Κυριακή, 24 Φεβρουαρίου 2013

Πέδρο Πάραμο - Χ. Ρούλφο

  

 Ένα μυθιστόρημα πολυφωνικό είναι δύσκολο να το αφηγηθείς, γιατί έτσι χάνεται η μαγεία του. Καλό είναι να το δεις σαν μια ολότητα που έχει πολλαπλά κέντρα. Σαν ένα λογοτεχνικό γαλαξία. Αυτοί οι καθρέφτες που τόσο πολύ ενθουσίαζαν τον Μπόρχες. Το καλό είναι ότι διάβασα το μυθιστόρημα του Χουάν Ρούλφο μέσα σε ένα διήμερο (ας όψεται ένα συνάχι που με κράτησε στο σπίτι) και πρόλαβα να βγω γρήγορα από τους αφηγηματικούς του δαιδάλους πριν πνιγώ στα βάθη των αυθαίρετων σκέψεων. 
     Θα αρκεστώ μονάχα στην επισήμανση κάποιων τυπικών δομών. Αρχικά ο έρωτας ανάμεσα στον κεντρικό ήρωα, τον Πέδρο Πάραμο, με την Σουσάνα Σαν Χουάν. Τι έρωτας! Έρωτας θα τολμούσα να πω ... υπερρεαλιστικός. Όχι καψούρικος, ούτε παθιασμένος. Αλλά ένας έρωτας ονειρικός και ίσως εφιαλτικός, σκοτεινός και υπόγειος. Ένας τρελός έρωτας! Η Σουσάνα ζει με τον πατέρα της, αφήνοντας να κρύβεται και μια αιμομικτική σχέση (;). Έχει μόλις χηρέψει από μία σχέση ρομαντική. Είναι αυτή που γνώριζε τον Πέδρο από μικρή ηλικία. Κολύμπησαν μάλιστα και οι δύο στο ποτάμι. Η Σουσάνα είναι ένα παιδικό όνειρο, ένα ανιμιστικό παράθυρο (όπως λέει και ο Φουέντες) που στο τέλος θα καταστρέψει τον Πέδρο. 
     Το δεύτερο που θα επισημάνω είναι η αφορμή της αφήγησης. Είναι η αναζήτηση του πατέρα. Ένας γιος, ο Χουάν Πρεσιάδο, τηρώντας την υπόσχεση που έδωσε στην ετοιμοθάνατη μητέρα του ξεκινά να συναντήσει τον πατέρα του. Μια σύγχρονη Τηλεμάχεια. Και αυτό που ανακαλύπτει είναι ένας πατέρας σατράπης, ένας άνθρωπος που εκμεταλλεύεται μια ολόκληρη περιοχή. Όσο και να το αρνείσαι δεν μπορείς να μην δώσεις και τις φροϋδικές προεκτάσεις: ο γιος θέλει να σκοτώσει τον πατέρα. Μονάχα που ο πατέρας είναι ήδη πεθαμένος...  
       Και το τελευταίο στοιχείο είναι το μέρος που διαδραματίζονται τα γεγονότα: το χωριό Κομάλα, που σημαίνει πήλινο σκεύος το οποίο τοποθετείται πάνω σε αναμμένα κάρβουνα. Τόπος δηλαδή πολύ ζεστός, που και οι νεκροί του που πήγαιναν στην κόλαση ... γυρνούσαν για να πάρουν κάποια κουβέρτα μαζί τους. Η Κομάλα είναι ένα χωριό όπου ζουν μονάχα ψυχές, τα πρόσωπα που παρελαύνουν είναι όλα νεκρά. Ακόμη και ο αφηγητής είναι νεκρός. Ο χρόνος δεν υπάρχει και όλοι μπερδεύονται μεταξύ τους.
      Ένα μυθιστόρημα ιδιαίτερο. Από τους προδρόμους του μαγικού ρεαλισμού.

Σάββατο, 23 Φεβρουαρίου 2013

Στρατιώτες της Σαλαμίνας -Χ.Θέρκας

   

