Παρασκευή, 29 Ιουνίου 2012

Μόντοκ-Μαξ Φρις





Το να είσαι αιώνιος σημαίνει να έχεις υπάρξει. 

Ένας συγγραφέας υπάρχει μέσα από τα δημιουργήματά του. Όταν όμως αποφασίζει να περιγράψει τη ζωή του σ΄ ένα κείμενο αυτοβιογραφικό,όπως είναι το "Μόντοκ", τότε τι γίνεται; Κι ο Μάρκες είχε γράψει το Ζω για να τη διηγούμαι. Ποια είναι τα όρια ανάμεσα στην πραγματικότητα και τη μυθοπλασία; Ο ίδιος ο συγγραφέας μπορεί να παίξει το ρόλο του μυθιστορηματικού ήρωα;
Η λογοτεχνία συντηρεί τη στιγμή, γι΄ αυτό υπάρχει άλλωστε. Η λογοτεχνία έχει τον δικό της χρόνο. Το θέμα της αφορά πολλούς ανθρώπους ή όλους τους ανθρώπους...  Πραγματικά ο τίτλος του αυτοβιογραφικού κειμένου "Μακρύ Σαββατοκύριακο στο Λονγκ Άιλαντ" είναι ένα παιχνίδι με το χρόνο. Ένα σαββατοκύριακο είναι η αφορμή για να ζήσει, να περιγράψει, να θυμηθεί, να προβληματιστεί ο συγγραφέας. Το χρόνο σου μπορείς να τον διαχειριστείς όπως θέλεις, κι αυτό ισχύει και στο συγκεκριμένο κείμενο.
Βρισκόμαστε το 1974 και ο Ελβετός συγγραφέας Μαξ Φρις σε ηλικία εξήντα τριών ετών με αφορμή τη συνάντησή του με την Άλις Λοκ-Κάρεϋ (που στο κείμενο αποκαλείται Λυν) περνάει ένα σαββατοκύριακο στο Λονγκ Άιλαντ, ένα ακρωτήρι στον ατλαντικό. Και από κει κι έπειτα βλέπουμε να εξυφαίνεται το πορτραίτο του καλλιτέχνη-συγγραφέα. Η γνωριμία με τον Β., η ενασχόλησή του με τη συγγραφή, οι σχέσεις του με τις γυναίκες, οι σχέσεις του με τους γονείς, η σχέση του με τον εαυτό του. Ένας άνθρωπος που τον επηρέασαν πολλά γεγονότα. Ένας άνθρωπος που διαρκώς ψάχνεται. Το παρελθόν, το παρόν και το μέλλον μέσα σ΄ έναν άνθρωπο σε ένα εκρηκτικό μείγμα. 
Όλο και πιο συχνά με τρομάζει κάποια ανάμνηση. Συνήθως πρόκειται για αναμνήσεις που δεν είναι καθόλου τρομακτικές στην πραγματικότητα... Με τρομάζει η ανακάλυψη: είχα αποσιωπήσει τα γεγονότα της ζωής μου στον εαυτό μου. Υπηρέτησα ένα συγκεκριμένο κοινό με ιστορίες... Η διαπίστωση ενός συγγραφέα, ενός παραμυθά, ότι οι ιστορίες του δεν ήταν η ζωή του, ήταν κομμάτια της ζωής του, ιδωμένα από ένα μεγεθυντικό φακό. Δεν είναι καν αλήθεια ότι περιέγραφα πάντα μόνο τον εαυτό μου. Ποτέ δεν περιέγραφα τον εαυτό μου. Απλώς τον κατέδιδα. Στιγμές εξομολόγησης ενός συγγραφέα: δεν περγράφει, αλλά καταδίδει τον εαυτό του.
Και οι γυναίκες; Ο συγγραφέας δεν παύει να βλέπει τον εαυτό του σαν μια αδέξια αρσενική φώκια. Οι άντρες είναι ανεπαρκείς. Αυτό το επίθετο χρησιμοποιεί, ανεπαρκείς. Και προσπαθούν να πιαστούν από τη στιγμή, το παρόν. Κι αυτό το παρόν τους το προσφέρει η γυναίκα. Μερικές φορές σκέφτομαι ότι καταλαβαίνω τις γυναίκες και στην αρχή τούς αρέσει το ψυχογράφημα που τους κάνω...Οι γυναίκες κολακεύονται όταν με βλέπουν να προσπαθώ να μαντέψω αυτό που είναι κι αυτό που σκέφτονται...
Πρέπει πάντα να μαθαίνω αυτήν που αγαπώ...   
 Ίσως η ζωή να είναι σαν τη γυναίκα...

