσκλητα ώστε αναγκάζομαι με παντομιμικές χορευτικές αδέξιες φιγούρες να συζητώ μαζί τους. Και προβληματίζομαι...Πόσο κύριοι της μοίρας μας είμαστε; Πόσο προγραμματίζουμε και ελέγχουμε τις φιλίες μας, τις σχέσεις μας, τους έρωτές μας; Μήπως κάποιος κύριος (μπορεί τελικά και με κεφαλαίο Κ) από εκεί ψηλά να σπάει πλάκα με τις διαδρομές που έχει σχεδιάσει για τον καθένα μας;      

Τρίτη, 15 Απριλίου 2014

Aλέξανδρος Ίσαρης


Εξομολόγηση, 2001

Ένα διανοητικό σταυρόλεξο πλασμένο με εικόνες .... ανθρώπινα μέλη ... αιδοίο .... στέρνο ... μάτια ... φλέβες, αρτηρίες, αγγεία... η εξομολόγηση δεν έχει μια οργανωμένη παρουσία, είναι αποσπασματική...



Γυναίκα σε κόκκινο ουρανό, 1999

Μάτια κλειστά .... ένας τρόπος να ξυπνάς το πάθος ... και να κινητοποιείς τις αισθήσεις μέχρι τα βάθη του εαυτού σου...




Νάρκισσος με σταφύλι, 1997

Η ωραιότητα του σώματος προϋποθέτει μοναξιά ... η ομορφιά φυλακισμένη σε ένα σώμα...

Δευτέρα, 14 Απριλίου 2014

"Μισάνθρωπος" Μολιέρος


Ο Μολιέρος (1622-1673) ασχολήθηκε από νωρίς με το θέατρο, αν και οι πρώτες προσπάθειές του ήταν αποτυχημένες. Αργότερα περιοδεύοντας ως ηθοποιός και θιασάρχης στη νότια Γαλλία για 13 χρόνια θα αναπτύξει τις ικανότητές του τόσο του κωμικού ηθοποιού όσο και του κωμωδιογράφου. Η επιτυχία του θα έχει ως αποτέλεσμα να κερδίσει την εύνοια του βασιλιά. Θα τον φθονήσουν γι΄ αυτό και θα αντιμετωπίσει τις επιθέσεις πολλών αντιζήλων.
Ο Μολιέρος αναζητά τους ήρωές του μέσα από την εποχή του. Σπουδάζει το χαρακτήρα, το ήθος, τις επιλογές των προσώπων, τις παρεκκλίσεις τους από το κοινωνικά αποδεκτό. Οι ήρωες του Μολιέρου είναι άτομα παθολογικά, κοινωνικώς ασθενούντα. Κινούμενα εκτός ορίων παράγουν το γέλιο. Ο Μολιέρος επιμένει στο ελάττωμα, το τρωτό σημείο του χαρακτήρα. Αυτό προκαλεί την κριτική του, αυτό παραμορφώνει, για να το διορθώσει με τη δύναμη του γέλιου, απογυμνώνοντας έτσι τον ήρωά του. Ο αριστοτελικός ορισμός της κωμωδίας ως μιμήσεως πράξης φαύλης έχει άμεση σχέση με την μολιερική κωμωδιογραφία.
Τον Ιούνιο του 1666 ο Μολιέρος εξέδωσε την κωμωδία Ο Μισάνθρωπος (Le Misanthrope), μία σάτιρα σχετικά με την υποκριτική ευγένεια και την ανέντιμη κολακεία στην βασιλική αυλή αλλά και στα σαλόνια του Παρισιού.
Η ασυνήθιστα έντονα αυτοβιογραφικά αποτυπωμένη φιγούρα του Αλσεστ, του πρωταγωνιστή του Μισάνθρωπου, αντικατοπτρίζει την απέχθεια του Μολιέρου και την μη θέληση του να ενταχθεί στη ζωή της βασιλικής αυλής, όπου κυριαρχούσε το ψεύδος, η υποκρισία, οι ίντριγκες και η κολακεία.
        Ο Μολιέρος με τον Μισάνθρωπο δεν σκιαγραφεί μόνο μια κοινωνία κι ένα σύστημα ασκώντας κριτική, αλλά κι έναν ανθρώπινο χαρακτήρα διαχρονικό  που αντιτάσσεται στη διάβρωση, τη χυδαιότητα, την υποκρισία, τα ύποπτα συμφέροντα και τον αμοραλισμό. Ασυμβίβαστος επιτίθεται προς όλους και προς όλα εως τη στιγμή που αναγκάζεται να αποχωρήσει απο την κοινωνία αυτή για να μπορέσει "να ζήσει ως τίμιος άνθρωπος".