Σε ένα κείμενο δεν μου αρέσει να διαχωρίζω το περιεχόμενο από τη μορφή, γιατί πιστεύω ότι αποτελούν ένα αδιαίρετο όλο. Ένας τέτοιος διαχωρισμός υφίσταται όταν διορθώνω θέματα έκθεσης μαθητών για να είναι πιο αναγνωρίσιμη η βαθμολόγηση. Ένα λογοτεχνικό κείμενο όμως όσο και να το κρίνω, δεν το βαθμολογώ. 
   Παρόλα αυτά δεν μπορώ να αποφύγω μια αυθαίρετη διαχωριστική γραμμή ανάμεσα σε όσα διάβασα και σε όσα βρίσκονται ή ακόμα και κρύβονται πίσω από τις γραμμές του βιβλίου του Χαβιέρ Θέρκας με τίτλο "Στρατιώτες της Σαλαμίνας". Και για να εξηγούμαι: αυτά που διάβασα, ελαφρώς με απογοήτευσαν σε σχέση με την πρόθεση και την ιδέα του συγγραφέα...τουλάχιστον αυτή που συνέλαβα εγώ. 
   Ο συγγραφέας είναι σαν τον ηθοποιό. Έχει, ή πρέπει να έχει την ικανότητα, να υποδύεται πολλούς ρόλους. Αν υποδύεται μόνο τον εαυτό του, μπορεί να αυθεντικός, αλλά όχι και ταλαντούχος. Γι΄αυτό και δεν βρήκα ευφάνταστο το τέχνημα του Θέρκας να επινοήσει έναν αφηγητή καθόλα σχεδόν όμοιο με τον ίδιο. Ένας Φλωμπέρ βρέθηκε στην ανάγκη να αναφωνήσει πως ..η Μποβαρύ είμαι εγώ. Ο Θέρκας είμαι εγώ... αναφωνεί ο ...Θέρκας. Βέβαια διαφορετική η πρόθεση των δυο τους. Ο Θέρκας γράφει ένα ιστορικό αφήγημα. Για το λόγο αυτό δεν μας παρουσιάζει την ιστορία του μόνο αυτή που παρουσιάζεται στη σκηνή, αλλά και αυτή που προετοιμάζεται ήδη από τα παρασκήνια, αλλά και πιο πριν ακόμα.
   Ο Θέρκας μας μεταφέρει στην ιστορία του εμφύλιου πολέμου στην Ισπανία (1936-1939). Ο Ισπανικός Εμφύλιος Πόλεμος ξεκίνησε στις 17 Ιουλίου 1936 με την εξέγερση του στρατού και ολοκληρώθηκε την 1η Απριλίου 1939 με την ήττα των αριστερών και φιλελεύθερων δυνάμεων που κατείχαν την εξουσία και τη νίκη των εθνικιστών του στρατηγού Φρανθίσκο Φράνκο, που επέβαλε δικτατορία.
Κεντρικός ήρωας του έργου είναι ο Ραφαέλ Σάντσεθ Μάθας, ιδρυτής και ιδεολόγος της Φάλαγγας, ίσως και ένας από τους υπεύθυνους του εμφύλιου σπαραγμού. Αυτός το έτος 1939 γλίτωσε σαν από θαύμα την εκτέλεσή του από τα στρατεύματα των δημοκρατικών που υποχωρούσαν προς τη Γαλλία. Κι αυτό συνέβη γιατί του χάρισε τη ζωή ο πολιτοφύλακας που έτυχε να τον βρει, ενώ κρυβόταν ο Μάθας. Το ερώτημα όμως που ανακύπτει από την ιστορία είναι γιατί το έκανε αυτό ο πολιτοφύλακας; Αυτό το ερώτημα ιντριγκάρει τον αφηγητή και εξάπτει την αστυνομική του φαντασία και μπαίνει σε μια διαδικασία εντοπισμού αυτού του πολιτοφύλακα για να απαντήσει σε αυτό το ερώτημα. Ένας από τον περίγυρο του αφηγητή τον συμβουλεύει ότι ο συγγραφέας από μόνος του επινοεί πρόσωπα και καταστάσεις όταν του λείπουν κομμάτια από το παζλ της ιστορίας του. Αλλά ο αφηγητής αποποιείται το ρόλο του συγγραφέα. Δηλώνει πως είναι ένας χρονικογράφος.
   «Ποτέ κανείς δεν με ευχαρίστησε που έχασα τα νιάτα μου πολεμώντας για τη γαμημένη τη χώρα του». Αυτά λέει ο επίδοξος πολιτοφύλακας, Μιράλλες. Μιράλλες, σκέτο, όχι κύριος Μιράλλες. Και το ερώτημα έρχεται από μόνο του. Ποιος είναι τελικά ο ήρωας; Ο Σάντσεθ Μάθας που σώθηκε από την εκτέλεση και στη συνέχεια μπλέχτηκε μέσα στα πλοκάμια του πολιτικού γίγνεσθαι, απογοητεύθηκε και αποχώρησε (ο επώνυμος επαναστάτης) ή ο Μιράλλες που γνώρισε κακουχίες, σύρθηκε σε μάχες και ζει μόνος κι έρημος σε έναν οίκο ευγηρίας λησμονημένος από όλους;(ο ανώνυμος πολεμιστής). Η σχέση τους είναι σχέση ήρωα και αντι-ήρωα(όπως διάβασα κάπου);
   Ο Μιράλλες στην προσπάθειά του να ορίσει τον ήρωα λέει την εξής περίπου ιστορία: ένας άνθρωπος περνάει έξω από ένα σπίτι που καίγεται και άνθρωποι από μέσα καλούν σε βοήθεια. Ορμά μέσα και σώζει κάποιον. Στη συνέχεια μπαίνει ξανά, γιατί είδε πως υπάρχουν μέσα και άλλα άτομα που κινδυνεύουν. Σώζει και άλλους. Και ξαναμπαίνει, γιατί και άλλοι κινδυνεύουν. Στο τέλος όμως δεν βγαίνει. Η φωτιά τον περικύκλωσε. Γιατί όμως μπήκε, που ίσως ήξερε ότι υπήρχαν και άλλοι έξω από το φλεγόμενο σπίτι, που μπορεί να ήταν και συγγενείς; Γιατί μπήκε τη στιγμή που πρέπει να είδε το μέγεθος του κινδύνου; Καταλήγει ο Μιράλλες πως αυτός ήταν ήρωας. Αυτό το ηθικό ένστικτο, που έλεγε και ο Πλάτωνας, το θυμοειδές σπρώχνει σε μια πράξη ηρωική.
   Φλυαρίες πολλές από το μυθιστόρημα για ένα τόσο ευαίσθητο θέμα όπως αυτό του πολέμου και ίσως μακρυά από την ατμόσφαιρα του ισπανικού εμφυλίου. Διάβασα σκέψεις και προθέσεις, δεν βγήκα όμως λυτρωμένος από την ανάγνωση.Όπως λυτρωμένος βγαίνεις από τον πίνακα του Πικάσο.


Σάββατο, 16 Φεβρουαρίου 2013

ΦΑΙΔΡΟΣ- ΠΛΑΤΩΝΑΣ


                          προφορικός - γραπτός λόγος/ κριτική του γραπτού λόγου
Το τελευταίο ζήτημα που θίγεται στο διαλογικό μέρος του Φαίδρου είναι η σύγκριση του γραπτού με τον  προφορικό λόγο. Ο Σωκράτης διηγείται στον Φαίδρο έναν αιγυπτιακό μύθο σχετικό με την τέχνη του γραπτού Λόγου και την αξία του.
Στο τμήμα αυτό του διαλεκτικού μέρους, ο Σωκράτης γενικεύει την κριτική του και εξετάζει την αξία του γραπτού Λόγου σε αντιδιαστολή με τον προφορικό. Δεν κρίνεται πλέον μόνο η ρητορική και η λογογραφία, μα η γραφή εν γένει.
Η σημαντική ανάλυση που ακολουθεί εξομαλύνεται από έναν νέο μύθο, που σκόπιμα παρεμβάλλει ο Πλάτωνας, σχετικό με την αξία της γραφής. Ο μύθος του Θευθ αποδεικνύει ότι ο γραπτός λόγος είναι άψυχος γιατί δεν προσφέρει πληροφορίες σχετικά με το ποιοι πρέπει να είναι οι αποδέκτες του και πώς πρέπει να ερμηνευθεί. Τα γραπτά, επίσης, δεν μπορούν να προστατευτούν από όσους τα κακομεταχειρίζονται. Αποκτούν χρησιμότητα μονάχα ως ένα εργαλείο που βοηθά τη μνήμη, όμως αυτό που προσφέρουν είναι απλώς «δόξα» κι όχι αλήθεια. Στον αντίποδα, βρίσκεται ο ζωντανός, προφορικός λόγος, ο οποίος χαρακτηρίζεται έμψυχος γιατί στηρίζεται στη βαθύτερη επικοινωνία δύο ψυχών.