Δευτέρα, 25 Ιουνίου 2012

Oι Γιαγιάδες-Ντόρις Λέσινγκ

  


 Τελικά πάλι ένα οιδιπόδειο σύμπλεγμα είδα να ελλοχεύει πίσω από τη νουβέλα της Ντόρις Λέσινγκ. Βέβαια και το οιδιπόδειο σύμπλεγμα το ερμηνεύω λογοτεχνικά ως μια προσπάθεια προσδιορισμού του εγώ μέσα από την απόρριψη του άλλου.Το Εγώ μέσα από τα μάτια του Άλλου.Η πρωτοτυπία στο συγκεκριμένο έργο είναι πως τα πρωταγωνιστικά πρόσωπα ήταν διπλασιασμένα. Δύο γιοι, δύο πατεράδες, δύο μητέρες, δύο νύφες και δύο εγγονές.
   Μέσα από μια κυκλική αφήγηση ενημερωνόμαστε ήδη από την αρχή ότι οι δύο γιαγιάδες διατηρούσαν στο παρελθόν ερωτικές σχέσεις με τους δύο γιους. Η Ροζ και η Λιλ ήταν φίλες και απόκτησαν η καθεμία από ένα γιο, τον Τομ και τον Ίαν. Ο Τομ γιος της Ροζ και ο Ίαν γιος της Λιλ. Και ακολούθησε η ερωτική ανταλλαγή, μια χιαστή σχέση. 
   Κάνοντας μια ανάδρομη αφήγηση μεταφερόμαστε στο παρελθόν, συναντούμε τις δύο φίλες να γίνονται αχώριστες συμμαχώντας σ΄ ένα εχθρικό σχολείο και να γίνονται σαν δύο δίδυμες αδελφές. Τα κορίτσια μεγάλωσαν σ΄ ένα γαλάζιο κόσμο. Στο τέρμα του κάθε δρόμου ήταν η θάλασσα, γαλανή σαν τα μάτια τους...Πάνω από τα κεφάλια τους ο μπλε ουρανός τόσο σπάνια συννέφιαζε ή σκοτείνιαζε... Πήγαν και οι δύο στο πανεπιστήμιο και στη συνέχεια παντρεύτηκαν νωρίς, με διπλό γάμο. Φυσικά σημειώθηκε και η ανάλογη επαγγελματική καταξίωση. Απέκτησαν και δύο ξανθά αγοράκια. Ολοκληρώθηκε δηλαδή το μεσοαστικό όνειρο. 
   Αυτό όμως που παραξενεύει είναι η στενή σχέση ανάμεσα στις δύο φίλες. Τόσο αχώριστες; Μήπως αιωρείται και ένα ίχνος λεσβιακής σχέσης; Πρώτος παίρνει θέση ο άντρας της Ροζ, ο οποίος μάλιστα και αποχωρεί. Αργότερα θα της ζητήσει διαζύγιο και ξαναπαντρευτεί. Στη συνέχεια αποχωρεί και ο άντρας της Λιλ. Αυτός όμως με πιο τραγικό τρόπο...σκοτώνεται... Και δημιουργείται έτσι μια μεγάλη τετραμελής οικογένεια.
  ...έβλεπες δυο νεαρούς θεούς που η κάθε τους κίνηση και χειρονομία θύμιζε αρχαϊκό αμφορέα ή αρχαίο χορό. Ο χορός στη συνέχεια μεταφέρθηκε στα κρεβάτια. Τα αγόρια από φοβισμένα άτομα λόγω της πατρικής απουσίας μεταμορφώθηκαν σε αυτόνομες προσωπικότητες. Και η εφήμερη απόλαυση συνεχιζόταν. Για πόσο; Πόσο κρατάει μια ευτυχία που ξέρεις ότι κάποια στιγμή πρέπει να λήξει;
   Ώσπου να εμφανιστούν δύο νέες κοπέλες και να τις παντρευτούν τα αγόρια.Και να αποκτήσουν παιδιά μαζί τους. Πάλι ολοκληρώνεται αυτό το μεσοαστικό όνειρο. Το όνειρο της ευτυχίας. Μιας ευτυχίας όμως που ανήκει στους άλλους. Στους άλλους κι όχι σ΄ εσένα που κατατρύχεσαι από ανομολόγητα πάθη. Πόσο ανομολόγητα όμως τη στιγμή που ο Τομ προσπάθησε να τα εκφράσει μέσα από τα γράμματά του στη Λιλ και που αυτή απάντησε. Τα γράμματα ήρθαν στην επιφάνεια και τα πάντα αποκαλύφθηκαν.
   Για το τέλος δεν υπάρχει τέλος. Μοναξιά. Μοναξιά να αντέξεις το πάθημά σου. Ένα πάθημα όμως που υπεύθυνος είσαι μονάχα εσύ. Και η μοναξιά είναι μια ιδιότυπη μοναξιά. Η μοναξιά των τεσσάρων...
   

Σάββατο, 23 Ιουνίου 2012

H αβάσταχτη ελαφρότητα του είναι-Μίλαν Κούντερα

Η φιλαρέσκεια είναι μια υπόσχεση συνουσίας, αλλά μια υπόσχεση χωρίς εγγυήσεις...