Στον «Μισάνθρωπο» δραματοποιεί την αποστροφή του Αλσέστ προς το συνάνθρωπο, δημιουργώντας ένα γοητευτικό ήρωα, που σαρκάζει τα ελαττώματα των άλλων. Ο Αλσέστ είναι γεμάτος μίσος χωρίς εξαίρεση.
ΑΛΣΕΣΤ (η σχέση του με τους άλλους):…Δεν ξέρω τι μυαλά κουβαλάτε εσύ κι άλλοι που κάνετε τους μοντέρνους, πάντως εγώ τις σιχαίνομαι αυτές τις δήθεν κοινωνικότητες. Γιατί να ξεγοφιάζεσαι στις υποκλίσεις, γιατί να στεγνώνει η γλώσσα σου από τα ψεύτικα λόγια και γιατί να ορκίζεσαι φιλίες με τον ίδιο τρόπο και στους άξιους και τους γελοίους;  Τι σας πιάνει όλους εσάς τους μοντέρνους; Γιατί ξοδεύετε λέξεις και συναισθήματα με την ίδια ευκολία στον έντιμο και τον απατεώνα; Η εκδήλωση ψεύτικων αντιδράσεων οικειότητας είναι ειδικότητα της πόρνης, όχι του τίμιου ανθρώπου. Οι αντιδράσεις μας στους άλλους πρέπει να έχουν διαβαθμίσεις: αν δείχνουμε ότι τους εκτιμάμε όλους, είναι σίγουρο πως δεν εκτιμάμε κανέναν. Εσύ τι να πω! Τώρα τελευταία τους αντιμετωπίζεις όλους με τόση διαστροφική κοινωνικότητα, που μου απαγορεύεις να σε θεωρώ και δικό μου φίλο. Εγώ καταδικάζω όποιον θέλει να γίνει αρεστός σε όλους και τους φέρεται με τον ίδιο ευγενικό τρόπο, γιατί θέλω να με ξεχωρίζουν και να μ΄ επιλέγουν γι΄ αυτό που είμαι. (μύθος αισώπου με το Διογένη).
Ο Μολιέρος υποπτεύθηκε πως ένας απόλυτα αρνητικός τύπος θα ήταν για την κωμωδία καταστροφή και γι΄ αυτό τον έκανε τρωτό στον έρωτα. Και ως ερωτευμένος με πρόσωπο που συγκεντρώνει κάθετι από τα αρνητικά που μισεί, γίνεται γελοίος.
ΑΛΣΕΣΤ (πως ορίζει τον έρωτα): Ο έρωτας που νιώθω για τη νεαρή χήρα κάθε άλλο παρά με τυφλώνει. Βλέπω τα ελαττώματά της και, παρόλο το πάθος μου γι΄ αυτήν, είμαι ο πρώτος που τα κατακρίνω. Βέβαια, της έχω μεγάλη αδυναμία, γιατί είναι τόσο χαριτωμένη που, όσα τρωτά κι αν έχει, βρίσκει τρόπους υπέροχους να τα καλύπτει. Όμως κι εγώ έχω τόση φλόγα μέσα μου γι΄ αυτήν, που θα κάψει στην ψυχή της όλα τα ελαττώματα και θα την ξανακάνει άσπιλη.
ΑΛΣΕΣΤ (απευθυνόμενος την αγαπημένη του Σελιμέν): …Το μόνο που είπα είναι να κρατάτε την καρδιά σας λιγότερο εύκολη και να δείχνετε πιο αυστηρή. Ξέρω πως, όπου πάτε, γοητεύετε τους άντρες, εκείνοι σας πλησιάζουν, κι εσείς δεν τους αποθαρρύνετε. Αντίθετα, τους δίνετε ελπίδες κι εκείνοι μαζεύονται γύρω σας, όλο και περισσότεροι κάθε φορά. Νομίζω πως, αν η φιλαρέσκειά σας ήταν πιο συγκρατημένη, οι θαυμαστές γύρω σας θα μειώνονταν. Αλήθεια, κυρία μου, πείτε μου τι έχει πάνω ο τυχερός Κλιτάντρ και σας αρέσει τόσο; Γιατί δείχνετε να τον εκτιμάτε; Μήπως σας μάγεψε το μακρύ νύχι στο μικρό του δάχτυλο; Μήπως σα θάμπωσε η πανάκριβη ξανθή περούκα του; Μήπως γοητευτήκατε απ΄ τις δαντέλες του και τις κορδέλες του; Μήπως σας κατάκτησε με τα μοντέρνα ρούχα του; Μήπως σας συγκίνησε το γαργαρό του γέλιο και η ψιλή φωνούλα του; Πάντως, του δείχνετε αδυναμία!
Και στο τέλος η νεαρή χήρα προδίδει τον Αλσέστ. Χωρίς αμφιβολία ο τύπος αυτός δραματουργικά μπορεί να είναι τραγικός, όπως και ο Τίμων ο Αθηναίος του Σαίξπηρ. Ο Σαίξπηρ  όμως παρουσίασε τη μισανθρωπία του ήρωά του ως προδοσία από τη φιλία. Η εξέγερση του Αλσέστ όμως είναι ένα κάμωμα, ένα σκέρτσο, μια ιδιοτροπία, χωρίς βέβαια αυτό να σημαίνει πως οι αιτίες που την προκαλούν είναι ανύπαρκτες. Ο Αλσέστ είναι αλαζόνας. Γι΄ αυτό είναι ένας κωμικός τύπος.
ΑΛΣΕΣΤ(προδομένος): Μην κάνετε πως δεν καταλαβαίνετε! Κανονικά, έπρεπε να είστε κατακόκκινη από ντροπή. Ξέρω πως με προδώσατε, κι έχω αποδείξεις αυτής της άθλιας απιστίας σας! Να γιατί είμαι τόσο ταραγμένος. Οι φριχτές μου υποψίες, που τις ονομάζατε αδικαιολόγητες, αποδείχτηκαν αληθινές. Παρ΄ όλες τις διαβεβαιώσεις, εμένα κάποιο προαίσθημα μού έλεγε να φοβάμαι. Βέβαια, μη φανταστείτε πως θ΄ ανεχτώ την προσβολή που μου κάνατε: σίγουρα θα εκδικηθώ! Ξέρω πως τα αισθήματα κανένας δεν τα εξουσιάζει, γιατί πάντα η καρδιά βρίσκει τον τρόπο να κάνει το δικό της. Εάν, λοιπόν, ήσασταν ειλικρινής μαζί μου, το θέμα θα είχε τελειώσει: αν είχατε απορρίψει το αίσθημά μου, δεν θα είχα τώρα λόγο να είμαι θυμωμένος μαζί σας. Όμως εσείς υποκρινόσασταν, κάνατε πως δεχόσασταν το πάθος μου: αυτό είναι δολιότητα, είναι προδοσία! Τώρα που η λογική δεν ελέγχει πια τις πράξεις μου, δεν ξέρω πού θα μ΄ οδηγήσει ο θυμός μου!

