Κυριακή, 30 Ιουνίου 2013

Γέρμα - Φ. Λόρκα

   

Τη "Γέρμα" του Λόρκα τη διάβασα, γιατί μου την πρότεινε ο Παναγιώτης Μέντης στα πλαίσια της παρουσίασης για την ιστορία του θεάτρου. Ένα αντιπροσωπευτικού δείγμα  ποιητικού θεάτρου από τον Λόρκα, τον εθνομάρτυρα του ισπανικού εμφυλίου.
   Τώρα όμως μπαίνω στον πειρασμό να πω δυο λόγια για το συγκεκριμένο θεατρικό έργο παίρνοντας ως αφορμή από το μυθιστόρημα "Τα παιδιά των ανθρώπων" (που ήταν και η προηγούμενή μου παρουσίαση). Γιατί το θέμα και στα δύο έργα ήταν η στειρότητα. Και ως γνωστόν πάντα έλκει έναν φιλόλογο μια συγκριτική ματιά ενός κοινού θέματος.
  Ενώ όμως η Π. Τζέιμς μάς θέτει το έργο κάτω από μια πιο κοινωνική προσέγγιση, βλέποντας τις συνέπειες της στειρότητας δηλαδή σε κοινωνικό επίπεδο, στον Λόρκα αναδεικνύεται το προσωπικό κενό. Έχουμε μια τραγωδία, την προσωπική τραγωδία μιας γυναίκας που δεν κάνει παιδιά. Κι ενώ στην Τζέιμς υπάρχει ένα happy end, γεννάει τελικά η Τζούλι και το ζευγάρι είναι πλέον μαζί και αγαπημένο, στον Λόρκα η Γέρμα δεν γεννά και όχι μόνο αυτό, αλλά σκοτώνει και τον άντρα της.
   Ενδιαφέρον έχει να αναζητήσουμε την αιτία της στειρότητας (εστιάζοντας πλέον στο έργο του Λόρκα). Η δημιουργία δεν είναι προσωπική υπόθεση, είναι υπόθεση δύο μαζί, είναι αποτέλεσμα αμοιβαιότητας............ 

Η Γέρμα αναφερόμενη στον άντρα της: 
"Είναι καλός! Είναι καλός! Και τι μ΄ αυτό; Μακάρι να΄ταν κακός! Μα δεν είναι. Τραβάει το δρόμο του με τα κοπάδια του και τη νύχτα μετράει τους παράδες του. Σαν πέφτει απάνω μου κάνει το χρέος του, μα νιώθω το κορμί του, παγωμένο σαν κουφάρι. Κι εγώ που πάντα σιχαινόμουνα τις φλογερές γυναίκες, λαχταράω τη στιγμή εκείνη να γίνω ένα βουνό από φωτιά!"

   "Κι εγώ που πάντα σιχαινόμουνα τις φλογερές γυναίκες..." Γιατί άραγε; Θέμα κοινωνικής ή προσωπικής αδυναμίας; Περιπλέκεται ακόμα περισσότερο η σκέψη αν λάβουμε υπόψη και τη δήλωση του Φλωμπέρ: "η Μποβωρύ είμαι εγώ!". Μας  έδειξε στο χώρο της κριτικής αυτόν που αποποιούνται οι περισσότεροι δημιουργοί: ότι ο συγγραφέας εμφανίζεται  με προσωπείο τον ήρωά του. Είναι άραγε η Γέρμα ο ίδιος ο Λόρκα; Ο ίδιος ο καλλιτέχνης που δεν φλέγεται;
   
   Η Γέρμα αναζητά βοήθεια από άλλες γυναίκες, γριές γυναίκες, που έχουν όλη ... τη σοφία. Και πηγαίνει σε ένα πανηγύρι, σε ένα ερημοκλήσσι στο βουνό. Η συνταγή βλέπουμε είναι πάντα η ίδια. Αυτά τα ... μυστήρια που μέσα από την έκσταση και με ... τις ευλογίες της θεότητας δεν ξέρεις με ποιον συνευρίσκεσαι γιατί ... αξία έχει ο σκοπός. Άσε που μπορεί να συνευρίσκεσαι και με την ίδια τη θεότητα! Η Γέρμα όμως είναι αρκετά συνειδητοποιημένη για να συμμετάσχει σε μια τέτοια ... τελετή. Γνωρίζει την αιτία. 