Ερωτικό κυρίως το περιεχόμενο του μυθιστορήματος. Ο έρωτας, εκτός των άλλων, αποτελεί και μια δύναμη. Για άλλους δύναμη βαρύτητας και για άλλους δύναμη ελαφρότητας. Γύρω από αυτή τη θεμελιακή διαφοροποίηση δομείται το μυθιστόρημα, που θα το προσεγγίσω με την προοπτική ερωτικών ζευγαριών.
Από τη μία πλευρά έχουμε τον Τόμας και την Τερέζα. Ο Τόμας, μια πιο αντιπροσωπευτική αντρική περσόνα, αναζητά τον έρωτα μέσα από διάφορες ερωτικές παρτενέρ, στις οποίες όμως δεν επιτρέπει να αναπτύσσουν περισσότερες αξιώσεις γύρω από το πρόσωπό του.Τις σχέσεις του τις αποκαλεί ερωτικές φιλίες, που συνδυάζουν και το ερωτικό και το εφήμερο στοιχείο. Μέχρι που γνωρίζει την Τερέζα. Σαν να βρήκε μέσα σε ένα καλάθι ένα μωρό παρατημένο και ο ίδιος το περιέβαλε με στοργή. Είμαι άρρωστος από συμπόνια... παραδέχεται ο Τόμας. Από το σημείο αυτό η Τερέζα αποτελεί κεντρικό άξονα στην ερωτική του ζωή γύρω από τον οποίο περιστρέφεται. Και η Τερέζα; Μια φιλόδοξη και ευαίσθητη νέα που ανέχεται βέβαια να μυρίζει στα μαλλιά του Τόμας την ερωτική μυρωδιά άλλων γυναικών, δεν ανέχεται όμως να τον έχει μακριά της. Είχε φθάσει εκεί που ήθελε να φθάσει: πάντοτε είχε ευχηθεί να γεράσει... Να γεράσει και μάλιστα μαζί με αυτόν που αγαπούσε και να πεθάνουν μαζί. Μαζί στον έρωτα, μαζί και στο θάνατο.
Από την άλλη πλευρά έχουμε το ζευγάρι της ελαφρότητας: τη Σαμπίνα και τον Φραντς. Η Σαμπίνα, καλλιτέχνις, χωρίς υποχρεώσεις, με μια τάση φυγής. Φυγής προς τα που όμως; Το να αγαπάς σημαίνει να παραιτείσαι απ΄ τη δύναμη, είπε ο Φρνατς γλυκά. Η Σαμπίνα κατάλαβε δύο πράγματα: πρώτον, ότι αυτή η φράση ήταν όμορφη κι αληθινή. Δεύτερον, ότι με τη φράση αυτή ο Φραντς είχε μόλις εξαιρεθεί απ΄ την ερωτική της ζωή. Η ζωή της Σαμπίνα είναι ένα αιώνιο ταξίδι να ξεπεράσει τα ψυχικά της τραύματα και να τα βρει με τον εαυτό της. Η αδέσμευτη αγάπη είναι άραγε πιο ελεύθερη ή μήπως και πιο εγωιστική; Ο Φραντς, ένας από τους ερωτικούς της παρτενέρ, αισθάνεται διαρκώς τη ματιά της Σαμπίνα πάνω του. Ακόμη κι όταν χωρίζει από τη γυναίκα του και σχετίζεται με μια νεαρότερή του, και πάλι φροντίζει να εναρμονίσει τις επιλογές του με βάση τα πιστεύω της Σαμπίνα. Στο τέλος αυτός πεθαίνει μόνος του, ενώ η Σαμπίνα ταξιδεύει...
Φορείς ερωτικών φορτίων οι ήρωες του Κούντερα που επιδρούν μεταξύ τους. Τελικά ελαφρότητα ή βαρύτητα στον έρωτα; Όσο κι αν ο συγγραφέας φαίνεται να δικαιώνει το ζευγάρι της βαρύτητας, αυτό που μου έμεινε είναι η βαθιά επίδραση που παίζει το κοινωνικό περιβάλλον με τους πολιτικούς του μετασχηματισμούς στην ερωτική εκδήλωση. Αλλιώς ερωτεύεσαι στην Τσεχοσλοβακία (την πρώην), αλλιώς στην Ελβετία, αλλιώς στη Γαλλία. Μήπως τελικά η πατρίδα σου είναι κι αυτή μια ερωτική παρτενέρ; Μήπως μάλιστα είναι και η βασικότερη σχέση στη ζωή; Που όσο κι αν απομακρύνεσαι από αυτή, επιστρέφεις, έστω και νοερά, πάντα σε αυτή; 