Ο μολιερικός Αλσέστ φτάνει με τη συμπεριφορά του στα άκρα, αρνούμενος όχι μόνο τους φίλους του, αλλά και την Σελιμέ, με την οποία είναι ερωτευμένος, για να καταλήξει στο τέλος αναχωρητής και μόνος.

Σάββατο, 12 Απριλίου 2014

Joel Peter Witkin

Ένα ποίημα του Αλέξανδρου Ίσαρη μας οδηγεί με λέξεις στο μυστηριώδες έργο του φωτογράφου Joel Peter Witkin:

Αυτός ο κούφιος Ηρακλής
Δίπλα στα ματωμένα πόδια μιας παρθένας
Σημαίνει το χρόνο που σαν νυχτερίδα
Σκαρφαλώνει στο σεντόνι τ΄ ουρανού.
Ο νάνος αυτοκράτορας της Κίνας
Κρατά στεφάνι ξύλινο
Και μια μαϊμού χαϊδεύει τ΄ αχαμνά του.
Η βάση του σταυρού γυρίζει προς τα δεξιά
Και τα βυζιά του τέρατος κρέμονται
Πάνω από δίσκο με καρφιά.
Γενειοφόρος δεσποινίς και Έρωτες με σλιπ
Να το κεφάλι του Ιωάννη
Σε δίσκο με ρόδα κόκκινα