Η Γέρμα απευθυνόμενη στον άντρα της: 
"Γύρευες το σπίτι, το χουζούρι και μια γυναίκα. Και τίποτα άλλο. Δεν είναι αλήθεια; .... Και δεν το συλλογίστηκες ποτέ το παιδί, σαν μ΄ έβλεπες να το ποθώ; ... Με γυρεύεις σαν να΄θελες να φας ένα περιστέρι..."




   Ο άντρας μονίμως αλλού. Στην καλοπέρασή του. Τόσο προβλέψιμος και τόσο  ... μικρός. Και για το τέλος η Γέρμα, αυτή που δε φέρνει μέσα της τη ζωή, γιατί κάποιος άλλος δεν της την δίνει, φέρνει τώρα το θάνατο. Σκοτώνει τον άντρα της. Αυτή που δεν μπορεί να φέρει τη ζωή, μπορεί και φέρνει το θάνατο.

Τετάρτη, 26 Ιουνίου 2013

Τα παιδιά των ανθρώπων - Π.Ντ. Τζέιμς

    

Αγγλία. Έτος 2021. Όχι και τόσο μακριά από την εποχή μας για να να είναι ένα μυθιστόρημα επιστημονικής φαντασίας. Τα ρεαλιστικά στοιχεία μάλλον υπερτερούν, καθώς παρακολουθούμε μια μυθοπλαστική προβολή της εποχής μας στο άμεσο μέλλον. Κεντρικός θεματικός άξονας είναι η στειρότητα. Οι άνθρωποι δεν γεννούν παιδιά. Ο πληθυσμός αρχίζει να γερνάει και να φθίνει. Δεν μπορεί να δημιουργήσει, μια και το παιδί συμβολίζει πάντα κάτι το νέο και το ... φρέσκο. Μια κοινωνία λοιπόν χωρίς μέλλον και χωρίς όραμα.
   Τι συμβαίνει σε αυτή την κοινωνία.Οι άνθρωποι βρίσκουν παρηγοριά σε ομοιώματα, σε κούκλες, για να διοχετεύσουν τα γονεϊκά τους αισθήματα. Άλλοι αυτοκτονούν. Αισθήματα ψεύτικα αρχίζουν να περισσεύουν, εγωιστικές εξάρσεις εμφανίζονται. Και η γενιά ωμέγα, η τελευταία γενιά των νέων βίαιη και ανίκανη να αισθανθεί. Η κοινωνική πολιτική σκληρή. Προγραμματίζονται αποδημήσεις των ηλικιωμένων, οι μεταναστεύσεις απαγορεύονται και υπάρχει και το ... νησί, τόπος φυλάκισης των διαφορετικών. Αυτή η συμπτωματολογία  αναπόφευκτα με οδηγεί στη σκέψη: δεν είναι τελικά αυτή η ανάλγητη κοινωνική πολιτική που οδήγησε στη στειρότητα; Η γονιμότητα δεν και τόσο προσωπική υπόθεση, η γονιμότητα, η ευφορία θέλει και το κατάλληλο έδαφος που το κράτος μπορεί να το προσφέρει.
   Πίσω από αυτή την άσκηση της πολιτικής βρίσκεται ο Ξαν, ο "φύλακας" της Αγγλίας. Ένας τυραννικός, αυταρχικός, αλλά και χαρισματικός ηγέτης. Η πηγή του κακού άραγε; Στα πλαίσια του ανθρωπομορφισμού και του συμβολισμού, καθώς ως ανθρώπινα, νοήμονα όντα μας αρέσει να μορφοποιούμε έννοιες, θα έλεγα ότι είναι το σύμβολο του κακού. Ο κακός. Που μοιραία πρέπει να πέσει για να αλλάξει η κατάσταση και να επικρατήσει το καλό. Η γέφυρα για να συμβεί αυτό είναι ο αφηγητής: ο Τέο Φαρόν, ένας μεσήλικας ιστορικός, με έντονα εγωιστικές τάσεις και αυτός. Αυτός υπήρξε μάλιστα και ο κύριος υπαίτιος του θανάτου της κόρης του, χωρίς να νιώσει και ιδιαίτερες ενοχές. Ο Τέο Φαρόν είναι ξάδελφος του ηγέτη Ξαν, άρα δεδομένη η σχέση του και εύκολη η πρόσβαση στην εξουσία.