Δευτέρα, 18 Ιουνίου 2012

Ένα κάποιο τέλος - Τζούλιαν Μπαρνς



Μερικές φορές μπαίνω στον πειρασμό να αναρωτηθώ ποιο είναι το μήνυμα ενός μυθιστορήματος. Ξέρω ότι πρόκειται για μια καθαρά πεζή σκέψη, γιατί πράγματι  σκοπός είναι η αισθητική απόλαυση, το τέλος είναι η ευδαιμονία, όπως είπε και ο Αριστοτέλης. Όταν όμως διαβάζεις ένα έργο, και μάλιστα απνευστί, το απολαμβάνεις, το χαίρεσαι, αλλά δυσκολεύεσαι στο τέλος να ερμηνεύσεις, τότε τι άραγε σημαίνει αυτό; Βέβαια με προκατέλαβε και ο τίτλος του έργου: «ένα κάποιο τέλος», πράγμα που σημαίνει ότι πρόκειται για ένα υποκειμενικό κλείσιμο του έργου από τον συγγραφέα. Ο καθένας μπορεί να  ολοκληρώσει το έργο όπως θέλει, να δώσει τη δική του εκδοχή. Αλλά όμως και η λογοτεχνία δε θέλει την υποκειμενική παρέμβαση του συγγραφέα; Το έργο τέχνης δεν είναι μόνο ένα παιχνίδι φαντασίας, αλλά ένα ολοκληρωμένο, αυτόνομο πεδίο – παιδίο…  Τέλος πάντων!
Τέσσερις φίλοι στις αρχές της δεκαετίας του ΄60 και η ενηλικίωσή τους. Ο άνθρωπος αντιμέτωπος με το παρελθόν του. Πόσα μυστικά κρύβει η ζωή που τα αποκρυπτογραφεί κανείς εκ των υστέρων. Κι αν το κατορθώσει κι αυτό και δεν μένει περιχαρακωμένος στον κόσμο του, στις δυνατότητες και τις ιδεοληψίες του. Πολλαπλά flash back σε μια πρωτοπρόσωπη αφήγηση για να μας αφήνει πολλά κενά και να πάρει τη μορφή ενός αστυνομικού μυθιστορήματος.
Η ανάλυσή μου θα εστιαστεί σε δύο φαινομενικά άσχετα περιστατικά μεταξύ τους: στα σχολικά χρόνια ένας συμμαθητής των τεσσάρων νέων, ονόματι Ρόμπσον, αυτοκτονεί. Η αιτία αιωρείται σαν στοιχειό. Είχε αφήσει έγκυο την κοπέλα του. Η ανωριμότητα, η αδυναμία, η απειρία και όσα άλλα θα μπορούσε να σκεφτεί κανείς οδηγούν στην αυτοκτονία. Είναι άραγε όλα αυτά απόρροια της ηλικίας; Και ο κοινωνικός στιγματισμός που ακολουθεί; «Ο Καμί είχε πει ότι η αυτοκτονία είναι το μοναδικό πραγματικό φιλοσοφικό ερώτημα». Αυτό σχολίασε ο Έιντριαν, ένας από τους τέσσερις φίλους. Τα χρόνια περνούν, οι φίλοι σκορπίζονται ακολουθώντας τις προσωπικές τους πορείες και …ο Έιντριαν αυτοκτονεί. Ο πιο έξυπνος, ο πιο ξεχωριστός, ο πιο ευφυής της παρέας. Είχε αφήσει έγγυο τη μητέρα της φίλης του.  Σε τι αλλάζει ο άνθρωπος όσο περνούν τα χρόνια; Και ποια η σχέση του κοινωνικά αποδεκτού και της ευφυΐας;
Ένα έργο χωρίς ιδιαίτερη πρωτοτυπία στη δομή, αλλά που έχει να πει πολύ ενδιαφέροντα πράγματα για να σε βυθίσει σ΄ ένα κόσμο σκέψεων και να σε προκαλέσει να δώσεις και το δικό σου στο τέλος στην ιστορία.

Πέμπτη, 14 Ιουνίου 2012

Η ζωή είναι αλλού-Μίλαν Κούντερα



Ξαναδιαβάζοντας το μυθιστόρημα του Τσέχου συγγραφέα στέκομαι στο οιδιπόδειο σύμπλεγμα που εμφανίζεται στην πρώτη ενότητα. Δύσκολο για ένα φιλόλογο να ξεφύγει από το μοτίβο της μεγαλειώδους τραγωδίας του Σοφοκλή.

Μίλησαν πολλή ώρα εκείνο το βράδυ, κι έτσι μάνα και γιος, οι δύο απογοητευμένοι εραστές, βρήκαν εντέλει παρηγοριά ο ένας στον άλλο.

Η μητέρα δεν συστήνεται με κάποιο όνομα. Είναι η μητέρα του ποιητή. Ένα σύμβολο. Το σύμβολο της αιώνιας μητέρας. Η μητέρα του ποιητή, λοιπόν, προσπαθεί να φανταστεί το μέρος που συνέλαβε το γιο της. Ένα ρομαντικό τοπίο διάσπαρτο με βράχους... Πρέσβευε την ηθική των ισοσκελισμένων  λογαριασμών... Κι ο έρωτας ήταν μια ρομαντική επανάσταση απέναντι στην ανιαρή ζωή των γονιών της. Το κορμί της έψαχνε το μεγάλο έρωτα. Και τον βρήκε στο πρόσωπο που έμελλε να την διαψεύσει.

Ο πατέρας κι αυτός χωρίς όνομα. Ο εραστής που δε συμμερίζεται τις χαρμόσυνες ειδήσεις της συντρόφου του για την εγκυμοσύνη. Το αρσενικό που από φτωχός, παθιασμένος εραστής μεταμορφώνεται σε συμφεροντολόγο άντρα. Δέχεται προίκα, συμβιβάζεται, πηγαινοέρχεται στο σπίτι, δίχως μια σταθερή βάση.Η απουσί του δεν γίνεται καν αισθητή.

Και το παιδί. Ο ποιητής. Ένα παιδί που πατέρας του ήταν ο Απόλλωνας. Όταν ο πατέρας-άντρας απογοητεύει με τη στάση του τότε  οι ευχές της μητέρας  απευθύνονταν σε ένα μικρό γυμνό άγαλμα να παρέμβει στο μικρό γιο της και να του δώσει μαγικές ιδιότητες. Το όνομα του παιδιού Γιάρομιλ που πάει να πει αυτός που αγαπάει την άνοιξη ή αυτός που τον αγαπάει η άνοιξη. Και........Ο εραστής της μπορούσε να απολαύσει την κοιλιά της, αλλά ποτέ δεν είχε ζήσει μέσα της. Μπορούσε ν΄ αγγίξει το στήθος της, αλλά ποτέ δεν είχε πιει από αυτό.....Το κορμί μπορούσε να είναι εξολοκλήρου κορμί, χωρίς να χρειάζεται να κρυφτεί πίσω από το φύλλο συκής...