ΚΕΙΜΕΝΟ:
Σωκράτης
ἤκουσα τοίνυν περὶ Ναύκρατιν τῆς Αἰγύπτου γενέσθαι τῶν ἐκεῖ παλαιῶν τινα θεῶν, οὗ καὶ τὸ ὄρνεον ἱερὸν ὃ δὴ καλοῦσιν Ἶβιν· αὐτῷ δὲ ὄνομα τῷ δαίμονι εἶναι Θεύθ. τοῦτον δὴ πρῶτον ἀριθμόν τε καὶ λογισμὸν εὑρεῖν καὶ [274d] γεωμετρίαν καὶ ἀστρονομίαν, ἔτι δὲ πεττείας τε καὶ κυβείας, καὶ δὴ καὶ γράμματα. βασιλέως δ᾽ αὖ τότε ὄντος Αἰγύπτου ὅλης Θαμοῦ περὶ τὴν μεγάλην πόλιν τοῦ ἄνω τόπου ἣν οἱ Ἕλληνες Αἰγυπτίας Θήβας καλοῦσι, καὶ τὸν θεὸν Ἄμμωνα, παρὰ τοῦτον ἐλθὼν ὁ Θεὺθ τὰς τέχνας ἐπέδειξεν, καὶ ἔφη δεῖν διαδοθῆναι τοῖς ἄλλοις Αἰγυπτίοις· ὁ δὲ ἤρετο ἥντινα ἑκάστη ἔχοι ὠφελίαν, διεξιόντος δέ, ὅτι καλῶς ἢ μὴ [274e] καλῶς δοκοῖ λέγειν, τὸ μὲν ἔψεγεν, τὸ δ᾽ ἐπῄνει. πολλὰ μὲν δὴ περὶ ἑκάστης τῆς τέχνης ἐπ᾽ ἀμφότερα Θαμοῦν τῷ Θεὺθ λέγεται ἀποφήνασθαι, ἃ λόγος πολὺς ἂν εἴη διελθεῖν· ἐπειδὴ δὲ ἐπὶ τοῖς γράμμασιν ἦν, "τοῦτο δέ, ὦ βασιλεῦ, τὸ μάθημα," ἔφη ὁ Θεύθ, "σοφωτέρους Αἰγυπτίους καὶ μνημονικωτέρους παρέξει· μνήμης τε γὰρ καὶ σοφίας φάρμακον ηὑρέθη." ὁ δ᾽ εἶπεν· "ὦ τεχνικώτατε Θεύθ, ἄλλος μὲν τεκεῖν δυνατὸς τὰ τέχνης, ἄλλος δὲ κρῖναι τίν᾽ ἔχει μοῖραν βλάβης τε καὶ ὠφελίας τοῖς μέλλουσι χρῆσθαι· καὶ νῦν [275a] σύ, πατὴρ ὢν γραμμάτων, δι᾽ εὔνοιαν τοὐναντίον εἶπες ἢ δύναται. τοῦτο γὰρ τῶν μαθόντων λήθην μὲν ἐν ψυχαῖς παρέξει μνήμης ἀμελετησίᾳ, ἅτε διὰ πίστιν γραφῆς ἔξωθεν ὑπ᾽ ἀλλοτρίων τύπων, οὐκ ἔνδοθεν αὐτοὺς ὑφ᾽ αὑτῶν ἀναμιμνῃσκομένους· οὔκουν μνήμης ἀλλὰ ὑπομνήσεως φάρμακον ηὗρες. σοφίας δὲ τοῖς μαθηταῖς δόξαν, οὐκ ἀλήθειαν πορίζεις· πολυήκοοι γάρ σοι γενόμενοι ἄνευ διδαχῆς πολυγνώμονες [275b] εἶναι δόξουσιν, ἀγνώμονες ὡς ἐπὶ τὸ πλῆθος ὄντες, καὶ χαλεποὶ συνεῖναι, δοξόσοφοι γεγονότες ἀντὶ σοφῶν."

ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ: Λοιπόν άκουσα πως κάπου στη Ναύκρατι της Αιγύπτου υπάρχει ένας από τους αρχαίους τοπικούς θεούς, εκείνος, του οποίου είναι το ιερό πουλί που το ονομάζουν Ίβι. Το όνομα του ίδιου του θεού είναι Θεύθ. Αυτός είναι που βρήκε πρώτος τους αριθμούς και το μαθηματικό λογισμό και τη γεωμετρία και την αστρονομία, και ακόμα τα παιχνίδια με τους πεσσούς και τους κύβους, και τέλος τους χαρακτήρες των γραμμάτων. Και εκείνη την εποχή βασιλιάς όλης της Αιγύπτου ήταν ο Θαμούς, που έμενε στη μεγάλη πόλη της επάνω περιοχής, την οποία οι Έλληνες την ονομάζουν Αιγυπτιακές Θήβες και το θεό της τον ονομάζουν Άμμωνα. Ήρθε σε αυτόν ο Θεύθ και του έδειξε τις τέχνες του, υποστηρίζοντας ότι πρέπει να διαδοθούν και στους άλλους Αιγυπτίους. Και ο Θαμούς ρώτησε ποια είναι η χρησιμότητα της καθεμίας. Και ενόσω ο Θεύθ τις εξηγούσε μία προς μία, ο βασιλιάς επαινούσε ό,τι έκρινε πως λεγόταν καλά και κατηγορούσε ό,τι έκρινε πως δεν ήταν καλό. Λέγεται πως ο Θαμούς είπε στον Θεύθ πολλά υπέρ και εναντίον κάθε τέχνης, πράγματα, που αν τα εξετάσουμε αναλυτικά, θα μακρηγορούσαμε. Πάντως, όταν έφθασαν στα γράμματα, ο Θεύθ είπε: «Βασιλιά: μου, η γνώση αυτών των πραγμάτων θα κάνει τους Αιγυπτίους πιο σοφούς και δυνατότερους στη μνήμη, γιατί βρέθηκε το φάρμακο της σοφίας και την μνήμης». Όμως ο Άμμωνας απάντησε: «Θεύθ, που κατέχεις τόσες τέχνες, να ξέρεις πως άλλος έχει την ικανότητα να δημιουργεί τις τέχνες, και άλλος εκείνη που θα του επιτρέπει να κρίνει πόσο πρόκειται να ωφελήσουν και πόσο να βλάψουν όποιους πρόκειται να τις χρησιμοποιήσουν. Και τώρα εσύ, ως πατέρας της τέχνης των γραμμάτων, από ευμενή διάθεση προς το έργο σου, απέδωσες τα αντίθετα από αυτά που μπορεί πραγματικά τούτη η τέχνη. Γιατί τα γράμματα Θα προκαλέσουν λήθη στις ψυχές όσων θα τα μάθουν, εφόσον οι ίδιοι δε θα φροντίζουν για την άσκηση της μνήμης τους, μια και, αποκτώντας εμπιστοσύνη στη γραφή, θα φέρνουν τα πράγματα στη μνήμη τους όχι από μόνοι τους, από μέσα τους, αλλά από έξω, διαμέσου ξένων σημείων. Δε βρήκες, λοιπόν, το φάρμακο της μνήμης, αλλά της υπενθύμισης. Και έτσι παρέχεις στους μαθητές σου μια φαινομενική σοφία, όχι την αλήθεια, γιατί, με την τέχνη που προσφέρεις, θα ακούσουν πολλά χωρίς να τα διδαχθούν και, συνακόλουθα, θα πιστέψουν ότι ξέρουν πολλά, ενώ στην πραγματικότητα, στις περισσότερες περιπτώσεις στερούνται της γνώσης και θα είναι δύσκολοι στο να τους συναναστρέφεται κανείς, αφού, αντί σοφοί, θα έχουν γίνει δοκησίσοφοι»
ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΑ ΜΥΘΟΥ: Η ιστορία της εφεύρεσης της γραφής από τον Θευθ έχει όλα τα χαρακτηριστικά ενός μύθου. Η πλοκή της τοποθετείται σε μια μακρινή, πανάρχαια εποχή, οι φορείς της δράσης είναι θεοί και εισάγονται στη σκηνή ως ομιλούντα πρόσωπα. Το θέμα της ιστορίας είναι μια πανάρχαια θεϊκή εφεύρεση, δηλαδή ο καθορισμός των ουσιωδών χαρακτηριστικών ενός πράγματος για πάντα. Ωστόσο, ενώ ο Σωκράτης δεν έχει καλά καλά τελειώσει την ιστορία του, ο Φαίδρος τον ψέγεί ότι εφηύρε αυτόν τον αιγυπτιακό λόγο. Ο Φαίδρος απομακρύνει επομένως τα μυθικά στοιχεία της αφήγησης και συλλαμβάνει τον λόγο μέσα στο μύθο - μια διαδικασία την οποία ο Σωκράτης έμμεσα εγκρίνει, τονίζοντας από τη μεριά του ότι σημασία έχει μόνο αν τα πράγματα που εννοούνται αποδόθηκαν σωστά ή όχι.