   Δεν αργεί επομένως ο Τέο να γνωριστεί με την Τζούλι, μια γυναίκα γοητευτική με τον τρόπο της, που ανήκει σε μια μικρή ομάδα αντιεξουσιαστική. Αυτή η γυναίκα είναι που θα δώσει το ... μήλο στον Τέο και θα τον κάνει κοινωνό στις ιδέες της ομάδας. Αλλά πως; Αυτή η γυναίκα θα μείνει έγκυος και θα φέρει το πρώτο παιδί της νέας εποχής. Σημειωτέον ότι έγκυος δεν έμεινε από τον άντρα της, αλλά από τον Λιουκ, έναν άντρα γεμάτο αισθήματα για την Τζούλι. Η γονιμότητα, που λέγαμε, θέλει αίσθημα, όχι κρυφό υπολογισμό, από τον οποίο εξάλλου διακατεχόταν ο άντρας της. Μέχρι να γεννήσει όμως, σκοτώνονται όλα τα υπόλοιπα μέλη της ομάδας. Σκοτώνει ο Τέο και τον Ξαν (τον κακό της υπόθεσης) και μένει το ζευγάρι,Τέο και Τζούλι, σύμβολο μιας νέας αρχής. Το έργο τελειώνει αισιόδοξα, ίσως όμως και με μια επιφύλαξη. Αρκεί η νέα θέση που έλαβε ο Τέο, η ηγετική θέση, να μη τον οδηγήσει σε επανάληψη του κακού. Η εξουσία φθείρει.     

Παρασκευή, 21 Ιουνίου 2013

Θερινό ηλιοστάσιο



Η μεγαλύτερη ημέρα του χρόνου.  Πως ακούγεται άραγε αυτό;  Η 21η Ιουνίου. Η ημέρα που σηματοδοτεί  την έναρξη του καλοκαιριού σε όλο το βόρειο ημισφαίριο. Διάβασα ότι η  ακριβής ώρα για την Ελλάδα  του ηλιοστασίου θα είναι στις 8:04 το πρωί της Παρασκευής 21 Ιουνίου. Το καλοκαίρι οι ακτίνες του Ήλιου πέφτουν πιο κάθετα στο βόρειο ημισφαίριο και οι ημέρες έχουν μεγαλύτερη διάρκεια. Αντίθετα, για το νότιο ημισφαίριο την ημέρα αυτή ξεκινά επίσημα ο χειμώνας. Κατά τη στιγμή του θερινού ηλιοστασίου, ο Ήλιος βρίσκεται στο υψηλότερο σημείο της πορείας του και έτσι η μέρα έχει τη μεγαλύτερη δυνατή διάρκεια. Την ημέρα εκείνη, ο Ήλιος βρίσκεται ακριβώς κατακόρυφα στις 12 το μεσημέρι κατά μήκος του Τροπικού του Καρκίνου, ενώ σε όλες τις άλλες περιοχές βόρεια του ισημερινού η ημέρα έχει διάρκεια μεγαλύτερη των 12 ωρών. Βόρεια του Αρκτικού Κύκλου, ο Ήλιος δεν δύει σε όλη τη διάρκεια του 24ώρου. Αυτή τη μέρα διάλεξε και ο Σαίξπηρ για να πλάσει ένα όνειρο, το όνειρο καλοκαιρινής νύχτας....