Βλέπω την Κλεοπάτρα με σώμα περιπάτου
Πάνω σε άλογο που μούχλιασε.
Στο πάνω μέρος σκελετοί με στρογγυλά οπίσθια.
Ασπρόμαυρες οι χάριτες με πέη βρεφικά
Η μια σε στάση αθλητή,η άλλη σαν Μαινάδα
Κι η τρίτη να ανέρχεται σε θρόνο.
Σε τρίποδα πανύψηλο βιδωμένη
Κι ανάμεσα σε κύκλους τρέμοντες
Γαμπρός χωρίς κοιλιά.
Κούκλα ιαπωνική κοιτά τους όρχεις ενός γίγαντα.
Με μηχανή κινείται το σώμα του νεκρού
Που μπήγει τα βέλη του στο σώμα του αγίου.







Κουτσουρεμένος Πάνας πήρε φως
Δίπλα στο φέγγος της καρδιάς του αστραπές.
Χύθηκαν τα μυαλά του ποιητή
Μυρίζει φονικό.
Δυο μούμιες γέροι φιλιούνται παθιασμένα
Μ΄ ένα φιλί παντοτινό.


Από τις ρώγες κρέμεται ο αθλητής του μποξ
Κρατώντας κρίνους και άνθη του αγρού.
Στου ταυρομάχου το αιδοίο
Αμήχανο το βλέμμα τριγυρίζει
Με βαλς αργό ο κλόουν
Μπήγει στη μύτη τα καρφιά.
Του Γκόγια ο στηθόδεσμος 
Μπροστά στα σύννεφα της Σιέρα Μάντρε θάλλει
Και ο φαλλός του Κρόνου αριστερά
Μια λεχώνα απειλεί που έχει τα μάτια της κλειστά.
Ο Μωλ έγινε μάρμαρο φοράει βέλο
Κι είναι στα χέρια του ο Χριστός
Σαν νεογέννητο πρησμένο και φριχτό.
Στο βάθος η Αφροδίτη αναδύεται
Με άγγελο που της χτενίζει τα μαλλιά
Ανθρώπινος υπόνομος με φωτοστέφανα
Μιας άλλης ομορφιάς
Στη ράχη της ασχήμιας.







Μια άλλη ομορφιά στη ράχη της ασχήμιας....πιθανώς! (σχόλιο δικό μου)

Πέμπτη, 10 Απριλίου 2014

"Ο άλλος Αλέξανδρος" Μαργ. Λυμπεράκη



Την ποιότητα της αδελφικής σχέσης νομίζω πως την προσδιόρισε ο Σοφοκλής στην τραγωδία του "Αντιγόνη". Ο αδελφός είναι αναντικατάστατος από τη στιγμή που δεν υπάρχουν γονείς ή δεν βρίσκονται σε παραγωγική ηλικία. Σύζυγο ακόμη και παιδιά μπορεί το άτομο-Αντιγόνη να αποκτήσει...αδελφό όμως όχι. Άρα η θέση του περίοπτη. Η λέξη αδελφός συμβολικά τουλάχιστον απέκτησε ένα περίεργο περιεχόμενο. Είναι το πρόσωπο στο οποίο αντικατοπτρίζεται κληρονομικά πλέον ο ψυχισμός σου, άρα το πρόσωπο με το οποίο μοιράζεσαι τα συναισθήματα που σου μετέφεραν οι πρόγονοι. Είναι επομένως το πρόσωπο με το οποίο μοιάζεις και μπορείς να αυτοπροσδιοριστείς. Το πρόσωπο που μπορείς να αγαπήσεις, αλλά και να μισήσεις ταυτόχρονα χωρίς να υπεισέρχεται απαραίτητα το ερωτικό ένστικτο. Είναι ο άλλος σου εαυτός.