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ ΜΥΘΟΥ: Από τον μύθο προκύπτει το συμπέρασμα ότι 1) τα γραπτά δεν προσφέρουν αληθινή γνώση, αλλά δοκησισοφία. Επίσης, 2) αν και δηλώνουν μία μόνο άποψη, μπορούν ωστόσο να δεχτούν ποικίλες ερμηνείες, από τη στιγμή που δεν δίνουν επεξηγήσεις στους αναγνώστες τους. Τέλος, 3) δεν εξατομικεύονται παρά απευθύνονται σε όλους αδιακρίτως και μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο εκμετάλλευσης του οποιουδήποτε. Έτσι, αδυνατούν να αμυνθούν στις όποιες επιθέσεις δέχονται.

ΠΑΡΟΜΟΙΩΣΗ: Οι γραπτοί λόγοι, καταλήγει ο Σωκράτης, αποτελούν ομοίωμα του προφορικού και γράφονται μονάχα για τέρψη, σαν ένα ευχάριστο παιχνίδι ψυχαγωγίας. Μοιάζουν ακριβώς με τα φυτά, που σπέρνονται στους κήπους για τη γιορτή του Άδωνη, τα οποία ανθίζουν μέσα σε οκτώ μέρες, αλλά γρήγορα μαραίνονται. Η γνήσια όμως σπορά είναι αυτή του έμψυχου προφορικού λογού που με μόχθο και πολύ υπομονή αποδίδει γνήσιους καρπούς γιατί φυτρώνει κατευθείαν στις ανθρώπινες ψυχές.
ΚΕΙΜΕΝΟ
[276b] Σωκράτης
τόδε δή μοι εἰπέ· ὁ νοῦν ἔχων γεωργός, ὧν σπερμάτων κήδοιτο καὶ ἔγκαρπα βούλοιτο γενέσθαι, πότερα σπουδῇ ἂν θέρους εἰς Ἀδώνιδος κήπους ἀρῶν χαίροι θεωρῶν καλοὺς ἐν ἡμέραισιν ὀκτὼ γιγνομένους, ἢ ταῦτα μὲν δὴ παιδιᾶς τε καὶ ἑορτῆς χάριν δρῴη ἄν, ὅτε καὶ ποιοῖ· ἐφ᾽ οἷς δὲ ἐσπούδακεν, τῇ γεωργικῇ χρώμενος ἂν τέχνῃ, σπείρας εἰς τὸ προσῆκον, ἀγαπῴη ἂν ἐν ὀγδόῳ μηνὶ ὅσα ἔσπειρεν τέλος λαβόντα;
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ: Πες μου τώρα τούτο. Ο νοήμων γεωργός, για όποιους σπόρους του φροντίζει και θέλει να δώσουν καρπούς, τι από τα δύο κάνει, τους σπέρνει, έχοντας σοβαρή επιδίωξη, στους κήπους του Αδωνι και χαίρεται με το να βλέπει πως γίνονται όμορφα φυτά μέσα σε οχτώ μέρες, ή μήπως, όταν τα κάνει αυτά, τα κάνει για παιχνίδι και για να γιορτάσει; Μήπως, για τους σπόρους που τον ενδιαφέρουν σοβαρά, κάνει χρήση της γεωργικής τέχνης και, σπέρνοντας τους στο κατάλληλο έδαφος, είναι ευχαριστημένος αν τον όγδοο μήνα ωριμάσουν πλήρως όσοι έσπειρε;
ΑΔΩΝΙΣ: Το όνομα Αδωνις στη δυτική σημιτική γλώσσα σημαίνει «Κύριε μου», αλλά δεν σχετίζεται με κάποια συγκεκριμένη θεότητα. Σύμφωνα με τη μυθολογία ο θεός αυτός υπήρξε καρπός μιας άνομης συνεύρεσης πατέρα και κόρης, αλλά γεννήθηκε τόσο ωραίος ώστε η ίδια η Αφροδίτη, που προκάλεσε την ειδεχθή αιμομιξία, τον ερωτεύθηκε παράφορα. Για να τον έχει αποκλειστικά δικό της και ώσπου να μεγαλώσει, τον έδωσε προς φύλαξη στην Περσεφόνη, τη θεά του Κάτω Κόσμου. Γρήγορα όμως τον ερωτεύθηκε και η θεά αυτή και δεν ήθελε με κανένα τρόπο να τον αποχωρισθεί. Όλες οι προσπάθειες της Αφροδίτης να τον φέρει κοντά της απέτυχαν. Τέλος στη διαμάχη των δύο θεαίνων έβαλε ο Δίας. Πρόσταζε ένα τρίτο του χρόνου ο Αδωνις να μένει με την Αφροδίτη, ένα άλλο τρίτο με την Περσεφόνη και το τελευταίο να το περνά με εκείνη που θα επέλεγε ο ίδιος και που ήταν φυσικά η Αφροδίτη.
ΑΔΩΝΙΑ: Προς τιμή του Αδωνη γιόρταζαν αυτή περίπου την εποχή (ή το καλοκαίρι) τα Αδώνια, με συμμετοχή αποκλειστικά γυναικών, που πενθηφορούσαν και τελούσαν «πάντα τα εις κηδείας καθιερωμένα». Πάνω σε νεκρικές κλίνες, μέσα σε σπίτια, τοποθετούσαν κέρινα ομοιώματα του Αδωνη, περιβαλλόμενα από ποικίλα άνθη, κλαδιά και καρπούς, ενώ γύρω τους έκαιγαν λιβανωτοί και άλλα αρωματικά θυμιάματα. Οι γυναίκες θρηνούσαν γοερά και κόπτονταν για τον θανόντα θεό. Επιπλέον, φύτευαν μέσα σε πήλινες γλάστρες σπόρους από γρήγορα αναπτυσσόμενα αλλά και γρήγορα μαραινόμενα φυτά, όπως μάραθοα και διάφορες πρασινάδες, τις οποίες, αφού πότιζαν, τις ανέβαζαν στις στέγες των σπιτιών. Μια ιδέα για τις γλάστρες αυτές, που οι αρχαίοι τις αποκαλούσαν «κήπους Αδώνιδος», μας δίνουν παραστάσεις αττικών αγγείων. Στη συνέχεια περιέφεραν τα ομοιώματα του θεού στους δρόμους «κοπτόμεναι» πάλι και «θρήνους ήδον» με τη συνοδεία ενός ιδιαίτερου αυλού, που αποκαλείτο γίγγρας. Πρόκειται για μικρού μήκους αυλούς, που έδιναν έναν οξύ, διαπεραστικό, θρηνώδη και πένθιμο τόνο. Μετά την περιφορά, τα είδωλα μαζί με τους «κήπους του Αδώνιδος», που στο μεταξύ είχαν αρχίσει να φυτρώνουν, ρίχνονταν σε κάποια πηγή ή σε ένα ποτάμι. Την επόμενη μέρα γιόρταζαν «εν χαρά» την ανάσταση του θεού.
ΕΡΜΗΝΕΙΑ: Αν και είναι παρακινδυνευμένο να διατυπώνονται γενικεύσεις βασισμένες σε εξωτερικές ομοιότητες που παρουσιάζουν θεότητες διαφορετικών πολιτισμών και διαφορετικών χρονικών περιόδων, ο ελληνικός Αδωνίς, όπως και ο σημιτικός, φαίνεται ότι αποτελεί προσωποποίηση του μυστηρίου της βλάστησης. Η γιορτή του θα πρέπει να προέκυψε από τη στιγμή που οι άνθρωποι, παρανοώντας τις ετήσιες μεταβολές της φύσης, θεώρησαν ότι αυτές οφείλονται σε μια συνεχή διαμάχη ανάμεσα σε δυνάμεις που αντιπροσώπευαν τη γονιμότητα και τη φθορά. Πίστεψαν λοιπόν ότι, εκτελώντας κάποιες μαγικές τελετουργίες, μπορούν να βοηθήσουν τις θεότητες της ζωής στον αγώνα τους ενάντια στις θεότητες του θανάτου. Οι «κήποι του Αδώνιδος» με τους γρήγορα αναπτυσσόμενους αλλά και γρήγορα μαραινόμενους σπόρους, όπως και η ρίψη τόσο του ομοιώματος του θεού όσο και των «κήπων» του μέσα σε νερό, αποτελούν τελετουργίες μιας μορφής συμπαθητικής μαγείας. Απέβλεπαν στην ετήσια αναζωογόνηση της γης με τη βοήθεια και του απαραίτητου νερού. Ο ίδιος ο Αδωνις ενσάρκωνε το πνεύμα της βλάστησης και ο ετήσιος θάνατος και η επάνοδος του στη ζωή αντιπροσώπευαν τον μαρασμό της φύσης κατά τον χειμώνα και την επερχόμενη αναγέννηση της κατά την άνοιξη.