ΟΝΕΙΡΟ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙΝΗΣ ΝΥΧΤΑΣ

Το κλειδί  για να μπούμε ευκολότερα στην καρδιά της κωμωδίας είναι ο τίτλος της. Η νύχτα που ξετυλίγεται μπροστά μας είναι ξημέρωμα του ΄Αη Γιαννιού, αρχή του θερινού ηλιοστασίου. Γιορτή λαϊκή, αγροτική, γιορτή της καρποφορίας των δέντρων, μέρα του Κλήδονα. Γιορτή που πέρα από τις επικλήσεις για το ωρίμασμα των καρπών είναι φορτισμένη με την ερωτική λαχτάρα των παρθένων και τις ευχές για ζευγάρωμα.
Ο Βασιλιάς Θησέας και η Ιππολύτη ετοιμάζουν την γιορτή του γάμου τους όταν τέσσερις νέοι εραστές καταφεύγουν στο δάσος γύρω από την Αθήνα για να ζήσουν τον ερωτά τους, μακριά από τους κανόνες που θέλουν οι γονείς τους να τους επιβάλλουν. Αλλά στο σκοτεινό δάσος, οι δρόμοι τους θα διασταυρωθούν με τους βασιλιάδες των ξωτικών και ο σκανδαλιάρης Πουκ θα μπερδέψει με ξεκαρδιστικό τρόπο τις ζωές των τεσσάρων εραστών. Και όταν θα εμφανιστεί μία ομάδα ντόπιων μαστόρων που ετοιμάζουν μία παράσταση για τις γιορτές του βασιλικού γάμου, τα μαγικά ξόρκια, τα αστεία και τα ανακατέματα θα δημιουργήσουν ένα κουβάρι που μοιάζει αδύνατο να ξεμπλέξει....


Δευτέρα, 17 Ιουνίου 2013

Λουκιανός ο Σαμοσατεύς

    Ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι εταιρικοί διάλογοι του ελληνοσύρου, κοσμοπολίτη ποιητή Λουκιανού. Ένα περιβάλλον που, δε θα δίσταζα να πω, μου θυμίζει το περιβάλλον που έψαχνε ο κοσμοπολίτης αλεξανδρινός Καβάφης για να σκαρώσει τα δικά του ποιητικά δημιουργήματα...... Ένα απόσπασμα για του λόγου το αληθές..... 