"...Είναι στιγμές που με πιάνει πανικός, όταν συλλογίζομαι αυτό το σκάψιμο, και ότι κάτω από κάθε στοά υπάρχει άλλη στοά, και τα μαιανδρικά σχήματα Αγλαϊα- άνδρας της Αγλαϊας-Δωροθέα, Δωροθέα-Φωκίων-άλλη Αγλαϊα κι όλους τους δυνατούς συνδυασμούς, γιατί είναι άπειροι οι συνδυασμοί και αμφίβολοι, ένας πίνακας όπου είναι αδύνατο να ξεχωρίσεις το αντικείμενο από το φόντο, όχι γιατί λείπει το σχέδιο ή γιατί το χρώμα είναι σκοτεινό, αλλά γιατί αντικείμενο και φόντο μπορούν ν΄ ανταλλάξουν τους ρόλους τους, δεν ξέρεις πού ανήκει το περίγραμμα, τη μια στιγμή το βλέπεις έτσι, την άλλη αλλιώς, ναι, η οικογένειά μου με τρομάζει, ποια από τις δυο είναι η Αγλαϊα, ποιος...;"

Από την εποχή του ... Κάιν και του Άβελ παρήλθαν οι χρόνοι ανεπιστρεπτί, οι άνθρωποι συνδέονται και συνδυάζονται μεταξύ τους ποικιλοτρόπως, ένας ανθρώπινος ... χυλός, δίχως μορφή και δίχως ταυτότητα. Ο Αλέξανδρος, ο αφηγητής του μυθιστορήματος της Λυμπεράκη, ψάχνει να γνωρίσει τον αδελφό του, τον αδελφό του που έχει το ίδιο όνομα, Αλέξανδρος και αυτός, για να γνωρίσει τον εαυτό του, να αυτοπροσδιοριστεί. Ο πατέρας του Αλέξανδρου έχει δύο (μήπως τελικά και περισσότερες) οικογένειες και έδωσε και στα νόθα παιδιά του τα ίδια ονόματα με τα νόμιμα. Γι΄ αυτό και οι συνωνυμίες...Τι σχέσεις μπορεί να αναπτυχθούν ανάμεσα στα αδέλφια, σε τέτοιου είδους αδέλφια; Να προσθέσω ότι το έργο γράφεται λίγα χρόνια μετά τον εμφύλιο πόλεμο, έναν πόλεμο αδελφοκτόνο, με αποτέλεσμα να ακούγεται μέσα από το έργο σπαρακτική η κραυγή για τις σχέσεις ανάμεσα στους ανθρώπους-αδέλφια...

Αποκωδικοποίησα τρία επίπεδα στο μυθιστόρημα. Το πρώτο είναι ένα υπόγειο, είναι τα ορυχεία μέσα στη γη όπου εργάζονται οι εργάτες, άνθρωποι του λαού, η μάζα, δίχως προσωπικότητα, αλλά με δύναμη αναξιοποίητη... Το δεύτερο επίπεδο είναι πάνω στη γη, είναι τα αδέλφια, όλα με ονόματα, με προσωπικότητα όμως λειψή ακόμη, σαν μαριονέτες, που κατευθύνονται από δυνάμεις ανώτερες που τους ξεπερνούν... Και το τρίτο επίπεδο είναι λίγο πάνω από τη γη, είναι εκεί που κινείται ο πατέρας-ιδιοκτήτης των ορυχείων, αυτός που σκηνοθέτησε τις οικογένειες, αλλά διαθέτει και την οικονομική δύναμη να ελέγχει τους υπόλοιπους. Σ΄ αυτό το τρίτο επίπεδο θα κατέτασσα και τον αφηγητή, τον Αλέξανδρο, ο οποίος σαν ξωτικό πετά για να γνωρίσει τον εαυτό του, αλλά και τους άλλους. Συμβολίζει αυτή τη νεανική ορμή της περιέργειας για γνώση και αυτονόμηση... Η υπερβατική γραφή της Λυμπεράκη συνεχώς με οδηγούσε σε μια εναλλαγή αυτών των επιπέδων δημιουργώντας ένα ζαλιστικό, αλλά ταυτόχρονα και γοητευτικό αποτέλεσμα...