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ: Ένας μυαλωμένος γεωργός δεν πρόκειται στα σοβαρά να σπείρει σε «κήπους του Αδωνη» εκείνο τον σπόρο από τον οποίο περιμένει καρπό, για να χαρεί την όμορφη ανάπτυξη των φυτών μέσα σε οκτώ ημέρες. Κάτι τέτοιο θα το κάνει οπωσδήποτε παίζοντας, για χάρη της γιορτής του Αδωνη. Τους σπόρους όμως που τους αντιμετωπίζει σοβαρά, θα τους σπείρει στο κατάλληλο έδαφος (όχι δηλαδή σε πήλινες πιατέλες) και θα είναι ευχαριστημένος αν η σοδειά είναι ώριμη ύστερα από οκτώ μήνες. Κατά τον ίδιο τρόπο και ο διαλεκτικός θα σπείρει τους κήπους της γραφής (τους κήπους του Αδωνη) μόνο παίζοντας. Όπως ο γεωργός ψάχνει για το εύφορο έδαφος, το καλλιεργεί με μόχθο και το σπέρνει περιμένοντας καιρό για να δρέψει τους καρπούς του, έτσι κι ο φιλόσοφος αναζητάει την κατάλληλη και πρόσφορη ψυχή για να φυτέψει μέσα της, με τη διαλεκτική, τον ζωντανό λόγο. Ο φιλόσοφος, με τη διαλεκτική και τον ζωντανό του λόγου διδάσκει όχι την ίδια τη γνώση, αλλά τον τρόπο με τον οποίο θα την ανακαλύψει και θα την προσεγγίσει κανείς. Υπό αυτήν την έννοια γνήσιος είναι ο φιλοσοφικός λόγος που έχει την πρόθεση να διδάξει και όχι να εντυπωσιάσει, να πείσει ή να εξυπηρετήσει υλικά συμφέροντα και προσωπικές επιδιώξεις. Η διδαχή όμως για τον Πλάτωνα είναι μία διαδικασία που πραγματώνεται μόνο μέσω του «διαλέγεσθαι» κι όχι μέσω του γραπτού λόγου, ο οποίος γι' αυτόν τον λόγο υποβαθμίζεται σ' ένα απλό εργαλείο μνήμης.