  ΚΛΩΝΑΡΙΟ ΚΑΙ ΛΕΑΙΝΑ

…….ΛΕΑΙΝΑ: Στην αρχή με φιλούσαν όπως οι άνδρες, όχι μόνο ακουμπώντας τα χείλη τους στα δικά μου, αλλά μισάνοιγαν  το στόμα, με αγκάλιαζαν και μου πίεζαν τους μαστούς. Η Δημώνασσα μάλιστα με δάγκωνε καθώς με φιλούσε. Εγώ βέβαια δεν ήξερα τι να υποθέσω. Σε λίγο η Μέγιλλα, που είχε ζεσταθεί από ώρα, έβγαλε την περούκα από το κεφάλι –ήταν σαν αληθινά μαλλιά και είχε τέλεια εφαρμογή- και αποκάλυψε το κεφάλι της ξυρισμένο γουλί, όπως οι πολλοί βαρβάτοι αθλητές. Εγώ ταράχτηκα μόλις την είδα. Εκείνη τότε είπε:
-Έχεις δει ποτέ τόσο όμορφο νεαρό, Λέαινα;
-Μα δεν βλέπω, είπα, εδώ κανένα νεαρό, Μέγιλα.
-Μη με περνάς για γυναίκα, είπε. Ονομάζομαι Μέγιλος  κι έχω παντρευτεί από καιρό τη Δημώνασσα από εδώ. Είναι γυναίκα μου.
   Γέλασα με τούτο, Κλωναριό, και είπα:
-Τότε, Μέγιλε, είσαι άντρας και δεν το ξέρουμε, όπως ο Αχιλλέας, που λένε πως κρύφτηκε ανάμεσα στα κορίτσια. Έχεις λοιπόν ό, τι έχει κάθε άνδρας και κάνεις στη Δημώνασσα ό, τι κάνουν οι άνδρες;
-Δεν έχω εκείνο που εννοείς, Λέαινα, είπε. Δεν το χρειάζομαι καθόλου. Θα δεις πως έχω δική μου μέθοδο, πιο ευχάριστη.
-Μήπως είσαι ερμαφρόδιτος, είπα, όπως λέγονται πολλοί που έχουν και τα δύο;
   Τότε ακόμη δεν ήξερα, Κλωναριό, τι συνέβαινε. 
-Όχι, μου λέει, είμαι άνδρας σε όλα.
-Άκουσα, είπα τότε εγώ, την αυλητρίδα Ισμηνοδώρα από τη Βοιωτία να διηγείται μύθους της πατρίδας της πως κάποιος στη Θήβα έγινε από γυναίκα άνδρας, κάποιος που ήταν και άριστος μάντης, Τειρεσία, νομίζω, τον λέγανε. Μήπως έπαθες λοιπόν κι εσύ κάτι τέτοιο;
-Όχι, Λέαινα, είπε, γεννήθηκα όμοια με σας, τις άλλες γυναίκες, η διάθεση μου, όμως, οι επιθυμίες κι όλα τα άλλα είναι ανδρικά.
-Και σου φτάνει η επιθυμία; είπα.
-Αν δε με πιστεύεις, Λέαινα, είπε, άσε με να δοκιμάσω και θα καταλάβεις πως δεν υστερώ σε τίποτα από τους άντρες, γιατί έχω κάτι άλλο που μπορεί να αντικαταστήσει ό, τι έχουν οι άνδρες. Άσε με να δοκιμάσω και θα δεις.
    Την άφησα λοιπόν, Κλωναριό, αφού με ικέτευε τόσο και μου έδωσε από πάνω ένα πανάκριβο περιδέραιο και λεπτό λινό φόρεμα. Την αγκάλιασα τότε, όπως θα έκανα με κάποιον άνδρα, και εκείνη άρχισε τη δουλειά της, με φιλιά και με κομμένες ανάσες και ήταν φανερό πως ένιωθε υπερβολική ηδονή.
ΚΛΩΝΑΡΙΟ: Τι έκανε, Λέαινα, και πως το έκανε; Τούτο θέλω κυρίως να μου πεις.
ΛΕΑΙΝΑ: Μη με ανακρίνεις για τόσες λεπτομέρειες. Είναι αισχρά πράγματα. Μα την Αφροδίτη, δεν θα σου πω!

Πέμπτη, 6 Ιουνίου 2013

Μίμος



 Το λαϊκό θέατρο με εξιτάρει ιδιαιτέρως για την ελευθερία και χωρίς όρια και κανόνες έκφρασης. Το μιμοθέατρο αποτελεί μια αντιπροσωπευτική περίπτωση του λαϊκού θεάτρου, ο φτωχός συγγενής της τραγωδίας και της κωμωδίας, αλλά και ο πιο πηγαίος.......