Πέμπτη, 3 Απριλίου 2014

"Οι Ώρες" Μάικλ Κάνιγχαμ



Στα πλαίσια μιας προσπάθειας να συνδέσω το λογοτεχνικό κείμενο με τον κινηματογράφο διάβασα το μυθιστόρημα του Μάικλ Κάνιγχαμ "Οι 'Ωρες". Απομένει φυσικά να παρακολουθήσω και την ταινία για πιο ασφαλή συμπεράσματα. Αυτό που μου άρεσε αρχικά στο βιβλίο ήταν το στοιχείο του ξαφνιάσματος που επιφύλασσε το τέλος του. Τρεις φαινομενικά άσχετες μεταξύ τους γυναίκες συναντώνται μέσα από τα μονοπάτια που ανοίγει η ζωή, αλλά και η λογοτεχνία... Το βιβλίο ξεκινά με την τελευταία μέρα της ζωής της Βιρτζίνια Γουλφ. Η μεγάλη αγγλίδα συγγραφέας το έτος 1923 ζει σ΄ ένα προάστιο του Λονδίνου, παντρεμένη, χωρίς παιδιά, με την συνεχή όμως πίεση της τρέλας της να αυξάνεται και να μην μπορεί να την αντέξει. Έτσι παίρνει την απόφαση να αυτοκτονήσει...Μετά ακολουθεί ένα χρονικό άλμα και μεταφερόμαστε στη Νέα Υόρκη στα τέλη του 20ου αιώνα εκεί όπου ζει η Κλαρίσα, όνομα δανεισμένο από την ομώνυμη ηρωίδα της Γουλφ στο έργο ¨Κυρία Ντάλογουεϊ". Η Κλαρίσα έχει μια φίλη με την οποία συνδέεται μαζί της και ερωτικά, έχει και μία κόρη την οποία απέκτησε χωρίς την αντρική ... παρουσία. Έχει και ένα φίλο, τον Ρίτσαρντ, έναν άνθρωπο με εύθραυστη υγεία, για τον οποίο ετοιμάζει ένα πάρτυ, καθώς αυτός κέρδισε ένα βραβείο για ένα ποιητικό του έργο. Όταν όμως τον επισκέπτεται κάποια στιγμή στο σπίτι του, αυτός έχει ήδη πάρει την απόφασή του να αυτοκτονήσει και γι΄ αυτό πραγματοποιεί μια βουτιά από το παράθυρο του σπιτιού του μπροστά στα έκπληκτα μάτια της Κλαρίσα. Η Κλαρίσα ζητά τη βοήθεια από μια ηλικιωμένη γυναίκα που έμενε στην ίδια πολυκατοικία με τον Ρίτσαρν. Αυτή η γυναίκα όμως αποδεικνύεται ότι ήταν η μητέρα του Ρίτσαρντ. Η τρίτη γυναίκα του μυθιστορήματος επομένως, η Λόρα. Με συνεχή φλάσμπακ μαθαίνουμε ότι η Λόρα ήταν παντρεμένη, είχε ένα γιο, τον Ρίτσι, και ήταν έγκυος. Είχε και μια μανία με το διάβασμα. Αλλά η ζωή της ως μια παντρεμένη νοικοκυρά αποτελούσε ένα δίχτυ που δεν την άφηνε να ζήσει τη ζωή που ήθελε. Γι΄ αυτό και κάποια στιγμή μαντεύουμε ότι εγκατέλειψε την οικογενειακή της εστία. Οι υπόλοιποι τρεις της οικογένειάς της πέθαναν. Αυτή επιβίωσε...
   Τρεις γυναίκες λοιπόν... Η Βιρτζίνια, η Κλαρίσα, η Λόρα... Ένας μυθιστορηματικός κόσμος από γυναίκες. Ένας ιδιαίτερος ψυχισμός, σχεδόν αδιαπέραστος από την αντρική ύπαρξη. Η μυστηριώδης γυναίκα που παρατηρεί τον εαυτό της χωρίς να μπορεί να δώσει τις απαντήσεις που επιθυμεί, γιατί και η ίδια δεν γνωρίζει... Ή νομίζει ότι δεν γνωρίζει... Αλλά και η γυναικεία αυτάρκεια περιβεβλημένη από την  "ευθραυστότητα" που ΄χει αποδώσει η αντρική ματαιοδοξία στις γυναίκες. Με γοήτευσε αυτή η γυναικεία πλευρά έτσι όπως την παρουσίασε ο Κάνιγχαμ στο έργο του "Οι 'Ωρες". Ίσως όμως δεν με πείθει και τόσο, γιατί τη θεωρώ και πάλι μια αντρική ματιά. Αν η συγγραφέας ήταν γυναίκα, θα με έπειθε περισσότερο.