Ποια είναι επομένως η αξία του γραπτού λόγου;

Ο Μπόρχες  (Χόρχε Λουίς) αναφέρει σε ένα αφήγημά του με τίτλο  Το τείχος και τα βιβλία:
« Διάβασα αυτές τις ημέρες πως ο άνθρωπος που διέταξε την κατασκευή του σχεδόν άπειρου Σινικού Τείχους, ήταν εκείνος ο πρώτος Αυτοκράτορας, ο Τσι Χουάνγκ Τι, ο ίδιος που είχε προστάξει να καούν όλα τα βιβλία πριν από αυτόν. Το γεγονός ότι τα δύο αυτά κολοσσιαία εγχειρήματα –οι πεντακόσιες ή εξακόσιες λεύγες βράχοι που όρθωσε κατά των βαρβάρων, και η στυγνή κατάλυση της Ιστορίας, δηλαδή του παρελθόντος- ήταν έργο ενός ανθρώπου και, κατά κάποιο τρόπο, τον χαρακτήρισαν, με ικανοποίησε και, ταυτόχρονα, με προβλημάτισε ανεξήγητα. Σκοπός αυτού του σημειώματος είναι να ερευνήσω τις αιτίες αυτών των συνασθημάτων.
Από ιστορική άποψη, τα δύο αυτά μέτρα δεν παρουσιάζουν κανένα μυστήριο. Σύγχρονος των πολέμων του Αννίβα, ο Τσι Χουάνγκ Τι, βασιλιάς του Τσιν, ένωσε υπό το σκήπτρο του τα Έξι Βασίλεια και κατάργησε το φεουδαρχικό σύστημα. Ύψωσε το τείχος, γιατί τα τείχη ήταν άμυνα. Έκαψε τα βιβλία, γιατί οι αντίπαλοί του τα επικαλούνταν για να εξυμνήσουν τους αρχαίους αυτοκράτορες. Το κάψιμο των βιβλίων και η κατασκευή οχυρών είναι σύνηθες έργο των αρχόντων. Αυτό που κάνει τον Τσι Χουάνγκ Τι μοναδικό είναι η κλίμακα υπό την οποία έδρασε...»

Σ΄ ένα έργο του Μπέρναρντ Σο, η φωτιά απειλεί τη βιβλιοθήκη της Αλεξάνδρειας. Κάποιος φωνάζει ότι θα καεί η μνήμη της ανθρωπότητας και ο Καίσαρας του λέει: «Ας καεί. Είναι μια μνήμη επονείδιστη». 
Λένε ότι ο Πυθαγόρας δεν έγραψε τίποτε.

Και ο Πλάτωνας στον Τίμαιο  αναφέρει τα εξής: «τὸν μὲν οὖν ποιητὴν καὶ πατέρα τοῦδε τοῦ παντὸς εὑρεῖν τε ἔργον καὶ εὑρόντα εἰς πάντας ἀδύνατον λέγειν». «Είναι αδύνατο να βρεις τον δημιουργό και πατέρα του σύμπαντος, ακόμα δε κι αν τον βρεις, είναι αδύνατο να τον δείξεις στον κόσμο». 28c

Και ο Κλήμης ο Αλεξανδρεύς συμφωνώντας με την παραπάνω άποψη αναφέρει στους Στρωματείς: «Ο Θεός του σύμπαντος που βρίσκεται πάνω από κάθε φωνή, σκέψη και νόημα, δεν είναι δυνατό να μεταβιβάζεται με τη γραφή όντας, με τη δική του δύναμη, άρρητος. Έχοντας, λοιπόν, αυτά υπόψη σου πρόσεξε μήπως κάποτε μεταμεληθείς για εκείνα που, κάποια στιγμή, κοινολογούνται με τρόπο ανάξιο. Η μέγιστη προφύλαξη είναι να μη γράφεις, αλλά να αποστηθίζεις. Γιατί είναι αδύνατον, πράγματι αδύνατον, αυτά που γράφεις να μην κοινολογηθούν»

Και ο Ιησούς ήταν δάσκαλος της προφορικής διδασκαλίας, που
έγραψε μονάχα μια φορά κάτι λόγια πάνω στο χώμα και δεν τα διάβασε κανείς:

Ἰησοῦς δὲ ἐπορεύθη εἰς τὸ ὄρος τῶν ἐλαιῶν· ὄρθρου δὲ πάλιν παρεγένετο εἰς τὸ ἱερόν, καὶ πᾶς ὁ λαὸς ἤρχετο πρὸς αὐτόν·  καὶ καθίσας ἐδίδασκεν αὐτούς. ἄγουσι δὲ οἱ γραμματεῖς καὶ οἱ Φαρισαῖοι γυναῖκα  ἐπὶ μοιχείᾳ κατειλημμένην, καὶ στήσαντες αὐτὴν  ἐν μέσῳ  λέγουσιν αὐτῷ· διδάσκαλε,  αὕτη ἡ γυνὴ  κατείληπται ἐπ᾿ αὐτοφώρῳ μοιχευομένη·καὶ ἐν τῷ νόμῳ ἡμῶν Μωϋσῆς ἐνετείλατο  τὰς τοιαύτας λιθάζειν. σὺ οὖν τί λέγεις; τοῦτο δὲ εἶπον ἐκπειράζοντες αὐτόν, ἵνα σχῶσι κατηγορίαν κατ᾿ αὐτοῦ. ὁ δὲ Ἰησοῦς κάτω κύψας τῷ δακτύλῳ  ἔγραφεν εἰς τὴν γῆν.  ὡς δὲ ἐπέμενον ἐρωτῶντες αὐτόν, ἀνέκυψε καὶ εἶπεν αὐτοῖς· ὁ ἀναμάρτητος ὑμῶν πρῶτος βαλέτω λίθον ἐπ᾿ αὐτήν.
ΚΑΤΑ ΙΩΑΝΝΗΝ 8
ΚΕΙΜΕΝΟ:
276d] Σωκράτης
οὐ γάρ· ἀλλὰ τοὺς μὲν ἐν γράμμασι κήπους, ὡς ἔοικε, παιδιᾶς χάριν σπερεῖ τε καὶ γράψει, ὅταν [δὲ] γράφῃ, ἑαυτῷ τε ὑπομνήματα θησαυριζόμενος, εἰς τὸ λήθης γῆρας ἐὰν ἵκηται, καὶ παντὶ τῷ ταὐτὸν ἴχνος μετιόντι, ἡσθήσεταί τε αὐτοὺς θεωρῶν φυομένους ἁπαλούς· ὅταν <δὲ> ἄλλοι παιδιαῖς ἄλλαις χρῶνται, συμποσίοις τε ἄρδοντες αὑτοὺς ἑτέροις τε ὅσα τούτων ἀδελφά, τότ᾽ ἐκεῖνος, ὡς ἔοικεν, ἀντὶ τούτων οἷς λέγω παίζων διάξει.
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ: Όπως δείχνουν τα πράγματα, τους κήπους με τους χαρακτήρες των γραμμάτων, θα τους σπείρει και θα τους γράψει για παιχνίδι. Κι όταν συγγράφει, θα το κάνει προσφέροντας στον εαυτό του θησαυρούς από τρόπους βοήθειας της μνήμης του, για να τους έχει ενεργούς αν φθάσει στο σημείο να γεράσει και να ξεχνάει, μα και για τον καθένα που θα ακολουθήσει τα ίδια ίχνη. Και θα ευχαριστηθεί όταν θα τους βλέπει να φυτρώνουν απαλοί. Και όταν οι άλλοι θα ασχολούνται με άλλα παιχνίδια, ποτίζοντας τους εαυτούς τους σε συμπόσια και σε άλλες, αδελφές με αυτά διασκεδάσεις, τότε εκείνος, όπως φαίνεται, αντί με τούτες τις ευχαριστήσεις, με τα παιχνίδια στα οποία αναφέρομαι θα περνά το χρόνο του.