Επί αιώνας μένοντες κρυμμένοι
εντός του σκότους Αιγυπτίας γης
μέσω τοιαύτης απελπιστικής σιγής
έπληττον οι μιμίαμβ΄ οι χαριτωμένοι:

αλλά επέρασαν εκείν΄ οι χρόνοι,
έφθασαν από τον Βορρά σοφοί
άνδρες, και των ιάμβων έπαυσ΄ η ταφή
κι η λήθη. Οι ευτράπελοί των τόνοι

μας επανέφεραν τας ευθυμίας
ελληνικών οδών και αγορών.
Κ΄ εμβαίνομεν μαζύ των εις τον ζωηρόν
βίον μιας περιέργου κοινωνίας.
Κ. Καβάφης

Το 1889 βρέθηκε ένας πάπυρος με οχτώ μιμοδράματα του Ηρώνδα, ο οποίος σταδιοδρόμησε το πρώτο μισό του 3ου π.Χ. αιώνα στην λεξάνδρεια ίσως και την Κω. Όλα τα μιμοδράματα μας δίνουν την ατμόσφαιρα της πολιτείας, με το θόρυβο των δρόμων της, τα μαγαζιά, τα δικαστήρια, τα σχολεία, τα κακόφημα σπίτια της. Με ανθρώπινους τύπους όπως μαστροπούς, μεσίτρες, δασκάλους, βιοτέχνες. Ο Ηρώνδας, ένας ποιητής λιγότερο λυρικός και περισσότερο σατιρικός και συχνά ωμός, φαίνεται ότι έκανε εντύπωση στον Καβάφη.


ΗΡΩΝΔΑΣ: Μια γενιά περίπου νεώτερος από τον Θεόκριτο είναι ο Ηρώνδας. Διαφέρει σε πολλά από τον ομότεχνό του. Είναι πολύ λιγότερο ποιητής από τον Θεόκριτο και πολύ περισσότερο <<φωτογράφος>> μικρών σκηνών της βιοτικής ρουτίνας. Ο έρωτας σ΄ αυτόν είναι καθαρά σεξουαλικό πάθος. Ο ρεαλισμός, που στον Θεόκριτο, χρωματίζεται από τον λυρισμό, εδώ γίνεται νατουραλισμός του μαγαζιού και του κρεβατιού. Μαστροποί, πορνοβοσκοί, κυράδες που κοιμούνται με τους δούλους τους, φλύαρες νοικοκυράδες, δάσκαλοι και μαθητούδια, έμποροι και τεχνίτες στοιχειοθετούν τον μικρόκοσμο του Ηρώνδα. Η δράση είναι ελάχιστη, η σάτιρα ισχνή.

Προκυκλίς ή μαστροπός
ΥΠΟΘΕΣΗ: Η Γυλλή, γριά στην ηλικία, επισκέπτεται τη νεαρή Μητρίχη, της οποίας ο σύζυγος <ή ο φίλος> λείπει μακριά, στην Αίγυπτο, όπου και πιθανώς έχει εγκατασταθεί. Το γεγονός αυτό υπογραμμίζεται από τη Γυλλή, που εκθειάζει την όμορφη ζωή που θα μπορούσε να έχει εκεί ο Μάνδρης σε αντίθεση με τη …μοναστηριακή ζωή της Μητρίχης.