Και δύο ακόμα πρόσωπα για να συνθέσουν την ιστορία: α) Ο ζωγράφος, που ερωτοτροπεί με τη δυστυχισμένη μητέρα, αλλά που δεν μπορεί να την κάνει να νιώσει ελεύθερη, συμφιλιωμένη με το σώμα της, με τον εαυτό της. β)  Η Μάγδα, η υπηρέτρια του σπιτιού, που γυμνή κάνει το μπάνιο της κι εξάπτει την ερωτική φαντασία του νεαρού Γιάρομαιλ αφήνοντάς τον στις ονειρικές του φαντασιώσεις...

Λένε πως πάντα μένει κάτι στο παιδί από αυτά που σκέφτεται η μητέρα του στην εγκυμοσύνη της...



         Και για το τέλος ένα ποίημα του Ανδρέα Εμπειρίκου που μου έφερα συνειρμικά η παραπάνω σκηνή και το παρακολούθησα δραματοποιημένο στην πανεπιστημιάδα θεάτρου στις Σέρρες

Ρωμύλος και Ρώμος

ή
Άνθρωποι εν πλω εις μητρικήν αγκάλην
Το πλοίον (ένα βαπόρι φορτηγό), πλέει προς τον προορισμόν του. Άνεμοι μέτριοι έως ισχυροί δροσίζουν το θερμό, καλοκαιριάτικο ταξείδι.
Μια γυναίκα, καθισμένη σε σκαμνί, ρεμβάζει στο κατάστρωμα, με ένα μωρό στην αγκαλιά της.
Ένας επιβάτης, ευαίσθητος και οξυδερκής, καθήμενος επί ανακλίντρου, βλέπει, εντεύθεν της κουπαστής, την νέα γυναίκα με το βρέφος, και εκείθεν του κιγκλιδώματος, έχοντας πάντοτε την μάνα και το τέκνον της εντός του οπτικού πεδίου, βλέπει, συγχρόνως, την κυματίζουσα και αφρόεσσα επιφάνεια του πελάγους.
Δελφίνια στιλπνά βυθίζονται και αναδύονται από το ύδωρ. Το ατμόπλοιον λικνίζεται στο κύμα. Το βρέφος λικνίζεται στην μητρικήν αγκάλην. Ο επιβάτης παρατηρεί την μάνα και το βρέφος, και κάποτε αδημονεί, και κάποτε εφησυχάζει.
Ο ορίζων ανέρχεται. Ο ορίζων κατέρχεται. Και ότε μεν υπέρκειται και δεσπόζει, ότε δε κρύπτεται (για μια στιγμή) κάτω απ’ την γραμμή του καταστρώματος.
Ο άνεμος σφυρίζει στους ιστούς και εναρμονίζεται με τους τριγμούς των ξύλων.
Ο ήλιος λάμπει.
Η μάνα ρεμβάζει.
Αίφνης το βρέφος αρχίζει να ουρλιάζη και η μητέρα του (γυνή δολιχοκέφαλος), το ανασηκώνει, του ομιλεί, αλλά δεν ημπορεί να το ησυχάση.
Ο επιβάτης παρατηρεί την νέα γυναίκα και το βρέφος, και μία ελπίς γεννιέται στην καρδιά του… Υπάρχουν μαστοί σαν πορτοκάλλια. Υπάρχουν μαστοί που μοιάζουν με αχλάδια. Υπάρχουν μαστοί που μοιάζουν με ελπίδες.
Το βρέφος εξακολουθεί να ουρλιάζη. Ματαίως η μητέρα του προσπαθεί να το ησυχάση.
Η ελπίς του επιβάτου δυναμώνει.
Το βρέφος ολολύζει πιο πολύ.
Τέλος η μάνα του το αποφασίζει.
Βγάζει γοργά το ένα της βυζί, και δίνει την ρώγα του εις το παιδί της. Το βρέφος, με άμετρη λαχτάρα το αρπάζει, και με ηδονή το πιπιλίζει.
Ο επιβάτης στέκει απότομα στα πόδια του.
Ο ορίζων ανέρχεται.
Ο ορίζων κατέρχεται.
Αστραφτερά, στη θάλασσα, πηδούνε τα δελφίνια.
Το βρέφος πιπιλίζει με μανία. Η μάνα κοιτάζει το παιδί. Ο ήλιος λάμπει. Ο άνεμος μέλπει και σφυρίζει. Με άφατον ηδονήν το βρέφος πιπιλίζει.
Σιγά-σιγά, ο επιβάτης πλησιάζει από πίσω. έπειτα σκύβει, μονομιάς, επάνω απ’ την γυναίκα, και βγάζει το άλλο της βυζί.
Μια αναφώνησις ηχεί. Κανένας δεν ακούει. Ο επιβάτης σκύβει πιο πολύ, και παίρνει στο στόμα του την άλλη ρώγα. Δευτέρα αναφώνησις ηχεί. Μα ο επιβάτης εξακολουθεί.
Άλλη διαμαρτυρία δεν ακούεται. Γιατί να ακουσθή; Ο ήλιος λάμπει. Τα δελφίνια σκιρτούν. Υγρόν ψιμύθιον αφρού αναπηδά από το κύμα. Γιατί να διαμαρτυρηθή η νέα γυναίκα; Γιατί να μεμψιμοιρήση; Τρεις άνθρωποι τέρπονται. Κανένας δεν τους βλέπει.
Η μάνα αφήνεται και αναστενάζει.
Ο έρωτας είναι γλυκός.
Η ζωή ωραία.