ΑΞΙΑ ΤΩΝ ΓΡΑΠΤΩΝ ΓΙΑ ΤΟΝ ΠΛΑΤΩΝΑ: Για τον Πλάτωνα η αξία του γραπτού λόγου περιορίζεται απλώς στη βοήθεια που προσφέρουν στη μνήμη του γνώστη. Ο Πλάτων λέει ότι ο φιλόσοφος συνθέτει βοηθήματα για τη μνήμη όχι μόνο γι' αυτούς που έχουν τις ίδιες ιδέες, αλλά και για τον εαυτό του, όταν θα φτάσει στην ηλικία της λήθης, τα γηρατειά. Επίσης ο Πλάτων αναφέρει και το «παιχνίδι», που η επιτυχία του προκαλεί χαρά στο συγγραφέα

Παρασκευή, 15 Φεβρουαρίου 2013

Εξετάσεις στον...έρωτα

        Η Αννιές είχε φανταστεί ένα είδος ερωτικών εξετάσεων.....: 
     σας ρωτούν αν μετά θάνατον θα ευχόσασταν να ξυπνήσετε σε μια καινούργια ζωή.
   
   Απάντηση 1η: Δεν δέχεστε παρά μόνο με την προϋπόθεση να ξαναβρεθείτε με το πρόσωπο που αγαπήσατε. Η ζωή δηλαδή δεν αξίζει παρά μόνο στο μέτρο που σας επιτρέπει να ζείτε τον έρωτά σας. Το αγαπημένο πρόσωπο αντιπροσωπεύει πράγματα από όλη τη Δημιουργία, περισσότερα από τη ζωή.

  Απάντηση 2η:   Δέχεστε χωρίς να θέσετε τον παραμικρότερο όρο. Αρκεί να βρεθείτε πλάι στο Δημιουργό, σε μια μακάρια ζωή, χωρίς απαραίτητα να βρίσκεται και ο αγαπημένος σας. Ίσως γιατί δε θα υπάρχουν πρόσωπα.Ίσως γιατί ο Δημιουργός είναι ο αγαπημένος σας. Ίσως γιατί δεν αγαπήσατε πραγματικά.



στηριγμένος και πάλι στην "Αθανασία" του Κούντερα...

Πέμπτη, 14 Φεβρουαρίου 2013

Amour - Χάνεκε

   

Συνήθως δεν καταγράφω γνώμες για κινηματογραφικές ταινίες. Δεν αισθάνομαι  ... επαρκής θεατής. Αλλά η συναισθηματική κατάσταση στην οποία περιήλθα όπως και ένας προβληματισμός που μου δημιουργήθηκε, με οδηγούν να εκφραστώ για την ταινία του Χάνεκε "Amour".
       Αφωνία - Αγλωσσία. Μετά την ταινία. Κατάσταση εσωτερικής ανάγκης. Να κοιτάζω προς τα έξω, αλλά στην ουσία να κοιτάζω μέσα μου. Αριστοτελική κάθαρση. Ίσως δεν είχα αισθανθεί άλλοτε σε τέτοιο βαθμό την έννοια κάθαρση. Να μη ζω, αλλά να ζω. Τόσο μακρυά και τόσο κοντά.
      Και να αναρωτιέμαι. Τι γίνονται άραγε τα αισθήματα του ανθρώπου όταν μεγαλώνει; Γερνάνε και αυτά; Τα αισθήματα έχουν και αυτά πάρει ένα κοινωνικό πρόσωπο, κοινωνικοποιούνται σαν παιδιά, αλλιώς ερωτεύεσαι σε διάφορες ηλικίες, γιατί αλλιώς εκφράζεις τον έρωτα... Και στο τέλος τι μένει; Ο έρωτας παρέα με τον θάνατο. Τα αισθήματα αναβαφτίζονται στην κολυμβήθρα του θανάτου. Αίσθημα είναι ο άνθρωπος. Η ψυχή του. Τα αισθήματα χάνουν το κοινωνικό τους πρόσωπο και παίρνουν το μοναχικό δρόμο του εγώ. Το αίσθημα πλέον πηγάζει από μέσα κι όχι από έξω. 
       Ο Χάνεκε πρωτοτυπεί(:). Βάζει έναν άντρα να βιώνει αυτή τη συναισθηματική βαρύτητα.Γιατί ίσως και οι άντρες μπορούν να περισώσουν τα αισθήματά τους δημιουργώντας το δικό τους συναισθηματικό γίγνεσθαι αλώβητο από ατομικές αδυναμίες.

Κυριακή, 10 Φεβρουαρίου 2013

H Αθανασία- Μ. Κούντερα

   