ΓΥΛΛΗ:
Μα, βρε κορίτσι μου, πόσον καιρό θα μένεις ζωντοχήρα
και μόνη σου θα τυραγνιέσαι στο κρεβάτι;
Γιατί αφότου έστειλαν στην Αίγυπτο το Μάντρη,
πέρασαν δέκα μήνες κι ούτ΄ ένα γράμμα σου ΄πεψε,
αλλά σε ξέχασε, και ήπιε απ΄ το καινούργιο το ποτήρι.
Υπάρχει εκεί <<ο οίκος της θεάς>>: και βέβαια τα πάντα,
Όσα υπάρχουν κι όσα γίνονται, τα βρίσκουμε στην Αίγυπτο.
Πλούτο, γήπεδα, δύναμη, καλοκαιριά και δόξα,
θεάματα, φιλοσόφους, λεφτά, νεαρά παιδιά,
το τέμενος των αδελφών θεών και τον καλόγνωμο το βασιλιά,
μουσείο, κρασί, όλα όσ΄ αγαθά θα ήθελε κανείς,
γυναίκες τόσες, όσα και τ΄  άστρα, μα του Άδη την Κόρη,
που καυχιέται πως έχει ο ουρανός,
στην ομορφιά σαν τις θεές, που κάποτε στον Πάρη πήγαν
για να διαλέξει την πιο όμορφη – ήμαρτον θεές μου.
Λοιπόν εσύ, κακόμοιρη, με τι ψυχή θα κάθεσαι
και το σκαμνί σου θα ζεσταίνεις; Ξεχνάς δα
πως γερνάς και πως την ομορφιά σου η στάχτη θε να λιώσει;
Κοίτα κι αλλού και άλλαξε μυαλό
για δυο-τρεις ημέρες και γίνε γελαστή,
ρίξε τα μάτια σου σε άλλον άντρα. Τι σιγουριά δεν έχει
το πλοίο, που σε μιαν άγκυρα στηρίζεται. Ο θάνατος σαν έρθει
θ΄ απολησμονηθούμε, φίλη μου, γιατί κανείς δε θα μας αναστήσει.
Το πώς λένε: άγρια καταιγίδα φέρνει
συχνά η καλοκαιριά, και κανείς ποτέ του δεν ξέρει
τα μελλούμενα, γιατί είναι άστατη, καλή μου, η ζωή μας.
Στ.22-46

Προβάλλεται τώρα η αιτία που θα δικαιολογούσε κάποιο παραστράτημα της Μητρίχης. Η ευκαιρία έχει παρουσιαστεί: ο Γρύλλος, λεβέντης πραγματικός και με λεφτά, έχει ερωτευτεί τη Μητρίχη, γι΄ αυτό και στέλνει τη γριά Γυλλή να μεσολαβήσει.

ΓΥΛΛΗ:
Άκου λοιπόν
αυτά που η ανάγκη μ΄ έφερε εδώ, για να σου πω.
Ο Γρύλλος, ο γιος της Ματακίνας, ξέρεις, της κόρης του Παταίκιου,
πέντε φορές πρωταθλητής, παιδί ακόμη στα Πύθια,
δυο φορές ύστερα στην Κόρινθο στους εφηβικούς ενίκησε
και δυο φορές στην Πίσα τους άντρες νοκ άουτ έβγαλε στην πυγμαχία,
άνθρωπος με πλούσια κάλλη, ούτε καρφί από το χώμα δεν κουνάει,
και κοίταξε, παρθένος στον έρωτα, τύπος και υπογραμμός,
όταν σ΄ είδε στο μνημόσυνο της Μίσας, ταράχτηκαν
τα σωθικά του από έρωτα, πήγε να σπάσει η καρδιά του,
και ούτε νύχτα ούτε μέρα αφήνει
το κονάκι μου, παιδί μου, και μπροστά μου κλαίει
και μιλά παρακαλεστικά κι από τον πόθο πεθαίνει.
Λοιπόν, Μητρίχη, κόρη μου, κάνε ένα παραστράτημα
για τη θεά του Έρωτα. Σκέψου τον εαυτό σου,
προτού να καταλάβεις πως ήρθαν τα γεράματα.
Διπλά ωστόσο θα ωφεληθείς: ηδονή και κέρδος,
πιο μεγάλο απ΄ ό,τι θαρρείς, θα σου δοθεί. Σκέψου το,
άκουσε με. Μα σ΄ αγαπώ αληθινά, ναι, μα τις Μοίρες.
Στ. 48-66

Η Μητρίχη ωστόσο, παρά την επιχειρηματολογία της Γυλλής, μένει ανένδοτη, πιστή στο Μάνδρη: αποκρούει με αυστηρότητα την πρόταση της Γυλλής, της προσφέρει ένα ποτηράκι κρασί για τον κόπο που έκανε και τη διώχνει.