Αντί επιλόγου

Το ίδιο βράδυ, η νεαρά γυνή, δέχθηκε στην καμπίνα της τον άγνωστον επιβάτη. Οσάκις ξυπνούσε το παιδί, το έπαιρνε στην αγκαλιά της. Ο άνδρας, όμως, δεν έφευγε. Γιατί να φύγη; Στην ηδονή υπάρχουν πολλαί στάσεις. Ο έρωτας είναι γλυκός. Η ζωή ωραία.


Τρίτη, 12 Ιουνίου 2012

Ευριπίδης-Ρήσος

...Εμένα μια μονάχα μέρα
μου φτάνει να γκρεμίσω τα τειχιά τους,
στα πλοία τους να πέσω και να σφάξω
τους Έλληνες...

Κι αυτά τα λόγια μονάχα αρκούν για να χαρακτηρίσουμε το βασιλιά των Θρακών, Ρήσο. Εγωιστής, με υπερβολική εμπιστοσύνη στις δυνάμεις του, έρχεται να συνδράμει στο δύσκολο έργο των Τρώων, που εδώ και δέκα χρόνια αγωνίζονται ενάντια στους Έλληνες. Κι όμως όταν έρχεται, οι Έλληνες ετοιμάζονται να αναχωρήσουν. Τουλάχιστον αυτό ήταν το στρατήγημά τους. Και δολοφονείται μάλιστα ο Ρήσος χάρη στην πονηριά του Οδυσσέα. Η τιμωρία ενός υπερφίαλου. Αυτή σε γενικές γραμμές είναι η υπόθεση της τραγωδίας του Ευριπίδη.

Ο λόγος όμως που την διάβασα ήταν γιατί ήθελα να δω πώς διαγράφεται η προσωπικότητα του στρατηγού των Τρώων, του Έκτορα. Αν δεν απατώμαι δεν πρέπει να υπάρχει άλλη τραγωδία από τις σωζόμενες, που να εμφανίζεται ο Έκτορας. 

Μου πήρες τη χαρά της νίκης, θεέ μου,
καθώς απ΄ το λιοντάρι το φαγί του, 
προτού μ΄ αυτό μου το κοντάρι σύρω
τ΄ αργίτικο το στράτευμα σε μαύρο
χαμό...

Ορμητικός, γεμάτος με το πάθος της νίκης, με την ψυχολογία του νικητή. Και μια επίκληση στο θεό, το θεό προστάτη του, το Δία.

... μα οι σοφοί κι οι χρησμολόγοι
που των θεών το θέλημα κατέχουν,
να καρτερώ το φως της ημέρας μου είπαν
κι από τους Αχαιούς τότε κανένα
να μην αφήσω ζωντανό στο χώμα...

Η παλικαριά του κάτω από την εποπτεία του θείου και των μεσαζόντων του, δηλαδή των μάντεων και χρησμολόγων. Ο ανθρώπινος ήρωας που λογοδοτεί στο θείο.

Και αυτοί θα φεύγουν και θα μπαίνουν
στα πλοία τους, θ΄ αδράξω το κοντάρι
κι ακράτητος απάνω τους θα πέσω.
ντροπή ΄ναι και κακό για μας μεγάλο, 
την ώρα που ο θεός μας βοηθάει,
ν΄ αφήσουμε να φύγουν δίχως μάχη
οι εχτροί μας που πολλά δεινά μας φέραν.

Ο Έκτορας το δηλώνει. Οι θεοί είναι με το μέρος των Τρώων. Ο ήρωας έχει το θεό - προστάτη.

Τώρα που το κοντάρι μου νικάει
κι ο Δίας μας συντρέχει, θα βρω φίλους...

Αν απ΄ τις συμφορές ξεφύγω ετούτες
κι ήσυχος σαν και πρώτα κυβερνήσω
την πόλη μου, στ΄ αλήθεια θα χρωστούσα 
μεγάλη στους θεούς ευγνωμοσύνη...

Ο Ευριπίδης συνεχώς βάζει τον Έκτορα να το δηλώνει: οι θεοί είναι με το μέρος του. Εμείς όμως το ξέρουμε: η βοήθεια του Δία σε λίγο θα σταματήσει. Ο θεός το έχει αποφασίσει. Εμείς το ξέρουμε, ο Έκτωρ όμως το αγνοεί. Ο Δίας όμως δεν το αποφασίζει μόνος του. Στη ραψωδία Χ της Ιλιάδας ζητάει τη συμβουλή των θεών. Η Αθηνά όμως του θυμίζει ότι πρόκειται για έναν κοινό θνητό που είναι γραμμένο να σκοτωθεί. Είναι η μοίρα του ή το σχέδιο του Δία;

Στη ραψωδία Χ (στίχοι 209-213) έχουμε μια πολύ ωραία εικόνα. Ο Δίας σήκωσε τη χρυσή του ζυγαριά κι έβαλε επάνω της τις δύο μοίρες, του Αχιλλέα και του Έκτορα. Καθώς τη σήκωσε, έγειρε βαραίνοντας η μοίρα του Έκτορα και τράβηξε κατά τον Άδη.