Ο Μίλαν Κούντερα είναι από τους πιο αγαπημένους μου συγγραφείς.Έχω διαβάσει σχεδόν όλα τα έργα του. Αφορμή όμως για να διαβάσω την "Αθανασία", το μόνο που μου έμεινε αδιάβαστο, ήταν ένα ταξίδι μου στην Πράγα. Στην πόλη που την άφησε, σαν εραστής που αφήνει την αγαπημένη του γιατί τον πλήγωσε.Τον αγαπούν οι Τσέχοι, μου είπε η τσέχα ξεναγός, αλλά αυτός τους ξέχασε και δεν έρχεται πλέον σχεδόν καθόλου στην πατρίδα του. Νέα αγάπη του και παντοτινή, από όσο φαίνεται η Γαλλία.
   Δεν συνάντησα ιδιαίτερες αναφορές για την παλιά του πατρίδα. Ίσως η σημαντικότερη ήταν για το τεράστιο μεσαιωνικό ρολόι στην πλατεία της παλιάς πόλης. Αυτή η αίσθηση του χρόνου, το τώρα και το μετά, διαπερνά εξάλλου το έργο. Απευθυνόμενος προς τους άντρες ο συγγραφέας θέτει ένα δίλημμα: αν υπάρχει η δυνατότητα να περάσεις ένα βράδυ με μια όμορφη γυναίκα, μια πραγματική καλλονή, όπως η Μπριζίτ Μπαρντό ή η Γκρέτα Γκάρμπο, με την προϋπόθεση όμως ότι δεν θα αποκαλυφθεί αυτό σε κανέναν, κι από την άλλη να κάνεις απλώς μια βόλτα στην πλατεία της πόλης σου, εκεί που συχνάζουν οι περισσότεροι άνθρωποι, με το ίδιο πρόσωπο έχοντας το χέρι σου στον ώμο της, τι ... θα επέλεγες; Είσαι ένας θηρευτής της ηδονής ή του θαυμασμού; Το φαίνεσθαι ή το είναι; 
   Ο συγγραφέας παίζει παιχνίδια με την αντρική ματαιοδοξία, είναι γεγονός. Αλλά και με τη ματαιοδοξία γενικότερα. Ποια είναι άραγε η εικόνα των άλλων για εμάς; Είμαστε εμείς υπεύθυνοι για την εικόνα αυτή; Σε έναν υποθετικό διάλογο ανάμεσα στον Γκαίτε και τον Χεμινγουαίη, ο Γκαίτε αναφέρει: "τα βιβλία μας είναι αθάνατα, όχι εμείς οι ίδιοι". Και ο Χεμινγουαίη αντιτείνει:¨"αντιθέτως, τα βιβλία μας είναι πιθανόν να πάψουν να τα διαβάζουν, αλλά οι άνθρωποι δε θα σταματήσουν λεπτό να  φλυαρούν για τις ελάχιστες λεπτομέρειες της ζωής σας".
   Αθανασία, επομένως. Ο άνθρωπος αντιμέτωπος όχι με το θάνατο. Ο άνθρωπος μετά το θάνατο. Μικρή, αλλά και μεγάλη Αθανασία. Μικρή είναι αυτή που σε θυμούνται όσοι σε ήξεραν. Μεγάλη είναι αυτή που σε θυμούνται και όσοι δεν σε ήξεραν. Ήξεραν όμως ίσως το έργο σου. Δεν ήταν έρωτας αυτός που παρακίνησε την Μπεττίνα Μπρεντάνο να γράφει ερωτικά γράμματα στον Γκαίτε. Ήταν η επιθυμία της μεγάλης Αθανασίας. 
   Έρωτας είναι η επιθυμία για τον άλλο. Ο Πωλ ερωτεύεται την Λώρα, και την Αννιές. Ο έρωτας μεταμορφώνει τη ζωή σε πεπρωμένο. Η νεαρή κοπέλα όμως, η λαουτίστρια, μπροστά σε έναν καθρέφτη ανάμεσα σε δύο άντρες να κρύβει τα στήθη της με τα δυο της χέρια δεν είναι έρωτας μόνο αυτό που νιώθει. Αυτή βρίσκεται πέρα από τον έρωτα και είναι η ίδια η εικόνα της που την συνεπαίρνει.
   Ένα μυθιστόρημα που, όπως λέει, ο συγγραφέας, δεν μοιάζει με ποδηλατοδρομία, αλλά με ένα συμπόσιο που σερβίρονται πολλά πιάτα. Σε μια τέτοια περίπτωση προφανώς δεν μεταφέρεις την πλοκή, γιατί η ενότητα δράσης απουσιάζει αρκετά, αλλά αφήνεσαι στη μαγεία της στιγμής.

Παρασκευή, 8 Φεβρουαρίου 2013

Kοπή Βασιλόπιτας

Το διάβασμα όσο μοναχική κατάσταση είναι, άλλο τόσο είναι και κοινωνική. Διαβάζω με άλλους; Μάλλον όχι. Μοιράζομαι μαζί με άλλους το διάβασμα. Μοιράζομαι την απόλαυση. Σαν ένα ομαδικό ... πνευματικό όργιο. Ένα λογοτεχνικό σύμπαν στο οποίο τρυπώνουμε και κινούμαστε με όχημα τα βιβλία και τα αισθήματα που αυτά μας γεννάν. Μέσα σε αυτό το λογοτεχνικό σύμπαν στήσασμε κι εμείς τη δική μας λέσχη ανάγνωσης, με βασική μας έδρα τη δημόσια βιβλιοθήκη (Σερρών). Και να που φτάσαμε να κόψουμε και τη δική μας βασιλόπιτα.

Η βασιλόπιτα είναι σαν το βιβλίο. Κόβεις κομμάτια, τα μοιράζεις, κάποιος κερδίζει, όλοι χαίρονται και κυρίως αυθαιρετείς δημιουργικά με τη σκέψη σου.







Συγκεντρωνόμαστε μία φορά το μήνα περίπου από 15-20 φιλαναγνώστες. Καλή και αναγνωστική χρονιά!

Σάββατο, 2 Φεβρουαρίου 2013

Tο σώμα

στηριγμένος σε ένα απόσπασμα από την "Αθανασία" του Μ. Κούντερα



Έρωτας και στομάχι. Μια σχέση τόσο μακρινή, αλλά και τόσο κοντινή.Μήπως τελικά ταυτίζονται; Όταν ήταν γέροι ο Νταλί και η Γκαλά, και σαφώς οι ορμές καταλαγιάζουν, αποφάσισαν να πάρουν ένα κουνέλι. Το αγάπησαν μάλιστα τόσο πολύ που το ζωάκι δεν τους άφηνε ρούπι. Μια μέρα όμως έπρεπε να φύγουν και να πάνε σε ένα ταξίδι μακρινό. Τι θα έκαναν όμως με το κουνέλι; Δεν μπορούσαν να το πάρουν μαζί τους, αλλά δεν είχαν και κανέναν για να του το αφήσουν, έστω και προσωρινώς. Ήταν πολύ προβληματισμένοι. Την παραμονή της αναχώρησης κάθονται στο τραπέζι να φάνε. Ο Νταλί αμίλητος, το φαγητό με δυσκολία κατεβαίνει από το λαιμό του. Του φαίνεται όμως πολύ νόστιμο, μέχρι που καταλαβαίνει πως πρόκειται για...στιφάδο κουνέλι. Αμέσως σηκώνεται από το τραπέζι και τρέχει στην τουαλέτα να ξεράσει. Να ξεράσει το αγαπημένο του ζωάκι. Αντιθέτως η Γκαλά ήταν ευτυχισμένη, που είχε βάλει στα σπλάχνα της το αγαπημένο της ζωάκι. Είχε γίνει ένα με αυτό, δύο κορμιά σε ένα. Αυτό υπήρξε η ολοκλήρωση του έρωτά της: η κατάποση του αγαπημένου της. Σε σύγκριση με τη σύντηξη των σωμάτων, η ερωτική πράξη της φαινόταν μια ...γελοία φαγούρα. Τα συμπεράσματα δικά σας...