 

Σάββατο, 1 Ιουνίου 2013

Μύρτος-Π. Μάτεσις

   

Ο "Μύρτος" ήταν το πρώτο βιβλίο του Μάτεση που διάβασα.Και στο τέλος με έζωσαν οι λογοτεχνικές τύψεις... που διάβασα έργο του Μάτεση, όταν αυτός έχει πεθάνει... Τουλάχιστον το έργο μένει αθάνατο. Τέλος πάντων (όπως λέει συνήθως και ο αγαπητός Ντίνος Χριστιανόπουλος)...
   Ο "Μύρτος" κινείται κάπου ανάμεσα στον ύπνο και τον ξύπνο. Εκεί όπου κινείται και ο Μύρτος. Πρώτα κοιμάται και μετά ξυπνά. Αποφασίζει να ξυπνήσει. Όπως και ο αναγνώστης, όπως και ο κάθε άνθρωπος στη ζωή. Αποφασίζει να ξυπνήσει και να βάλει φωτιά. Και να φύγει... Γι΄ αυτά τα τελευταία αμφιβάλλω για το κατά πόσο μπορεί να τα κάνει ο καθένας μας. Τουλάχιστον όμως ας ξυπνήσει.
   Ο Μύρτος λοιπόν είναι ένα αγόρι που γεννήθηκε κοιμώμενο και φιλοξενείται από δύο γερόντια. Τα γερόντια αυτά αποτελούν το ηδονοβλεπτικό και άγρυπνο μάτι του αφηγητή. Αυτά τα δύο παρηκμασμένα υποκείμενα βλέπουν και φιλτράρουν την κατάσταση γύρω τους.
   Βρισκόμαστε παραμονές του 1940. Ιδανική ατμόσφαιρα για μια επιθανάτια αναλαμπή της Ελλάδας. Αυτή η αναμονή του κακού πόσο ...δαιμονίζει τον άνθρωπο και πού μπορεί να τον οδηγήσει τελικά. Σκέψου την μπελ επόκ, το φουτουρισμό, τον ντανταϊσμό,τον υπερρεαλισμό, τον υπαρξισμό... Ασύλληπτο! Η ιστορία λοιπόν του έργου διαδραματίζεται σε μια επαρχιακή πόλη (μήπως Επτάνησα;Τίποτα Κεφαλλονιά;Με την μπάντα να παιανίζει στην πλατεία και την παραλία του Μύρτου να ξυπνά από τα μελτέμια;).
   Και παρακολουθούμε την ιστορία μέσα σε ένα πλουσιόσπιτο. Ένα υποστατικό. Εκεί όπου μένει ένα ζευγάρι αριστοκρατών (ο Δίας και η Ήρα). Ένας κύριος, διαχειριστής μιας τεράστιας περιουσίας, που πραγματοποιεί χωρίς ιδιαίτερες αναστολές τις ερωτικές του επιθυμίες. Και μια γυναίκα που για χάρη της κοινωνικής της υπόληψης κουκουλώνει κυριολεκτικά τις ... ατασθαλίες του συζύγου της. Είναι η προσωποποίηση της ισορροπίας. Και ο ...άνορχις Βελισάριος!  Πόσο άραγε μπορεί να ευνουχίσει η εκκλησία τον άνθρωπο; Πόσο καλά μπορεί να πνίξει  μέσα της τις φωνές, αλλά και τις παραφωνίες που ακούγονται γύρω της;
   Ένα πνεύμα μυστηρίου διαπνέει το έργο από την αρχή μέχρι το τέλος, καθώς η μία περίεργη και μυστηριακή φιγούρα με ένα σκοτεινό παρελθόν επισκιάζεται από μία άλλη  περίεργη και μυστηριακή φιγούρα με ένα ακόμα πιο σκοτεινό μέλλον.