Συμπερασματικά έχουμε να πούμε πως ο Έκτορας είναι μια περίπτωση ήρωα που από ευνοούμενος του θεού στο τέλος εγκαταλείπεται στη μοίρα του. Δεν κάνει όμως καμία ερώτηση του στυλ "Θεέ μου, θεέ μου, γιατί με εγκατέλειψες;" Δεν είναι ο γιος του Δία. Ο θεός όχι μόνο τον εγκατέλειψε, αλλά τον πρόδωσε, τον εξαπάτησε, τον έριξε στην παγίδα. Ο Έκτορας δεν έχει σε τίποτε άλλο να βασιστεί παρά μονάχα στον εαυτό του. Γι΄ αυτό και η τρυφερότητα του Ομήρου για τον Έκτορα συνοδεύεται από ένα μεγάλο μάθημα αξιοπρέπειας. Στο τέλος η ανδρεία του συμβαδίζει με το φόβο του.

Τετάρτη, 6 Ιουνίου 2012

Οι θλιμμένες πουτάνες της ζωής μου-Μάρκες




Είναι αδύνατο να μην καταλήξει κανείς να γίνει όπως οι άλλοι πιστεύουν πως είναι…

Πουτάνες: μια λέξη που γαργαλάει τον γλωσσικό μας σεξισμό και τον αρσενικό μας αυτισμό. Όταν όμως βάλεις και τον επιθετικό προσδιορισμό θλιμμένες, θλιμμένες πουτάνες, τότε η ατμόσφαιρα αλλάζει, γίνεται πιο ρομαντική, πιο εσωστρεφής. Ο ίμερος δίνει τη θέση του στην εξομολόγηση και η φαλλοκρατία στο παραμύθι. Ο ήρωας του μυθιστορηματικού παραμυθιού του Μάρκες (γιατί ως παραμυθά με ρεαλιστικά υλικά μπορώ να δω τον Μάρκες) είναι ένας ενενηντάχρονος άνδρας. Άσχημος, συνεσταλμένος και παλιομοδίτης. Και στην επέτειο των γενεθλίων του αποφασίζει να κάνει ένα δώρο στον εαυτό του: μια νεαρή παρθένα. Αυτή η ανδρική ματαιοδοξία στερεί πιστεύω σε πρωτοτυπία τη σύλληψη του μυθιστορήματος. Αλλά ας φανταστούμε και τη συνέχεια: ο ηλικιωμένος άνδρας ξεμωραίνεται από τη νεαρή κοπέλα και τη θέλει ολοένα και περισσότερο ώσπου… Το πρώτο σύμπτωμα των γηρατειών είναι ότι αρχίζεις να μοιάζεις με τον πατέρα σου… Το άλλο θα πρόσθετα είναι η αίσθηση της αιώνιας νεότητας, ότι μπορείς να κάνεις τα πάντα όπως παλιά. Κι όμως η μνήμη δε λαθεύει. Ο Κικέρωνας το περιέγραψε με μια μόνο φράση: «Δεν υπάρχει γέρος που να ξεχάσει το σημείο όπου έχει θάψει το θησαυρό». Ας επιστρέψουμε όμως στον ήρωά μας κι ας επιχειρήσουμε να ερμηνεύσουμε την επιλογή του για την νεαρή παρθένα πέρα από το ξεκούτιασμα της ηλικίας. Ποτέ δεν πλάγιασε με γυναίκα χωρίς να την πληρώσει, διατηρούσε ένα κατάλογο με όσες γυναίκες συνουσιάστηκε, ενθουσιάζεται από την οπίσθια δίοδο, δεν είχε στενούς φίλους, άνθρωπος μονήρης, δημοσιογράφος εργασιομανής… Αρκούν. Αρκούν να ερμηνεύσουν μια μονοδιάστατη σεξουαλική εμμονή. Που όμως στη θέα της κοιμώμενης νεαρής παρθένας αυτή η εμμονή εξαφανίζεται και εμφανίζονται στοιχεία ερωτικής τρυφερότητας. Και η ζωή αλλάζει, στα ενενήντα. Αυτό που μου άρεσε στο μυθιστόρημα δεν είναι η πρωτοτυπία, αλλά το ότι ο αφηγητής, ο υπερήλικας ήρωας, προσεγγίζει τον έρωτα από τη δική του πλευρά, με μια πρωτοπρόσωπη γραφή, αφήνοντας στον αναγνώστη την απόσταση της κριτικής: να τον κοροϊδέψει, να γελάσει μαζί του, αλλά στο τέλος ν΄ αρχίσει να συμπάσχει. Αυτή η εξέλιξη των αισθημάτων με διέγειρε από πλευράς μου. Ο χλευασμός αντικαταστάθηκε από ένα συμπονετικό υπομειδίαμα. Πάντα πίστευα πως το να πεθαίνει κανείς από έρωτα δεν είναι παρά σχήμα λόγου… Εφόσον ο θάνατος παραμονεύει, τουλάχιστον το τέλος ας περιβληθεί από ένα πέπλο έρωτα! Η μεγαλύτερη δυστυχία είναι να πεθαίνει κάποιος μόνος του.

Παρασκευή, 1 Ιουνίου 2012

Kυκλικά ερείπια - Μπόρχες


Κανένας δεν τον είδε όταν ξεμπάρκαρε μέσα στην ομόθυμη νύχτα... Αμέσως ένας πέπλος μυστηρίου σκεπάζει από την αρχή τον άγνωστο άνθρωπο που εμφανίζεται. Βρίσκει καταφύγιο σε ένα κυκλικό περίβολο, σε κάποια κυκλικά ερείπια. Εκεί υπήρχε ένας εγκαταλειμμένος και γκρεμισμένος κυκλικός ναός αφιερωμένος σ΄ ένα θεό, που οι άνθρωποι δεν πίστευαν πια. Αυτός ο αέναος κύκλος, ένα σύμβολο της επανάληψης. Ο σκοπός του, αν και υπερφυσικός, δεν ήταν κάτι το ανέφικτο. Ήθελε να ονειρευτεί έναν άνθρωπο... Όνειρο και ζωή. Τι σχέση μπορεί να υπάρχει ανάμεσά τους; Μήπως αν αντικαθιστούσαμε  το ονειρευτεί  με το γεννήσει θα ήταν πιο ολοκληρωμένο το νόημα; Πιο κατανοητό; Κατάλαβε πως το ν΄ αποφασίσει κανείς να μορφοποιήσει τη συγκεχυμένη και ιλιγγιώδη ύλη του ονείρου, είναι το πιο δύσκολο πράγμα με το οποίο μπορεί να καταπιαστεί, έστω κι αν μπορέσει να διεισδύσει σ΄ όλα τα αινίγματα της ανώτατης και της κατώτατης τάξης πραγμάτων... Τώρα μάλιστα! Το όνειρο μπορεί να έρχεται μόνο του. Αυτό δεν είναι και τόσο δύσκολο. Αλλά το να προσπαθήσεις εσύ να πραγματοποιήσεις το όνειρο, αυτό υπερβαίνει τις ανθρώπινες δυνατότητες. Οπότε ζήτησε βοήθεια από αυτόν τον ξεπεσμένο θεό, από την άγνωστη δύναμή του. Αυτή η πολλαπλή θεότητα του αποκάλυψε πως το γήινο όνομά της ήταν Πυρ... Τώρα αρχίζουν και εμφανίζονται και οι κοσμογονικές δυνάμεις. Η λατρεία της φωτιάς. Και τελικά το πλάσμα του ονείρου γεννιέται. Ο γιος του μορφοποιείται. Υπάρχει όμως ένα περίεργο σημείο. Όλοι θα τον θεωρούν ως άνθρωπο με σάρκα και οστά εκτός από αυτόν που τον ονειρεύτηκε κι εκτός από την ίδια τη θεότητα. Αυτοί κατέχουν ένα βαθμό προχωρημένης γνώσης. Έτσι άρχισε να τον διαπαιδαγωγεί μέσα στον ύπνο του, να δοκιμάζει πειράματα πάνω του. Με πίκρα κατάλαβε ότι ο γιος του ήταν έτοιμοςκαι μάλιστα ίσως αδημονούσε να γεννηθεί... Και τον έστειλε στον άλλο ναό...Προηγουμένως όμως του εμφύσησε την απόλυτη λήθη της μαθητείας του... Ως καλός παιδαγωγός βέβαια. Ο σκοπός του σωστού δασκάλου είναι η αυτονόμηση του μαθητή του. Ο σκοπός της ζωής του είχε ολοκληρωθεί. Παρέμενε σ΄ ένα είδος έκστασης... Αργότερα, μετά από χρόνια κάποιοι τον ξύπνησαν μέσα στη νύχτα και του μίλησαν για κάποιο μάγο, σ΄ ένα ναό στα βόρεια, που μπορούσε να περπατάει στη φωτιά χωρίς να καίγεται. Ο μάγος θυμήθηκε τα λόγια του Θεού. Θυμήθηκε πως, απ΄ όλα τα όντα του σύμπαντος, μονάχα η φωτιά ήξερε πως ο γιος του ήταν φάντασμα..Να μην είσαι άνθρωπος, αλλά προβολή του ονείρου άλλου ανθρώπου... Προβολή του ονείρου άλλου ανθρώπου. Τι ρεαλιστικός  και τι τραγικός ορισμός για τα παιδιά μας, και κυρίως για τους γιους μας! Προβολή του ονείρου μας. Νομίζω ότι μέσα σ΄ αυτή τη φράση περικλείεται η αγάπη, αλλά και η ματαιοδοξία ενός γονιού. Ήταν φυσικό, λοιπόν, να φοβάται ο μάγος για το μέλλον του γιου του... Ώσπου; Τα ερείπια του ναού πήραν φωτιά κι ο μάγος προσπαθεί έντρομος να σωθεί. Περπάτησε στη φωτιά, μα εκείνη δεν τον έκαψε. Αλαφρωμένος, έντρομος, ταπεινός, κατάλαβε ότι κι ίδιος ήταν όνειρο που κάποιος άλλος ονειρευόταν.

Αφιερωμένο στους ονειροπαρμένους πατεράδες!